Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Κώστας Περδίκης:


το θαύμα 


Τον έβλεπα, κάθε μέρα, τουλάχιστον για μια δεκαετία,  πηγαίνοντας στη δουλειά μου.
Μόνο αν έβρεχε απουσίαζε.
Πάντα στην ίδια θέση, στο ίδιο πόστο.
Στο πεζοδρόμιο της Ιπποκράτους, στο πλάι της Εθνικής Βιβλιοθήκης, απέναντι από τα θέατρα.
Πρωί-πρωί ήταν εκεί.
Μαζεμένος, ένα μικρό κουβάρι, πάνω στο ίδιο βρώμικο χαρτόνι.
Έβλεπες το  ένα του, μονάχα, ποδάρι και την καμπούρα, κάτω από το τρισάθλιο σα­κάκι του.
Ακίνητος, εντελώς.
Με την τραγιάσκα, αφημένη  μπροστά του, για τα κέρματα.
Αμίλητος, χωρίς να ξεστομίζει ευχές και παρακάλια, όπως οι περισσότεροι από το σινάφι του.
Με τα μάτια του να κοιτάζουν διαρκώς προς τα κάτω.
Ένας σακάτης, πραγματικά για  λύπηση, περασμένα τα πενήντα …
Φεύγοντας από τη δουλειά μου, γύρω στις τρεις, τον έβρισκα ακόμη εκεί.
Περνούσες από πλάι του και δεν άντεχες να μην του ρίξεις μια ματιά, να μη σ’ αγγίξει η ανημποριά και η μαυρίλα του.
Του ’ριχνες κάνα κέρμα και το ευχαριστώ του δεν το άκουγες, κουβέντα δεν έβγαινε από το στόμα του .
 Σα να είχε θυμό μέσα του.

Κάποια απογεύματα στην υπηρεσία, μετά το κανονικό μας ωράριο, κάναμε δυο, τρεις ώρες υπερωρίες.
Χειμώνας καιρός και σκοτείνιαζε νωρίς.
Τελειώνοντας τη δουλειά, το φως έξω είχε ήδη λιγοστέψει.
Θα ’ταν Τετάρτη, με τα περισσότερα μαγαζιά κλειστά.
Η κυκλοφορία πεζών αλλά και οχημάτων μειωμένη.
Πήρα πάλι το αριστερό πεζοδρόμιο, κατηφορίζοντας για τον σταθμό του μετρό.
Και τότε, ξαφνικά, μένω εμβρόντητος, κόκαλο.
Λίγα μέτρα μπροστά μου βλέπω να συντελείται ένα θαύμα.
Ο δυστυχής σακάτης δίνει μια και σηκώνεται.
Στέκεται όρθιος και στα δυο του ποδάρια.
Έχει μεσαίο μπόι και κορμί λαμπάδα, χωρίς υποψία καμπούρας.
Σκύβει και μαζεύει βιαστικά, από κάτω, το χαρτόνι και την τραγιάσκα με τα κέρματα.
Ρίχνοντας κλεφτές ματιές, τρέχοντας  σχεδόν, στρίβει στη γωνία Ιπποκράτους και Πανεπιστημίου και χάνεται. 

Φωτογραφία: Από το διαδίκτυο

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Κώστας Περδίκης: Με αφορμή μια φωτογραφία (11).



Στο μέτωπο 

Αλβανικά σύνορα, έφεδρος υπολοχαγός.
Πρώτα χιόνια, κρύο και βαριά χλαίνη.

Βλέμμα σκοτεινιασμένο,
μέσα στα μάτια του ο πόλεμος.

Καμιά σχέση με ’κείνον,
που χρόνια, μετά, θα πρωτογνωρίσω.
Τον γελαστό και καλοσυνάτο αδελφό της μάνας μου,
τον θείο Γιάννη… 

Θα ’ταν Οκτώβρης του ’40…

Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Κώστας Περδίκης:



