Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ (1932):


                                                                 




Από το βιβλίο του: ''Επείγουσα ανάγκη ελέου''

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ (1868-1894):


Tραγούδι τῆς ξενιτιᾶς

Ἀνάθεμά σε, ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..
Θὰ πάρω ἕναν ἀνήφορο νὰ βγῶ σὲ κορφοβούνι,
νὰ βρῶ κλαράκι φουντωτὸ καὶ ριζιμιὸ λιθάρι,
νὰ βρῶ καὶ μία κρυόβρυση, νὰ ξαπλωθῶ στὸν ἴσκιο,
νὰ πιῶ νερὸ νὰ δροσισθῶ νὰ πάρω λίγη ἀνάσα,
ν᾿ ἀρχίσω νὰ συλλογισθῶ τῆς ξενιτιᾶς τὰ πάθη,
νὰ εἰπῶ τὰ μαῦρα ντέρτια μου καὶ τὰ παράπονά μου.
Ἄνοιξε θλιβερὴ καρδιὰ καὶ πικραμένο ἀχείλι,
βγάλε κάνα χαμόγελο καὶ πὲς κάνα τραγούδι.
-Τραγούδια ἂν ἔχ᾿ ἡ μαύρη γῆ, κι ὁ τάφος χαμογέλια,
ἔχει καὶ τοῦ παιδιοῦ ἡ καρδιὰ ποὺ περπατεῖ τὰ ξένα.
Τὰ ξένα ἔχουν καημοὺς πολλοὺς καὶ καταφρόνια πλῆθος!
Στὰ ξένα δὲν ἀνθίζουνε τὴν Ἄνοιξη τὰ δέντρα,
καὶ δὲν λαλοῦνε τὰ πουλιά, ζεστὸς δὲ λάμπει ὁ ἥλιος,
δὲ φυλλουριάζουν τὰ βουνά, δὲν πρασινίζει ὁ κάμπος,
καὶ δὲ δροσίζει τὸ νερό, καὶ τὸ ψωμὶ πικραίνει!
Στὰ ξένα, ποιὸς θὰ σὲ χαρεῖ καὶ ποιὸς θὰ σὲ γελάσει;
Ποὖν᾿ τῆς μανούλας τὰ φιλιά, τὰ χάδια τοῦ πατέρα;
Ποὖναι τὰ γέλια τ᾿ ἀδερφοῦ κ᾿ ἡ συντροφιὰ τοῦ φίλου;
Ποὖν᾿ τῆς ἀγάπης οἱ ματιὲς καὶ τὰ γλυκὰ τὰ λόγια;
Ἂν ἀρρωστήσεις, ποιὸς θαρθεῖ στὴν ξενιτιὰ σιμά σου,
νὰ σὲ ρωτᾷ τὸν πόνο σου, τὰ γιατρικὰ νὰ δίνει;
στὸ ἔρμο σου προσκέφαλο νὰ ξενυχτάει μαζί σου;
Κι ἂν ἔρθει μέρ᾿ ἀγλύκαντη στὰ ξένα νὰ πεθάνεις,
ποιὸς θὰ βρεθεῖ στὸ πλάι σου τὰ μάτια νὰ σοῦ κλείσει;
Ποιὸς θὰ σοῦ λούσει τὸ κορμί, ποιὸς θὰ σὲ σαβανώσει;
Στὸ λειψανό σου ποιὸς θἀρθεῖ λουλούδια νὰ σὲ ράνει;
Καὶ ποιὸς μὲ πόνο θὰ ριχτεῖ στὸ νεκροκρέββατό σου
γιὰ νὰ σὲ κλάψει; Ποιὸς θὰ εἰπεῖ γιὰ σένα μοιρολόγι;
Ἄχ! πῶς τοὺς θάφτουν, νἄξερες, καὶ πῶς τοὺς πᾶν᾿ τοὺς ξένους!..
Χωρὶς λιβάνι καὶ κηρί, χωρὶς παπὰ καὶ ψάλτη!
Ἀνάθεμά σε, ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..
Ποῦ νὰ τὸν πῶ τὸν πόνο μου, ποῦ νὰ τὸν ἀπορίξω;
Νὰ τὸν εἰπῶ στὰ τρίστρατα, τὸν παίρνουν οἱ διαβάτες,
νὰ τὸν ἀφήσω στὰ κλαριά, τὸν παίρνουν τ᾿ ἀγριοπούλια!..
Κι ἂν κλάψω, τὰ φαρμακερὰ τὰ δάκρια ποῦ νὰ πέσουν;
Ἂν πέσουνε στὴ μαύρη γῆ, χορτάρι δὲν φυτρώνει,
ἂν πέσουνε στὸν ποταμό, ὁ ποταμὸς θὰ στύψει,
ἂν πέσουνε στὴ θάλασσα, πνίγουνται τὰ καράβια,
κι ἂν τὰ βαστάξω στὴν καρδιά, μὲ καῖν᾿ μὲ φαρμακώνουν!
Ἀνάθεμά σε ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..

