Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Ιουλίου 2025

Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978): ''Το κιβώτιο''





 

Δημήτρης Ραυτόπουλος: Ποια ερμηνεία μπορούμε να δώσουμε στο «Κιβώτιο».


 Για το «Κιβώτιο» μπορούμε να δώσουμε πολλές ευφάνταστες ερμηνείες, αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι μία είναι η σωστή. Επομένως, ο μύθος «κιβώτιο», δηλαδή η γραφή του, είναι αυτό που εγώ ονομάζω «μεγα-μεταφορά», δηλαδή πάνω στη μεταφορά ενός αντικειμένου γίνεται μια μεταφορά φιλοσοφική, υπαρξιακή ή οτιδήποτε άλλο με συγκεκριμένο πολιτικό προβληματισμό που επιτρέπει αυτή την προέκταση. Η μεταφορά αυτή ξεκινά από το γνωστό και καταλήγει στο άγνωστο και όχι το αντίθετο, όπως κάνουν η παραβολή, η αλληγορία ή ο συμβολισμός, που ξεκινούν από το άγνωστο για να φτάσουν στο γνωστό. Αυτή είναι η ουσία στο νόημα του «Κιβωτίου», νομίζω. Μεταφέρεται στο κιβώτιο αυτό μια ουτοπία, η ουτοπία του κομμουνισμού και η τελική της αποτυχία, αν θέλουμε να φτάσουμε στο συγκεκριμένο νόημα του μη-νοήματος που είναι η ουτοπία.

 

Αυτό που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι ο Αλεξάνδρου, ανεξάρτητα από τις αγωνίες που είχε μέσα του, πίστευε στον κομμουνισμό τίμια και απόλυτα. Εγκαταλείπει, παρ' όλα αυτά, βαθμιαία την ένταξή του στο Κόμμα, καθώς και τις αριστερές του ιδέες. Έχει όμως σημασία να πούμε ότι, εγκαταλείποντας τις ιδέες, όχι μόνο δεν πάει στην αντίπαλη πλευρά αλλά δέχεται τους διωγμούς ως αριστερός! Η ηθική που είναι πίσω από τις ιδέες παραμένει. Πίσω από τον κομμουνισμό υπήρχε ο ανθρωπισμός, η ισότητα, η δικαιοσύνη και πιστεύαμε τότε ότι ο κομμουνισμός ήταν ελευθερία. Στην πορεία αποδείχθηκε σκλαβιά.

Το «Κιβώτιο» επρόκειτο να βγει επί χούντας το 1973-74 από τον αριστερό εκδότη Φίλιππο Βλάχο, ο οποίος δίστασε και δεν το εξέδωσε τελικά, γιατί επικράτησε η σκοπιμότητα, ο φόβος ότι ένα «αντικομμουνιστικό» έργο όπως το «Κιβώτιο» ουσιαστικά θα βοηθούσε το καθεστώς. Κι έτσι εκδόθηκε το 1974 ακριβώς στη Μεταπολίτευση, από τις εκδόσεις Κέδρος.

Ο Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978) θεωρείται ποιητής της μεταπολεμικής γενιάς και είναι γνωστός για τις μεταφράσεις του, κυρίως του Ντοστογιέφσκι και άλλων Ρώσων κλασικών στις εκδόσεις Γκοβόστη. Το μοναδικό του μυθιστόρημα είναι το εμβληματικό «Κιβώτιο».

Πηγή: Lifo

Σάββατο 17 Μαΐου 2025

Κώστας Ταχτσής (1927-1988): ''Η γιαγιά μου η Αθήνα'' 1979, απόσπασμα

 

             
                                                                 

Ο Κώστας Ταχτσής (Θεσσαλονίκη8 Οκτωβρίου 1927 - Αθήνα, πιθανόν 25 Αυγούστου 1988) ήταν διακεκριμένος Έλληνας λογοτέχνης της μεταπολεμικής γενιάς.

Το απόγευμα του Σαββάτου 27 Αυγούστου 1988, βρέθηκε νεκρός από την αδερφή του, στο σπίτι του στην οδό Τυρνάβου 26, στον Κολωνό. Η ιατροδικαστική εξέταση αποφάνθηκε ότι είχε πέσει θύμα στραγγαλισμού πριν από περίπου 36 ώρες. Παρά τη δημοσιότητα που πήρε το θέμα και τις έρευνες της Αστυνομίας, τόσο στον κύκλο των γνωστών του όσο και στο περιβάλλον των εκδιδόμενων στο οποίο ανήκε, δεν έγινε δυνατόν να βρεθεί ο δράστης και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο.[3]

Το μοναδικό μυθιστόρημά του «Το τρίτο στεφάνι», που εκδόθηκε το 1962, σφράγισε την ελληνική λογοτεχνία.

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978):

 


Το 1975 δήλωσε σχετικά: «Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. […] Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων».

Σύντροφε, κοιμάσαι;

Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού που να βουλιάζουν οι λέξεις στο χαρτί

σαν τη σιωπή μου στις κόρες των ματιών της;

Επιταγές και δέματα τα κανονίζεις όπως-όπως. Τριάντα τα εκατό πενήντα τα εκατό, μα ποιος θα πάρει τη μισή μου ξενητειά ποιος θα δεχτεί να πάρει τριάντα τα εκατό απ’ τη μισή μου ξενητειά.

Πλάι στη θάλασσα μαζί σου

είχα μπορέσει να πετάξω

δυο βότσαλα στην άκρη του γιαλού

και μας πιτσίλισαν λιακάδα.

 

 

Ο Άρης Αλεξάνδρου(πραγματικό όνομα: Αριστοτέλης Βασιλειάδης), ήταν Έλληνας αντιστασιακός, ποιητής, πεζογράφος, και μεταφραστής έργων κυρίως της ρωσικής λογοτεχνίας.

Θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες συγγραφείς, με πολύ σημαντικό μεταφραστικό έργο. Το μοναδικό μυθιστόρημά του, Το Κιβώτιο (1974), αποτιμάται ως «ένα πραγματικά σημαντικό έργο» της νεοελληνικής πεζογραφίας.

