Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Κώστας Περδίκης:

 


Η επανέκδοση

 

Μέσα στο αλαλούμ των ειδήσεων, που φτάνουν καθημερινά στ’ αυτιά μας, πόλεμοι, ανθρωποκτονίες, σκάνδαλα και πάει λέγοντας, άκουσα και ότι επανεκδόθηκε το αγαπημένο μου παιδικό περιοδικό, "Η ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ".

Δεν σας κρύβω ότι ξαφνιάστηκα ευχάριστα.

Είχα στεναχωρηθεί πολύ, θυμάμαι, όταν γύρω στο ’70 σταμάτησε να βγαίνει.

Σε κείνο το περιοδικό είχα στείλει και μου δημοσίευσε το πρώτο μου αφελές, αλλά τρυφερό ποιηματάκι, " Όταν τα φύλλα πέφτουν", το πρώτο μου διήγημα για ένα φανταστικό "Ναυάγιο" και τα πρώτα δειλά σκίτσα μου, φτιαγμένα με σινική μελάνη.

Και να ’μαι τώρα, στα 76 μου χρόνια, να ανηφορίζω με λαχτάρα για το πρακτορείο εφημερίδων και περιοδικών του πατέρα του Μίμη, του συμμαθητή μου.

Βλέποντάς με ο Μίμης, μου χαμογελάει με νόημα και πάει κουτσαίνοντας να μου το φέρει.

Είναι κι αυτός τώρα ασπρομάλλης, όπως κι εγώ, με αρκετά παραπανίσια κιλά και δυσκολία στο περπάτημα.

Ποιος να το ’λεγε, αυτός που κάποτε ήταν ο μεγαλύτερος γκολτζής του τοπικού Ολυμπιακού και ο μόνιμος παρτενέρ μου στα κάλαντα…

-Στο φύλαξα, μου λέει, γιατί σε θυμάμαι από τότε που το περίμενες πώς και πώς κάθε βδομάδα.

-Ήσουνα φανατικό Διαπλασόπουλο.

Πράγματι, αυτή είναι η αλήθεια.

Εκείνα τα χρόνια, στη μικρή πόλη που ζούσαμε, οι ευκαιρίες για να πληροφορηθούμε και να γνωρίσουμε κάτι περισσότερο, έξω από τα σχολικά μας βιβλία, ήσαν μηδαμινές.

Και τι δεν είχε στις σελίδες του το περιοδικό.

Άρχιζε με τη μόνιμη στήλη "Αθηναϊκαί επιστολαί", που την έγραφε στην αρχή ο Γρ. Ξενόπουλος και  που για πολλά χρόνια υπήρξε αρχισυντάκτης του περιοδικού.

Έκλεινε πάντα με τον χαιρετισμό "Σας ασπάζομαι Φαίδων".

Ακολουθούσαν μικρά διηγήματα και μυθιστορήματα σε συνέχειες, ελλήνων και ξένων συγγραφέων.

Είχε σελίδες με εκλαϊκευμένα επιστημονικά θέματα για φυσική, χημεία, για φανταστικά διαστημικά ταξίδια κ.ά.

Δεν έλειπαν οι γελιογραφίες, οι πνευματικές ασκήσεις και τα αθλητικά νέα.

Ενδιαφέρον είχαν η "Σελίς συνεργασίας αναγνωστών", "Οι μικρές αγγελίες" των παιδιών με χρήση ψευδώνυμων και "Η γωνιά μας για όσους ζωγραφίζουν".

Με λίγα λόγια "Η ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ" ήταν, τότε, η χαρά του παιδιού.

Με το καινούργιο τεύχος, λοιπόν, υπό μάλης γύρισα στο σπίτι, χωρίς να το ανοίξω στο δρόμο.

Ήθελα να το απολαύσω με την ησυχία μου.

Βολεύτηκα στον καναπέ και άρχισα να το φυλλομετρώ. 

Το εξώφυλλό του ήταν τώρα πολυτελές, ιλουστρασιόν. Δυο χαριτωμένα παιδιά ένα αγόρι και ένα κορίτσι, μπροστά στην οθόνη των Laptop τους, επικοινωνούσαν μέσω του internet από τις πόλεις που ζούσαν, το αγόρι στην Αλεξανδρούπολη και το κορίτσι στο Ρέθυμνο.

Το κλασσικό λογότυπο "Η ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ" τώρα συμπληρωνόταν με τη φράση, "Το περιοδικό σας στη νέα εποχή".

Η στήλη του Φαίδωνα ήταν και τώρα εκεί.

Εξακολουθούσε να μας "ασπάζεται", όπως παλιά.

Οι φωτογραφίες, οι γελιογραφίες και τα σχήματα πιο ζωηρά,  εντυπωσίαζαν.

Όπως και οι διάσπαρτες διαφημίσεις, για νέα μοντέλα smartfones, tamplets, videogames, drones, πλατφόρμες για  μουσική και για ταινίες.

Υπήρχαν βέβαια διηγήματα, αθλητικά νέα, πνευματικές ασκήσεις, με το Sudoku να είναι, τώρα, δίπλα στο σταυρόλεξο.

Τα πιο πολλά, που έβλεπα, μου θύμιζαν ευχάριστα το παλιό αγαπημένο μου περιοδικό.

Είδα, όμως, με κακό μάτι να λείπουν "Οι μικρές αγγελίες" των φίλων, με τα ψευδώνυμα.

Τα παιδιά τώρα, σκέφτηκα, επικοινωνούν  μεταξύ τους με άλλους τρόπους, να ’ναι καλά τα κινητά και τα laptops.

Άρχισα κάπως να δυσφορώ, αλλά ευτυχώς είδα να υπάρχει "Η σελίς συνεργασίας αναγνωστών".

Συνέχισα το ξεφύλλισμα, προσπερνώντας τις πολλές διαφημίσεις ανάμεσα στις  σελίδες του, φτάνοντας και στο οπισθόφυλλο.

Εκεί, ήταν που έχασα τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου.

Ολόκληρη η σελίδα είχε για φόντο μια εντυπωσιακή εικόνα ανατολής και πάνω, πάνω με έντονα γράμματα έγραφε:

Αγαπητά μας Διαπλασόπουλα, ανατέλει η νέα εποχή του περιοδικού.

Το τεύχος που έχετε στα χέρια σας είναι εξ’ ολοκλήρου δημιούργημα της τεχνητής νοημοσύνης ("AI").

Πιο κάτω, με μικρότερα γράμματα, προέτρεπε:

Λάβετε μέρος στο γκάλοπ ψηφίζοντας ΝΑΙ ή ΟΧΙ, ανάλογα με το αν σας άρεσε ή δεν σας άρεσε και στείλτε μας την επιλογή σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση: diaplasistonpaidon@gmail.com.

Δυο άδεια τετραγωνάκια ανέμεναν την ψήφο μας.

Στην αρχή, για να είμαι ειλικρινής,  δεν το πολυκατάλαβα.