Ἤθελα νἄμουν τσέλιγκας

Ἤθελα νἄμουν τσέλιγκας, νἄμουν κ᾿ ἕνας σκουτέρης,
νὰ πάω νὰ ζήσω στὸ μαντρί, στὴν ἐρημιά, στὰ δάσα,
νἄχω κοπάδι πρόβατα, νἄχω κοπάδι γίδια,
κ᾿ ἕνα σωρὸ μαντρόσκυλα, νἄχω καὶ βοσκοτόπια,
τὸ καλοκαίρι στὰ βουνά, καὶ τὸν χειμῶ στοὺς κάμπους.
Νἄχω ἀπὸ πάλιουραν βορὸ καὶ στρούγγα ἀπὸ ροδάμι,
νἄχω καὶ σὲ ψηλὴν κορφὴ καλύβα ἀπὸ ρουπάκια,
νἄχω μὲ τὰ βοσκόπουλα σὲ κάθε σκάρον γλέντι,
νἄχω φλογέρα νὰ λαλῶ, ν᾿ ἀντιλαλοῦν οἱ κάμποι,
νἄχω καὶ κόρη ὄμορφη, στεφανωτήν μου νἄχω,
νὰ μοῦ βοηθάει στὸ σάλαγο, νὰ μοῦ βοηθάει στὰ γρέκια,
κι ὄντας θὰ τὰ σταλίζουμε τὰ δειλινὰ στοὺς ἴσκιους,
στῆς ρεματιᾶς τὴ χλωρασιὰ μαζί της νὰ πλαγιάζω,
νὰ μὲ κοιμίζει μὲ φιλιὰ στοὺς δροσερούς της κόρφους.

Πόθοι


Ἤθελα νἄμουν σταυραητός, νὰ πέταγα τ᾿ ἀψήλου,
ν᾿ ἀνέβαινα στὴ Λιάκουρα, κατάκορφα στὴ ράχη,
νἄριχνα ἐκεῖθε μία ματιά, ν᾿ ἀγνάντευα τὸν Πίνδο,
νὰ ἰδῶ πῶς μοῦ τὸν ἔκαμαν τὰ χρόνια κ᾿ ἡ σκλαβιά του.
Ποιὸς λέει δὲν κλαῖνε τὰ βουνά; Ποιὸς λέει πὼς δὲν γεράζουν;...
Χιόνια καὶ κρούσταλλα παλιά, γεράματα γιομάτα,
σκεπάζουνε τὸν Πίνδο μου, καὶ καταχνιὲς τὸν πνίγουν·
κι ἀκούγω, ἀκούγω ἀπὸ μακρυά, ἀκούγω ἀπὸ τὰ ξένα
τῆς γερατειᾶς του τὸ σκουσμό, τὸ κλάμμα τῆς σκλαβιᾶς του.
Ἄχ! πότε αὐτὸ τὸ σκούξιμο, τρανὴ κραυγὴ θὰ γίνει,
κραυγὴ ἀνήμερου θεριοῦ, ἐκδίκηση γιομάτη,
νὰ μάσει ἀπὸ τὴν ξενιτιὰ τὰ ἔρμα τὰ παιδιά σου,
τ᾿ ἀστροπελέκια σου ἄρματα, Πίνδε, νὰ μᾶς μοιράσεις,
μία μέρα, ν᾿ ἀναστήσουμε τὴ δόλια μας πατρίδα!...
Ἄχ! πότε ἡ καταχνιά σου αὐτὴ κ᾿ ἡ τόση σου θολούρα,
ποὺ τώρα στὸ ἀτέλειωτο σάβανο σὲ τυλίγει,
πότε νὰ γίνει θὰ τὴν δῶ καπνούρα ἀπὸ ντουφέκια!...
Καὶ πότε αὐτὸς ὁ ἥλιος σου, ποὖναι νεκρὸς καὶ κρύος,
πότε μία μέρα θὲ νὰ βγεῖ ζεστὸς μέσ᾿ στὲς κορφές σου,
νὰ λυώσουνε τὰ κρούσταλλα καὶ τὰ πολλά σου χιόνια,
καὶ φυτρώσουν, μία ἄνοιξη, μαζὶ μὲ τὰ λουλούδια,
ἀρματωμένα, Πίνδε μου, τὰ νιάτα τὰ παλιά σου!...

