Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025

Πάνος Βαλαβάνης (1954-2025):





Στην αρχαία Ολυμπία, τα μνημεία ψιθυρίζουν τις ιστορίες τους και τα εκθέματα αφηγούνται τις αναμνήσεις των Ολυμπιακών Αγώνων.

Πώς γεννήθηκε η μεγαλύτερη γιορτή του αθλητισμού; Ποιοι αγωνίζονταν, πού ζούσαν, τι έτρωγαν και πώς έφταναν εκεί οι χιλιάδες άνθρωποι που συνέρρεαν στην Ολυμπία για να τους παρακολουθήσουν; Πού προπονούνταν οι αθλητές, πώς ζούσαν οι θεατές, ποιοι θρύλοι χάραξαν την ιστορία της Ολυμπίας;

Ένα παιδί που αναζητά απαντήσεις και ένας αρχαιολόγος περιπλανιούνται στον ιερό και το μουσείο της Ολυμπίας, ενώ η πορεία των Αγώνων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα ζωντανεύει μπροστά στα μάτια τους. Μυστικά από τους ίδιους τους αγώνες, λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, καθώς και ιστορίες για τα μικρά και μεγάλα επιτεύγματα των αθλητών, τους συνοδεύουν σε ένα συναρπαστικό ταξίδι γεμάτο περιπέτεια και γνώση.

Ένα ταξίδι σε ένα βιβλίο στην καρδιά ενός ιερού τόπου που προσκαλεί μικρούς και μεγάλους να ανακαλύψουν τη μαγεία, το πάθος και τις περιπέτειες των Ολυμπιακών Αγώνων μέσα από το περίεργο βλέμμα ενός παιδιού και την πολύτιμη εμπειρογνωμοσύνη ενός αρχαιολόγου.


Ο Πάνος Βαλαβάνης γεννήθηκε το 1954 και σπούδασε Κλασική Αρχαιολογία στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Würzburg της Γερμανίας. Από το 1980 εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου από το 2005 είναι Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Τα δώδεκα βιβλία και οι περισσότερες από τις μελέτες του αναφέρονται στην αρχαία ελληνική κεραμική και εικονογραφία, στην αρχιτεκτονική και την τοπογραφία της Αθήνας, στον αρχαίο αθλητισμό και τα πανελλήνια ιερά, καθώς και στην αρχαία ελληνική τεχνολογία. Έχει λάβει μέρος σε πολλά ελληνικά και διεθνή συνέδρια και έχει δώσει διαλέξεις σε Πανεπιστήμια και Μουσεία στην Ευρώπη, την Αμερική και την Άπω Ανατολή. Είναι συγγραφέας πολλών αρχαιολογικών οδηγών και βιβλίων για το ευρύ κοινό, με ιδιαίτερη έμφαση σε αρχαιολογικά βιβλία για μαθητές, τα περισσότερα από τα οποία έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες.

Ήταν παντρεμένος με την επίσης αρχαιολόγο Έφη Μπαζιωτοπούλου, με την οποία απέκτησαν  δύο γιους.

Απεβίωσε στις 14 Μαΐου 2025, σε ηλικία 71 ετών

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

Δημήτρης Δρακόπουλος: ''ΟΛΥΜΠΙΑ, Μύθοι και ερμηνείες''



Το πολύ ενδιαφέρον,γιατην ιστορία του τόπου μας, βιβλίο του συμπολίτου μας φιλολόγου Δημήτρη Δρακόπουλου
 

Οι μύθοι της Ολυμπίας αποτελούν μια άλλη οπτική ενός πανάρχαιου χώρου. Πέρα από τα μνημεία, τις περιγραφές και την ιστορία τους, αναδεικνύουν μια άλλη πραγματικότητα αυτή που συνδέει το μύθο με τον λόγο και τον λόγο με τον μύθο. Επιχειρούν κατά βάση μια απάντηση σε ερωτήματα της μορφής: τι κρύβεται άραγε πίσω από τον μύθο και πως η σύγχρονη λογοκρατία μπορεί να προσεγγίσει και να νιώσει τη μαγεία της μυθικής αλληγορίας; Γι' αυτό και ως βιβλίο "οι μύθοι" ακροβατούν ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, το αφηρημένο και το συγκεκριμένο, την κρίση και την παράσταση, το σύμβολο και την ιδέα. Γενικά, οι "μύθοι της Ολυμπίας" είναι μια αναζήτηση, μια σκληρή αλλά απολαυστική ιχνηλασία πάνω στα σπαράγματα - μικρά ή μεγάλα - της αρχαίας τέχνης που παίρνουν νόημα και ουσία μέσα από τον μύθο αβέβαιη και όχι πάντα ασφαλής διαδικασία, πάντα όμως συναρπαστική. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

Ο Δημήτρης Δρακόπουλος γεννήθηκε στη Ζαχάρω Ολυμπίας. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και υπηρέτησε στη Μέση Εκπαίδευση επί σειρά ετών. Συμμετείχε σε ομάδες συγγραφής διδακτικών βιβλίων και σε επιτροπές σύνταξης Προγραμμάτων Σπουδών του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα ποικίλου περιεχομένου.

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2025

Νίκος Αλεξανδρόπουλος: ''Ο Πύργος του Καϊάφα''

               
   

Το σημαντικό βιβλίο του συμολίτη μας αρχιτέκτονα Νίκου Αλεξανδρόπουλου.

Το βιβλίο είναι το αποτέλεσμα και ο καρπός της αγάπης του για την Ιστορία και της επίπονης και μακροχρόνιας έρευνάς του για τους πλείστους όσους αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, κατά κύριο λόγο, του τόπου μας, δηλαδή της περιοχής που ορίζεται στα βόρεια από τον Αλφειό, στα Νότια από τη Νέδα, στα ανατολικά από τη Μίνθη και το Λύκαιο όρος και δυτικά από το Ιόνιο πέλαγος.

Συσχετίζει όμως την παραπάνω περιοχή και τα γεγονότα, που έλαβαν χώρα σ’ αυτήν και με άλλες πόλεις και τοποθεσίες της Πελοποννήσου, αλλά και του υπόλοιπου Ελλαδικού χώρου.

Η σφοδρή επιθυμία και επιδίωξη του συγγραφέα είναι να αναδείξει στο ευρύ κοινό τη μεγάλη ιστορία και τη συμβολή του τόπου μας στη εξέλιξη του Ελληνικού πολιτισμού.

 




Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2025

Νικολία Σαβράμη: ''Αιώνες παιδικής ηλικίας''

Η αγαπητή μας συμπολίτισσα Νικολία (Λίτσα) Σαβράμη, πεδίατρος, 
συνέγραψε και εξέδωσε το παρόν βιβλίο, ωθούμενη από το ενδιαφέρον της για την Ιστορία και το παιδί.





 

Σάββατο 6 Ιουλίου 2024

Κώστας Περδίκης: Έκδοση νέου βιβλίου

 


Διάθεση:  Ζαχάρω, βιβλιοπωλείο Φιορέτου, Ερμού 5
                 Αθήνα, βιβλιοπωλείο ''Ναυτίλος'', Χαρ. Τρικούπη 28,  (από 7 Σεπτεμβρίου) 

Κυριακή 23 Ιουνίου 2024

Μαρίνα Καραγάτση (1936-2024): ''Το ευχαριστημένο''

 


Σταυρούλα Παπασπύρου

«Θα προσπαθήσω να κοιμηθώ καμιά ωρίτσα, αλλά κι αν δεν κοιμηθώ δεν χάλασε κι ο κόσμος. Με τη θανατερή τοξικότητα της φαντασίας μου, θ’ αρχίσω να ονειρεύομαι ξύπνιος τα όνειρα που θέλω. Άραγε πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό της αγαπητής μου θυγατέρας πως ο πατέρας της δεν είναι παρά ένας δειλός φυγάς της δυσάρεστης πραγματικότητας, που αυτοχασισώνεται σαν δερβίσης τις ώρες που γράφει κι όχι μόνο τότε; Δυστυχώς, όμως, δεν υπάρχει κατανόηση. Μοναξιά. Απέραντη μοναξιά…»

Για να μπει κανείς στο κεφάλι του Καραγάτση, να του δώσει φωνή και να εκθέσει σε κοινή θέα την εκρηκτική ιδιοσυγκρασία του και τον κυκλοθυμικό του χαρακτήρα, δεν απαιτείται μόνο τόλμη, βέβαια, αλλά και αφηγηματικό ταλέντο. Το πιθανότερο είναι πως ο συγγραφέας του «Γιούγκερμαν» –ο κατά κόσμον Δημήτρης Ροδόπουλος– πίστευε ότι η αγαπημένη του θυγατέρα στερούνταν και τα δύο. Έστω και κατόπιν εορτής, όμως, εκείνη τον διέψευσε.