 

Σάββατο 1 Απριλίου 2023

Μενέλαος Λουντέμης (1912-1977):

 


'' Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα'' (απόσπασμα)

"Mια μέρα κάθισε και παίδεψε το κεφάλι του. Το ‘βαλε κάτω και το παίδεψε, το ‘πλεξε όπως είδε να κάνουν οι γύφτοι με το καλάθι. Στο τέλος το βρήκε: Θα ‘πιανε φιλία με τα βιβλία. Θα γύρευε να μάθει από κει, αυτά που του ‘κρυβαν οι μεγάλοι πίσω απ’ τα παραμύθια που λέγανε αυτοί οι μικροί χάρτινοι «παππούδες» που κάθονται στα γόνατά σου και σου λένε τις ιστορίες τους χωρίς καμώματα και παρακάλια.

Μα στο χωριό, που δούλευε παραπαίδι, δεν είχε χαρτοπουλειά. Έπρεπε, λοιπόν, να παρακαλέσει κανένα μπάρμπα απ’ αυτούς που κατεβαίνανε στην πολιτεία και πουλούσανε το καλαμπόκι τους να του φέρει ένα. Και μια μέρα αυτό έγινε. Έπιασε έναν τέτοιο γερούλη, του ‘βαλε στη χούφτα καναδυό μεταλλίκια και, «σε παρακαλώ», του λέει, «αν βρεις, εκεί που πας, κανένα βιβλίο που να λέει καλές ιστορίες, πάρ’ το μου. Ε; Πολύ θα σε περικαλέσω, όμως…».

Έβαλε ο παππούς τα μεταλλίκια στην απαλάμη του, τα πασπάτεψε με το δάχτυλο, αναποδογύρισε ένα, για να δει τι έχει από κάτω… έστρωσε με το δάχτυλο τα μουστάκια του… και του τα ‘δωσε πίσω. «Πάρ’ τα», του λέει. «Αν τα χαρτιά λένε καλά παραμύθια… μου τα λες και μένα και ξεχρεώνουμε. Αν, πάλι, δε λένε, θα σου πάρω ένα αυτί. Ε;…». Το παιδί τρόμαξε. Ο γέρος τότε έβαλε τα γέλια… «Άιντε, άιντε… Σύχασε…», είπε. «Δε σου παίρνω αυτί, σου παίρνω ένα μεταλλίκι. Σύμφωνοι;».

Σε τρεις μέρες του ‘φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό απ’ το βαγγέλιο, και του το ‘δωσε. «Το πασπάτεψα από παντού», λέει στο παιδί. «Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρ’ το εσύ, μην ‘πα και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε».

Το παιδί τ’ άνοιξε τρέμοντας. Ήταν σαν μικρό σπιτάκι, «Ιστορία Σεβάχ του Θαλασσινού» έλεγε το ξώφυλλό του. Αυτό ήταν! Το παιδί έπεσε πάνου στο βιβλίο με τα μούτρα. Και το διάβαζε, το διάβαζε ολόκληρο το χειμώνα. Το διάβαζε και ξανά το διάβαζε και πάλι το ξαναδιάβαζε, και το ‘μαθε νεράκι. Κείνος ο μπάρμπας, που του το ‘χε φέρει, τ’ άκουε και τρέμανε τα μουστάκια του. Όμορφο βιβλίο. Μόνο που είχε μια παραξενιά. Έλεγε την ιστορία του μονάχα σ’ όποιον ήθελε.

Ώσπου να κλείσει κείνη η χρονιά, είχε καταπιεί κι άλλα καμιά δεκαριά βιβλία."

Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε στο χωριό Αγία Κυριακή της Γιάλοβας Αιγιαλού στη Μικρά Ασία το 1912. Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο το εμπνεύστηκε απ' τον ποταμό Λουδία της μετέπειτα πατρίδας του. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, δημοσιεύοντας ποιητικές συλλογές στην «Αγροτική Ιδέα» της Έδεσσας το 1927 και το 1928, τις οποίες υπέγραφε με το πραγματικό του όνομα (Δημήτριος Βαλασιάδης). Γύρω στο 1930 δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα του στο περιοδικό «Νέα Εστία». Η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμό του ήταν το 1934 στο διήγημα «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια». Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο Πεζογραφίας το 1938 για τη συλλογή διηγημάτων του. Τα πλοία δεν άραξαν και με τη Χρυσή Δάφνη Πανευρώπης στο Παρίσι το 1951. Επίσης τιμήθηκε και με το βραβείο «Μενέλαου Λουντέμη» που το καθιέρωσε προς τιμήν του η Ελληνική Εταιρία Λογοτεχνών και απονέμεται κάθε χρόνο στο καλύτερο πεζογράφημα του προηγούμενου έτους.

Πρόσφυγας από την Αγία Κυριακή της Γιάλοβας (Αιγιαλός) της Μικράς Ασίας μετά τον Μεγάλο Ξεριζωμό της Μικρασιατικής Καταστροφής,[1] εγκαθίσταται με την οικογένεια του πρώτα στην Αίγινα, μετά στην Έδεσσα και τελικά στο χωριό Εξαπλάτανος της Πέλλας, στο οποίο έζησε από το 1923 μέχρι το 1932 που έφυγε για την Κοζάνη. Έζησε για λίγο στο κρατικό οικοτροφείο της Έδεσσας. Η οικογένεια του ήταν εύπορη, αλλά χρεοκόπησε κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ο Λουντέμης αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά στην εφηβεία του ως λαντζιέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος σε χωριά της Αλμωπίας, ακόμη και ως επιστάτης στα υπό κατασκευή την εποχή εκείνη, έργα του Γαλλικού ποταμού. Στην Δ΄ τάξη του - εξατάξιου τότε - Γυμνασίου «αποσύρθηκε» για πολιτικούς λόγους και απεβλήθη απ' όλα τα Γυμνάσια της χώρας. (Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του απ' όλα τα γυμνάσια της χώρας.)