Όταν όμως, απο τα λίγα που ήξερα, συνειδητοποίησα τι ήθελε να πει, άρχισα να σφίγγομαι.

Δηλαδή όλα όσα είχα δει, στις σελίδες του περιοδικού, ήσαν το αποτέλεσμα των εντολών, που κάποιοι έδωσαν στην "ΑΙ";

Τα δυο μικρά διηγήματα δεν τα είχαν γράψει γνωστοί συγγραφείς;

"Οι  συνεργασίες των αναγνωστών", μικρά διηγήματα και ποιήματα, δεν ήσαν τα πρωτόλεια μικρών επίδοξων συγγραφέων, που είχαν  τη λαχτάρα να τα δουν δημοσιευμένα;

Άρχισα να νοιώθω μια μικρή ταχυπαλμία, να μπερδεύομαι και να ζορίζομαι ποια απάντηση να επιλέξω.

Ασυναίσθητα έπιασα τον εαυτό μου να μουρμουρίζει κάτι σαν: 

-Kαι τώρα τι ψηφίζουμε;

-Κώστα ξύπνα, παραμιλάς, ακούω δίπλα μου την Κλειώ.

-Τι έπαθες; οι εκλογές αργούν ακόμη.

Άνοιξα τα μάτια μου στο σκοτάδι αναστατωμένος.

Όνειρο ήταν λοιπόν.

Μα τι όνειρο.

Άλλαξα πλευρό και λίγο πριν με ξαναπάρει ο ύπνος πρόλαβα να σκεφτώ.

Μα πώς την πάτησα έτσι;

Καλά όλα τα άλλα, μα το πρακτορείο εφημερίδων και περιοδικών είναι κλεισμένο εδώ και  πενήντα χρόνια …  

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2025

Νίκος Καββαδίας (1910-1975):


 

Στο άλογό μου

Το ξέρω πόσο σε κούρασα. Στραβά φορτωμένο ακολούθησες υποταχτικά στις πορείες της νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι. Με συνήθισες. Έπαψα πια να σε χάνω μέσα στ’ άλλα τα ζώα της Μονάδας μας. Έπαψα να μη σε γνωρίζω.

Αν αρχίσω τα «θυμάσαι» δε θα τελειώσω ποτέ. Λατρεύω τη συντομία! Θα σου θυμίσω μονάχα τρεις νύχτες μας. (Απορώ με τον εαυτό μου απόψε. Τόσο στοργικά δε μίλησα ποτέ σε κανένα).Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή; Ανελέητα κι οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες; Κάρφωνα τα νυσταγμένα μου μάτια στο νυχτερινό παραπέτασμα, όπως δεν τα κάρφωσα τότε που αναζητούσα φανάρια στη Βόρειο θάλασσα. Η όσφρησή σου μας έσωσε. Ένας στάβλος μάς έγινε άσυλο. Παραμερίσαμε το σανό κι ανάψαμε μεγάλη φωτιά. Λέω, ανάψαμε. Εσύ μου ‘δινες θάρρος.

Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει από τα λουριά σου, κι η ψυχή μου από άλλη αιτία. Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την ανάγκη. Γι’ αυτό θα σου γράψω.

Στην αρχή δεν με ήθελες. Καταλάβαινες σε μένα τον άπραγο με το αδύνατο χέρι. Είχες δίκιο. Ίσως για πρώτη φορά έβλεπα άλογο από τόσο κοντά. Τ’ άλογα που είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα, που τα δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρσες, που τα παίζαν οι άνθρωποι. Αυτό με είχε πειράξει. Δεν είστε προορισμένα για τόσο χαμηλές πράξεις. Ας είναι… Αυτό είναι μιαν άλλη ιστορία, καθώς λέει ο Κίπλινγκ, αυτός που τόσο σας είχε αγαπήσει και ιστορήσει.

Ξαπλωμένος σ’ άκουα να μασάς. Κατόπι σου μίλησα.

Ποτέ δε συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε με σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο. Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να ‘χουν τη δική σου νόηση; Ας είναι…

Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ’ άλλους πολλούς μες στη μάχη. Μπορούσε κοντά από ‘κεί να κουβαλήσουμε τραυματίες. Ακούσαμε μαζί τον θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το πληγωμένο πόδι και φύγαμε. Ποτέ μου δε σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο αλαφροπάτητο. Είχες ξεχάσει κείνο το νευρικό σου συνήθειο να πηδάς σηκώνοντας το σαμάρι. Τα ‘χες όλα νιώσει ίσως πριν από μένα.

Και τώρα, η νύχτα στο βουνό με τη λάσπη: βαρυφορτωμένοι, κατάκοποι προχωρούσαμε. Είν’ αφάνταστη η λύπη κι η κακομοιριά που δοκιμάζεις σαν αισθάνεσαι να ‘σαι και να βλέπεις ανθρώπους και ζώα και τα πάντα μες στη λάσπη.

Άλογα και μουλάρια πεσμένα μάς κόψανε το δρόμο. Εμείς προχωρούσαμε. Άξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώσεις καλά πως δε φταίω. Ποτέ δεν προσπάθησα τόσο. Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος. Πάνω μας η Μεγάλη Άρκτος, το Βόρειο Στέμμα, ο Αστερισμός του Ωρίωνα ψιχάλιζαν φως. Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γύρισα πάντα τα μάτια μου από το θάνατο. Μα φαντάζομαι…Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.

Φυλάω ακόμη το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά θα τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου. Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μου είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σου ξαναγράψω!…”

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

Κώστας Περδίκης:


Μέσα στη νύχτα

"Kι όλη νύκτα κράζει  Γκιώνη, Γκιώνη, Γκιώνη" (Γ. Δροσίνης)