Πέρα από εξαιρετική διαχειρίστρια των πνευματικών δικαιωμάτων του, η Μαρίνα Καραγάτση στάθηκε ικανή ν’ αναπλάσει πειστικά τα βιώματα και τους κρυφούς συλλογισμούς του πατέρα της, τοποθετώντας τον ως ήρωα στο οικογενειακό τους σύμπαν, σ’ ένα βιβλίο που μοιάζει με σπονδυλωτό μυθιστόρημα αλλά δεν παύει να είναι σπαρταριστή και από πρώτο χέρι μαρτυρία.

Όσο για το μονόπρακτο, αυτό εκτυλίσσεται την άνοιξη του 2006 στον παράδεισο, έναν παράδεισο ολόιδιο με το «αυλιδάκι» του σπιτιού της γιαγιάς στην Άνδρο. Εκεί, όπου τα πεθαμένα μέλη της οικογένειας, συμφιλιωμένα, αναπολούν το παρελθόν και σχολιάζουν την απόφαση της Μαρίνας να γράψει βιβλίο για κείνους, λίγο πριν έρθει στη συντροφιά τους και η ίδια.

Χάρη στον σύντομο μονόλογο που αναλογεί στον Καραγάτση, γινόμαστε μάρτυρες της καθημερινότητας που βίωνε η έφηβη τότε κόρη του και η στωική σύζυγός του, η ζωγράφος Νίκη Καραγάτση, αντιμέτωπες με τις αϋπνίες που τον ταλάνιζαν, τα τεντωμένα νεύρα του, τα σεξουαλικά του παραστρατήματα και την υπεροψία που του έδινε ο δημιουργικός του οίστρος.

Ο Καραγάτσης που ζωντανεύει εδώ, είναι πολύ εκνευρισμένος. Έχει αρχίσει να μπαφιάζει με τα τσαλίμια της «κυρίας Γιώτας» με την οποία διατηρεί δεσμό κοντά έξι χρόνια, η «παθητική αντίσταση» της γυναίκας του από τη διπλανή κρεβατοκάμαρα κάθε άλλο παρά τον ανακουφίζει, κι η υποψία ότι η κόρη του τον έχει δει να κουτουπώνει βιαστικά τη Λασκαρώ, όσο να ΄ναι τον αναστατώνει.

«Μυστήριο αυτό το κορίτσι», λέει για τη Μαρίνα. «Είναι σοβαρή, είναι του καθήκοντος, αλλά της λείπει ο ενθουσιασμός, η φαντασία… Πίσω από το απλανές βλέμμα διακρίνει κανείς την απουσία κάθε αισθήματος. Μια νέκρα, μια παγωμάρα…».

Οι «μελιστάλαχτες ηθογραφικές περιγραφές» των σχολικών της εκθέσεων τον κάνουν έξαλλο με την αφέλειά τους. Το ίδιο και ο θαυμασμός της για τον «επαρχιώτη, ψιλοαριστερό δασκαλάκο» που έφερε στο σπίτι τις προάλλες, ανύποπτη για τη μεταχείριση που θα του επιφυλασσόταν.

Ανακαλώντας όμως τις μέρες των Δεκεμβριανών, αυτός που ούτε αριστερός ούτε δεξιός δήλωνε –«εγώ είμαι ένας καλλιτέχνης»– ζώνεται από τύψεις για το ότι άφησε τα θηλυκά της οικογένειας να διακινδυνεύουν στους δρόμους για να φέρουν φαγώσιμα. Κι η ανάμνηση της μακαρίτισσας αδελφής του Ροδόπης, του στοιχειώνει το μυαλό, καθώς φοβάται μήπως και τα δικά του νεύρα τον οδηγήσουν στη μελαγχολία και την παραίτηση.witterook 

Μια αποκαλυπτική εικόνα για την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο σπιτικό των Ροδόπουλων τα πρώτα μετακατοχικά χρόνια είχε δώσει κι ο Μένης Κουμανταρέας στο διήγημά του «Οδός Σπάρτης 14» από τη συλλογή «Η μέρα για τα γραπτά κι η νύχτα για το σώμα» (Κέδρος, 1999). Υλικό είχε αντλήσει από τη μαρτυρία μιας παλιάς δασκάλας της Μαρίνας, η οποία αδυνατούσε να διαχειριστεί το σοκ που είχε δεχτεί  βλέποντας από κοντά την ανθρώπινη, τυραννική σχεδόν για τους οικείους του, πλευρά του συγγραφέα.

Ανάλογο τράνταγμα περιμένει και τον αναγνώστη του «Ευχαριστημένου», στο μέτρο τουλάχιστον που αυταπατάται ότι οι πνευματικοί άνθρωποι διαφέρουν από τους κοινούς θνητούς και ζουν αμόλυντοι από αδυναμίες και πάθη, μέσα σε γυάλινους πύργους.

Ωστόσο, το «Ευχαριστημένο» είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα πορτρέτο του πιο ερωτικού και του πιο πολυδιαβασμένου συγγραφέα της Γενιάς του ΄30 που έφερε σε αμηχανία τους καθωσπρέπει λογίους της εποχής του. Ένα σημαντικό μέρος του βιβλίου, άλλωστε, είναι αφιερωμένο στη Λασκαρώ: τη γυναίκα που ανάθρεψε τη Μαρίνα λειτουργώντας πάντα σαν αποκούμπι της, εκείνη που την αποκαλούσε «ευχαριστημένο», αυτήν που της πρόσφερε την αγάπη που λογικά θα καρπώνονταν τα δικά της παιδιά, αν η ζωή τής είχε φερθεί πιο γενναιόδωρα. Στην ανδριώτισσα Λασκαρώ, που στάλθηκε στα δεκαετρία της ως δουλικό στην Αλεξάνδρεια, επέστρεψε στο νησί βιασμένη, παντρεύτηκε με το ζόρι έναν μισότυφλο μεσήλικα κάνοντας μαζί του δυο γιούς, και κάποια στιγμή, απηυδισμένη από τα ξυλοφορτώματα του άντρα της, «φυγαδεύτηκε» στους Ροδόπουλους στην Αθήνα, την πόλη όπου εγκλωβίστηκε μέχρι να πεθάνει εγκαταλελειμμένη απ’ όλους σε νοσοκομείο, μόνη σαν το σκυλί.

Φτάνοντας στην καρδιά του «Ευχαριστημένου», η σκυτάλη της αφήγησης περνά στη γιαγιά Μίνα, κι εμείς, από την πλατεία Αγάμων όπως λεγόταν η πλατεία Αμερικής παλιότερα, μεταφερόμαστε στην Άνδρο, στα ενδότερα ενός μεγάλου εφοπλιστικού σογιού από το οποίο καταγόταν η Νίκη Καραγάτση. Σ’ έναν κόσμο στραμμένο προς τη Δύση, με πνευματικές ανησυχίες και άφθονο χρήμα, και ταυτόχρονα, έναν κόσμο βουτηγμένο στη μεγαλοαστική υποκρισία, γεμάτο ανοιχτές πληγές. ebook witter

Δεκάδες πρόσωπα παρελαύνουν τώρα μπροστά μας. Πανίσχυροί ή αδέξιοι καπεταναίοι, αρχόντισσες δυναμικές αλλά στεγνές, Γαλλίδες γκουβερνάντες και δουλικά, άλλοι σφηνωμένοι στον κορσέ της κοινωνικής τους τάξης κι άλλοι έτοιμοι να τα τινάξουν όλα στον αέρα για ν’ ακολουθήσουν τον δρόμο των ενστίκτων ή της καρδιάς.