Μέσα από συνεχείς μετακινήσεις, από την Έδεσσα σε ένα οικοτροφείο της Κοζάνης κι από εκεί στο Βόλο, ακολουθώντας κάποιο περιφερόμενο «μπουλούκι» της εποχής, φτάνει τελικά στην Αθήνα και συνδέεται στενά με τους Κώστα ΒάρναληΆγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση. Ο τελευταίος θα τον βοηθήσει να διοριστεί βιβλιοθηκάριος της «Αθηναϊκής Λέσχης» το 1938 και να ανασάνει κάπως οικονομικά.[2] Την ίδια εποχή, η φιλία του με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Νικόλαο Βέη, θα τον βοηθήσει να παρακολουθήσει ως ακροατής μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών. Θα ακολουθήσουν αρκετές συγγραφικές επιτυχίες και θα γίνει μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, με πρόεδρο τότε τον Nίκο Καζαντζάκη.

Σάββατο 4 Μαρτίου 2023

Τάκης Σινόπουλος (1917-1981):


Η χαμένη λίμνη της Αγουλινίτσας

 "Τελικά με θρέψανε τρία ποτάμια. Ο Ερύμανθος (Ντουάνα), ο Λάδωνας, ο Αλφειός. Κάπου κοντά στ' Άσπρα Σπίτια και το Μπέλεσι τα ποτάμια σμίγουν, γίνονται Αλφειός που κυλάει έξω από τα Ολύμπια και παρακάτω χύνεται στη θάλασσα, κοντά στην Αγουλινίτσα - το χωριό που γεννήθηκα - το σπίτι που γεννήθηκα - η κυρία Ρούσα Βενέτα Σινοπούλου - ο καθηγητής κ. Γιώργης Σινόπουλος - τα κουνούπια της Αγουλινίτσας - το κρασί και το λάδι της Αγουλινίτσας - τα ψάρια και τα χέλια από τη λίμνη της Αγουλινίτσας - τώρα την ξέραναν, πάει κι αυτή".






Γεννήθηκε στην Αγουλινίτσα και ήταν πρωτότοκος γιος του φιλολόγου Γιώργου Σινόπουλου και της Ρούσας-Βενέτας Αργυροπούλου. Σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο Αθηνών και αποφοίτησε το 1944. Το 1934 δημοσίευσε το ποίημα «Προδοσία» και το διήγημα «Η εκδίκηση ενός ταπεινού» στην Πυργιώτικη εφημερίδα «Νέα Ημέρα» με το ψευδώνυμο Αργυρός Ρουμπάνης. Το 1941 επιστρατεύτηκε ως λοχίας υγειονομικού στο Λουτράκι,[3] ενώ κατά τη διάρκεια της κατοχής δημοσίευσε μεταφράσεις Γάλλων ποιητών καθώς και μερικά δοκίμια για την ποίηση. Το 1942 φυλακίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα από τους Ιταλούς ως αντιστασιακός ενώ την περίοδο του εμφυλίου ήταν γιατρός σε τάγμα πεζικού. Με το τέλος του εμφυλίου άρχισε να εργάζεται ως γιατρός παθολόγος στην πρωτεύουσα. Το 1951 κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Μεταίχμιο».
Ανήκε στην εκδοτική ομάδα των «Δεκαοχτώ Κειμένων», των «Νέων Κειμένων» 1-2, της «Κατάθεσης '73» και του περιοδικού «Η Συνέχεια». Ακόμη, συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά («Νέα Εστία», «Φιλολογικά Χρονικά», «Οδυσσέας» (Πύργου), «Κοχλίας», «Πειραϊκά Γράμματα», «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», «Καινούρια Εποχή», «Ζυγός», «Εποχές», «Τραμ», «Ο Ταχυδρόμος» κ.ά.
Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τους Τ.Σ. ΈλιοτΣεφέρη και Έζρα Πάουντ. Γενικά η ποίηση του είναι λυρική, επιγραμματική και κυριαρχείται από τραγική αυτογνωσία και απαισιοδοξία. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του παρατηρήθηκε μια μεταστροφή στη χρήση του γλωσσικού υλικού προς έναν αντιποιητικό, επιθετικό και συχνά ειρωνικό λόγο. Μεγάλο μέρος της βιβλιοθήκης του το είχε δωρίσει στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Έγραψε επίσης τις ποιητικές συλλογές «Το άσμα της Ιωάννας και του Κωνσταντίνου», που τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης το 1961«Γνωριμία με τον Μαξ»«Νύχτα και αντίστιξη», καθώς και διάφορες μελέτες και δοκίμια όπως την «Στροφή» για το έργο του Σεφέρη. Του απονεμήθηκε το 2ο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για «Το άσμα της Ιωάννας και του Κωνσταντίνου» το 1962.

Απεβίωσε στον Πύργο στις 25 Απριλίου 1981 (παραμονή του Πάσχα του 1981). Ήταν παντρεμένος με την Μαρία Ντότα, η οποία το 1995 δώρισε το σπίτι που έμενε στον δήμο Νέας Ιωνίας με σκοπό την στέγαση του ιδρύματος «Τάκης Σινόπουλος». Προτομή του ποιητή υπάρχει στην πλατεία, έξω από το σπίτι του, στην οδό Τάκη Σινόπουλου στον Περισσό.

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2021

Λέων Τολστόι και Μαξίμ Γκόρκι:

 Ο αριστοκράτης και ο επαναστάτης


Όταν ο Λέων Τολστόι συνάντησε τον Μαξίμ Γκόρκι στο εξοχικό κτήμα του Γιάσναγια Πολιάνα το 1900, ήταν κάτι περισσότερο από μια απλή συνάντηση δύο μεγάλων συγγραφέων.