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ (1927-1985):


 Η σαρκοφάγος


Ανάμεσα στο παρθεναγωγείο και την έκθεση, σ’ ένα δρομάκι πολύ στενό, μονοπάτι μάλλον, χρόνια βρίσκονταν παραπεταμένη – κατά την προσφιλή συνήθεια των αρχαιολόγων μας – μια θαυμάσια αρχαία σαρκοφάγος. Είχε βαθιά σκαλισμένες τις πλευρές με έρωτες, κλήματα και λουλουδένιες γιρλάντες, ενώ πάνω στο κάλυμμά της χαμογελούσε μισοπλαγιασμένο απαλά ένα αγαλματένιο ζευγάρι ρωμαϊκής εποχής. Ανασηκωμένοι στο ανάκλιντρο, ερεθιστικά γυμνοί κάτω απ’ το σεντόνι, η γυναίκα εμπρός και ο άντρας πισωκολλητά κατόπι, συνέχιζαν θαρρείς τους θαυμάσιους έρωτές τους. Μου άρεσε να τους κοιτώ, γι’ αυτό, τις νύχτες ιδίως, περνούσα συχνά από κει. Με αναπαύουν, άλλωστε, όλοι οι έρημοι και σκοτεινοί δρόμοι. Μόνο καθώς βαδίζεις σ’ αυτούς, μπορεί κάτι το ελπιδοφόρο να προβάλει εντός σου και κάπως να ημερέψει η ψυχή. Πήγαινα και καθόμουν στο χείλος της μισοσκεπασμένης λάρνακας, σα να περίμενα ν’ αναστηθεί το αντρόγυνο ή να έρθουν οι γλυκιές μυροφόρες για να τις αναγγείλω εγώ πρώτος την ανάσταση: ηγέρθησαν, ουκ εισιν ώδε∙ ίδε ο τόπος όπου έτηκαν αυτούς. Συνήθως όμως ξεπρόβαλε ανάμεσα στ’ αγριόχορτα και στα ψηλά σινάπια κάποιος που έρχονταν για ανάγκη του ή κανένας τύπος ύποπτος, μόνος του ή με παρέα. Οπότε, αντί να αναγγείλω την ανάσταση, δίπλωνα τα φτερά μου κι έφευγα μαζεμένος, περισσότερο για λόγους προνοίας παρά από διακριτικότητα. Κι όμως, η σαρκοφάγος εκείνη ήταν ολόκληρη η λατρευτή ειδωλολατρία για μένα.

Σε λίγο, με χαρά διεπίστωσα πως την είχε κάνει φωλιά του ένα ζευγάρι νεαρών εραστών. Μπαίναν μέσα απ’ το λοξά τραβηγμένο καπάκι και ξαπλώναν πάνω σε στρωμένες εφημερίδες, κολλημένοι, βέβαια, σφιχτά σφιχτά. Ίσως να βγάζαν και τα ρούχα τους το καλοκαίρι. Κάτι μου φάνηκε μια βραδιά πως υπήρχε αφημένο στο χείλος. Πάντως, ακόμα και να 'βρεχε, προφυλάγονταν απ’ αυτούς, εφόσον εκείνες τουλάχιστο τις ώρες κανένας δεν πλησίαζε να τη βρωμίσει. Οι νεαροί, μόλις άκουγαν τα βήματά μου, σταματούσαν τους ψιθυρισμούς. Κι εγώ περνούσα γρήγορα και κρυφογελαστά, μια και μισώ τα κρυφακούσματα όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Δεν παρέλειπα όμως να χαϊδέψω λίγο πονηρά στο πλάι την τυχερή σαρκοφάγο.