Η Μαρίνα Καραγάτση σκαλίζει οικογενειακές έριδες και μυστικά, δείχνει πώς φτιάχνονταν και πώς εξανεμίζονταν περιουσίες, ρίχνει φως στον μελαγχολικό ψυχισμό της μητέρας της αναδεικνύοντας και την καθαρή της ματιά, και, φυσικά, δεν παραλείπει να δει τον «ομορφονιό» μπαμπά της, το «Χόλιγουντ» όπως τον αποκαλούσε κι ο δικός του αυταρχικός πατέρας, με τα γυαλιά της Μίνας, της αυστηρής πεθεράς του:

«Ο γαμπρός μου -είναι κωμικοτραγικόν αλλά αυτή είναι η πραγματικότης- πιστεύει ακραδάντως ότι διαθέτει εξαιρετικά επιχειρηματικά προσόντα και ότι αν του εδίδετο η ευκαιρία θα ημπορούσε να γίνει μέγας εφοπλιστής… Προ μηνών που έλεγε ότι σκοπεύει να γράψει ένα μυθιστόρημα όπου ο ήρως είναι μέγας συγγραφεύς -έχει πάρει και το βραβείο Νομπέλ- είναι και μεγαλοβιομήχανος, είναι και μεγαλοεφοπλιστής. "Μπράβο Δημητράκη μου, πολύ ωραία η ιδέα σου" του είπα εγώ. Ας βγάλει κι αυτός ο κακομοίρης το άχτι του στα βιβλία, μήπως και ηρεμήσει, και μας αφήσει και εμάς λιγάκι στην ησυχία μας»…

Μισό αιώνα αργότερα, στο παραδεισένιο αυλιδάκι, οι ήρωες της Καραγάτση αστειεύονται, πειράζουν ο ένας τον άλλο τρυφερά, ζυγίζουν ακριβοδίκαια τα όσα τους ένωναν ή τους χώριζαν εν ζωή, προβαίνουν σε εξομολογήσεις. «Πράγματι, και καβγαδίζαμε και στενοχωρούσαμε ο ένας τον άλλο» λέει ο Καραγάτσης στη Νίκη. «Ναι. Ήμουν δύστροπος, στραβοκέφαλος, ανοικονόμητος, ανυπόφορος. Όχι όμως ψεύτης και κάλπης. Αυτό τουλάχιστον πρέπει να το παραδεχτείς…».

Πηγή: Lifo

 

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2023

Κ. Θ. Δημαράς (1904-1992):

                       

  


 

Τρεις ξένοι, ένας Ρώσος, ένας Άγγλος και ένας Γάλλος, επισκέπτονται την υπόδουλη Ελλάδα και συναντούν… αλλά ας παραθέσω την εισαγωγή του έργου:

Ρώσσος, Άγγλος και Γάλλος, κάμνοντες την περιήγησιν της Ελλάδος και βλέποντες την αθλίαν της κατάστασιν, ηρώτησαν κατ’ αρχάς ένα Γραικόν φιλέλληνα, δια να μάθουν την αιτίαν, μετ’ αυτόν ένα μητροπολίτην, είτα ένα βλάχμπεην, έπειτα ένα πραγματευτήν και ένα προεστώτα. Και τελευταίον εσυναπάντησαν και την ιδίαν Ελλάδα.

Ο «Γραικός φιλέλληνας» είναι, υποθέτω,  ένας Έλληνας  που εμφορείται από πατριωτικά αισθήματα. Τον ρωτούν γιατί κατάντησε έτσι η Ελλάδα, και απαντάει:

Ρωσσαγγλογάλλοι,
Ελλάς, και όχι άλλη,
ήτον, ως λέτε, τόσον μεγάλη.
Νυν δε αθλία
και αναξία
επειδή άρχει η αμαθία.

Οσ’ ημπορούσι
να την ξυπνούσι
τούτ’ εις το χείρον την οδηγούσι.
Αυτή στενάζει,
τα τέκνα κράζει,
στο να προκόπτουν όλα προστάζει.

Και τότ’ ελπίζει
ότι κερδίζει·
εκείν’ οπού ‘χει νυν την φλογίζει.
Μα τις τολμήσει
μ’ αληθή κλίσι
σ’ ελευθερίαν να την κινήση;
Όστις τολμήση
να την ξυπνήση
πάγει στον Άδην χωρίς τινα κρίσιν.

Ύστερα συναντούν έναν δεσπότη, μητροπολίτη, ο οποίος βέβαια  είναι απόλυτα ικανοποιημένος από τον τουρκικό ζυγό και το μονο που τον ενδιαφέρει είναι τα άσπρα (τα λεφτά) και οι κοκόνες:

Να έχετε, τέκνα την ευχήν μου,
κι ακούσατε την απόκρισίν μου:

Εγώ τον ζυγόν δεν τον γνωρίζω,
ούτε ξεύρω να τον νοματίζω.
Τρώγω πίνω, ψάλλω με ευθυμίαν,
δεν δοκιμάζω την τυραννίαν.
Τότε υποφέρω αδημονίαν,
όταν με βλάπτουν στην επαρχίαν.
Αυτή του Τούρκου η τυραννία
σε μένα είναι ζωή μακαρία.

Το ράσον τούτο αφού εφόρεσα,
ζυγόν κανένα εγώ δεν εγνώρισα.
Δύο ποθώ, ναι, μα τες εικόνες,
άσπρα πολλά και καλές κοκόνες.

Περί δε της Ελλάδος, που λέτε,
ολίγον με μέλει, αν τυραννιέται.
Αν βαστάζη χωρίς να στενάζη,
όλες τις αμαρτίες εβγάζει.

Ημείς πάντα τους ξομολογούμεν,
εις τα ψυχικά τους νουθετούμεν,
πίστιν να έχουν στον βασιλέα
και σέβας εις τον αρχιερέα,
στον Τούρκον τ’ άσπρα να μη λυπούνται,
τι την ψυχήν των τότ’ ωφελούνται·
και αρχιερέων παρρησίες,
και παπάδων πολλές λειτουργίες,

Ο πνευματικός τούς διορίζει
πως πρέπει καθείς να δευτερίζη.
Αυτοί άρχισαν να παρακούσι,
κι όλοι λευθερίαν φρονούσι.
Δια τούτο κ’ ημείς συμφωνούμεν,
ομού με Τούρκους και τους βαρούμεν,
επειδή όλοι μας το θεωρούμεν
πως θέλει λείψει ό,τι βαστούμεν.
Χριστός, μας λέγουν, θέλει λευθερίην
ημείς δ’ έχομεν το δεσμείν και λύειν.

Με θλίβει η μικρή επαρχία,
ελπίζω δ’ άλλην, πλέον πλουσία·
έχω πασάδες και τους ελτζήδες,
και είναι σίγουρες αι ελπίδες.
Και οι κοκόνες είναι μέγα θαύμα,
ευκολύνουν γαρ το κάθε πράγμα.
Φθάνει γουν η τόση απολογία,
ιδού γυνή φέρει παρρησία.

(Ελτζής είναι ο πρέσβης, ενώ δευτερίζω  σημαίνει «νηστεύω τη  Δευτέρα»).

Στη συνέχεια συναντούν έναν μπέη της Βλαχιάς, Φαναριώτη. Αυτός δηλώνει ευθαρσώς ότι η ελευθερία της Ελλάδας θα ήταν  γι’ αυτόν  καταστροφή:

Αντιχαίρετε, ω ξένοι,
η ευχή κάτω ας μένη.
Τούτα που εσείς μου λέτε,
φλόγα στην καρδιά μου φέρτε.
Της Ελλάδος λευθερία
εις εμέ είναι πτωχεία.
Τότε η παρούσα δόξα
σβύει, φέρει τόσα τόξα.

Σκλάβος είμαι δοξασμένος,
απ’ τους Τούρκους αγαπημένος·
πρέπει εγώ εξ εναντίας,
ως πιστός πάσης Τουρκίας,
την Ελλάδα ν’ αφανίζω
και τους Τούρκους να δωρίζω.

Τότε ημπορώ να ζήσω,
όταν τους Γραικούς εκδύσω.
Φίλοι, η ελευθερία
ειν’ κοινή συγκοινωνία.
Πλούσιος, πτωχός και πένης
φαίνετ’ άλλος Δημοσθένης·
εις αυτήν όλοι προστάζουν,
σοφοί, δίκαιοι ετάζουν.

Μα η δόξα η εδική μου
τέρπει μόνον την ψυχήν μου.
Έχω όλους υπό χείρα,
με τρομάζει κάθε χήρα.
Μ’ αν ο Τούρκος μάς δικάζει,
και ως αρνιά όλους μας σφάζει,
φθάνει όσον εντρυφούμε,
πάλιν ‘μείς τον αγαπούμε.

Βρήκαμε το ιατρικόν μας,
να ‘βγωμ’ απ’ τον θάνατόν μας·
όταν τους Γραικούς γυμνούμεν
και τα άσπρα τούς μαδούμεν,
εις την Πόρταν τα δωρούμεν,
κι ούτω την ζωήν λυτρούμεν.
Ποτίζομεν και την αυλήν,
γλυτώνομε και την ζωήν.

Οι προπάτορές μας πρώτα
δεν ελάβαν τέτοια φώτα ·
ζούσαν πλιο ταπεινωμένοι
κ’ εις το γένος πλιο δοσμένοι.
Εις ετούτο το βραβείον
να μας ζη το ιερατείον,
που μας άνοιξε τα μάτια,
κ’ έχομε χρυσά μακάτια.

Φίλοι, συγχωρήσατέ μοι,
θε να πάγω στο χαρέμι·
είδα, μπήκ’ ένας Δεσπότης,
που ‘ν’ της Δόμνας χρυσοδότης·
φέρει, βέβαια, σολδία,
για να λάβη επαρχία.

Υγιαίνετε ομάδι,
φίλοι μου Ρωσσαγγλογάλλοι.

