Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Κώστας Περδίκης:

 


Σαν ανέκδοτο

 

Πάμε πίσω τριάντα (30) χρόνια, κάποια μακρινά Χριστούγεννα.

Ο Δημοσθένης με τον Γιώργο, τον κολλητό του φίλο, 8ετείς και οι δυο τους, έχουν βγει πρωί,  πρωί  για να πουν τα κάλαντα.

Κουβαλάνε μαζί τους και τις δυο μικρές τους κιθάρες.

Λένε τα λόγια δυνατά και γρατζουνώντας όπως, όπως τις χορδές παίζουν συγχρονισμένα τη μελωδία.

Το αποτέλεσμα είναι χαριτωμένο και οι πόρτες  των γειτονικών πολυκατοικιών ανοίγουν η μία μετά την άλλη.

Τα παιδάκια ανεβοκατεβαίνουν με λαχτάρα τους ορόφους και με τις χαρωπές φατσούλες τους κερδίζουν αμέσως τη συμπάθειά των νοικοκυραίων.

Ο  κουμπαράς τους όλο και γεμίζει.

Γύρω στις 12 αποφασίζουν ότι ήρθε η ώρα να γυρίσουν σπίτι και να μοιραστούν τις εισπράξεις.

Με  τις κιθάρες τους επ’ ώμου περνούν και μπροστά από την αυλή της κυρία Νούλας, της μοδίστρας.

Η κυρία Νούλα ήταν γνωστή της οικογένειας του Δημοσθένη και της άρεσε να τον πειράζει, όταν τον συναντούσε, για να γελάει, μετά, με τις αυθόρμητες και έξυπνες απαντήσεις του.

-Γεια σας παιδάκια, χρόνια πολλά τους λέει χαμογελώντας.

-Θα ρθείτε  να πείτε και σε μένα τα κάλαντα;

Τα πιτσιρίκια αλλάζουν ματιές και αναλαμβάνει ο Δημοσθένης, σαν γνώριμός της, να απαντήσει στο κάλεσμα.

-Α, τώρα πια τελειώσαμε, δεν μπορούμε γιατί φεύγουμε, της πετάει.

Η κυρία Νούλα μένει κάγκελο, εμβρόντητη.

Εμφανώς αμήχανη, με ένα παραπονιάρικο χαμόγελο ακούγεται να λέει.

-Καλά Δημοσθένη μου, δεν πειράζει, ελπίζω του χρόνου να περάσετε και από μένα πιο νωρίς, πριν σχολάσετε, και να μου τα πείτε.

Πριν μπει στο σπίτι της, στέκεται για λίγο χαζεύοντας τους δυο μπόμπιρες να απομακρύνονται χοροπηδώντας.

 Την ίδια ώρα, η κυρία Νούλα πασχίζει να εξηγήσει ορθολογικά την άρνηση, που μόλις είχε εισπράξει.

-Γιατί μου φαίνεται περίεργο, σκέφτηκε, το Super Market δεν έχει ένα ορισμένο ωράριο;

-Όταν κλείσει και κατεβάσει τα ρολά, μπορείς να μπεις και να ψωνίσεις;

 

Υ.Γ.

Ο Δημοσθένης, (πλήρες όνομα Παναγιώτης- Δημοσθένης), είναι ο μικρότερος από τους δυο γιους μου.

Δημοσθένη, τον φώναζαν στο σχολείο και στη γειτονιά, όταν ήταν μικρός.  


Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Κώστας Περδίκης:







Το μανταρίνι

Ο Σέργιος είναι φίλος μου, και συνάδελφος.

Γεννήθηκε στην Τασκένδη, την πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν, που ήταν κομμάτι, της κραταιάς τότε Σοβιετικής Ένωσης (Ε.Σ.Σ.Δ).

Ο πατέρας του ήταν πολιτικός πρόσφυγας του εμφυλίου και η μητέρα του Ρωσίδα.