 

Αντιπροσώπευε τη συνένωση δύο διαφορετικών Ρωσιών και δύο διαφορετικών αιώνων. Επιστολές, φωτογραφίες και ντοκουμέντα της εποχής βγαίνουν σε διαδικτυακή δημοπρασία από τις 17 Νοεμβρίου μέχρι την 1η Δεκεμβρίου από τον οίκο Christie's. (Exiles and Idealists: A Private Collection of Russian Literary Manuscripts).

 

Σε ένα άγνωστο γράμμα σε έναν φίλο του, ο επαναστάτης νεαρός συγγραφέας περιγράφει την ημέρα που τον διασκέδασε ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος του κόσμου και φωτογραφήθηκε μαζί του.

 

Ο Τολστόι ήταν τότε εβδομήντα ετών, ο Γκόρκι μόλις τριάντα δύο, και η σχέση τους εκείνη την εποχή θα μπορούσε να περιγραφεί ως «άβολη». Μιλώντας για τον Γκόρκι στον κοινό τους φίλο και συνάδελφο συγγραφέα Άντον Τσέχοφ, ο Τολστόι είπε: «Έχει μύτη σαν το ράμφος της πάπιας - και μόνο άτυχοι και κακομαθημένοι άνθρωποι την έχουν».

 

Ο Τσέχοφ υπέθεσε ότι αυτή η κακία είχε τις ρίζες της στην επαγγελματική ζήλια. Χάρη στη δημοτικότητα διηγημάτων όπως το «Τσελκά» και το «Η γριά Ιζεργκήλ», ο πρωτοεμφανιζόμενος Γκόρκι είχε καταφέρει να έχει πωλήσεις που συναγωνιζόταν μόνο ο σεβάσμιος Τολστόι.

 

Υπήρχαν, ωστόσο, περισσότερα στη σχέση του διδύμου απ' όσα πίστευε ο Τσέχοφ - όπως αποκαλύπτεται από μια επιστολή που θα δημοπρατηθεί, η οποία γράφτηκε από τον Γκόρκι μετά τη συνάντησή του με τον Τολστόι το 1900 και ήταν άγνωστη στους μελετητές πριν από αυτήν τη δημοπρασία.


Σύμφωνα με τον βιογράφο του, Ανρί Τρουαγιά, ο κύριος στόχος του Γκόρκι ως συγγραφέα ήταν «να καταγγείλει τα ελαττώματα της κοινωνίας». Έβλεπε την τσαρική Ρωσία ως ένα ντροπιαστικό μέρος, γεμάτο στερήσεις και παρακμή - και ήταν ο πρώτος Ρώσος συγγραφέας που αντιμετώπισε τη ζωή των κατώτερων τάξεων με αυθεντικότητα που γνώριζε από πρώτο χέρι.


Το φόντο της ζωής του ήταν άκρως αντίθετο με αυτό μέσα στο οποίο γεννήθηκε ο Τολστόι, ο γεννημένος το 1828, σε μια αριστοκρατική οικογένεια που είχε τις ρίζες της αιώνες πίσω, γιος μιας πριγκίπισσας και ενός κόμη. Πριν παντρευτεί τη Σοφία Αντρέγεβνα Μπερς, έζησε μια ζωή με γυναίκες, ποτό και τζόγο και οι χαρακτήρες των αριστουργημάτων του Πόλεμος και Ειρήνη και Άννα Καρένινα προέρχονταν κυρίως από τα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας, όπως και ο ίδιος.


Ο Τολστόι κατάφερε να απεικονίσει με απαράμιλλο τρόπο τη ρωσική κοινωνία της εποχής του και τη ζωή της τσαρικής Ρωσίας του 19ου αιώνα και με την αναπαραστατική δύναμη της τέχνης του να δώσει εκπληκτικούς πίνακες από τη ζωή της τσαρικής Ρωσίας.


Η συνάντησή τους δείχνει και το φοβερό ρήγμα που υπήρχε στη χώρα τους. Ο Τολστόι, αριστοκρατικός χρονικογράφος της ιμπεριαλιστικής Ρωσίας του 19ου αιώνα, έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον επίδοξο επαναστάτη, τον Γκόρκι, συγγραφέα με ταπεινές ρίζες και ταπεινούς αναγνώστες, που θα ευθυγραμμιζόταν με την κομμουνιστική Ρωσία του 20ού αιώνα.


Πηγή: Lifo



Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ (1865-1922):

  1909
 Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας επισκέπτεται την Σκιάθο 




Ο Καρκαβίτσας αποβιβάστηκε στη Σκιάθο επικεφαλής της περιοδεύουσας στρατολογικής επιτροπής, έπειτα από την εκτέλεση των καθηκόντων της στη Μαγνησία και το Πήλιο. Μάλιστα ως αξιωματούχος (υπίατρος) που ήταν συνοδευόταν και από τον νομάρχη, για αυτό και έτυχαν επίσημης υποδοχής από τις αρχές του νησιού. Η ημερομηνία της άφιξης καθορίζεται από τον Παπαδιαμάντη σε επιστολή που θα δούμε πιο κάτω και είναι η 11η Μαΐου, ενώ η διάρκεια της επίσκεψης κράτησε μία εβδομάδα ώς τις 17 του ίδιου μήνα.

Αντίθετα, ο Καρκαβίτσας σε δικό του κείμενο, που επίσης θα αναφέρουμε στη συνέχεια, τοποθετεί την άφιξη στις 14/5. Σωστή φαίνεται η Παπαδιαμαντική αναφορά, η οποία καθορίζει και τη συνολική διάρκεια της παραμονής του Καρκαβίτσα στη Σκιάθο. Αφότου ο τελευταίος πάτησε το πόδι του στο νησί, παραβλέποντας τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, αναζήτησε άμεσα τον φίλο του Παπαδιαμάντη , ο οποίος μάλλον γνώριζε τον επικείμενο ερχομό του. Διαφωτιστικό για τις λεπτομέρειες του γεγονότος είναι το κείμενο του Καρκαβίτσα με τίτλο: «Εις μνήμην του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη» και υπότιτλο «Ο κυρ - Αλέξανδρος» στο περ. Καλλιτέχνης τον Φεβρουάριο του 1912 (στο ίδιο περιοδικό δημοσιεύτηκαν και τα πρώτα μετά θάνατον διηγήματά του).