Τότε,
βγαίνοντας από το σπίτι του παππού, η νύχτα έπεφτε για τα καλά μαζί με έναν αδιόρατο φόβο. Σφίγγαμε, η αδελφή μου κι εγώ, τα χέρια της μάνας μας, για να βρούμε δύναμη και σιγουριά, καθώς παίρναμε το κατασκότεινο δρομάκι του γυρισμού για το σπίτι μας.
Μέσα στην απόλυτη σιγαλιά, από μακριά, έφτανε στα αυτιά μας η θλιμμένη φωνούλα ενός πουλιού, «γκιων, γκιων, γκιων…». «Είναι ο αδελφός του Γκιώνη» μας εξηγούσε η μάνα μας, «που τον έχει χάσει και κάθε βράδυ τον αναζητάει και τον φωνάζει  μέσα στο σκοτάδι». Τα λόγια της μάνας μας πόση λύπη έφερναν στις ψυχούλες μας…
 Τώρα,
μένουμε στη μεγάλη πόλη, στην άκρη της, πολύ κοντά στο βουνό. Όπως όλος ο κόσμος έτσι κι εμείς εδώ και μέρες "μένουμε σπίτι", μπας και γλιτώσουμε από τον κακό ιό που μας ήρθε από την Κίνα. Ζούμε  όλοι μας καταστάσεις πρωτόγνωρες.
 Η πόλη μας γαλήνεψε.  Η καθημερινή μας τρέλα, να τα προλάβουμε όλα, πήγε στη μπάντα. Ο ασταμάτητος θόρυβος και η βαβούρα σίγασαν. Τα χιλιάδες αυτοκίνητα και τροχοφόρα χάθηκαν, που και που περνάει κανένα. Ο αέρας και ο ουρανός καθάρισαν και η απέναντι μας Αίγινα ήρθε σχεδόν στην αυλή μας. Οι δρόμοι φαντάζουν άχρηστοι πλέον, καθώς απόμειναν έρημοι. Για να πάμε μια βόλτα τον σκύλο μας παίρνουμε προσωπική άδεια από την Κυβέρνηση.
Στη γειτονιά μας, όμως, συμβαίνει κάτι ακόμα. Κάθε βράδυ, με το που πέφτει το σκοτάδι, σαν σε όνειρο, ακούμε και πάλι τη θλιμμένη εκείνη φωνούλα, τη ξεχασμένη από καιρό, «γκιων, γκιων, γκιων…».
Το καλό μας πουλί, φωλιασμένο κάπου κοντά μας, επί ώρες ασταμάτητα κράζει, αναζητώντας μάταια τον χαμένο του αδελφό. Περασμένα μεσάνυχτα, πέφτοντας στο κρεβάτι, η φωνούλα «γκιων, γκιων, γκιων…» μας συντροφεύει και μαζί με τη λύπη της, φέρνει και τον ύπνο μας…


     Υ.Γ. Ο μύθος του Γκιώνη, στο ποίημα του Δροσίνη, είναι πολύ πιο τρομακτικός από την εξήγηση που, τότε, μας έδινε η μάνα μας. Μιλάει για σκοτωμό ανάμεσα στα δυο αδέλφια. Φαίνεται ότι, ή αγνοούσε τι ακριβώς έλεγε ο μύθος, ή το ήξερε, αλλά στην προσπάθειά της να μην μας πληγώσει, αποσιωπούσε τη σκληρή του αλήθεια … 

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

Νίκος Χουλιαράς (1940-2015):

                                                   


Ο Νίκος Χουλιαράς (Ιωάννινα15 Οκτωβρίου 1940 - Αθήνα20 Ιουλίου 2015) ήταν Έλληνας ζωγράφος, γλύπτης, συγγραφέας, ποιητής και τραγουδοποιός.[6] Ήταν ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ζωγράφους. Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, τα ιταλικά, τα αγγλικά, τα σουηδικά και τα γερμανικά, ενώ έχουν εκδοθεί στα γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο Hatier η συλλογή διηγημάτων "Το Μπακακόκ" και τα μυθιστορήματα "Ο Λούσιας", "Ζωή την άλλη φορά", και "Στο σπίτι του εχθρού μου". Το 1996 ήταν υποψήφιος για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας με το βιβλίο "Στο σπίτι του εχθρού μου".


Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2025

Κώστας Περδίκης:


Σταύρος Φιλοσόφ
 

Πράγματι, πολύ παράξενο όνομα για τα μέρη μας.

Αν ήταν παρατσούκλι ή το κανονικό του, δεν το μάθαμε ποτέ.

Είχε φτάσει μέχρι εδώ από την Ελευσίνα, όπου δούλευε σαν τεχνικός στο  "Τιτάν", το εργοστάσιο που ’βγαζε τσιμέντο.

Ήρθε σαν υπεύθυνος μηχανικός στο εργοστάσιο οινοποιίας του Μπισχινόκαμπου.

Περασμένα τα πενήντα, ζούσε με τη γυναίκα του στο σπιτάκι, που ήταν μέσα στον περίβολο του οινοποιείου.

Τα παιδιά του, μεγάλα πια ,ζούσαν μακριά τους.

Φήμες λέγανε ότι καταγόταν από τον Πόντο, εξ ου και το όνομά του.

Τότε, γύρω στο ’60, όλος ο κάμπος μας είχε παραδοθεί στην καλλιέργεια της όψιμης ντομάτας.

Κάθε χωράφι και πηγάδι, κάθε πηγάδι και μηχανή με αντλία για το πότισμα.

Οι περισσότερες μηχανές ήσαν μάρκας "Μαλκότση", Ελληνικές, η δική μας "Lister", Εγγλέζικη.

Ήρθε με το τραίνο,  μέσα σε ένα γερό ξύλινο κιβώτιο γεμάτο  ξένες επιγραφές.

Μετά την εγκατάσταση της μηχανής, το άδειο κιβώτιο έγινε πολυτελές ενδιαίτημα του Αηδόνη, του σκύλου μας.

Η κύρια απασχόληση του Σταύρου στο εργοστάσιο άρχιζε μετά τον δεκαπενταύγουστο, με τον τρύγο των αμπελιών και της σταφίδας.

Τον άλλο καιρό απασχολιόταν με τη συντήρηση των μηχανημάτων του οινοποιείου.

Είχε, έτσι, την ευκαίρια να τρέχει, με το μοτοσακό του, ένα σαραβαλιασμένο "Ζούνταπ", να επιδιορθώνει όποια μηχανή χαλούσε.

Τόσες πολλές που ήσαν, όλο και κάποια δεν έλεγε να πάρει μπροστά.

Το ίδιο και η δική μας.

Κάθε τόσο έκανε τα νάζια της.

Γυρίζοντας τη βαριά μανιβέλα αρνείται να κάνει το γνώριμο τσαφ τσουφ και να ξεκινήσει.

Το χώμα ξερό από τη λάβρα και οι ντοματιές να διψάνε, περιμένοντας πως και πως το νεράκι.

Αμέσως, με κάποιο τρόπο, να φωνάξουμε τον Σταύρο.

Εγώ και το ποδήλατό μου είναι η πιο γρήγορη λύση.

Καβαλάω και στο λεπτό παίρνω το στρατόνι, πλάι στις γραμμές του τραίνου.

Φτάνω και στο Μπισχιναίικο γεφύρι.

Παρατάω το ποδήλατο και το διαβαίνω πατώντας και ισορροπώντας στις ξύλινες τραβέρσες των γραμμών, που απέχουν μεταξύ τους είκοσι με τριάντα πόντους.

Κάτω από τα πόδια μου, χάος, σε βάθος έξι μέτρων τρέχει το λιγοστό νερό του ποταμιού.

Τρέμω μην πέσω.

Από το γεφύρι και μετά, μέχρι το σπίτι του Σταύρου, λιγότερο από ένα χιλιόμετρο, φτάνω τρέχοντας.

Είμαι τυχερός, ο Σταύρος είναι κει.

Του λέω για το συμβάν και αμέσως βάζει μπρος το σαραβαλάκι του και με μένα πίσω του ξεκινάμε.