Επαναπατρίσθηκαν οικογενειακώς το 1979.

Ο Σέργιος είναι ενδιαφέρων τύπος. Έξυπνος, πολυμαθής και πολυπράγμων.

Μιλάει και γράφει τα ελληνικά άριστα και έχει πάθος με τη λεγόμενη νέα τεχνολογία της ψηφιακής εποχής και όχι μόνον.

Αν κάτι δεν μου πάει στον χαρακτήρα του είναι η μικρή εσωστρέφειά του.

Ακολουθώ, όμως, το "αγάπα τον φίλο σου με τα ελαττώματά του" και το αντιπαρέρχομαι, αν και το να είσαι εσωστρεφής δεν είναι νομίζω ελάττωμα.

Από τότε που γνωριστήκαμε, ο Σέργιος αποτέλεσε για μένα ανεξάντλητη πηγή γνώσεων και πληροφοριών για τη μακρινή εκείνη χώρα, το Ουζμπεκιστάν.

Τον ρωτούσα πιεστικά να μου πει για την εκεί ελληνική προσφυγική κοινότητα, για το πώς ζούσαν τότε και για το νέον εμφύλιο, που κατόρθωσαν να στήσουν μεταξύ τους, εκεί στον ξένο τόπο, σαν να μην τους έφταναν τα όσα είχαν μέχρι τότε  περάσει.

Του ζητούσα να μου πει για την παιδική του ηλικία, τους φίλους του, τις παρέες, τα παιχνίδια και τις γιορτές τους.

Τί μουσικές άκουγαν και τί ταινίες έβλεπαν.

Έμαθα για τις μετέπειτα σπουδές του, στο εκεί Πολυτεχνείο και για την υποχρεωτική εργασία, που έκαναν όλοι οι σπουδαστές στην ύπαιθρο γαι μερικές μέρες.

Εντυπωσιάστηκα μαθαίνοντας ότι τα καλοκαίρια πήγαινε όλη η οικογένεια για διακοπές και μπάνια από την Τασκένδη στη Γιάλτα με το τρένο,  τέσσερις μέρες ταξίδι.

 

Τώρα, πια, είμαστε και οι δυο μας συνταξιούχοι.

Καιρού επιτρέποντος, βρισκόμαστε σχεδόν κάθε βδομάδα σε ένα κοντινό μας παραλιακό πάρκο.

Παίρνουμε από έναν ελληνικό καφέ και ένα κρουασάν από το εκεί everest και πιάνουμε ένα παγκάκι.

Τηρούμε το ίδιο τελετουργικό, κάθε φορά, για χρόνια τώρα.

Ανταλλάσουμε  απόψεις επί παντός επιστητού.

Σχολιάζουμε τα τρέχοντα και όχι μόνο πολιτικά γεγονότα, εσωτερικά και παγκόσμια, πρόσωπα και καταστάσεις, ταινίες, μουσικές, διαδικτυακό και ψηφιακό κόσμο.

Θυμίζουμε, εν πολλοίς, τα δυο εκείνα γερόντια των Mupppet Show, σε πιο νεανική εκδοχή.

Στο τέλος, κάνουμε ένα μικρό περίπατο πλάι στη θάλασσα.

Με τον ήλιο και τη θαλάσσια αύρα να μας αναζωογονούν, καταλήγουμε  για μια ακόμη φορά στη κοινή διαπίστωση, ότι ζούμε σε μια ευλογημένη χώρα.

Προχθές, πριν αφήσω τον Σέργιο στο σπίτι του, κάπως τα ’φερε η κουβέντα για τις επερχόμενες γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.

«Άκου μια στιγμή κι αυτό», μου λέει:

«Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς οι γονείς  μας συνήθιζαν να μας κάνουν, οπωσδήποτε, το δώρο τους.