Καταγράφει λοιπόν ο Καρκαβίτσας με τη γλαφυρή γραφίδα του την άφιξη της επιτροπής, την υποδοχή των επισήμων, τα καλωσορίσματα και τα κεράσματα, περιγράφει εικόνες της προκυμαίας στη γραφική «πολίχνη», αλλά σημειώνει και τις ανούσιες για τον ίδιο συζητήσεις των κεφαλών του τόπου. Προείχε το αντάμωμα με τον Παπαδιαμάντη και τον έψαχνε περιφέροντας το βλέμμα του. Σύντομα τον εντόπισε μισοκρυμμένο παράμερα, πιστό στην προσφιλή του συνήθεια να αποφεύγει τους μεγαλοσχήμονες. Σηκώθηκε, τον πρόλαβε στη γωνία και μίλησαν στα όρθια.

Ο Παπαδιαμάντης δεν είχε καμία διάθεση να καθίσει με την «επίσημη» παρέα του φίλου του κι επιπλέον του παραπονέθηκε κιόλας για την αδυναμία του, απότοκη της οικονομικής του κατάστασης, να τον φιλοξενήσει όπως θα ήθελε: «Ναρθής στον τόπο μου και να μην μπορώ να σε περιποιηθώ, να πας αλλού! Να μη σε πάρω στο σπίτι μου, είπε κι άρχισε να δακρύζη» σημειώνει χαρακτηριστικά ο Καρκαβίτσας. Το ίδιο παράπονο καταγράφει και ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης σε επιστολή του προς τον Ιωάννη Βλαχογιάννη (3/6/1909): «…Ο Καρκαβίτσας ήτον εδώ την προπερασμένην εβδομάδα, 11 - 17 Μαΐου. Ηλθε μαζί με την στρατολογικήν επιτροπήν. Του άρεσε το νησί μας, αν και εστενοχωρήθην εγώ, διότι δεν είχα τα μέσα να τον περιποιηθώ όπως ώφειλον. Ητον δε κουρασμένος από την μακράν περιοδείαν ανά το Πήλιον και την Μαγνησίαν και δεν είχεν επιθυμίαν διά να πηγαίνωμεν εις εκδρομάς ανά την εξοχήν...» (Αλληλογραφία, εκδ. «Δόμος», σελ. 174 - 175).

Δυστυχώς, ο μόνιμος βραχνάς της φτώχειας εξακολουθούσε να ταλαιπωρεί τον Σκιαθίτη συγγραφέα. Στη συνέχεια του κειμένου του ο Καρκαβίτσας μεταφέρει τον διάλογο των μελών της συντροφιάς του με τις εκτιμήσεις τους για το μέγεθος της αξίας του Παπαδιαμάντη («είνε μεγάλος άνθρωπος»), αλλά και την άστοχη επιμονή του «να μη βαστάη τη θέση του», επικρίνοντας τη συνειδητή επιλογή του να αποφεύγει τους επώνυμους και να συγχρωτίζεται με τους λαϊκούς και τους ταπεινούς. Κατά την εβδομαδιαία του παραμονή στη Σκιάθο ο Καρκαβίτσας περιόδευσε με τον φίλο του Παπαδιαμάντη σε πολλά μέρη του νησιού, από εκείνα που μνημονεύονται στα διηγήματά του, γνωρίζοντας από κοντά εκείνον τον προσφιλή χώρο.

Με τις προτροπές του πρώτου συγκατάνευσε ο Παπαδιαμάντης να συναντηθεί, παρά τις αρχικές απόλυτες αντιρρήσεις του, με τους επίσημους, που είχε στη συντροφιά του και συμφώνησε να τους υποδεχτεί στο σπίτι του για γλυκό και καφέ. Η επίσκεψη αυτή του νομάρχη και των αρχών του τόπου υπήρξε μια έμπρακτη αποδοχή της αξίας του καταφρονεμένου συγγραφέα. Του αποκόμισε δε μια πραγματική ευχαρίστηση στα στερνά του βίου του. Ο Ηλείος λογοτέχνης ολοκληρώνει το κείμενό του με μια φράση που σημείωσε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο νησί και είναι μία από τις πλέον γνωστές για το έργο του Παπαδιαμάντη: «Ωμορφη είνε η Σκιάθος του Θεού, μα η Σκιάθος του Παπαδιαμάντη μου φαίνεται ωμορφότερη».

***

Ετούτη η αξιομνημόνευτη συνάντηση των δύο λογοτεχνών μας, 110 χρόνια πρωτύτερα, στα μέσα Μαΐου (11 έως 17) του 1909, πέρα από την επετειακή της αναφορά, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πτυχή των τελευταίων χρόνων της ζωής του Παπαδιαμάντη, όταν είχε αποσυρθεί οριστικά «εις την γενέθλιον νήσον».

Πηγή: Ταχυδρόμος Μαγνησίας

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021

1908: Ένα γεύμα παραμονή των Χριστουγέννων

Γράφει Ο Μ. Μαλακάσης:




Ένα μουντό πρωινό χινοπωριάτικης ημέρας, παραμονές των Χριστουγέννων, εδώ και εικοσιπέντε τουλάχιστον χρόνια, ο Ευρυσθένης Τσανάκας, λόγιος και συγγραφέας και άνθρωπος κολασίμων παθών, έπερνε τον καφέ του στο υπόστεγο του μικρού καφενείου της Δεξαμενής στου κυρ Γιάννη. Τον έπινε και εδιάβαζε την εφημερίδα του, επισκοπώντας και από αταβισμόν ζουλαπιού τα περίγυρα, οσμιζόμενος και την ατμόσφαιρα. 