αλισίβα και λουλάκι


Μπαίνοντας στην αυλή έβλεπες, αριστερά,  το δίπατο σπίτι και δεξιά, ακριβώς απένα­ντί του, την παλιά χαμοκέλα. Στο σπίτι ανέβαινες από  μια ίσια ξύλινη σκάλα, στη δυτική του πλευρά. Λίγο πιο κει, ήταν το πηγάδι με την ανέμη και η μεγάλη μουριά. Το πηγάδι ήταν βαθύ, πέτρινο, καλοχτισμένο, με ψηλό φίλιαντρο[1]. Για να δω μέσα, σηκωνόμουνα στις μύτες των ποδιών μου. Ο παππούς καμάρωνε για το δροσερό και νόστιμο νερό του.
Από το πηγάδι ξεκίναγε το  γρανί[2], που είχε φτιάξει  για να ποτίζει το μικρό του πε­ριβόλι. Ήταν λίγο κατηφορικό και από τα πολλά ποτίσματα, το χώμα του είχε πε­τρώσει σαν τσιμέντο. Έβγαζε ο παππούς νερό με την ανέμη και τον μεγάλο σούγλο[3] και το έχυνε στο γρανί. Εκείνο πέρναγε από δέντρο σε δέντρο ποτίζοντάς τα  και έφθανε μέχρι την άκρη του περιβολιού. Οι λίγες πορτοκαλιές, οι λεμονιές και οι μεσκουλιές[4] χόρται­ναν νεράκι, τις μέρες που έπιαναν οι ζέστες και δίψαγαν. Η μουριά και η μεγάλη κληματαριά, δίπλα στο πηγάδι, δεν είχαν ανάγκη από πότισμα, ρούφαγαν με τις βα­θιές τους ρίζες νερό από μόνες τους.
Περίπου κάθε δυο βδομάδες και αν βέβαια άφηνε ο καιρός, η γιαγιά με τη μη­τέρα μας έβαζαν μπουγάδα. Βόλευε τη μητέρα να πλένει τα ρούχα μας εκεί, γιατί το νερό από το πηγάδι ήταν  άφθονο, αλλά  και γιατί μπορούσε να απλώσει στα μα­κριά σύρματα, που ήσαν τεντωμένα στις ψηλές φουρκάδες, τα σεντόνια και τα άλλα φρεσκοπλυμένα ρούχα, για στέγνωμα. Ζέσταιναν το νερό στο μεγάλο χαρανί[5], πάνω στη γερή σιδερωστιά, ανάβοντας από κάτω φωτιά με ξύλα.
Πάλευαν και οι δυο τους από το πρωί μέχρι το μεσημέρι, τρίβοντας μέσα στις σκάφες τα ρούχα, με τα χέρια τους να φαφατιάζουν[6], στο τέλος, από το ζεστό νερό και το σαπούνι. Τα ασπρόρουχα, σεντόνια, εσώρουχα κ.λ.π., μετά το πλύσιμο, τα πό­στιαζαν μέσα στη πλατιά κόφα, ένα μεγάλο καλάθι πλεγμένο από καλάμι και βέργες λυγιάς[7]. Ετοίμαζαν, στη συνέχεια, αλισίβα από τη  στάχτη των καμένων ξύλων και μ’ αυτήν πότιζαν τα ρούχα. Ακολουθούσε το ξέβγαλμα με μπόλικο καθαρό νερό, που μέσα είχαν διαλύσει λίγο λουλάκι. Η αλισίβα και το λουλάκι έδιναν λάμψη στα ασπρόρουχα και τα έκαναν να αστράφτουν. Με τον ήλιο να είναι στο ζενίθ, ντάλα μεσημέρι και με το ελαφρό βο­ριαδάκι, σε δυο-τρεις ώρες το πολύ, τα ρούχα είχαν στεγνώσει, έτοιμα για μάζεμα.