Ετοίμαζαν ένα μικρό δεματάκι, που μέσα του έβαζαν δυο τρία καλούδια, ένα ζαχαρωτό, ένα παιχνιδάκι και απαραιτήτως διπλωμένο σ’ ένα ασημόχαρτο ένα μανταρίνι.

Το μανταρίνι ήταν για μας ό, τι πολυτιμότερο μπορούσαμε να περιμένουμε.

Μια φορά το χρόνο είχαμε την τύχη και την ευκαιρία να θαυμάσουμε το χρώμα του, να μυρίσουμε το ιδιαίτερο άρωμά του και να γευτούμε τον εξαίσιο πλούσιο χυμό του».

Χωρίσαμε και οδηγώντας προς το σπίτι μου δεν έφευγε από το μυαλό μου μια εικόνα, που είχα δει χρόνια πριν.

Το λιμάνι της Χίου να είναι, για πολλές μέρες, κίτρινο  από τους τόνους των μανταρινιών που κατέληγαν εκεί, επειδή οι παραγωγοί τους δεν μπορούσαν να τα πωλήσουν.

Η ανταλλαγή γεωργικών προϊόντων, κυρίως με τη Σοβιετική Ένωση, το λεγόμενο κλήρινγκ, δεν θυμάμαι για ποιο λόγο είχε τότε σταματήσει…   
 

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2025

Κώστας Περδίκης:


 

Για τον Νίκο Γιαννίκο

 

Κατέβαινε , κάθε πρωί την κατηφόρα, από το καφενείο Μουσαμά προς την κάτω αγορά, για να κάνει τα ψώνια του.

Περπάταγε με αργά και πολύ προσεχτικά βήματα, για να μη σωριαστεί κάτω.

Γερασμένος, γύρω στα 90, αδυνατισμένος, με τα θεόστραβα πόδια του, το ένα σαν να ανοίγει παρένθεση και το άλλο να την κλείνει.

Όταν τον αντάμωνα πάντα τον χαιρέταγα.

Είχε παντρευτεί μια τρίτη μου ξαδέρφη, την Κατερίνα, και τον ένοιωθα συγγενή μου, έστω και μακρινό.

Άλλωστε είχα κι άλλο λόγο, ανήκαμε κατά κάποιο τρόπο και οι δυο στο ίδιο σινάφι, εκείνος εργάτης οικοδόμος κι εγώ πολιτικός μηχανικός.

-Τι κάνεις Νίκο, πώς τα πας;

-Πώς να τα πάω, δε βλέπεις κούτσα- κούτσα, γεράματα.

- Η ξαδέρφη μου τι κάνει, να της πεις χαιρετίσματα.

-Τι να κάνει κι αυτή, ίσα που στέκεται στα πόδια της.

Πιάναμε για λίγο την κουβέντα και γύριζε πολλά χρόνια πίσω, πάντα για να μου θυμίσει πόσο δύσκολη ήταν τότε η δουλειά του οικοδόμου σε σύγκριση με την τωρινή.

-Βλέπεις μου ’λεγε την οικοδομή απέναντι, την πρώτη της πλάκα τη ρίξαμε πέντε όλοι κι όλοι άνθρωποι.

-Εγώ με έναν ακόμη "σπάγαμε" και ετοιμάζαμε τα χαρμάνια του μπετού, με το φτυάρι, δυο άλλοι κουβάλαγαν με τις λάτες και ένας έστρωνε την πλάκα.

-Το λέω, τώρα, και δεν με πιστεύουν.

-Ήμουνα τότε νέο παλικάρι, δυνατό και με όρεξη για δουλειά.

-Όλες οι δουλειές ήσαν για μένα παιχνίδι, αλλά δες τώρα πως κατάντησα.

Πράγματι, ό, τι μου ’λεγε ήταν αλήθεια.