Ο Ευρυσθένης Τσανάκας! Τρομερό πρόσωπο, άνθρωπος πολυφαγάς, καυγατζής, χωρικός, θρασύδειλος, τύραννος και δούλος. Κακολόγος, κακόσουρτος, βραδύβ, αλλά παρατηρητικός και συγγραφέας με κάποιο ταλέντο. 

Είναι πεθαμένος εδώ και είκοσι χρόνια το λιγότερο. Υστερα από τόσον καιρό και ο Θεός ακόμα θα τον συγχώρησε. Αλλά δεν πρόκειται περί αυτού. Ο Ευρυσθένης Τσανάκας, λοιπόν, εκείνο το πρωί, έκαμε την τύχη του.

Όπως παραφύλαγε, ανασηκωμένος σε μια στιγμή, συνέλαβε με το μάτι το ξεκομμένο γαλόπουλο που κατέβαινε από το Λυκαβητό σαστισμένο και παραπατώντας. 

Εκαθόμουν ακριβώς αντίκρυ του και παρακολουθούσα τη σκηνή. Ο Τσανάκας το ήξερε και με υπόβλεπε. Ημαστε φίλοι, αλλά και εχτροί μαζύ. Μ’ αγαπούσε και δε με υπόφερε. Τον εκαφτηρίαζα εκεί που πονούσε και εφρίαζε. Και το πιο που τον λυσσούσε ήτανε ο αφελής και παιγνιδιάρικος τρόπος μου. Το γαλί ως τόσο κατέβαινε· έφτανε τώρα στο διάμεσο των δύο καφενείων, ήσαν τότε δύο τα καφενεία της Δεξαμενής, κ’ εκεί που κοντοστάθηκε αναποφάσιστο ακόμα, ο Ευρυσθένης Τσανάκας ευρέθηκε στο πλάι του. Είχε πάρει από κάτω ένα ξεροκάλαμο και διαγράφοντας ημικύκλιο, από τη μια μεριά τού έκοψε με το σώμα του το δρόμο, ενώ από την άλλη, τάπα, τάπα, με τη βέργα, τώφερνε προς το καφενείο. Συγχρόνως με λίγη ψύχα ψωμιού που έτριβε με το άλλο του χέρι, καθησύχαζε το πουλερικό, που αναθαρρεμένο έτσι, παρασύρονταν προς την κατεύθυνση που του έδινε ο Τσανάκας. Ητανε δε αυτή, μια παράγκα κολημένη στο καφενείο και που εφυλάγονταν τα καθίσματα του καλοκαιριού. Εκεί όταν το έφτασε, άνοιξε την πόρτα και αφού έσπρωξε το γαλί με το ξεροκάλαμο μέσα, την έσυρε πάλι προς αυτόν και την έκλεισε.

Εφώναξε τότε τον μικρόν του καφενείου και του είπε, κυττάζοντας και προς εμένα ύποπτα, αλλά και κάπως εξευτελισμένα: 

— Άκου, Θανάση, μέσ’ στην αποθήκη είνε ένα γαλόπουλο, αν το ζητήση κανένας, το δΐνεις. Αν όχι, το κρατείς κλεισμένο· το μεσημέρι εγώ θα γυρίσω από δω. Αγόρασέ του και λίγο καλαμπόκι και βάλε του σ’ ένα πιάτο και νερό. 

Γυρίζοντας σ’ εμένα, πάμε; μου λέει, κατεβαίνεις ή θα καθήσεις εδώ; 

— Κατεβαίνω, του απάντησα, και σηκώθηκα. 

Επήραμε την οδόν Πινδάρου σιωπηλοί για κάμποσα λεπτά και υποβλεπόμενοι. 

Αξαφνα μου λέει: Ξέρεις τι γένεται αυτό το πουλί με πατάτες στο φούρνο; λουκούμι. Αν δεν το γυρέψουν σαν το μεσημέρι, θα το κόψω. Θα πω του Παπαδιαμάντη και του Καρκαβίτσα να το φάμε το βράδυ. Η αφεντιά σου δεν ξέρω τι θα κάνεις. Θάρθης; 

— Βρε αδερφέ... 

— Να χαθής, γελοίε, με διέκοψε, και εχωρίσαμε. 

Το απόγιομα ήρθε ο Παπαδιαμάντης και με βρήκε. 

— Τι θα κάμουμε, μου είπε, το βράδυ θα πάμε; 

— Πού; 

— Στου κυρ Γιάννη. Ο Τσανάκας, λέει, έχει ένα γαλόπουλο με πατάτες. Εγώ δεν τρώω κρέας σήμερα, αλλά αν θέλεις… 

— Μα τι έγινε, του είπα, δεν το ζήτησε κανένας; 

— Ποιο. 

— Το γαλόπουλο. Τι δεν ξέρεις; 

— Δεν ξέρω τίποτε. 

— Βρε αδερφέ, αυτό το γαλόπουλο ο Τσανάκας το παραπλάνησε το πρωί ξεκομμένο, όπως είπε, από κοπάδι, και τόκλεισε στου κυρ Γιάννη και τώκοψε. Θέλεις τώρα να πάμε, δε θέλεις; Η γνώμη μου είνε να φάμε στου Πανταζή (ένα μπακάλικο στην οδό Αναγνωστοπούλου) και να ταφήσουμε αυτά. 

— Δίχως άλλο, απάντησε ο Παπαδιαμάντης. Και επρόσθεσε: Αυτό μούλειπε ναρτιθώ τέτοια μέρα σήμερα και με πουλί κλεμένο. Στου Πανταζή λοιπόν. Ελιές, ταραμά, χαλβά και για σένα κάτι ακόμα θα βρεθή. 

Αυτό και έγινε. Το βράδυ αντάμωσα με τον Παπαδιαμάντη στου Ζαχαράτου και ανεβήκαμε σιγά-σιγά την οδόν Αγχέσμου. Μιλούσαμε για το γαλόπουλο, για την πράξη αυτή του Τσανάκα, μισή κλοπή και μισή εύρημα, κατά τον Παπαδιαμάντη, που δεν τη συγχωρούσε, το περισσότερο, λόγω του νηστίσιμου της ημέρας. 