Μακάτι είναι το επίστρωμα. Μετά, οι τρεις ξένοι συναντούν έναν πλούσιο έμπορο, που κι αυτός δεν φλέγεται από την επιθυμία να δει λεύτερη την Ελλάδα, παρόλο που «κλαίει» για το σκλαβωμένο Γένος. Λέει ο Πραγματευτής:

Χαίρετε και σεις, φίλοι και περιηγηταί,
βλέπω κ’ είσθε τω όντι πατρίδος ζηλωταί.
Εγώ για την Γραικίαν δεν είχα στοχασμόν,
με όλον όπου φέρει ζυγόν τυραννικόν·
αλλά πάντα προσμένω από την Μπαρμπαριά
καράβια φορτωμένα και από τη Φραγκιά·
ειν’ μέρες δεν τα βλέπω, για να αναπαυθώ.
Για τούτο συλλογούμαι χωρίς να κοιμηθώ.

Το γένος μου το κλαίω, ότ’ είναι στον ζυγόν,
μα δια ελευθερίαν δεν δίδω οβολόν∙
στον Τούρκον τα σκορπίζω, χωρίς να τα ψηφώ,
την σκέπην του να έχω κ’ εχθρούς να πολεμώ.
Εγώ άσπρα δανείζω εις όσους αγρικώ,
ότι έχω να τα λάβω με κέρδος αρκετό·
μα όταν εγνωρίζω πως δεν τα αβγατώ,
τότε βαθιά τα θάπτω κι ουδέ τα μαρτυρώ.

Είναι τινές δε, πάλιν, οπού πολλά πετούν
εις γένος και σχολεία, για να τους εξυπνούν·
αλλ’ ούτοι ειν’ ολίγοι, τα άσπρα των δεν αρκούν,
δια να απολαύσουν εκείνο π’ αγαπούν.

Ημείς, το πλείστον μέρος εκ των πραγματευτών,
θέλομεν πάντα άσπρα, κι ας έχομεν ζυγόν·
τα πλούτη μας ευφραίνουν και μας παρηγορούν,
κι ουδέποτε του Τούρκου τα βάρη μάς ‘νοχλούν.

Μετά συναντούν κι έναν  κοτζάμπαση, που το μόνο του  παράπονο είναι πως  κάποιος αντίζηλός του, με πολλά μέσα στο δοβλέτι, τον διέβαλε και του πήρε «την αξίαν» (εδώ, το αξίωμα, τη θέση):

Αχ το γένος μου πολλά με κατατρέχει,
μοι λέγει τάχα πως τ’ άρπαξα τα έχει·
εγώ εστάθην τρεις χρόνους στην αξίαν,
κι ως ήθελα εβάσταξα την επαρχίαν∙
έδειχνα εις όλους πως είμαι ευεργέτης,
ουδείς δ’ ετόλμα να φανή ως προπέτης.

Εάν πολλ’ άσπρα τους άρπαξα βιαίως,
πάλιν στους Τούρκους τα ‘δωσα δια χρέος.
Τους πτωχούς σκληρά τους τυραννούσα,
όμως τους Τούρκους πολλά τους αγαπούσα.
Και όστις Γραικός Τούρκον εκαταλάλει,
τον επρόδιδα, να βάλουν γνώσ’ οι άλλοι.

Τόσον εστάθην πιστός εις το δοβλέτι,
ως ουδείς άλλος τιμών τον Μωχαμέτη.
Καλά εζούσα, κι όλους τους εκδικούσα,
αλλ’ ένας άλλος, όπου εγώ μισούσα,
με μέσ’ αγάδων μ’ επήρε την αξίαν·
αυτού νυν πάσχω να σβύσω την οικίαν.

Έχω κ’ εγώ πολλά μέσα αγάδες,
να αφανίσω και όλους τους ραγιάδες.
Θέλω τους κάμει τις είμαι να γνωρίσουν,
μικροί, μεγάλοι, για να με προσκυνήσουν·
κοινώς γαρ άλλοι λέγουν για να με ψήσουν,
κι άλλοι φωνάζουν κάλλιο να με φουρκίσουν.

Αυτό, φίλοι, το παράπονον έχω,
και εις τους Τούρκους δια τούτο προστρέχω.

Τέλος, συναντούν την Ελλάδα,  μια γυναικεία μορφή «Ξυπόλυτη, ακτένιστη και όλη πληγωμένη, και μέσα εις τα δάκρυα όλη βεβυθισμένη». Την πλησιάζουν, συστήνονται, της λένε ότι συνάντησαν τον δεσπότη, τον έμπορο, τον κοτζάμπαση  και τον Φαναριώτη και ήταν όλοι φίλοι της τυραννίας, οπότε εκείνη απαντά επικρίνοντας τη στάση των τριών μεγάλων δυνάμεων απέναντι στην υπόδουλη Ελλάδα. Από τα λεγόμενά της βοηθούμαστε και να χρονολογήσουμε το κείμενο, διότι υπάρχει  έμμεση αλλά σαφής αναφορά στη ρωσοτουρκική συμμαχία που έδιωξε τους Γάλλους από τα Επτάνησα το 1798-99:

Γένη σκληρά και ύπουλα, φυλαί γεμάται δόλον,
μη λέτε πρόφασες ψευδείς, με φέρετε γαρ πόνον.
Αρχιερείς και μπέηδες και προεστούς τυράννους,
λέτε πως τους ευρήκατε όλους Μωαμετάνους·
τούτο ποσώς δεν έπρεπε για να σας ενόχληση·
και πότ’ αυτοί ηγάπησαν την ανθρωπίνην φύσι;

(τω Ρώσσω)

Εάν καλούς γνωρίζετε αυτούς τους καλογήρους,
και από τους άρχοντας πολλούς, ωσάν αυτούς ομοίους,
ποτέ δεν τους εστέλνετε να ζουν στο μοναστήρι,
και άρχοντας τους δολερούς ομοίως στο Σιμπίρι.

(τω Γάλλω)

Μα κ’ εσύ, Γάλλε, θαυμάζεις;
Φαίνεταί μοι πώς με παίζεις.
Αν εσείς αυτών την δόξα
δεν γκρεμίζατε με τόξα,
κι αν δεν στούνταν γιουλοτίνα,
σεις εχάνεσθε απ’ την πείνα.

(τω Άγγλω)

Εάν εσείς τον Πάπαν γνωρίζετε καλόν,
γιατί τον κάθε χρόνον τον καίετε πλαστόν;
Λοιπόν μην απορείτε πως είναι οπαδοί,
καθένας το γνωρίζει, και μέσα τον πονεί.

(εις τους τρεις)

Τας πληγάς και τραύματά μου,
που μου δίδουν τα παιδιά μου,
ίσως έχουν και αιτίαν
ότι γίνονται με βίαν.

Πώς δε να αλησμονήσω
και παντού να μη κηρύσσω
ότι εισθ’ εσείς αιτία
οπού φέρω ‘γώ μυρία;

Βλέπετε τούτας τας πληγάς, που έχω στο κεφάλι,
και άλλας πάνω στην καρδιά, μία κοντά στην άλλη;
Όλας ‘πό σας τας έλαβα χωρίς φιλανθρωπίαν.
Σ’ εμέ την ευεργέτιν σας δείξατ’ αχαριστίαν.

Τρεις μάχες Ρώσσος κήρυξεν ενάντιον Τουρκίας,
τα τέκνα μου εσύναξεν από πολλάς οικίας,
εγγράφως τα υπέσχετο για να τα λευθερώση,
μα ο σκοπός του απέβλεπε σκληρά να τα σκλαβώση.
Δεν έφθασε που ‘σφάγησαν τόσ’ Έλληνες μαζί του,
αλλ’ έσβησε κι άλλους πολλούς ησύχως το σπαθί του.

Άρχισε και η Γαλλία
να κηρύττη ελευθερία·
έφθασε στα σύνορά μου,
κ’ ηύξησε τα βάσανά μου.
Ύβριζε την τυραννία,
μα διψούσε για σολδία.

Η Ρωσσία κ’ η Αγγλία,
βλέποντάς τους στην Τουρκία,
έτρεξαν να τους εξώσουν,
για να μη με λευθερώσουν.

Τρέχει η μία πληρωμένη
και η άλλη κομπασμένη
τους Αγαρηνούς να σώσουν
και εμέ να θανατώσουν.

Δεν είσθ’ εσείς που λάβετε τόσα μεγάλα φώτα
από τας βίβλους των σοφών, που ‘ταν παιδιά μου πρώτα;
Και αν εσείς δεν είχετε κείνων τας ερμηνείας,
ακόμη ήθελ’ ευρίσκεστε δούλοι της αμαθείας.
Και πάλιν αν με βγάζετε από την τυραννίαν,
ευθύς αι Μούσαι άσουσι νέαν φιλοσοφίαν∙
και τότ’ εσείς μανθάνετε πολλά, που δεν νοείτε,
από τα τέκνα μου αυτά, που τώρα τυραννείτε.