Τον θυμάμαι κι εγώ να δουλεύει ασταμάτητα στις οικοδομές ,να φορτώνει και να ξεφορτώνει φορτηγά, να μαζεύει τις ελιές του, να φροντίζει τα χωράφια του.

Δεν ήταν από τη πόλη μας, ήρθε από ένα κοντινό χωριό, παντρεύτηκε και πρόκοψε στο νέο τόπο.

Έχω γράψει ένα μικρό αφήγημα με τίτλο "Οικοδόμοι παλικάρια", τιμής  ένεκεν όλων εκείνων που με τη δύναμη του κορμιού τους, αλλά και της ψυχής τους βοήθησαν να ξαναφτιαχτούνε τα γκρεμισμένα σπίτια μας, μετά από τον μεγάλο σεισμό του ’65.

Τώρα, ύστερα από μερικά χρόνια, με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο του Νίκου, ήρθε η ώρα να κάνω μια σημαντική συμπλήρωση.

Αν καμιά φορά, λέω, στηνόταν μια μαρμάρινη πλάκα αφιερωμένη στον γνωστο Οικοδόμο", δίχως  κανένα όνομα, εγώ, με τα μάτια της ψυχής μου, θα έβλεπα το όνομα του Νίκου Γιαννίκου να είναι χαραγμένο πάνω της, με κεφαλαία έντονα γράμματα…

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2025

Γίωργος Μανουσάκης (1914-2003):





Ο Γιώργος Μανουσάκης (Ηράκλειο Κρήτης, 1914 – Φεβρουάριος 2003 ) ήταν Έλληνας βραβευμένος (Ακαδημία Αθηνών1995) ζωγράφος[4], χαράκτης[5], φωτογράφος, συγγραφέας («Λίθοι και Πλίνθοι», Καστανιώτης, Δεκέμβριος 2000), εικονογράφος σχολικών εγχειρίδιων και φυσιολάτρης-στοχαστής. Ανήκε στη λεγόμενη καλλιτεχνική γενιά του ’30[6] και ασχολήθηκε κυρίως με ρεαλιστικές απεικονίσεις τοπίων και ανθρώπων, με έντονους χρωματισμούς. Γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών το 1934 [7] με δασκάλους τον Ο. Αργυρό και τον Κ. Παρθένη, ενώ ο Γιάννης Κεφαλληνός τον δίδασκε χαρακτική. Για λογαριασμό του ΕΟΤ επιμελήθηκε αφισών, ενώ έργα του εμφανίσθηκαν σε διάφορες εκδόσεις της Εμπορικής Τράπεζας. Πέθανε σε ηλικία 89 ετών και κηδεύτηκε στην Αθήνα.



Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2024

Κώστας Περδίκης: ''Καλά Χριστούγεννα''


  Ξεχασμένα στολίδια

Είναι Χριστούγεννα, βραδάκι.

Σε λίγες μέρες ο 20ος αιώνας τελειώνει και θα μας αποχαιρετήσει.

Το πρωί έβρεξε για λίγο, αλλά τώρα όλα έχουν πάλι στεγνώσει.

Κάθομαι, σχεδόν μόνος μου, στην πάνω πλατεία σ’ ένα παγκάκι.

Ο  πολύς κόσμος δεν έχει βγει ακόμη στην αγορά, ύστερα από το μεσημεριάτικο γεύμα του.

Στην απέναντι γωνία, ο δήμος, όπως κάθε χρόνο, έχει στολίσει ένα δέντρο με χρωματιστά λαμπιόνια, που αναβοσβήνουν ρυθμικά.

Κοιτάζοντάς το, ξεχνιέμαι.

Αρχίζω να ταξιδεύω πολύ, πολύ πίσω.

Τότε, σαν κάτι ν’ άστραψε μέσα μου, κάτι που έπρεπε, ευθύς αμέσως, να το διαπιστώσω.

Σηκώνομαι, με φούρια, για το σπίτι.