— Τέτοια μέρα κρέας, επανελάμβανε, και κλεμένο... 

Εφάγαμε ασκητικά οι δυο μας, χωρίς πολλές κουβέντες και χωρίς θόρυβο και μείναμ’ εκεί ως φτασμένα σχεδόν τα μεσάνυχτα. 

Εγώ εκάπνιζα, κ’ εκείνος κουτσόπινε και κάπνιζε. Ητανε όμως στρυφνός και στα νεύρα του. 

— Δεν είνε κρασί αυτό, μου έλεγε, Μιλτιάδη, είνε πετρέλαιο. Μόνον ο Καχρημάνης κι’ ο Κόπανος, κατά δεύτερο λόγο, επρόσθετε, τι τα θέλεις αυτά… τους Πανταζίδες… 

Το πρωί της άλλης ημέρας, ένα βροχερό και κρύο πρωινό, ελαφροί και σαν φοβισμένοι χτύποι στην πόρτα μου με ξύπνησαν. Θα ήτανε ως 8.30-9 η ώρα. 

— Ποιός; ρώτησα μισοκοιμισμένος. 

— Εγώ, ο Αλέξαντρος. 

— Ποιός; 

— Ο Παπαδιαμάντης. 

— Εφτασα, του αποκρίθηκα, σηκωνόμενος να του ανοίξω. 

— Δεν είνε ανάγκη, εμουρμούρισε, ήρθα να σου πω, για να μην το μάθης από τους άλλους, πως εγώ ψες το βράδυ που χωρίσαμε, πέρασα από του κυρ Γιάννη. 

— Τι;! 

— Πέρασ’ απ’ τα παιδιά και κάθησα και λίγο μαζί τους. Ηθελα να ξεπλύνω το στόμα μου από κείνο το παλιόκρασο του Πανταζή. 

— Και να πάρης και μεζέ, βέβαια, είπα, ανοίγοντας την πόρτα μου. 

— Σε ντρέπομαι, μου είπε χαμογελώντας, ενώ μ’ εκύτταζε. 

— Δυο πατατούλες, επρόσθεσε. 

— Κι’ από το γαλόπουλο, τίποτε; ρώτησα. 

— Μούχαν φυλάξει το μερδικό μου, είπε, και για να μην τους προσβάλω, έφαγα και το σηκώτι. Απ’ το άλλο όμως, σου ορκίζομαι, ούτε μπουκιά. 

— Και ποιοι ήτανε; ρώτησα για να τον βγάλω απ’ τη στενοχώρια που έβλεπα να βρίσκεται το περισσότερο, παρά για να μάθω γνωστά πράγματα. 

— Ο τσανάκας, ο Καρκαβίτσας, ο Πασαγιάννης κι’ ο κυρ Γιάννης της Δεξαμενής. 

— Κανένας άλλος; 

— Κι’... εγώ, είπε, χαμογελώντας, και έφυγε…

 

Πηγή: anemourion

 


Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2021

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ (1869-1943):

 


ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ



Ένα ανοιξιάτικο πρωινό, κατά τη συμφωνία μας, o Παπαδιαμάντης θα με περίμενε στην πλατεία Κολωνακίου, απ' όπου θα περνούσα να τον πάρω με τ' αμάξι.

Είχε αποφασίσει να μείνει μαζί μου τρεις-τέσσερις μέρες στην Πεντέλη, προς ανάπαυσιν και αναψυχή, όπως μου είπε, ενώ εγώ θα έμενα κάμποσο. Εκεί στην πλατεία Κολωνακίου, απέξω από ένα καφενείο, στο απόσκιο, τον βρήκα να κάθεται μ' ένα μπογαλάκι δίπλα του, σκεπτικό και κατσούφη, καπνίζοντας το σιγαρέτο του...

Είχε ανεβεί κάμποσο o ήλιος όταν αμαξοδρομούσαμε στην oδό Κηφισίας, — ένας ήλιος πού χαροποιούσε τα πάντα, από πάνω μας, γύρω μας, μπροστά μας. Κι’ όσο πηγαίναμε κι' όσο προχωρούσαμε, οι διάφορες φυσικές εναλλαγές σκορπούσαν θάματα επί θαμάτων με φωτοσκιάσεις και αντιλαρίσματα, με κελαδίσματα πουλιών, μέ θροίσματα και σιωπές...

Ως πού να φτάσουμε στην Πεντέλη, δε θυμάμαι αν ανταλλάξαμε μερικές λέξεις, και ακόμα αν o Παπαδιαμάντης σήκωσε και το βλέμμα του καν, να το περιφέρει σ' εκείνη τη γιορτάσιμη ομορφιά της φύσης, καρφωμένο καθώς τόχε, από την αρχή της εκδρομής μας, προς τα κάτω.

Είμαι όμως βέβαιος πώς το κοντάκ των ματιών του σε διάφορες στιγμές θα συλλάβαινε τη χαρούμενη εκείνη πανοραματικήν εικόνα, τόσο έμοιαζε λυπημένος...

Το ωραίο φως, μας λέει o ποιητής με τη βαθύτατη υποβλητικότητα του, δεν είνε τάχα σκορπισμένο ατούς κάμπους και στα νερά, η αληθινή τραγική εικόνα της ζωής ; . . .

Με τo αλλεπάλληλο σιγαρέτο στο στόμα και το βυθισμo των σκέψεων του καθρεφτισμένο στο ανεξερεύνητο και εξαγιασμένο του πρόσωπο, φτάσαμε, έπειτα από μιας ώρας διαδρομή, στον προορισμό μας.

Εκεί στο Νερό, λίγα βήματα πριν από το Μοναστήρι, απέξω από το μικρό μαγέρικο όπου θα τρώγαμε, καθήσαμε σιωπηλοί, απαράλλαχτα όπως είχαμε ξεκινήσει από των Αθήνα, σα δυo συνταξιδιώτες άγνωστοι μεταξύ τους, πού δεν είχαν και διάθεση να ανταλλάξουν ομιλία και πού κάθησαν εκεί για μια στιγμιαία διακοπή της πορείας τους...