Στο γεφύρι με αφήνει να συνεχίσω με το ποδήλατο.

Εκείνος, μη μπορώντας με το μηχανάκι να περάσει το γεφύρι, παίρνει τον άλλο δρόμο, κάνοντας κύκλο.

Φτάνουμε στο κτήμα μας σχεδόν ταυτόχρονα.

Ο Σταύρος πάντα με κείνο το χαμόγελο χαιρετάει τους δικούς μου, που είναι μέσα στην αγωνία.

Ανάβει τσιγάρο  και αρχίζει να κάνει τα μαγικά του.

Η μηχανή μας ξερνώντας μπλε καπνό και μυρουδιά άκαφτου πετρέλαιου παίρνει μπροστά.

Το νερό πετάγεται από τον σωλήνα και πέφτει στο αυλάκι.

Παίρνουμε όλοι μας ανάσα.

Ο Σταύρος έκανε για άλλη μια φορά το θαύμα του.

Δεν κρύβουμε τον θαυμασμό μας.

Εκείνος το παίρνει σαν κάτι συνηθισμένο και ασήμαντο.

Με το γελάκι του, μας αφήνει για να τρέξει σε άλλη μηχανή, που τα έχει κι αυτή παίξει.

Η φρενήρης καλλιέργεια και παραγωγή της όψιμης ντομάτας κράτησε περίπου δεκαπέντε  χρόνια.

Μετά, χρόνο με το χρόνο όλο και λιγόστευε, μέχρι που μηδενίστηκε.

Ήταν το αποτέλεσμα της κόπωσης των χωραφιών από την υπερκαλλιέργεια.

Το τέλος της ντομάτας συνέπεσε με το τέλος της παρουσίας του Σταύρου στον τόπο μας.

Κάποια στιγμή, όπως ήρθε έτσι και έφυγε.

Στο εξής, το Φιλοσόφ, το παράξενο όνομά του, θα έπαυε να ακούγεται και να θυμίζει Σοβιετία και κομουνισμό.

Άλλωστε, στη μικρή μας κοινωνία, τη φορτισμένη  με τα γνωστά εμφυλιοπολεμικά γεγονότα, ο Σταύρος κάθε άλλο παρά μισητό πρόσωπο ήταν.

Όλοι μας τον αγαπάγαμε και  σε όλους έσπευδε να δώσει τις γνώσεις και τη βοήθειά του.

Έτσι, στο πάνθεο των ιστορικών προσώπων, με ονόματα που λήγουν σε "οφ", όπως Χρουτσόφ, Γκορμπατσόφ, κ.ά. έχουμε και μεις να προσθέσουμε τον δικό μας άνθρωπο, τον "ήρωα" μας.

Τον Σταύρο, τον Φιλοσόφ…

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2024

Γιώργος Ιωάννου (1927-1985):

 

Ὁμίχλη

Δέν ξέρω πιά τί γίνεται μέ τήν ὁμίχλη κι ἄν ἐξακολουθεῖ νά πέφτει τόσο πηχτή ἤ μήπως χάθηκε ὁλότελα κι αὐτή, ὅπως ἡ πάχνη πάνω ἀπ' τά πρωινά κεραμίδια. Βλέποντας τήν παρθενική πάχνη νά γυαλίζει παντοῦ, λέγαμε: «Εἶχε κρύο τή νύχτα» ἤ «τά λάχανα θά γίνουν μέ τήν πάχνη πιό γλυκά· πρέπει νά κάνουμε ντολμάδες».
Ὅταν ἐρχόταν ὁ καιρός τῆς ὁμίχλης, εἶχα πάντα τό νοῦ μου σ' αὐτήν. Μέρα τή μέρα περίμενα νά μέ σκεπάσει κι ἐγώ νά χώνομαι ἀθέατος μέσα της. Θλιβόμουν ὅμως πολύ, ὅταν ἔπεφτε τίς καθημερινές, τήν ὥρα πού βασανιζόμουν μέ τά χαρτιά στό γραφεῖο. Παρακαλοῦσα νά κρατήσει ὥς τό βράδυ, συνήθως ὅμως γύρω στό μεσημέρι διαλυόταν ἀπό ἕναν ἥλιο ἰδιαίτερα δυσάρεστο.
Μά, καμιά φορά, ὅταν ξυπνώντας τ' ἀπόγευμα, τήν ὥρα πού ἔλεγα ἄν θά πάω στό σινεμά ἤ στό καφενεῖο, ἔβλεπα ἀναπάντεχα ἀπ' τό παράθυρο τό ἀπέραντο θέαμα τῆς ὁμίχλης, ἄλλαζα ἀμέσως σχέδια καί πορεῖες. Σήκωνα τό γιακά τῆς καμπαρντίνας, κατέβαινα μέ σιγουριά τά σκαλιά κι ἔφευγα γιά τήν παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις. Ἡ ὁμίχλη εἶναι γιά νά βαδίζεις μέσα σ' αὐτήν. Διασχίζεις κάτι πού εἶναι πυκνότερο ἀπό ἀέρας καί σέ στηρίζει. Ἀλλά καί κάτι ἀκόμα· ὁμίχλη χωρίς λιμάνι εἶναι πράγμα ἀταίριαστο.
Ἡ ὁμίχλη ἦταν ἀκόμα πιό γλυκιά, ὅταν τήν ψιλοκεντοῦσε ἐκείνη ἡ βροχή, ἡ πολύ ψιλή βροχή τοῦ οὐρανοῦ μας. Αὐτή πού δέ σέ βρέχει, μά σέ ποτίζει μονάχα καί φυτρώνουν πιό λαμπερά τά μαλλιά σου τήν ἄλλη βδομάδα. Καί τότε ἔπαιρναν νόημα τά φῶτα καί τά τράμ καί τά κορναρίσματα. Ἀκόμα κι οἱ πολυκατοικίες γίνονταν ἑλκυστικές μές στάν ἀχνάδα.
Κι ὕστερα ἔφτανα στό καφενεῖο τοῦ λιμανιοῦ, αὐτό πού ἀπό χρόνια εἶναι γκρεμισμένο, νά ξαναβρῶ τήν παρέα μου. Κι ὅταν δέν ἦταν ἐκεῖ —καί δέν ἦταν ποτέ ἐκεῖ— καθόμουν ὧρες καί καρτεροῦσα. Πίσω ἀπ' τά τζάμια διαβαῖναν ἀράδα οἱ σκιές αὐτῶν, πού τώρα ἔχουν πεθάνει. Κολλοῦσαν τό μοῦτρο τους γιά μιά στιγμή στό θαμπό τζάμι κι ἄλλοι ἔμπαιναν μέσα, ἐνῶ ἄλλοι τραβοῦσαν ἀνατολικά γιά τόν Πύργο τοῦ Αἵματος.1 Κι ἄν δέ μοῦ ἔγνεφε κανείς ἔβγαινα κι ἀκολουθοῦσα μιά σκιά, πού ποτέ δέν μποροῦσα νά προφτάσω.
Δέ θυμᾶμαι ἀπό ποῦ ἐρχόταν ἐκείνη ἡ ὁμίχλη· μᾶλλον κατέβαινε ἀπό ψηλά. Τώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά ἀπ' τά ὄνειρα. Αὐτά πού χρόνια μένανε σκεπασμένα μ' ἕνα βαρύ καπάκι, πού ὅμως πῆρε ἀπ' τήν πίεση γιά καλά νά παραμερίζει.
Πέφτει πολλή ὁμίχλη, γίνομαι ἕνα μ' αὐτήν, καί ξεκινάω. Ἀκολουθῶ ἄλλες σκιές ὀνοματίζοντάς τες. Περπατῶ κοιτάζοντας τό λιθόστρωτο. Αὐτό σέ πολλούς δρόμους καί δρομάκια ἀκόμα διατηρεῖται. Δέν ὑπάρχει, βέβαια, ἀνάμεσα στίς πέτρες τό χορταράκι, πού φύτρωνε τότε. Ὅλα ἔχουν γκρεμίσει ἤ ξεραθεῖ. Κανένας θάνατος δέν εἶναι καλός. Ὤ, καί νά 'ταν ἀλήθεια, αὐτό πού λένε, πώς θά τούς ξαναβροῦμε ὅλους...
Ἀκολουθώντας τίς σκιές μπαίνω πάντα στόν ἴδιο δρόμο. Τά δέντρα καί τά φυτά θεριεύουν μές στή μοναξιά καί τή θολούρα. Γίνονται σάν κάστρα τεράστια. Φτάνω στό ἀγέρωχο σπίτι τό τυλιγμένο μέ κισσούς καί φυλλώματα. Παρόλο πού οἱ σκιές κοντοστέκονται καί σά νά μοῦ γνέφουν, ἐγώ δέν πλησιάζω κάν στήν Πορτάρα.2 Θαρρῶ πώς μόνο ἀγαπημένο πρόσωπο θά μέ πείσει κάποτε νά τήν περάσω.
Φεύγω καί ξαναχάνομαι μέσα στά τράμ, τά φῶτα καί τήν κίνηση. Ὁ νοῦς μου εἶναι κολλημένος στήν ὁμίχλη καί σ' ὅλα ὅσα εἶδα μέσα σ' αὐτήν. Προσπαθώντας νά ξεχαστῶ περπατῶ πολύ τίς ὁμιχλιασμένες νύχτες. Αἰσθάνομαι κάποια ἀνακούφιση μέ τό βάδισμα.Τά μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε3 σιγά σιγά στό κορμί καί διοχετεύονται ἀπ' τά πόδια στό ὑγρό χῶμα.