Στα μέσα της άνοιξης, η μητέρα μας είχε κι άλλη μια δουλειά, αφημένη για κείνη την εποχή. Είχε να πλύνει τα λιόπανα, που περίμεναν στιβαγμένα από τότε που  τέλειωνε το μάζεμα των ελιών μας, λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Ήταν βαριά δουλειά και την έκανε πάντα μαζί με την κυρα Μαρούλα, όχι όμως στο πηγάδι του παππού, αλλά πηγαίνοντας στο ποτάμι, το  Μπισχιναίικο.
Η κυρα Μαρούλα με τον κυρ Γιάννη,  τον άντρα της και τα πέντε της παιδιά, τρεις θυγατέρες και δυο γιους, έμεναν στο διπλανό σπίτι από του παππού. Ήσαν πάμ­φτωχοι άνθρωποι, που βρέθηκαν στον τόπο μας, φερμένοι από την απέναντι Ζάκυνθο, μετά από τον μεγάλο σεισμό, που δεν άφησε τίποτα όρθιο εκεί πέρα.
        Το παλιό εκείνο σπίτι που έμεναν και το μικρό περιβόλι ανήκαν σε ένα  συγχωριανό μας, που ’χε φύγει από καιρό και  ζούσε στην Αθήνα. Τους λυπήθηκε και τους το παραχώρησε για να κουρνιάσουν, με τη μοναδική απαίτηση  να φροντίζουν τα δέντρα του περιβολιού. Το όποιο κέρδος από το περιβόλι θα ήταν δικό τους και θα τους βοηθούσε να πορεύονται. Ήσαν καλοί άνθρωποι, τίμιοι και δουλευταράδες. Για κάμποσα χρόνια τους είχαμε κι εμείς σέμπρους στις ελιές μας, μέχρι που πήραν τα μάτια τους και ξενιτεύτηκαν στην Αυστραλία,  ψάχνοντας μια καλύτερη ζωή.
Τη μέρα, λοιπόν, που ήταν να πλύνουν τα λαδωμένα λιόπανα, τα φόρτωναν πρωί-πρωί στο γαϊ­δούρι μας και στη γέρικη γαϊδούρα της κυρα Μαρούλας και με τον Νιόνιο και μένα καβάλα πισωκάπουλα, παίρναμε τον δρόμο ντουγρού για το ποτάμι. Φθάνοντας εκεί, όλο και κάποια άλλη νοικοκυρά βρίσκαμε να πλένει.
Για ώρες πολλές κοπάναγαν τα λιόπανα με τους ξύλινους κόπανους, πάνω στα άσπρα βότσαλα, ρίχνοντας νερό από το ποτάμι, μέχρι να φύγει το λάδι και καθαρί­σουν. Τελειώνοντας, τα άπλωναν στις όχθες για να στεγνώσουν και βρίσκανε, τότε, λίγο καιρό να πάρουν μιαν ανάσα. Θυμάμαι την καλοσύνη της κυρα Μαρούλας και τα καλαμπούρια της, αλλά και τις τρέλες του Νιόνιου. Ο Νιόνιος ήταν ο μικρός της γιος, έναν χρόνο μεγαλύτερός μου, πανέξυπνο παιδί και μέγα πειραχτήρι. Εκεί, εγώ κι εκείνος κάναμε την πρώτη μας βαρκάδα, μέσα στη μεγάλη ξύλινη σκάφη της μάνας του. Στ’ αφτιά μου είναι ακόμη οι φωνές που ’μπηξε η κυρα Μαρούλα στον κανακάρη της, μόλις μας πήρε χαμπάρι, ξέροντας πολύ καλά ότι η ιδέα της βαρκάδας ήταν δική του.
Από τη μακρινή Αυστραλία, η κυρα Μαρούλα έγραψε αρκετά γράμματα στη μακαρίτισσα τη μητέρα. Όλα στάζανε πίκρα και νοσταλγία για  τα χώματα και τους ανθρώπους που άφησαν πίσω τους. Εκεί στα ξένα, ήταν γραφτό τους, μετά από χρόνια, να αφήσουν τα κόκαλά τους. Πρόλαβαν τουλάχιστον, πριν πεθάνουν, να έλ­θουν ένα-δυο καλοκαίρια στην Ελλάδα. Τα παιδιά τους πρόκοψαν στη νέα πατρίδα, έκαναν δικές τους δουλειές και οικογένειες, παιδιά και εγγόνια.

Τα ξαναθυμήθηκα όλα τούτα, γιατί εδώ και λίγες μέρες παραλάβαμε το νέο μας απόκτημα. Ένα υπεραυτόματο και αθόρυβο πλυντήριο, σε αντικατάσταση του πα­λιού, που μας άφησε χρόνους. Όλα τα κάνει μόνο του. Το ζέσταμα του νερού, το πλύσιμο, το μαλάκωμα των ρούχων, το στύψιμο και το στέγνωμα. Το μόνο που δεν κάνει είναι το σιδέρωμα…
Βλέποντας με πόση ευκολία γίνεται τώρα το πλύσιμο, χάρη σε τούτο το ευλογη­μένο μηχάνημα, πώς να μην αναλογιστώ τον μόχθο και το πάλεμα εκείνων των γυναικών και να μην κάνω συγκρίσεις; Το ξεμέσιασμά τους, τα ιδρωμένα τους πρό­σωπά και τα φαφατιασμένα από το νερό και το σαπούνι χέρια τους δεν μπορούν, τόσα χρόνια μετά, να φύγουν από το μυαλό μου…    



[1] φίλιαντρο = προστατευτικό στηθαίο πηγαδιού
[2] γρανί = μικρό αυλάκι
[3] σούγλος = κουβάς
[4] μεσκουλιά = μουσμουλιά
[5] χαρανί = χάλκινο καζάνι
[6] φαφατιάζω = φουσκώνω από το νερό
[7] λυγιά = λυγαριά








Φωτογραφία: David Seymour (1951)

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Πολύτιμο προσωπικό ενθύμιο: Πριν από εβδομήντα (70) χρόνια...

Ο ευτυχής πατέρας σημειώνει πρόχειρα σε ένα κομμάτι χαρτί
την ημερομηνία και την ώρα γέννησης της κόρης και του γιου του.