Το ζευγαράκι, σίγουρα, δεν μπορούσε ούτε να υποψιαστεί σε τι είχε χρησιμεύσει άλλοτε εκείνη η λάρνακα. Ούτε από μακριά δε θα μπορούσε να φανταστεί τα πτώματα τα τουμπανιασμένα, τη βρώμα και τη σαπίλα, που την είχαν κάποτε διαποτίσει. Πολύ περισσότερο δε θα ‘ξερε πως ήταν καμωμένη από πέτρα ειδική, που έχει την ιδιότητα να κατατρώγει πιο γρήγορα τις ανθρώπινες σάρκες. Ένας θεός μονάχα ξέρει, τι θα νόμιζαν πως ήταν εκείνο το κουβούκλιο.

Υπήρξε όμως κάτι, που οπωσδήποτε θα ‘πρεπε να τους ενοχλεί. Κι αυτό ήταν η στενότητα του χώρου. Την είχα διαπιστώσει κι ο ίδιος μπαίνοντας κάποτε μέσα. Τότε, γιατί η επιμονή τους αυτή; Ποιος τους εμπόδιζε ή τους κυνηγούσε; Στα ζευγαράκια, όπως είναι γνωστό, κάνει πλάτες ολάκερη η κοινωνία χαμογελώντας πονηρά στο πέρασμά τους. Να ‘ταν καμιά άλλη περίπτωση, από κείνες τις κατακριτέες, να το καταλάβω. Αλλά εδώ ήταν αδύνατο λογικά να βρω άκρη. Θα 'πρεπε, πάντως, να τους άρεσε πολύ εκεί μέσα. 

Απ’ αυτά κι απ’ αυτά άρχισε στο εξής να με βασανίζει: πώς θα μπορούσε να κυλήσει το ασήκωτο εκείνο σκέπασμα πάνω στη λάρνακα; Ασφαλώς, με μοχλούς ή με τακάκια, κατέληξα. Επομένως, το καπάκι θα μπορούσε να παγιδευτεί και να κυλήσει ακριβώς την ώρα που θα ‘μπαινε μέσα στο ζευγάρι. Θα ‘ρχιζαν, φυσικά, να φωνάζουν, να χτυπούν, να χτυπιούνται, μα τελικά κάποιοι ασφαλώς θα τους άκουγαν και θα ‘φερναν ένα γερανό να τους ξεσκεπάσει. Θα δημιουργούνταν έτσι μια εξαιρετικά πρωτότυπη και έξυπνη – να πάρει ο διάβολος – υπόθεση και πολλοί θα ‘σπαζαν άδικα των αδίκων το κεφάλι τους για να βρούνε τη λύση. Μονάχα αυτοί που θα 'ξεραν απ’ τη μυθολογία εκείνο το παγίδευμα του Άρη και της Αφροδίτης απ’ τον Ήφαιστο, κάτι θα υποπτεύονταν. Μπορεί, βέβαια, να μην τους άκουγε και κανένας, οπότε εγώ που εκεί κοντά θα παραφύλαγα, θα τηλεφωνούσα στους αρμόδιους  να έρθουν να τους βγάλουν. Δε θα τους άφηνα να πάθουν τίποτε, απλώς θα τους βοηθούσα να ζήσουν έντονα κάτι. Ήθελα εξάλλου να ζωντανέψω τη λάρνακα. Να 'ναι πάλι κλειστή και πάλι με γυμνά νεανικά σώματα μέσα, που θα πετιούνταν όμως με λαχτάρα σε λίγο σα νεκραναστημένα. Σαρκοφάγος να ξαναγίνει επ' ουδενί λόγω θα της επέτρεπα.

Απάνω που αναμελετούσα την ένατη ραψωδία της Οδύσσειας κι έλεγα πια με αγαλλίαση να βάλω το σχέδιό μου σε εφαρμογή, άρχισαν τα εγκλήματα του δράκου. Και μολονότι δεν πίστεψα όλα εκείνα τα παραμύθια, από πείρα πικρή ανέστειλα αμέσως τις περιπολίες μου στα έρημα και στα σκοτεινά. Το ίδιο, άλλωστε, θα ‘κανε και το ζευγαράκι.