Μα πού φιλανθρωπία;
λείπει από σας φιλία.
Τρέφεται η κακία.
Άρχ’ η μισανθρωπία

Λόγω φωνείτε
πως με πονείτε,
έργω δε τον χαμόν μου ποθείτε.

Ω της κακίας
κι αχαριστίας
και της υμών άκρας απονίας!

Ο Κωνσταντίνος Θησέως Δημαράς γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 1904 και πέθανε στο Παρίσι στις 18 Φεβρουαρίου 1992. Υπήρξε κριτικός και ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας και ο πρώτος και σημαντικότερος μελετητής του νεοελληνικού διαφωτισμού. Ξεκίνησε τις σπουδές του στην ιατρική, αλλά ύστερα γράφτηκε στην Φιλοσοφική Aθηνών και πήρε τελικά πτυχίο από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το οποίο και τον αναγόρευσε διδάκτορα Φιλολογίας. Tα επιστημονικά του δημοσιεύματα άρχισαν το 1926. Συνεργάστηκε με πολλά έντυπα (όπως οι εφημερίδες "Eλληνικά Γράμματα" και "Πρωΐα", αλλά κυρίως η εφημερίδα "Tο Bήμα" και το περιοδικό "Nέα Eστία"). Tο έργο ζωής του Κ. Θ. Δημαρά είναι η "Iστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας" (πρώτη έκδοση 1948), όπου συνέθεσε γνωστά και άγνωστα στοιχεία καταγράφοντας την πορεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ερμηνεύοντας και εντάσσοντάς την σε ευρωπαϊκό πλαίσιο. Tο τελευταίο συνθετικό του έργο ήταν το "Kωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος: Η εποχή του, η ζωή του, το έργο του", όπου το έργο του μεγάλου ιστορικού θεωρείται από νέα οπτική γωνία, και εξετάζεται ο ρόλος του στη διαμόρφωση των νεοελληνικών νοοτροπιών. Διετέλεσε γενικός διευθυντής του Iδρύματος Kρατικών Yποτροφιών, από τη σύστασή του το 1951, και διευθύνων σύμβουλος του Eθνικού (τότε Bασιλικού) Iδρύματος Eρευνών, επίσης από τη σύστασή του το 1961. Aπομακρύνθηκε και από τις δύο θέσεις από το δικτατορικό καθεστώς, το 1967, και αποδέχτηκε πρόσκληση του πανεπιστημίου της Σορβόννης για να διδάξει στην έδρα Nέας Eλληνικής Λογοτεχνίας, καθώς και να διευθύνει το Nεοελληνικό Iνστιτούτο. Tις θέσεις αυτές διατήρησε έως το 1978, οπότε και αποσύρθηκε από την ενεργό υπηρεσία.

Πηγή: Βιβλιονέτ

Τετάρτη 24 Μαΐου 2023

Oxana Timofeeva (197): Πως να αγαπάς μια πατρίδα

 



 

" Αν δεν μπορείς να αγαπήσεις την πατρίδα σου σαν άνθρωπος, αν ο εχθρός σε διώξει, αγάπησέ την σαν φυτό - μείνε, αντιστάσου- ή αγάπησέ την σαν θηρίο - τρέξε, όρμα τους ή δραπέτευσε, αλλά μην τους αφήσεις την πατρίδα σου- απλά μάζεψέ την στην καρδιά σου και πάρε την μαζί σου όπου κι αν πας".


Η Oxana Timofeeva, γεννημένη το 1978 στο Kozhevnikovo της ΕΣΣΔ, διδάσκει σύγχρονη φιλοσοφική ανθρωπολογία στο Κέντρο Φιλοσοφίας Stasis του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας. Εκτός από τη διδασκαλία, εκδίδει και γράφει βιβλία, όπως την Ιστορία των ζώων (2018), το Πώς να αγαπάς μία πατρίδα (2020) και την Ηλιακή πολιτική (2022). Το Πώς να αγαπάς μια γενέτειρα, από το οποίο δημοσιεύουμε εδώ ένα απόσπασμα, εκδόθηκε έπειτα από παραγγελία και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Kayfa ta, μαζί με μια μετάφραση στα αραβικά. Σε αυτό, μεταφέρει τη σκέψη της πέρα από τον ανθρωποκεντρισμό στις πρακτικές της πατρίδας, της αγάπης και του ανήκειν σε μια περίπλοκη πολιτική στιγμή που συνδυάζει τον εθνικισμό με τον ιμπεριαλισμό.

Πηγή: Lifo

Σάββατο 14 Μαΐου 2022

Γιώργος Αλλαμανής (1964):

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του



Με το brand name Γιώργος Ι. Αλλαμανής κυκλοφορούν εδώ και περίπου 35 χρόνια στην μιντιακή αγορά της Ψωροκώσταινας δύο χειροποίητα προΐόντα: ένας δημοσιογράφος με ειδικότητα στη διεθνή ειδησεογραφία (απ’ το 1984) κι ένας ραδιο-επιτηδευματίας και συγγραφέας με αυξημένο ενδιαφέρον για το τραγούδι, ελληνικό και ξένο (απ’ το 1987).

Ο πρώτος έχει εργαστεί αόκνως στις εφημερίδες Καθημερινή, Βήμα και Documento, στα δελτία ειδήσεων των καναλιών Mega και Alpha και κατά καιρούς έχει παρεκτραπεί στην αρχισυνταξία τηλεοπτικών εκπομπών, το ρεπορτάζ και την αρθρογραφία. Απολαμβάνει να σκαλίζει και την πιο ταπεινή λεζάντα. Δεν έχει απασχοληθεί ποτέ σε γραφεία Τύπου. Δεν φλέγεται να βλέπει παντού το όνομα και τη φωτογραφία του.

Ο δεύτερος έχει εργαστεί στην ΕΡΤ, στο Κανάλι 15, στον Μελωδία (10 συναπτά έτη), στον Εν Λευκώ και σήμερα συμμετέχει υπερηφάνως στο αυτοδιαχειριζόμενο web radio ΜεταΔεύτερο (www.metadeftero.gr). Δεν έχει πει όχι στην μουσικοκριτική και στο πολιτιστικό/πολιτικό χρονογράφημα. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί μεταξύ άλλων στα περιοδικά Ηχος & Hi Fi, Σχολιαστής, Μετρό και Δίφωνο και στο εβδομαδιαίο Ποντίκι. Εχει κάνει εκατοντάδες (ίσως λίγες χιλιάδες;) συνεντεύξεις και έχει συγγράψει την ερευνητική βιογραφία του τραγουδοποιού Νικόλα ‘Ασιμου «Δίχως καβάντζα καμιά» (2000).

Το σχιζοφρενικώς αξιοσημείωτο είναι ότι και οι δύο, πιστεύουν ότι είναι ένα. Με βάση αυτή την πεποίθηση, ο Γιώργος Ι.Αλλαμανής, γεννημένος στην Αθήνα το 1964 και κάτοικος Παγκρατίου, πατέρας τριών θυγατέρων και ενός γιού, ελπίζει ότι όσο ζει θα κάνει ραδιόφωνο, ότι θα αξιωθεί να γράψει κάμποσα βιβλία ακόμη και ότι θα γεράσει εν ειρήνη σε υψόμετρο 608 μέτρων απ’ την επιφάνεια της θάλασσας, εποπτεύοντας τα έλατα του Πάρνωνα και όχι βιομηχανικής κλίμακας αιολικά πάρκα.

(Πηγή: "Εκδόσεις Τόπος", 2022)


Σάββατο 17 Ιουλίου 2021

Κώστας Περδίκης:

 Νέα Βιβλία


Τα βιβλία, για όσους ενδιαφέρονται, θα διατίθενται:

Στην Αθήνα, από το βιβλιοπωλείο ''Εν Αθήναις'', Μαυροκορδάτου 9,            τηλ.2103830491

Στη Ζαχάρω, από το βιβλιοπωλείο Σ. Φιορέτου, τηλ. 6932925235

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2021

Νίκος Καββαδίας (1910-1975):

 







H πιο πετυχημένη συνέντευξη της εποχής παραχωρείται στο περιοδικό «Εικόνες» το 1962 και στον φέρελπι τότε εκπρόσωπο της δημοσιογραφίας Φρέντυ Γερμανό. Η εμβληματική εκδότρια Ελένη Βλάχου πίστευε ότι η εν λόγω συνέντευξη όχι μόνο θα στοιχειοθετούσε ένα πλήρες προφίλ του ποιητή αλλά ότι θα επανέφερε το όνομα του Καββαδία δυναμικά στο προσκήνιο. Άλλωστε, είχε φροντίσει ήδη να επανεκδώσει στις εκδόσεις Γαλαξίας, σε έναν τόμο αυτήν τη φορά, τις δύο του συλλογές Μαραμπού και Πούσι. 