Πάω κατ’ ευθείαν στην καρυδένια ντουλάπα, που ήταν προίκα της μητέρας μου.

Ανοίγω το δεξιό μεσιανό της συρτάρι.

Ήταν εκεί, όπως τότε το είχαμε αφήσει.

Κανείς δεν το είχε πειράξει.

Το χάρτινο κουτί, με το σκέπασμά του και μέσα όλα τα στολίδια του δέντρου.

Πολύχρωμες μπάλες, λαμπιόνια κ.ά., φυλαγμένα με φροντίδα και αγάπη, να με περιμένουν τόσα χρόνια, από τότε που ήμουν παιδί, για να τα κρεμάσω και πάλι…


Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2024

Μαρίνα Καραγάτση (1936-2024): «Στη μνήμη του συμπατριώτη μου Υπάτιου Περδίου»





 

Η ΑΝΔΡΟΣ, ΩΣ ΣΗΜΕΙΟ αναφοράς και προσωπικής απελευθέρωσης, ως το νησί που στοίβαζε τις αναμνήσεις και ένωνε τις διαφορετικές ταυτότητες, επανέρχεται, για μία ακόμα φορά, στα κείμενα της Μαρίνας Καραγάτση και συγκεκριμένα στο τελευταίο διήγημα που έγραψε με τον τίτλο «Στη μνήμη του συμπατριώτη μου Υπάτιου Περδίου».

 

Αυτό περιλαμβάνεται σε ειδική έκδοση της Άγρας με τον ίδιο τίτλο, συμπληρωμένη από τον αποχαιρετιστήριο λόγο που διάβασε ο Λεωνίδας Εμπειρίκος με αφορμή τον θάνατό της τον Ιούνιο του 2024.

 Πρόκειται για ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής της πολυτάλαντης Μαρίνας και για το καλύτερο, ίσως, μυθιστορηματικό της κείμενο, το οποίο συνδέεται με τα προηγούμενα γραπτά, τα φωτογραφικά λευκώματα και την πολυδιάστατη καλλιτεχνική ματιά της πιο αδικημένης, μάλλον, γόνου της οικογένειας Ροδοπούλου.

Άμεσα συνυφασμένο με τις πιο αληθινές εικόνες της Άνδρου, βγαλμένες από μια εποχή όπου όλα ήταν «χειροποίητα», όπως συνήθιζε να λέει η ίδια, το διήγημα αποπνέει τη βαθιά ψυχική ουσία των σχέσεων και τις πιο απόκρυφες στιγμές των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας τον κοινό συνδετικό κρίκο της ανθρώπινης φύσης, πέρα από τις ταξικές αντιθέσεις.

Ίσως αυτό να ήταν και το χαρακτηριστικό που διαφοροποιούσε, τολμούμε να πούμε, τη Μαρίνα Καραγάτση από τον πατέρα της: μια ουσιαστική αγάπη για τον καθημερινό άνθρωπο του μόχθου ο οποίος έκρυβε μια βαθιά μυθιστορία και διαδραμάτιζε πρωταγωνιστικό ρόλο σε έναν άγραφο πολιτισμό που μοιράζονται όλοι, ανά τους αιώνες ‒ θαρρεί κανείς ότι ο τελετουργικός τρόπος με τον οποίο περιποιούνται οι γυναίκες το νεκρό σώμα του Υπάτιου Περδίου στο ομώνυμο διήγημα ανακινεί εικόνες από αρχαία τελετουργικά της Αιγύπτου.