(Ἡ μόνη κληρονομιά, 1974)


  1. Πύργος του Αίματος (ἡ πύργος των Γενιτσάρων)· ο Λευκός Πύργος. Μνημείο της Θεσσαλονίκης που κτίστηκε τον 15ο αιώνα. Ονομάστηκε Πύργος του Αίματος επειδή οι τοίχοι του ήταν βαμμένοι από το αίμα των βαρυποινιτών, τους οποίους εκτελούσαν οι Γενίτσαροι.
  2. Πορτάρα· ήταν η χρυσή πύλη που βρισκόταν στα τείχη, πριν γκρεμιστούν, στο ύψος της πλατείας Βαρδαρίου. (Βλ. Γ. Ιωάννου, Το δικό μας αίμα, Κέδρος, 1980, σ. 43). Ως βασιλική δίοδος και χρυσή πύλη αναφέρεται και από τον Ν.Γ. Πεντζίκη, (Βλ. Μητέρα Θεσσαλονίκη, Κέδρος, 1970, σ. 65).
         «...Πορτάρα ονομαζόταν μια πύλη στο τείχος δυτικά της μονής Βλατάδων στην οδό Παλαμίδου». (Βλ. Β. Δημητριάδης, Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας (1430-1912), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 105-106).
  3. κατασταλάζω· καταστάζω, πέφτω κατά σταγόνες.

Γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη από γονείς Θρακιώτες πρόσφυγες. Ο πατέρας του Ιωάννης κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη από τη Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης, προερχόμενος από αστική οικογένεια. Η μητέρα του Αθανασία ήταν από την Κεσσάνη της Ανατολικής Θράκης. Ο Γιώργος προερχόταν από πλούσια οικογένεια, που ήθελε ο γιος τους να γίνει σπουδαίος και το όνομα του να ακούγεται παντού. Έτσι οι γονείς του τον ζόριζαν αρκετά να ακολουθήσει τα δικά τους όνειρα. Ο Γιώργος σπούδασε και βρήκε αρκετά καλές δουλειές, όμως ακολούθησε το δικό του όνειρο και έγινε λογοτέχνης.

Ο Γιώργος Ιωάννου μεγάλωσε στο κέντρο της πόλης της Θεσσαλονίκης και σπούδασε με λαμπρούς δασκάλους στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στο Α.Π.Θ. μάλιστα υπηρέτησε για ένα διάστημα ως βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας. Από το 1960 εργάστηκε ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Από το 1962 και για δύο χρόνια δίδαξε στο Ελληνικό Γυμνάσιο στη Βεγγάζη της Λιβύης. Το 1974 ορίστηκε μέλος της Επιτροπής για τη συγκρότηση ανθολογίου κειμένων λογοτεχνίας για το Δημοτικό σχολείο, καθώς και για την ανανέωση των Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων του Γυμνασίου. Υπήρξε σύμβουλος έκδοσης του σημαντικού περιοδικού Ελεύθερη γενιά (μηνιαίο περιοδικό για τις μαθητικές κοινότητες), που εξέδιδε το Υπουργείο Παιδείας. Πέθανε το 1985 στα 58 του χρόνια, από νοσοκομειακή λοίμωξη που επήλθε μετά από μια απλή επέμβαση στον προστάτη

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024

Κώστας Περδίκης: Τιμητική διάκριση

 Το διήγημά μου ''Μέχρι τη θάλασσα'' βρέθηκε μεταξύ των δέκα (10) βραβευμένων, στον 7ο Διαγωνισμό Διηγήματος του βιβλιοπωλείου IANOS, με θέμα ''παρά θιν' αλός''. Στον διαγωνισμό  συμμετείχαν 978 συγγραφείς. 


Μέχρι τη θάλασσα

 

Κυριακή απόγευμα, άνοιξη, λίγο πριν το ’60.

Κατηφορίζω τον κεντρικό δρόμο της αγοράς, πάνω στο καινούργιο μου ποδήλατο.

Είναι, ένα κατακόκκινο "Hercules".

Προσπερνώντας και το τελευταίο σπίτι, ο κάμπος απλώνεται μπροστά μου καταπράσινος, με το χορτάρι ένα μπόι και τα αγριολούλουδα να οργιάζουν.