Ύστερ' από έναν καφέ πού είχαμε πάρει, εγώ σηκώθηκα και προχώρησα προς το Μοναστήρι, να κανονίσω τα της παραμονής μας εκεί, αν και ήταν τακτοποιημένα όλ' αυτά από πρωτύτερα.

Στην επιστροφή μου βρήκα τον Παπαδιαμάντη στην ίδια θέση, στην ίδια στάση, στην ίδια αποκαρτέρηση. Προσποιήθηκα το γελαστό, τον εύθυμο και τον ικανοποιημένο μαζί, και του ανάγγειλα πώς τα πάντα εκεί πάνω μας περίμεναν όπως του είχα υποσχεθεί.

Μου απάντησε μονολεκτικά δε θυμάμαι τώρα τι, κι’ ύστερ' από λίγα λεπτά καθήσαμε σ' εν άλλο τραπέζι, λίγο παρακάτω, πάντα στο ύπαιθρο, όπου μας είχαν σερβίρει ένα προπαραγγελμένο γεύμα.

Δίπλα μας κελάριζε o κρουνός του κεφαλαριού, όπου τα πουλάκια ανασήκωναν τους λαιμούς τους, τινάζοντας τα φτεράκια τους.. ·.

Το φαγητό μας δεν ήτανε καθόλου άσχημο. 'Αλλά το κρασί, κατά τoν Παπαδιαμάντη, ήταν απαίσιο.

—Αυτό το κρασί, μου είπε, θυμούμαι, μου χάλασε το κέφι...

— Ποιο κέφι; τον ρώτησα ελαφρά χαμογελώντας.

—  Για, αυτό, μου απάντησε, ανασηκώνοντας κάπως και το κεφάλι του, χαμογελώντας κ' εκείνος, και σώπασε ...

Κατά τη μία-μιάμιση μου ήρθε η ιδέα να του πω :

— Δεν πάμε κι' ως εκεί, να δούμε τα κελιά, την εκκλησία, κ' εκείθε ν' ανηφορίσουμε και λιγάκι ;

Μου έγνεψε ένα όχι πάλι, χωρίς αυτή τη φορά να μιλήσει.

Στη στενοχώρια μου εκείνη, να μην ξέρω τι να κάμω, να, άξαφνα, μπρος μας, να ανηφορίζει μια συντροφιά νεαρών ζευγαριών στα γαϊδουράκια. Ξεπέζεψε εύθυμη, γελαστή, με φωνές και χάχανα. Ένας από τους νέους εκείνους πλήρωσε τον επικεφαλής ανηλάτη, μεσόκοπον υψηλόσωμο χωρικό, πού ήταν αρχηγός τριών - τεσσάρων έφηβων αγωγιατών, ενώ οι άλλοι και οι άλλες, σκουντούμενοι και αλληλοτραβούμενοι, και ήταν παραπάνω από δέκα, και τραγουδώντας μερικοί απ' αυτούς, έδειχναν πώς θα τραβούσαν για το παλάτι της Δούκισσας. Η συντροφιά εκείνη θα γύριζε, βέβαια, με το φεγγάρι τη νύχτα πεζή στο Μαροΰσι ή στην Κηφισιά.

Ο Παπαδιαμάντης, πού παρακολουθούσε κι' αυτός   το   ευτυχισμένο   εκείνο ανερχόμενο σούσουρο, όπου έσπευδε και o καθυστερημένος της παρέας, σηκώθηκε πλησίασε τον επικεφαλής ονηλάτη, αντάλλαξε μαζί του δυo - τρεις λέξεις, γύρισε στο τραπέζι και μου είπε :

— Ντρέπομαι, Μιλτιάδη. Συμφώνησα να κατεβώ μ’ αυτούς στο Μαρούσι κι’ από κει το βράδυ με το σιδηρόδρομο να είμαι στην Αθήνα. Με συγχωρείς πολύ, πολύ.

— Δε βαρυέσαι, του απάντησα χαμογελώντας. Μεταξύ μας τέτοια πράματα ...

Γύρισε τότε προς το μαγαζάκι, μπήκε μέσα και πήρε την αβασταγή του.

Σηκώθηκα κ’ εγώ και τον ακολούθησα προς τη συνοδεία πού τον περίμενε.

Εκεί, αφού κρέμασε το μπογαλάκι του στο σαμάρι ενός υποζυγίου, το καβαλίκεψε μονόπαντα, και αφού τοποθετήθηκε άνετα,   άναψε   κι’ ένα   σιγαρέτο. Τότε, ώ θαύμα τον είδα να αλλάζει ολόκληρος, αιθρίασε, φωτίστηκε σχεδόν από αγαλλίαση, και αποχαιρετώντας με μ’ ένα « Κα-λήν αντάμωση », μου πρόσθεσε, ενώ ξεκινούσε με τα άκακα εκείνα ζωντόβολα, τα ράθυμα ποδίζοντα, και τους κυρίους τους πεζούς προπορευόμενους:

— Το κρασί όμως του ασυνείδητου εκείνου (και μου έδειξε προς το μαγαζί), φαρμάκι, Μιλτιάδη ...

Στάθηκα κάμποσο εκεί παρακολουθώντας τον ν’ απομακρύνεται, ως πού τον έχασα στην καμπή πού άρχιζε το λοξό κατηφόρισμα ...

Αναπόλησα τότε το θεάνθρωπο, πορευόμενον επί πώλου όνου στα Ιεροσόλυμα, και ακμή ολόκληρη την Αγίαν Οικογένεια, όταν, με τον ίδιον τρόπο, έφευγε για την Αίγυπτο ...

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ

Εθνικόν Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών



Νέα στία, τόμ. 30, τεχ. 355 (Χριστούγεννα 1941)

 

Πηγή: Blog ΄΄μπόρα είναι θα περάσει΄΄