Η σύντομη, αλλά πολύ πλούσια σε κρυφά μηνύματα ιστορία του Υπάτιου Περδίου εστιάζει, εν προκειμένω, στον μυστηριώδη θάνατο του άτυχου αυτού άνδρα παραμονή της Ανάστασης. Πρόκειται για την απώλεια ενός εκφραστή της πιο ουσιαστικής, ανώτερης στα μάτια της συγγραφέως, χειροποίητης τέχνης, ενός παπουτσή που είχε ζωγραφίσει η μητέρα της Νίκη, «η κόρη της Καρυστινάκαινας», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στο διήγημα, η οποία του είχε πει «ότι δεν την ενδιέφερε μόνο η έξυπνη φάτσα του αλλά και το καλλιτεχνικό ντύσιμό του. Πόσο ωραίος ήταν, του είχε πει, ο συνδυασμός της μπεζ καμπαρντίνας με το βυσσινί κασκόλ».

Το αισθητικό κριτήριο δεν ήταν, καθώς φαίνεται, στην αποκωδικοποιημένη αισθητική της Καραγάτση αποκλειστικό προνόμιο της αστικής τάξης αλλά κτήμα όλων και απότοκο της καθημερινής τάσης των τεχνουργών να δημιουργούν από το πουθενά κάτι όμορφο. Απόδειξη ότι ο ίδιος αναδεικνύεται σε ιδανικό καλλιτέχνη, ένας όμορφος άγγελος στην καρδιά της πιο άγριας καθημερινότητας, ενώ στην επόμενη ακριβώς σκηνή τον συναντάμε νεκρό και γυμνό μέσα στην κάσα, απαλλαγμένο από τα αίματα, σε μια περιγραφή που παραπέμπει σε σκηνές από γαλλικά μυθιστορήματα, με την απέριττη όμως ομορφιά ενός τσαρουχικού πίνακα.

Άλλωστε, και τα δυο στοιχεία συμφιλιώνονται μοναδικά στο σύμπαν της Καραγάτση και στον κόσμο της Άνδρου, όπου η συγγραφέας ανιχνεύει τα κύρια στοιχεία του λογοτεχνικού κόσμου και της αλήθειας της. Εκτός από το σπίτι και το μέρος που αγάπησε η μητέρα της, μακριά από την τύρβη της Αθήνας, το αγαπημένο της νησί έδειχνε να διαθέτει ανθρώπους που πάσχιζαν, αλλά διασκέδαζαν με την καρδιά τους και ήταν άμεσοι και αληθινοί, όπως η ίδια. Αυτοί ήταν που της δίδαξαν την αγάπη, μακριά από τα απωθημένα και τον αυταρχισμό ενός περίκλειστου, ενίοτε αστικού και μάλλον ανδρικού σύμπαντος.

Πηγή Lifo

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2023

Καφενείο Ζαχαράτου: Το πολιτικό στέκι της Αθήνας που άφησε ιστορία

 



 O Δημήτρη Ψαθάς έγραφε στα «Αθηναϊκά Νέα»:

«Ένα τραπεζάκι και ολόγυρα ένα μούσι, ένα μονόκλ, ένας τέως υπουργός, ένας τέως στρατηγός, ένας τέως βουλευτής, ένας ναύαρχος εν αποστρατεία. Πολλαπλασιάσατε την παρέα επί πέντε, επί δέκα, επί είκοσι και θα έχετε είκοσι τραπεζάκια ή αν θέλετε τριάντα.

-Γκαρσόν!
-Διαταγάς.
-Βαρύ και όχι
Το γκαρσόνι έχει συνήθως την εμφάνησιν μέλους του συμβουλίου επικρατείας, του ελεγκτικού συνεδρίου ή συνηθέστερα την εμβρίθειαν τμηματάρχου που ετοιμάζεται να εισηγηθή και να υπογράψη. Ο κ. τέως υπουργός δεν πρόκειται να επιβαρύνη τον προϋπολογισμόν του κράτους με καμμίαν πολυέξοδον παραγγελίαν, όπως εις τας ευκλεείς ημέρας της δόξης του. Περιορίζεται σ’ ένα βαρύ-γλυκόν. Ο τέως στρατηγός δεν θα διατάξη επιφυλακήν, ούτε στρατιωτικήν προέλασιν. Επιφυλακήν των μπρικιών να μη δεχθούν ίχνος ζαχάρεως στον «σκέτο» του επιθυμεί και αρκείται από παλαιάν συνήθειαν σε μια νευρική σύσταση.
-Γρήγορα!
-Αμέσως στρατηγέ.
-Χωρίς ελιγμούς.
-Μάλιστα, στρατηγέ.
Τρείς «τέως» και δύο «εν αποστρατεία», πολλαπλασιαζόμενοι επί πέντε, επί δέκα, επί είκοσι, να η πελατεία του Ζαχαράτου.