Μαργαρίτες, παπαρούνες και λαψάνες.

Χαίρονται τα μάτια να βλέπουν.

Ποδηλατώ στον μοναδικό δρόμο με άσφαλτο και τις ψηλές ακακίες στα πλάγια του.

Φτάνω και στο σπίτι του μπαρμπα-Γιώρη, με το πηγάδι και τη μεγάλη μουριά.

Τα παιδιά του, τα καλοκαίρια, λειτουργούν το μοναδικό καφενεδάκι στην παραλία, σε μια ξύλινη παράγκα.

Σερβίρουνε ούζα, λεμονοπορτοκαλάδες και υποβρύχια.

Νερό, τους πάει ο πατέρας τους από το πηγάδι, με το άλογό του και δυο βουτσέλες[1].

Κάνω ορθοπεταλιά για να ανέβω το τούμπι[2].

Μετά, αρχίζει η κατηφόρα και το μάτι το μόνο που αντικρίζει είναι η απέραντη, χρυσοκίτρινη αμμουδιά.

Αν κάτι ξεχωρίζει στους αμμόλοφους, είναι ένα μικρό μαντρί και τα φυτρωμένα  τόπους, τόπους σφερδούκλια[3].

Φτάνω στο τέρμα του δρόμου και ξεκαβαλάω.

Ακουμπάω το ποδήλατο στο πλάι της παράγκας.

Ο Βοριάς την έχει σχεδόν ξεσκεπάσει και θα χρειασθεί να στρώσουν στη σκεπή νέα ράπη[4], από κείνη που φυτρώνει γύρω από τη λίμνη μας.

Κάθομαι σε μια μισοσπασμένη καρέκλα, έχοντας απέναντί μου την ατέλειωτη θάλασσα.

Ξεχνιέμαι, αφήνω για ώρα τη σκέψη μου να ταξιδέψει.

Ψάχνω στον ορίζοντα μπας και δω τα Στροφάδια, που τόσα έχω ακούσει για το καστρομονάστηρό τους.

Εις μάτην όμως.

Αλλά, το ηλιοβασίλεμα με μαγεύει και δεν παίρνω από κει τα μάτια μου, μέχρι να δω  τον πορφυρένιο δίσκο να σβήνει το φως και τη λαύρα του, βουτώντας στο πέλαγος.

Την ίδια στιγμή, ένα υγρό αεράκι  που έρχεται από τη θάλασσα με κάνει να αναριγήσω.

Είναι ώρα να επιστρέψω.

Βλέπω το ποδήλατο να λείπει και το "Skoda" μου να με περιμένει παρκαρισμένο.

Και το όνειρο κάπου εδώ τελειώνει.

Ανοίγω την πόρτα του να μπω και μπαίνω στο… σήμερα.

Βάζω μπρος και ξεκινάω.

Τώρα, ο δρόμος μου φαίνεται πιο φαρδύς και έχει κι έναν μικρό ποδηλατόδρομο στη μια του πλευρά.

Περνάει μέσα από έναν οικισμό καινούργιο, με δεκάδες σπίτια, αυλές και δέντρα.

Είναι χτισμένα, εκεί, που κάποτε υπήρχαν μόνον οι αμμόλοφοι.

Τα έχτισαν, λένε,  οι αυτοαποκαλούμενοι "Οικιστές της παραλίας".

Είναι τα "αυθαίρετα".

Προχωράω και όσο προχωράω, τόσο το σήμερα παίρνει τη θέση του τότε…



[1] βουτσέλα = ξύλινο βαρελάκι για νερό

[2] τούμπι = χαμηλό ύψωμα

[3] σφερδούκλι = ασφόδελος

[4] ράπη = είδος καλαμιάς


Ανακοίνωση Νικητών - Απονομή Βραβείων | 7ος Διαγωνισμός Διηγήματος - «Παρά θίν' αλός» | IANOS - YouTube

Σάββατο 25 Μαΐου 2024

Κώστας Περδίκης: Η πεπoνόφλουδα

 


Η  πεπονόφλουδα

 

Για να μπούμε στο Γυμνάσιο, τότε, τελειώνοντας το Δημοτικό, δώσαμε εξετάσεις. Τον Φεβρουάριο γράψαμε τα πρώτα μας διαγωνίσματα.

Μαθηματικά μας έκανε ένας καλός μαθηματικός, αλλά και μέγας είρων. Τους "αδύνατους", στα μαθηματικά, μαθητές, τενεκέδες τους ανέβαζε και τενεκέδες τους κατέβαζε.

Μας έβαλε λοιπόν ένα  πρόβλημα, που ήταν κάπως έτσι:

"Ένας εργαζόμενος παίρνει μεροκάματο 35 δραχμές και  εργάζεται όλες τις μέρες, εκτός της Κυριακής. Για φαγητό δίνει 15 δραχμές τη μέρα και για άλλα μικροέξοδα 35 δραχμές τη βδομάδα. Πόσες δραχμές του περισσεύουν να διαθέτει για ενοίκιο τη μέρα";

Μου φάνηκε πολύ εύκολο και τελειώνοντας γρήγορα παρέδωσα την κόλλα μου και βγήκα έξω. Η μόνη μου αμφιβολία για το αποτέλεσμα ήταν ότι το νούμερο που έβγαλα δεν ήταν "σρογγυλό".

Πριν από μένα είχε τελειώσει η Τερψιχόρη, πολύ καλή μαθήτρια, στην οποία έσπευσα για να επαληθεύσω το αποτέλεσμα.

«Την πάτησες», μου λέει, «δεν υπολόγισες ότι ο εργαζόμενος τρώει και την Κυριακή». Το σωστό αποτέλεσμα ήταν 10 δραχμές κι εγώ είχα βγάλει 12,14.

Ζεματίστηκα, όχι τόσο για τον βαθμό που θα έπαιρνα, όσο για το ότι το λάθος μου θα χάλαγε την καλή  εικόνα μου σαν μαθητή, στα μάτια του καθηγητή μου.

Εκείνο το λάθος, όμως, από τότε μου έγινε μάθημα. Στις άπειρες εξετάσεις που επακολούθησαν, στο Γυμνάσιο, Λύκειο, Εισιτήριες, Πολυτεχνείο δεν παρέδινα τη κόλλα μου πριν  κάνω πολλούς ελέγχους και πριν λήξει ο χρόνος.

Έχουν περάσει τόσα χρόνια.

Το μοιραίο μου λάθος το θυμάμαι ακόμη, όπως δεν μπορώ να ξεχάσω και το ειρωνικό γελάκι εκείνου του Μαθηματικού μας, μόλις διαπίστωσε ότι είχα πατήσει την πεπονόφλουδα, που ο πονηρός μας είχε ρίξει…


Σάββατο 18 Μαΐου 2024

Άκης Παπαντώνης (1978): Τριάντα χρόνια πριν, τριάντα χρόνια μετά

 


«Πόσα χρόνια είχες να έρθεις;» ρώτησε η γυναίκα με το χέρι αντήλιο.

Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα, λες και μετρούσε από μέσα του ένα ένα τα χρόνια: «Τριάντα χρόνια. Ακριβώς τριάντα».

Πρόφερε τον αριθμό χαμογελαστός, μα η φωνή του είχε το βάρος πολύχρονης λύπης.

«Το σπίτι ήταν κάπου εκεί, μετά τη γωνία», συνέχισε, βοήθησε το ένα πόδι του να διπλώσει επάνω στο άλλο και ίσιωσε τα μαύρα γυαλιά του.

Η γυναίκα κοιτούσε μια εκείνον, μια τον ορίζοντα. Μιλούσαν αγγλικά, οι προφορές τους όμως μαρτυρούσαν πως δεν ήταν κανενός η μητρική γλώσσα· δεν ήταν η γλώσσα στην οποία σκέφτονται ή στην οποία παραμιλούν στον ύπνο τους. Ο ήλιος ήταν ψηλά, δυνατός – τέλη Απρίλη και το πάρκο γεμάτο γονείς με κοντομάνικα και μικρά παιδιά πασαλειμμένα αντηλιακό.

«Χαίρομαι πολύ που είσαι εδώ», είπε η γυναίκα χωρίς να τραβήξει στιγμή το βλέμμα της από τον ορίζοντα.

Ο άντρας γέλασε, κοιτώντας κι εκείνος ευθεία μπροστά: «Μου έλειψε. Και η πόλη και εμείς. Τίποτα δεν άλλαξε».

Η γυναίκα τού έπιασε στιγμιαία το χέρι.

Ο άντρας συνέχισε: «Τότε έφερνα συχνά τους μικρούς εδώ. Ή ίσως στο άλλο πάρκο, το μικρότερο… δεν θυμάμαι».

«Δεν πειράζει», είπε η γυναίκα, μα εκείνος συνέχισε: «Και είχα και τότε αυτή την αίσθηση πως εδώ κάτι σε καλεί να είσαι πού και πού ράθυμος».

Η γυναίκα συγκατένευσε κι ανακάθισε στο παγκάκι με δυσκολία.

«Ποτέ μου όμως δεν το θεώρησα δεδομένο αυτό. Αυτό το δικαίωμα στη ραθυμία· το να κάθεσαι στον ήλιο και απλώς να κοιτάζεις τον ορίζοντα και τα μικρά να παίζουν στα πόδια σου», είπε ο άντρας.

«Κοίτα αυτόν τον πατέρα», είπε η γυναίκα λες κι ήθελε να αλλάξει γρήγορα κουβέντα, «πόσο βίαια σπρώχνει την κούνια».

«Κι εγώ έτσι δεν έκανα; Ετσι έκανα, να λέμε αλήθεια», είπε χαμογελαστά ο άντρας.

«Είναι επικίνδυνο, θα έπρεπε να του κάνω παρατήρηση. Κοίτα πώς τραντάζεται ο λαιμός της μικρής», επέμεινε η γυναίκα και η φόρμα της στραφτάλιζε στο έντονο φως.

«Οι άντρες –γονιδιακά, θα έλεγε κανείς, ε;– έλκονται από τον κίνδυνο», είπε ο άντρας χαμογελώντας ακόμα.

«Είναι επικίνδυνο. Ολα έχουν τον χρόνο και τον χώρο τους», απάντησε η γυναίκα με ύφος που διαρκώς σκοτείνιαζε.

«Ολα έχουν τον χρόνο και τον χώρο τους, Ντίνα», είπε εκείνος πιο σοβαρά τώρα και αναζήτησε το χέρι της.

Την άγγιξε και το ύφος της γλύκανε, μα εκείνη απέσυρε το χέρι της προσεκτικά, λες κι ήταν γυάλινο και κινδύνευε με το παραμικρό να γίνει θρύψαλα.

«Δες, τώρα σπρώχνει την κούνια η μητέρα. Ας κάνουμε το πείραμα», την προέτρεψε ο άντρας.

Γύρισαν λίγο κι οι δυο τους προς τη μεριά που ήταν οι κούνιες, και στα σώματά τους, κάτω από τις φαρδιές φόρμες, διαγραφόταν σαφώς το πώς τα είχε οργώσει ο χρόνος που μεσολάβησε από την τελευταία τους συνάντηση.

«Σπρώχνει, αλλά κοιτάζει μόνο το τηλέφωνό της», επισήμανε ο άντρας, μα η γυναίκα δεν αποκρίθηκε.

Εμειναν εκεί σιωπηλοί για ώρα: εκείνος πίσω από τα σκούρα γυαλιά του και με το δεξί χέρι μόνιμα χαμηλά στην πλάτη της· εκείνη με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και τα μάτια μισόκλειστα, έτσι που να μην μπορεί να πει κανείς αν ονειρευόταν ή αν την ενοχλούσε το φως. Μπροστά τους παρήλαυναν παιδιά με μεγάλα παιχνίδια στα χέρια, γονείς που έσερναν μικρά ποδήλατα ή πατίνια, σκυλιά με τη γλώσσα να κρέμεται έξω από το στόμα.

«Θα άλλαζες κάτι σε αυτά τα τριάντα χρόνια;» ρώτησε τελικά η γυναίκα γυρνώντας με κόπο προς το μέρος του.

Εκείνος ανασηκώθηκε και αναστέναξε θεατρικά: «Εκανα πολλά λάθη, όχι μόνο αυτά τα τριάντα χρόνια, Ντίνα. Εχω όμως υπάρξει τυχερός, δεν νομίζεις κι εσύ; Τυχερός γιατί τα όποια λάθη τα έκανα με όλη μου την καρδιά».

Στο πρόσωπο της γυναίκας στριμώχτηκαν εκείνη τη στιγμή οι εκφράσεις της έκπληξης, της χαράς, της αβεβαιότητας για το αν θα έπρεπε να φωνάξει από ευτυχία ή από εκνευρισμό.

«Και συχνά με κακή κρίση», πρόσθεσε τελικά, κι ο άντρας ξέσπασε σε τέτοια γέλια που τον έπιασε βήχας.

Η γυναίκα τον χτύπησε στην πλάτη με την ανησυχία νεαρής μητέρας κι εκείνος της έκανε νόημα πως είναι όλα ΟΚ.

«Φυσικά με κακή κρίση, Ντίνα», της είπε με το πλατύτερο χαμόγελό του και πλησίασε λες κι ήθελε να τη φιλήσει.

«Ξέρεις τι έχει επηρεάσει την κρίση σου τώρα, Καρλ;» ρώτησε αυστηρά η γυναίκα. «Η ιδέα του ψητού αρνιού που μας περιμένει στο σπίτι».

«Κι εκείνων των πολύχρωμων αβγών που έβαφες το Πάσχα», συμπλήρωσε ο άντρας. «Θα κάνουμε αυτό που τα τσουγκρίζουμε;» τη ρώτησε αρπάζοντάς της το χέρι.