 Ας μην ξεχνάμε ότι τα χαρτόδετα βιβλιαράκια του Γαλαξία, που εξέφραζαν το πρωτοποριακό βλέμμα της εκδότριας Βλάχου, φιλοξενώντας ταυτόχρονα τίτλους όπως η Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη και το Μηδέν και Άπειρον του Καίσλερ, σκοπό είχαν να συνδυάσουν το έργο κορυφαίων ποιητών, όπως ο Σεφέρης ή ο Ελύτης, με τις μαζικές εκδόσεις, ακολουθώντας, εν πολλοίς, το παράδειγμα του αγγλικού Penguin. Για πρώτη φορά εκλεκτοί ποιητές, που ως τότε φιλοξενούνταν σε ακριβούς τόμους και στα υψηλά σαλόνια, μπορούσαν κυριολεκτικά να υπάρξουν στα περίπτερα – ακόμα και σε αυτόματο πωλητή, που για πρώτη φορά υιοθετήθηκε στον ελληνικό χώρο μόλις στις αρχές της δεκαετίας του '60!   Με τα φιλοτεχνημένα από τον Μόραλη εξώφυλλα και με μια κοινή αισθητική για όλα σχεδόν τα βιβλία, οι εκδόσεις Γαλαξίας επανέφεραν ουσιαστικά τον Καββαδία στην επικαιρότητα, μετά την πρώτη έκδοσή του, και σε συνδυασμό με τη συνέντευξη στον Φρέντυ Γερμανό έκαναν το περιβόητο Μαραμπού κυριολεκτικά πρωταγωνιστή των ημερών.



 Πηγή: www.lifo.gr

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Γιάννης Περδίκης(1981):


 

 Έρευνα:  H αθηναϊκή αγορά του βιβλίου στα χρόνια της κρίσης 

Η έρευνα που διεξήχθη σε διάφορες περιοχές του ευρύτερου κέντρου, από το Θησείο και τα Πετράλωνα, μέχρι το Κολωνάκι και το Παγκράτι, επιχείρησε να προσεγγίσει τα μικρά βιβλιοπωλεία  τόσο με όρους γεωγραφικούς – οικονομικούς, ως μικρές επιχειρήσεις που έχουν επίδραση στις τοπικές αγορές και γενικότερα στην γειτονιά σαν οργανισμό, όσο και από μια σκοπιά κοινωνιολογική – ανθρωπολογική, θέλοντας να εμβαθύνει στις διαπροσωπικές σχέσεις που δομούνται με επίκεντρο ένα μικρό βιβλιοπωλείο.

 Τα χρόνια της οικονομικής κρίσης και ειδικότερα η πενταετία 2009 – 2014 έχει χαρακτηριστεί ως “η χαμένη πενταετία του βιβλίου” (Μπασκόζος, 2015), εξαιτίας της δραματικής συρρίκνωσης του κύκλου των εργασιών των βιβλιοπωλείων και των εκδοτικών οίκων σε ολόκληρη τη χώρα και ιδιαίτερα στην Αθήνα. Κατά το διάστημα αυτό, τόσο οι οικονομικές τάσεις, όσο και οι πολιτικές των εκδοτών και των βιβλιοπωλών πήραν νέες κατευθύνσεις, μεγάλες επιχειρήσεις αποχώρησαν από την ελληνική αγορά (π.χ. η γαλλική Fnac) ή κηρύχτηκαν σε πτώχευση, ενώ άλλα φαινόμενα, όπως η “άνοιξη” των μικρών βιβλιοπωλείων στις γειτονιές της Αθήνας έκαναν την εμφάνισή τους.

Στη διάρκεια αυτής της πενταετίας, μεγάλα και ιστορικά αστικά βιβλιοπωλεία όπως ο “Ελευθερουδάκης”, ο “Παπασωτηρίου”, ο “Kauffmann” κ.ά. αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στα νέα δεδομένα και οδηγούνται σταδιακά σε κλείσιμο. Στην εξέλιξη αυτή συνετέλεσαν μια σειρά από παράγοντες: Η κακή διαχείριση εκ μέρους των ιδιοκτητών των μεγάλων αλυσίδων, οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες πώλησης βιβλίων, η κατάργηση της ενιαίας τιμής του βιβλίου το 2014 που απορρύθμισε την αγορά, το συρρικνούμενο αναγνωστικό κοινό και βέβαια η οικονομική κρίση, που επιτάχυνε το «άδειασμα» των βιβλιοπωλείων από πελάτες, προκάλεσαν αυτή τη σειρά λουκέτων. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι στα χρόνια αυτά ερημώνει και η “Στοά του βιβλίου” που συγκέντρωνε έναν σημαντικό αριθμό βιβλιοπωλείων – εκδοτικών οίκων.

Στον αντίποδα αυτής της δυσάρεστης κατάστασης για την αγορά του βιβλίου, η ελπίδα φάνηκε να έρχεται από τα μικρά και μεσαία, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία, που μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα κατάφεραν χάρη στο μεράκι των ιδιοκτητών τους να αναπτύξουν ισχυρούς δεσμούς με το βιβλιοφιλικό κοινό.

Πράγματι, στα χρόνια της κρίσης, από το 2009 και μετά παρατηρείται μια “άνθιση” των μικρών βιβλιοπωλείων σε κεντρικά και ημικρεντρικά σημεία της Αθήνας, ακολουθώντας έτσι το πρότυπο άλλων μεγάλων πόλεων του εξωτερικού.  Αρκετοί άνθρωποι που ήταν ήδη στο χώρο του βιβλίου, όσο και νέοι επιχειρηματίες που προέρχονταν από άλλα επαγγελματικά πεδία, αποφάσισαν να ρισκάρουν και να επενδύσουν στο ποιοτικό βιβλίο, ποντάροντας σε μια ζεστή σχέση με το κοινό, σε αντίθεση με τη λογική των μεγάλων  βιβλιοπωλείων – super market.

Αυτή η “επιχειρηματικότητα της ανάγκης” (Κουζέλη, 2013) παραλληλίζεται συχνά με την άνθιση των βιβλιοπωλείων στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, με διαφορετικούς, βέβαια, όρους. Ενδεικτικά, κάποια από τα μικρά βιβλιοπωλεία που άνοιξαν στα χρόνια της κρίσης είναι ο “Φωταγωγός” στην οδό Κολοκοτρώνη, το  “Bookloft” και το “Booktique” στο Κολωνάκι, οι “Πλειάδες”, το “Λεξικοπωλείο” και ο “Βιβλιοστάτης” στο Παγκράτι, το “Little Tree Books” στο Κουκάκι, το “Bibliotheque” στην πλατεία Εξαρχείων, ο “Μωβ Σκίουρος” στην πλατεία Καρύτση (λειτουργεί κυρίως ως εκδοτικός οίκος). Επίσης, άλλα, ήδη υπάρχοντα, μικρά βιβλιοπωλεία έδειξαν αξιοθαύμαστη αντοχή στις πιέσεις της αγοράς και συνεχίζουν και σήμερα να αποτελούν σημεία αναφοράς για την περιοχή τους.

 Το προφίλ των μικρών βιβλιοπωλείων

H πλειονότητα των βιβλιοπωλείων που επισκεφθήκαμε είμαι μικρές έως μεσαίες επιχειρήσεις, έχοντας την νομική μορφή μονοπρόσωπης ΕΠΕ ή προσωπικής (ομόρρυθμης) εταιρίας. Εξαίρεση αποτελεί ένα καφέ – βιβλιοπωλείο το οποίο λειτουργεί ως κοινωνική συνεταιριστική επιχείρηση, με συμμετοχή οκτώ (8) ατόμων που αποφασίζουν με οριζόντιες διαδικασίες και ψηφοφορίες για όλα τα θέματα του χώρου. Τα βιβλιοπωλεία απασχολούν κατά μέσον όρο έναν ως τρεις εργαζόμενους και εκ των οποίων ο ένας είναι, όπως ειναι αναμενόμενο, ο ιδιοκτήτης. Σε κάποιες περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με αμιγώς οικογενειακή επιχείρηση, ενώ σε άλλες οι υπάλληλοι απασχολούνται υπό ένα “θολό” εργασιακό καθεστώς, σαν βοηθητικοί με προγράμματα voucher του ΟΑΕΔ ή εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης.