Η παραγγελία αποτελεί παρένθεσιν σε όλα τα τραπεζάκια. Η συζήτησις είνε η ουσία. Ξαναρχίζει λοιπόν από το σημείον της διακοπής της, πότε έντονος, πότε ήρεμος, πότε νευρική, πότε θυελλώδης, πότε μυστηριακή, με βοηθητικές χειρονομίες, επεξηγηματικά, κλεισίματα ματιών, χτυπήματα χεριών, υπονοούμενα, διφορούμενα, εξυπακουόμενα, υποτιθέμενα, συμπεραινόμενα, προκύπτοντα, αποκλειόμενα, για να επεκταθή σε όλα τα γεγονότα και όλες τις ειδήσεις της ημέρας πού θα περάσουν ασφαλώς από την εξονυχιστικήν διάθεσιν της κριτικής του τραπεζιού.
-Νομίζω, στρατηγέ μου…
-Δεν είνε έτσι, φίλε μου, διότι…
-Μα δεν είνε δυνατόν αυτό, για προσέξτε…
-Μια στιγμή, παρακαλώ.
-Σας παρακαλώ.
-Σας παρακαλώ, ένα λεπτό…
Και… καλά ξημερώματα…

Το λένε καφενείον. Αδικία. Η πελατεία του, του δίδει δικαίωμα άλλου χαρακτηρισμού δικαιοτέρου. Ο τίτλος της ακαδημίας πολιτικών επιστημών θα ήταν ο μόνος που θα εταίριαζε στου Ζαχαράτου. Γιατί δεν πηγαίνει εκεί ο οποιοσδήποτε. Η πελατεία είνε ωρισμένη. Ούτε κάθεται κανείς οπουδήποτε. Οι θέσεις είνε ωρισμένες. Ο στρατηγός θα κάτση εκεί, ο κ. τέως υπουργός θα κάτση παρά πέρα, ο κ. καθηγητής θα πιάση την γωνίτσα του, ο ναύαρχος, ο συγγραφεύς, ο νομάρχης, ο τμηματάρχης, ο πλοίαρχος, η ατελείωτη σειρά των «τέως» που αποτελεί το απόθεμα των διανοητικών δυνάμεων του έθνους, έχουν τα τραπεζάκια τους όπως σε ένα σώμα που λειτουργεί κανονικά.

Είπαν του Ζαχαράτου ακόμη γερουσίαν! Όχι δα! Τι ήταν η γερουσία; Ένα σώμα νομοθετικόν πού ημπορεί να ιδρυθή και να καταργηθή κατά τις περιστάσεις. Φθαρτή υπόθεσις. Ζήτημα κυβερνητικής αντιλήψεως που περιλαμβάνεται σε μίαν συνταγματικήν διάταξιν. Ή υπάρχει ή δεν υπάρχει.