Σε λίγο, πήρα των ομματιών μου και ξανάφυγα απ’ την πόλη αυτή, όπου αναβλύζει, για μένα τουλάχιστο, σαν το μύρο η αγωνία. Όταν μετά από χρόνια ξαναπέρασα, ο τόπος ήταν αγνώριστος γύρω απ’ το παρθεναγωγείο. Γκρεμίστηκαν τα πάντα κι απλώθηκε κι εκεί η λεγόμενη διεθνής έκθεση. Είναι, μάλιστα, καθώς υπολογίζω, ένα απ’ τα πιο φωτισμένα σημεία της το στενάκι εκείνο. Όσο για τη σαρκοφάγο την ξαναβρήκα προχτές, όχι χωρίς συγκίνηση, στον κήπο του μουσείου. Μου φάνηκε θλιβερή, σα να ξανάγινε τάφος.

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ (1860-1904):


Η Δασκάλα

Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.
- Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα 'χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου... Λοιπόν... Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια* το μήνα...
- Για σαράντα.
- Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες... Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ...
- Δύο μήνες και πέντε μέρες...
- Δύο μήνες ακριβώς... Το 'χω σημειώσει... Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές... δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο μετα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές...

Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.

- Τρεις γιορτές... μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα... Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα... Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες... Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό... Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν... Χμ! σαράντα ένα ρούβλια... Σωστά;

Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.

- Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του... Βγάζουμε δύο ρούβλια... Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει... Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του... Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια... Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να 'χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι' αυτό σε πληρώνουμε... Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του
Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια...

- Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα. μουρμούρισε η Ιουλία.
- Το 'χω σημειώσει!
- Καλά...
- Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.

Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!

- Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε... Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.
- Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου!
Τρία... τρία, τρία... ένα και ένα... Πάρ' τα...

Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.

- Ευχαριστώ, ψιθύρισε.

Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.

- Και γιατί με ευχαριστείς;
- Για τα χρήματα.
- Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;
- Οι άλλοι δε μου 'διναν τίποτα!...
- Δε σου 'διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ' αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;

Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

''ΟΜΑΔΑ ΤΕΧΝΗ'' εκατό 100 χρόνια (1917-2017):

Έκθεση στο Βυζαντινό και Χριστιανικό μουσείο από 08/06 έως 29/10/2017


Η έκθεση πραγματοποιείται με την ευκαιρία συμπλήρωσης 100 χρόνων από τη δημιουργία της ιστορικής «Ομάδας Τέχνη», η οποία συστάθηκε με πρωτοβουλία του Νικόλαου Λύτρα, αποτελώντας την πρώτη οργανωμένη έκφραση του ρεύματος του μοντερνισμού στη σύγχρονη ελληνική τέχνη. Στην Ομάδα Τέχνη συναντήθηκαν μερικοί από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες της σύγχρονης ελληνικής τέχνης, μεταξύ των οποίων οι ζωγράφοι Κ. Παρθένης, Κ. Μαλέας, Π. Βυζάντιος, Δ. Γαλάνης, καθώς και ο γλύπτης Μ. Τόμπρος.   Πηγή: www.lifo.gr







Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΔΑΪΚΟΣ (1918):




Ύψιστη τιμή και αναγνώριση του έργου και της προσωπικότητας
του σπουδαίου συμπολίτη μας.

Το ΕΚΠΑ τίμησε τον καθηγητή Γεώργιο Κ. Δαϊκο (12/06/2017).