Όσον αφορά στην αισθητική, αλλά και επιχειρηματική κατεύθυνση των βιβλιοπωλείων, παρατηρούμε ότι όλα, σε μεγαλύτερο η μικρότερο βαθμό, έχουν ένα κοινό παρανομαστή: την λογοτεχνία και ιδιαίτερα την ελληνική λογοτεχνία, που είναι και το προσωπικό ενδιαφέρον των περισσότερων εκ των ιδιοκτητών. Σημαντική θέση στα μικρά βιβλιοπωλεία επίσης έχουν το κριτικό δοκίμιο, οι ανθρωπιστικές επιστήμες, η ποίηση (ελληνική και μεταφρασμένη) αλλά και τα διάφορα, αρκετά τον αριθμό, λογοτεχνικά περιοδικά.

Η προτεραιότητα των βιβλιοπωλών είναι κατεξοχήν ο χώρος του ποιοτικού βιβλίου, παράλληλα, όμως ,στα μικρά βιβλιοπωλεία θα βρει κάποιος τις περισσότερες φορές και άλλα προιόντα, όπως γραφική και σχολική ύλη, διακοσμητικά αντικείμενα, προιόντα design ή τουριστικά προιόντα- σουβενίρ, λευκώματα, κάρτες κ.οκ. Όλα αυτά τα συμπληρωματικά προιόντα βοηθούν την μικρή επιχείρηση να είναι οικονομικά βιώσιμη. Άλλωστε, ειδικά τα τελευταία χρόνια είναι συχνό το φαινόμενο κάποια μικρά βιβλιοπωλεία να λειτουργούν και ως καφέ, αποκτώντας έτσι ένα ακόμη σημαντικό έσοδο, καθώς πολλές φόρες ο τζίρος από τα βιβλία δεν είναι ικανός ώστε τα βιβλιοπωλεία να είναι επικερδείς επιχειρήσεις.

Βιβλιοπωλείο και γειτονιά

Η περιήγησή μας στις γειτονιές της Αθήνας για τις ανάγκες της έρευνας υπήρξε μια ιδιαίτερα ζωντανή διαδικασία, καθώς η επίσκεψη σε κάθε μικρό βιβλιοπωλείο σήμαινε ταυτόχρονα και την ανακάλυψη μιας ολόκληρης περιοχής γύρω από αυτό, του ¨μικρόκοσμου” που το περιβάλλει, την παρατήρηση των ανθρώπων της γειτονιάς, την περιπλάνηση, τις διαδρομές προς και από τον προορισμό μας.

H εμπειρία που αποκομίσαμε από την διεξαγωγή των συνεντεύξεων και την περιήγηση στις γειτονιές μας δείχνει ότι ο θεσμός των μικρών βιβλιοπωλείων είναι συμβατός με την κουλτούρα, τις συνήθειες των κατοίκων αυτής της πόλης, όσο και με την κοινωνική ζωή της αθηναϊκής γειτονιάς. Η Αθήνα και ιδίως οι παραδοσιακές γειτονιές της (Παγκράτι, Κολωνάκι, Κουκάκι, Πετράλωνα, Θησείο), είναι περιοχές όπου, παρά τις δυσμενείς επιπτώσεις της κρίσης, ευνοούνται οι διαπροσωπικές σχέσεις, υπάρχει ακόμη η έννοια της τοπικής αγοράς, ανθούν το μικρό, λιανικό εμπόριο, οι προσωπικές ή οικογενειακές επιχειρήσεις, ενώ την ίδια στιγμή σπανίζουν οι πολυχώροι και τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα.

Η έρευνά μας για τα βιβλιοπωλεία στις γειτονιές της Αθήνας μας έδειξε ότι αυτή η αμφίδρομη σχέση του βιβλιοπωλείου με τον περιβάλλοντά του χώρο είναι καθοριστική για την βιωσιμότητα αυτών των επιχειρήσεων. Τα μικρά βιβλιοπωλεία έρχονται να δώσουν νέα πνοή, φρέσκιες ιδέες, κινητικότητα, ευκαιρίες για συνεργασίες, ακόμη και θέσεις εργασίας σε μια γειτονιά, ενώ ταυτόχρονα εισπράττουν από τον κόσμο, τους κατοίκους όλα τα απαραίτητα ερεθίσματα, σε μια σχέση διάδρασης που έχει σημαντικά οφέλη για την τοπική κοινότητα. Ταυτόχρονα, φαίνεται νέα δημιουργείται ένα νεό βιβλιόφιλο κοινό, και μάλιστα από ανθρώπους νέας ηλικίας, το οποίο επιδιώκει την άμεση, ζεστή επαφή με τον βιβλιοπώλη, στα πλαίσια της οποίας αναπτύσσονται πολλές φορές και φιλικές σχέσεις.

Ιδιαίτερo ενδιαφέρον σε αυτό το σημείο έχουν οι ποικίλες συνεργασίες που αναπτύσσουν τα βιβλιοπωλεία με την τοπική επιχειρηματικότητα, καταστήματα, επαγγελματίες, χώρους τέχνης, τοπικούς φορείς και πρωτοβουλίες κατοίκων. Στο πλαίσιο των συνεργασιών αυτών προκύπτουν διαρκώς και νέα εγχειρήματα: Από γιορτές στη γειτονιά, παρουσιάσεις βιβλίων και θεματικές βραδιές, μέχρι προβολές ταινιών και μικρές αυτοσχέδιες συναυλίες, ανταλλακτικά παζάρια, συλλογικές κουζίνες, φιλανθρωπικές κινήσεις, περίπατοι, γενικότερα, πρωτοβουλίες με ππολιτιστικό ή καιι πολιτικό περιεχόμενο.

 Aρκετοί βιβλιοπώλες τόνισαν το γεγονός ότι σε περιοχές όπου απουσίαζαν οι χώροι τέχνης – πολιτισμού, τα μικρά βιβλιοπωλεία που άνοιξαν τα τελευταία χρόνια ήρθαν να ικανοποιήσουν αυτήν την ανάγκη του κόσμου για κοινωνικοποίηση, αλλά και μάθηση, ώστε να μην μιλάμε πλέον για ένα απλό βιβλιοπωλείο, αλλά ένα βιβλιοπωλείο που  λειτουργεί και σας χώρος συνέυρεσης, σαν στέκι. Π.χ. Μια πολύ δημοφιλής και διαδεδομένη πρακτική των μικρών βιβλιοπωλείων είναι οι λέσχες ανάγνωσης, με ταχτές συναντήσεις που πολλές φορές, λόγω της έλλειψης χώρου, φιλοξενούνται εκτός βιβλιοπωλείου, σε μαγαζιά και καφέ της γειτονιάς.

Γενικότερα η εικόνα που αποκομίσαμε από την έρευνα είναι η διάθεση των βιβλιοπωλείων να “βγουν έξω” ανοίγοντας διαύλους επικοινωνίας με την γειτονιά, αλλά και ευρύτερα το βιβλιόφιλο κοινό και όχι να περιορίζονται στενά στον χώρο του βιβλιοπωλείου. Αρκτετά βιβλιοπωλεία συμμετέχουν σε δράσεις που γίνονται ακόμη και εκτός Αθηνών, ενώ άλλα εμπλέκονται σε συναφείς δημιουργικούς τομείς όπως είναι οι εκδόσεις.

Αυτή η διάθεση ευνοείται και από το γεγονός ότι υπάρχει ένα συνεχώς αυξανόμενο τουριστικό ενδιαφέρον για την Αθήνα τα τελευταία χρόνια. Για πολλές μεγάλες πόλεις και σε έναν βαθμό και στην Αθήνα τα μικρά, ανεξάρτητα, βιβλιοπωλεία αποτελούν κομμάτι του εναλλακτικού, πολιτιστικού τουρισμού (cultural tourism). Αρκετές τουριστικές ιστοσελίδες (π.χ. Trip advisor), ξενόγλωσσοι οδηγοί πόλης και βιβλιοφιλικά blogs του εξωτερικού περιλαμβάν τα βιβλιοπωλεία στα σημεία ενδιαφέροντος που αξίζει κανείς να επισκεφθεί κατα την παραμονή του στην πόλη.