Κι εκείνη, χωρίς να αντισταθεί, απάντησε: «Τριάντα χρόνια πέρασαν, Καρλ, θα κάνουμε όσα επιτρέπει η κακή κρίση και των δυο μας. Πάμε». Και καθώς ο άντρας τη βοηθούσε να σηκωθεί, εκείνη έκανε βιαστικά τον σταυρό της.

Ο Άκης Παπαντώνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Είναι καθηγητής Επιγενετικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν· γράφει και μεταφράζει λογοτεχνία. Τα βιβλία του, η νουβέλα «Καρυότυπος» (2014, Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του περιοδικού «Ο Αναγνώστης»), το μυθιστόρημα «Ρηχό νερό, σκιές» (2019) και η ποιητική συλλογή «bildungsroman» (2021) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κίχλη.

Πηγή: efsyn

Παρασκευή 3 Μαΐου 2024

Κώστας Περδικης: Μια περιφορά Επιταφιου


 Εκείνη τη χρονιά επρόκειτο να ντυθώ παπαδάι και να λάβω μέρος στην περιφορά του Επιταφίου, το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής. Θα ήταν για μένα, σίγουρα, ένα πολύ σημαντικό γεγονός.

Στον επιτάφιο ντυνόμαστε πολλά παιδιά παπαδάκια κι αυτό γιατί έπρεπε να βρεθούνε χέρια για να κρατούν μια σειρά από ιερά αντικείμενα. Τον Σταυρό, τα εξαπτέρυγα, τα ιερά λάβαρα, τις λαμπάδες και τα χρωματιστά φανάρια.

Το ποιος θα κράταγε τι, στην περιφορά του Επιτα­φίου, το κανόνιζε κατ’ αποκλειστικότητα ο γιος του παπα-Γιάννη, ο Γιώργος. Ο Γιώργος, ήταν αρκετά πιο μεγάλος από μας και μαγκάκι. Διά­λεγε και ανέθετε καθήκοντα σύμ­φωνα με τις προσω­πικές του συμπάθειες.

Εμένα, εκείνη τη χρονιά,  ευτύχησα να μου αναθέ­σει να κρατάω ένα από τα  φανάρια. Λέω ευτύχησα, γιατί ο Σταυρός, όπως και τα εξαπτέρυγα και τα λά­βαρα με τα μακριά κοντάρια είχαν μεγαλύτερο βάρος και κόπο να τα κρατάς τόση ώρα. Οι λαμπάδες και τα φανάρια είχαν μικρά κοντάρια και ήσαν πολύ πιο ελαφριά.

Το φανάρι μάλιστα είχε και μια ξεχωριστή γοητεία. Το φως, από τη φλόγα του κεριού του, περνώντας μέσα από τα χρωμα­τιστά τζαμάκια του, δημιουργούσε μια μοναδική,  μαγική ατμόσφαιρα.

 Η περιφορά του Επιταφίου άρχιζε από τον Άγιο Σπυρίδωνα και  κατηφόριζε τον κεντρικό δρόμο. Φτά­νοντας στην πλα­τειούλα, κάτω από το παλιό Δημαρ­χείο, έκανε την πρώτη στάση και οι παπάδες έψελναν τη σχετική δέηση. Συνέχιζε, ύστερα, διασχίζοντας την πάνω αγορά, με πολλούς να έχουν βγει στα μπαλκό­νια, αριστερά και δεξιά και να έχουν ανάψει κεριά.

Λίγο πριν φτάσει μπροστά από το σπίτι μας, η μάνα μας έσπευδε να στρώσει στον δρόμο το πιο καλό της αντρομίδι, για να περάσει πάνω του ο Επιτάφιος και να πάρει το σπιτικό μας την ευχή του. Να έχει υγεία και προκοπή.

Λίγο πιο κάτω, μπροστά στο περίπτερο του μπάρ­μπα Γιάννη, του Μπελέκα, έκανε άλλη μια στάση για μια ακόμη δέηση. Μετά, έστριβε  αριστερά και ανη­φόριζε τον δρόμο μέχρι την Κορδόρουγα, περνώντας μπροστά από το παλιό Τηλεγρα­φείο,  το Ειρηνοδικείο και τη Χωροφυλακή.

Ήταν λίγο πριν φτάσουμε στο τέλος της ανηφόρας, όταν ο φουκαράς έπαθα εκείνο το χουνέρι.

Κράταγα όλο καμάρι το φανάρι μου, όταν ξαφνικά ένοιωσα ένα δυνατό φύσημα να ’ρχεται από τη μεριά της γράνας και να προσπαθεί να μου το αρπάξει από τα χέρια. Μπόρεσα, βάζο­ντας τα δυνατά μου να το συ­γκρατήσω, όχι όμως και να γλι­τώσω και τη φλόγα του κεριού του, που έσβησε πάραυτα.

Μαύρο σκοτάδι έπεσε γύρω μου, εκεί που λίγο πριν απλω­νόταν το πολύχρωμο φως του φαναριού. Τα χρει­άστηκα, ένοιωσα ντροπιασμένος και άχρηστος. Ευτυ­χώς, για καλή μου τύχη, με πλησίασε τότε ένας άντρας και με σβέλτες κινήσεις ξανάναψε με τον αναπτήρα του το κερί του φαναριού. Ήρθε η καρδιά μου στη θέση της.

Όμως μετά, μέχρι να κάνουμε την επόμενη στάση, μια σκέψη και απορία βασάνιζαν το μυαλό μου. Το φως του κεριού, ύστερα από το άναμμά του με τον αναπτήρα, να ήταν άραγε το ίδιο ιερό και άγιο με κείνο που είχε βγαίνοντας από την εκκλη­σία;

Με αναπάντητη την απορία μου, ύστερα και από την τελευ­ταία στάση που κάναμε στο σταυροδρόμι της Κορδόρουγας, μπροστά στο τρίφατσο σπίτι της Συλο­γιαννούλας, ο Επιτά­φιος έφτανε  και έμπαινε στην εκ­κλησία μας.

Πριν γυρίσουμε στα σπίτια μας έπρεπε να κάνουμε κάτι ακόμη, σαν τάμα, που σύμφωνα με τα λόγια των γονιών μας θα μας προστάτευε όλη τη χρονιά.  Να πε­ράσουμε κάτω από τον επιτάφιο. Μποσουλώντας, αγόρια και κορίτσια  σμίγαμε εκεί αποκάτω, ανταλλά­σοντας με νόημα φευγαλέες ματιές. Μια διαφορετική, παράξενη, αλλά και τόσο γλυκιά αίσθηση νοιώθαμε τότε μέσα μας.

Η άνοιξη, που είχε μπει για τα καλά, μαζί με τα χρώ­ματα και τα αρώματα έφερνε, αναπόφευκτα, στις παι­δικές μας καρ­διές και τα πρώτα ερωτικά σκιρτή­ματα…