Τον τίτλο του Επίτιμου Καθηγητή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), μετά από απόφαση της συγκλήτου, απένειμε στον Γεώργιο Κ. Δαϊκο, ο Πρύτανης του ΕΚΠΑ Καθηγητής Μελέτιος-Αθανάσιος Κ. Δημόπουλος, στη Μεγάλη Αίθουσα του Πανεπιστημίου Αθηνών (κεντρικό κτήριο, Πανεπιστημίου 30).
Χαιρετισμούς απηύθυναν  οι:
Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου
Αθηνών, Καθηγητής Ευστράτιος Πατσούρης.
Πρόεδρος του Τμήματος Ιατρικής της Σχολής Επιστημών Υγείας του
Πανεπιστημίου Αθηνών, Καθηγητής Πέτρος Π. Σφηκάκης.
Το έργο και την προσωπικότητα του τιμωμένου παρουσίασαν οι:
Ομότιμος Καθηγητής της Σχολής Επιστημών Υγείας, Νικόλαος
Κατσιλάμπρος.
Ομότιμη Καθηγήτρια της Σχολής Επιστημών Υγείας, Ελένη
Γιαμαρέλλου.
Η τελετή ολοκληρώθηκε με την επίδοση αναμνηστικής πλακέτας από τον Πρύτανη του ΕΚΠΑ και με αντιφώνηση του τιμώμενου Επίτιμου Καθηγητή.
Σύντομο βιογραφικό:
Ο Γεώργιος Κ. Δαΐκος, γεννηθείς το 1918 στη Ζαχάρω Ηλείας, απέκτησε την ειδικότητα της Παθολογίας στην Αθήνα και ήταν από τους πρώτους που ξεκίνησε σε δύσκολες συνθήκες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για τις ΗΠΑ. Μετεκπαιδεύτηκε αρχικά στη Βοστώνη στις Λοιμώξεις και στην Αντιμικροβιακή Χημειοθεραπεία. Επέστρεψε στην Ελλάδα στην Δ’ Παθολογική Κλινική του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» με τον αείμνηστο Βασίλειο Μαλάμο. Τον ακολούθησε μετά την εκλογή του ως καθηγητής της Θεραπευτικής Κλινικής στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα». Εκεί συγκροτήθηκε μια επιστημονική ομάδα από νέους γιατρούς, στα τέλη της δεκαετίας του 50, στην οποία είχε ενεργό συμμετοχή, δημιουργώντας τον πρώτο πυρήνα για την ανάπτυξη της Λοιμωξιολογίας στη χώρα μας.Στη συνέχεια διετέλεσε :
Υφηγητής και Εντεταλμένος Υφηγητής στη Θεραπευτική Κλινική.
Καθηγητής Α’ Προπαιδευτικής Κλινικής και Ειδικής Νοσολογίας (Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών ), 1968.
Ομότιμος Καθηγητής, 1985.
Ιδρυτικό Μέλος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, Αντιπρόεδρος & Πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Χημειοθεραπείας.
Ομοίως της Μεσογειακής Εταιρείας Χημειοθεραπείας, ιδρυτικό μέλος, μέλος Διοικητικού Συμβουλίου, Πρόεδρος και Επίτιμος Πρόεδρος δια βίου, όπως και της Ελληνικής Εταιρείας Χημειοθεραπείας και του Αμφιαραείου Ιδρύματος. Χημειοθεραπευτικών Μελετών.
Fellow emeritus της Αμερικανικής Εταιρείας Λοιμώξεων (Infectious Disease Society of America).
Honorary Fellow της British Society of Antimicrobial Chemotherapy.

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Κώστας Περδίκης: Με αφορμή μια φωτογραφία (12).



Η νύφη 

Πάνε τη νύφη στην εκκλησιά.

Το αγόρι, μπροστά, με κασκέτο και κοντό παντελονάκι.
Βαστάει τον δίσκο με τα κουφέτα.

Πλάι του, η αδελφή του, γλυκιά, όλο χάρη.
Με φουστανάκι όμορφο, τσαντούλα και καπελίνο.
Έχει στα χέρια της την ανθοδέσμη.

Λίγο πιο πίσω, η γιαγιά τους,
με το τσεμπέρι και τα πολλά της χρόνια.

Η μητέρα τους, στη δεύτερη σειρά.
Σοβαρή, με απλό, καλοραμμένο φόρεμα.
Κρατάει τη νύφη, από το ’να μπράτσο.
Την έχει βαφτιστήρα.

Από τ’ άλλο, ο πατέρας της.
Άνθρωπος φτωχός, του μόχθου.
Έβαλε, για τη μέρα, τα καλά του.

Εκείνη, μοναχοκόρη όμορφη, με πέπλο κι άσπρο νυφικό.
Είναι σκεφτική.
Πού να τρέχει ο λογισμός της, άραγε;

Και το συμπεθεριό, ολάκερο, να ακολουθάει.

Θα ’ταν άνοιξη του ’57… 

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Κάποτε ήσαν έτσι...

Ο Λυκαβηττός, χωρίς τον Αη Γιώργη.


Εκεί που τώρα είναι το Πολεμικό Μουσείο.


Το Στάδιο χωρίς τις μαρμάρινες κερκίδες, ο Μύλος στον λόφο του Μετς και το Ζάππειο αδιαμόρφωτο.