Συνεργασίες μικρών βιβλιοπωλείων 

Η συνεργασία των μικρών βιβλιοπωλείων, η δημιουργία δικτύων μεταξύ των βιβλιοπωλών είναι κάτι συνηθισμένο, όσο και σχεδόν επιβεβλημένο σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, Αμερική. Μιλάμε βέβαια για μεγάλα μεγέθη αγορών, όπου σε κάθε πόλη μπορείς να συναντήσεις πληθώρα ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων. Εκεί η συνεργασία είναι μονόδρομος προκειμένου τα μικρά βιβλιοπωλεία να αντέξουν στους μεγάλες παίχτες της αγοράς, τις μεγάλες αλυσίδες και την Amazon. Κατά την διεξαγωγή των έρευνας, θέσαμε μετ’επιτάσεως στους εγχώριους βιβλιοπώλες το ζήτημα της συνεργασίας των μικρών αθηναϊκών βιβλιοπωλείων, ορμώμενοι από τις καλές πρακτικές των ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων σε χώρες του εξωτερικού. Η εμπειρία που αποκομίσαμε είναι μάλλον αποθαρρυντική, καθώς μια τέτοια προοπτική στη χώρα μας είναι ακόμη σε εμβρυακό στάδιο. Τα μικρά βιβλιοπωλεία στην Αθήνα δρουν, προς το παρόν, σχετικά αυτόνομα, σε μια κατάσταση υγιούς “συναγωνισμού”.

Παρ’όλα αυτά, οι περισσότεροι βιβλιοπώλες τόνισαν ότι είναι θετικοί σε μελλοντικές κοινές διεκδικήσεις όπως είναι η ελάφρυνση της φορολογίας, η υπαγωγή σε χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ ως κομμάτι της δημιουργικής βιομηχανίας της χώρας και η επαναφορά της ενιαίας τιμής του βιβλίου ( είχε καταργηθεί το 2014)π ου κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική για την επιβίωση των μικρών βιβλιοπωλείων.

Τον τελευταίο καιρό, πάντως, αναπτύσσονται τόσο από ιδιώτες, όσο και από δημόσιους φορείς προσπάθειες να αναδειχτεί συνολικά η εικόνα αλλά και η συμβολή των μικρών βιβλιοπωλείων στην πολιτιστική ζωή του τόπου. Η διοργάνωση της Ημέρας Μικρών Βιβλιοπωλείων (“Little Bookstores Day”) στις 28 Απριλίου 2018 ήταν μια πρωτοβουλία που στόχο είχε να συστήσει τα βιβλιοπωλεία αυτά σε ένα ευρύτερο κοινό, πέραν από τους παραδοσιακά βιβλιόφιλους, μέσα από κοινές, συντονισμένες εκδηλώσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος. (https://littlebookstoresday.gr/).

Σε αυτή την κατεύθυνση των συνεργασιών κινήθηκε και η πρωτοβουλία “Αθήνα Πρωτεύουσα του Βιβλίου 2018-19” του δήμου Αθηναίων, με γενικό στόχο η Αθήνα να γίνει μια πόλη πιο φιλική προς το βιβλίο. Εκθέσεις, σεμινάρια, εργαστήρια γραφής, προβολές σχετικές με την λογοτεχνία, θεατρικά δρώμενα, κινητή βιβλιοθήκη στην πόλη, ήταν μερικές μόνον από τις περιπτώσεις όπου τα αθηναικά βιβλιοπωλεία ενεπλάκησαν σε μια διαδικασία εξωστρέφειας και “συνομιλίας” με το κοινό.

 Ο ρόλος της πολιτείας

Στο ζήτημα του κατά πόσον υπάρχει κάποια μέριμνα από πλευρά πολιτείας για τα μικρά βιβλιοπωλεία, στα πρότυπα του τι συμβαίνει π.χ. Στη Γαλλία ή το Ην.Βασίλειο, οι Αθηναίοι βιβλιοπώλες υπογράμμισαν ότι η μόνη βοήθεια από το κράτος τα τελευταία χρόνια έχει να κάνει κυρίως με δράσεις του Δήμου Αθηναίων στις οποίες εμπλέκονται και τα μικρά βιβλιοπωλεία, από ιστορικούς περιπάτους μέχρι καμπάνιες για την προώθηση του λεγόμενου “πολιτιστικού τουρισμού”, διάφορα happenings κ.ά. Η βοήθεια αυτή, πάντως, είναι μάλλον συμβολική και περισσότερο σε ένα επίπεδο προβολής  και δεν έχει να κάνει, προς το παρόν τουλάχιστον, με κάποια δυνατότητα χρηματοδότησης ή περαιτέρω στήριξης των μικρών, ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων.

Το σύνολο σχεδόν των βιβλιοπωλών αναφέρθηκε στο κλείσιμο του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) το 2013 ως μια σημαντική απώλεια καθότι υπήρξε το μοναδικό στήριγμα από την πλευρά της Πολιτείας για τα μικρότερα, ειδικά, βιβλιοπωλεία αλλά και γενικότερα αποτέλεσε κατά σειρά ετών, με αρκετή επιτυχία, το αρμόδιο όργανο για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς του βιβλίου. Οι περισσότεροι σημειώνουν ότι οι δράσεις ενίσχυσης των βιβλιοπωλείων από το ΕΚΕΒΙ λειτουργούσαν σαν αντίβαρο στην επιθετική πολιτική των μεγάλων αλυσίδων βιβλίου όσο και των μεγάλων εκδοτών. Οι βιβλιοπώλες πάντως καταθέτουν στην έρευνά μας τις δικές τους προτάσεις για δυνατότητα επιδότησης από το κράτος σεμινάριων επιμόρφωσης, εργαστηρίων και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων που θα πραγματοποιούνται στον χώρο του βιβλιοπωλείου.

Επίλογος

Το φαινόμενο της άνθισης των μικρών βιβλιοπωλείων στις γειτονιές της Αθήνας δεν είναι τυχαίο, αλλά συνδέεται, μεταξύ άλλων με την ανάγκη για ενημέρωση, ποιοτική πρόταση, προσωπική επαφή, χαλάρωση από την ρουτίνα της καθημερινότητας. Τo μικρό βιβλιοπωλείο γίνεται ένας τόπος συνεύρεσης, όπου συγκλίνουν άνθρωποι με κοινά ενδιαφέροντα που πάνε πολύ πέρα από το βιβλίο, αγγίζουν ευρύτερα θέματα πολιτισμού, επιστήμης και πολιτικής.

Παρά τις επιδράσεις της παγκοσμιοποίησης, η Αθήνα παραμένει ακόμη μια πόλη όπου οι μικροί χώροι, οι μικρές κυψέλες ανθρώπων, τα στέκια, είναι αυτά που δίνουν τον τόνο της καθημερινής κοινωνικής ζωής. Τα μικρά, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία, σε συνέχεια μια βιβλιοφιλικής παράδοσης αιώνων, δίνουν νέα πνοή στην ταλαιπωρημένη αγορά του βιβλίου, ανανεώνουν τον αστικό ιστό και μαζί με άλλες μικρές επιχειρήσεις αλλάζουν το πρόσωπο της πόλης. Μας γεμίζουν, επίσης, αισιοδοξία για τις δυνατότητες αυτού του τόπου να δημιουργεί όμορφα πράγματα, σε πείσμα των δύσκολων καιρών και με το βλέμμα πάντα σε ένα καλύτερο μέλλον.

 

(*)Ο Γιάννης Περδίκης είναι νομικός – κοινωνικός επιστήμονας, αρθρογράφος. Το παρόν άρθρο έχει ως αντικείμενο τα μικρά, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία στις γειτονιές του κέντρου της Αθήνας καi βασίζεται στην αντίστοιχη διπλωματική εργασία που εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Π.Μ.Σ “Ευρωπαϊκές Πολιτικές, Σχεδιασμός, Ανάπτυξη του χώρου” του τμήματος Γεωγραφίας του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου (2019).

 

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

 

Καραχάλης, Ν., (2007), Πολιτισμός και Τοπική Ανάπτυξη: Ο ρόλος των πολιτιστικών και τουριστικών περιοχών στη σύγχρονη πόλη, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Μάιος 2007, Αθήνα

Κουζέλη, Λ., (2013), “Τα βιβλιοπωλεία της κρίσης”, αναδημοσιεύται στον ιστότοπο της εφημερίδας Το Βήμα, https://www.tovima.gr/2013/11/08/books-ideas/ta-bibliopwleia-tis-krisis/.

Λάμπρου, Α., (2012), Το βιβλιοπωλείο στην Ελλάδα, 1974-2009: η αντοχή της παράδοσης και η αλλαγή του παραδείγματος, διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Επικοινωνίας καιΜέσων Μαζικής Ενημέρωσης, Μάιος 2012, Αθήνα.

Μπακουνάκης, Ν., (2013), “Τι σημαίνει το κλείσιμο του ΕΚΕΒΙ”, αναδημοσιεύται στις

11/1/2013 στον ιστότοπο της εφημερίδας Το Βήμα https://www.tovima.gr/2013/01/11/opinions/tisimainei-to-telos-toy-ekebi/

Μπασκόζος, Γ., (2015) “Στοιχεία για την χαμένη πενταετία του βιβλίου 2009-2014, oanagnostis.gr https://www.oanagnostis.gr/stichia-gia-ti-chameni-pentaetia-tou-vivliou-2009-2014/