Του Ζαχαράτου όμως αποτελεί σώμα ιδιόρρυθμον, καθαρώς ελληνικόν πού πηγάζει από τα βάθη της πολιτικολογικής ιδιοσυγκρασίας του Έλληνος, όπως πηγάζει ο καφές από το μπρίκι. Δεν μπορεί να περιληφθή τόσον εύκολα σε ένα χαρακτηρισμόν, να υποβληθή εις συγκρίσεις και παραλληλισμούς. Η αρμοδιότης του βγαίνει από τα καθιερωμένα όρια των σωμάτων του είδους. Μάλλον δεν έχει όρια καθώς υψώνεται εις το επίπεδον παναρμοδιότητος. Η αποστολή του είνε πολύπλοκη, συμβουλευτική, εισηγητική, νομοθετική αλλά προ παντός πληροφοριακή.
Η ενδιαφέρουσα είδησις εκεί θα φθάση πρώτα. Μυστηριώδης, γεμάτος πληροφορίας «εξ ασφαλούς πηγής» θα μπή ο κ. τέως πού διατηρεί πάντα άμεσον επαφήν με την πολιτικήν ζωήν, και θα πάρη την θέσιν του στο τραπεζάκι.
-Λοιπόν; Τι μαθαίνεις;
-Ψί-ψί-ψί-ψί…
-Μπά; Τι λές αδελφέ;
-Ψί-ψί-ψί-ψί…
-Δεν είνε δυνατόν. Για στάσου… από πού τώμαθες;
-Ψί-ψί-ψί-ψί…
Πότε αναλαμβάνεις;
-Ψί-ψί-ψί. Γκαρσόν, ένα γλυκύ βραστόν…»

Πηγή: enikos.gr

Σάββατο 17 Ιουνίου 2023

Κώστας Περδίκης:

 



Οι μικρές  μας ,τότε, αξέχαστες γευστικές απολαύσεις…


Λοιπόν, έχουμε και λέμε:

Σαλίγκια (σαλιγκάρια) , μικρά, βρασμένα με αλάτι και  ρίγανη , μετρημένα με το κρασοπότηρο.

Αγριοαγκιναροκέφαλα, μικρά, βρασμένα με αλάτι και  ρίγανη.

Φιστίκι αράπικο  και  μύγδαλα, καβουρδισμένα με αλάτι, μέσα σε χωνάκια από εφημερίδα. 

Τα παραπάνω, όπως άλλωστε και τα μανουσάκια, τα εμπορεύονταν κατ΄ αποκλειστικότητα μερικά μικρά φτωχόπαιδα, που έμεναν κοντά στη λίμνα και τα έφερναν στην αγορά μέσα σε κανίστρες.

Ο Χρήστος  ο Καρτινός πούλαγε στο σχολείο, στα διαλλείματα, σάμαλι και γρι-γρι και από την Άνοιξη και μετά, με το αυτοσχέδιο ποδήλατό του,  παγωτό κρέμα, φτιαγμένο από τον ίδιο και σερβιρισμένο σε χωνάκι.

Τα πρώτα παγωτά ΕΒΓΑ  φτάνανε στην πόλη μας  με ένα μεγάλο φορτηγό-ψυγείο, που  στάθμευε στην πάνω αγορά, κάτω από το παλιό Δημαρχείο.

Τρέχαμε. εκεί, με λαχτάρα, κρατώντας σφιχτά το αντίτιμο στη φούχτα μας να τα αγοράσουμε.

Το  ξυλάκι κρέμα-σοκολάτα έκανε 1,50 δρχ. το ένα και  ήταν μέσα σε χάρτινο σακουλάκι, που το φυσούσαμε με το στόμα μας για να ξεκολλήσει.

Ο γερο-Πετράκος πούλαγε σουβλάκια, γυρίζοντας με ένα αξιοπερίεργο μικρό τροχόσπιτο, που η τσίκνα από το φουγάρο του μας έσπαγε τη μύτη.

Ο Δημητράκης ο Τάγαρης , όπως και ο Τάκης ο Μαστορόπουλος   έψηναν  και πούλαγαν καλαμπόκια (κούκλες) έξω από το θερινό σινεμά ΟΛΥΜΠΙΑ.

Ο πρώτος, που άρχισε να ψήνει και να πουλάει καλαμπόκια, ήταν ο μπαρμπα-Κώστας, ο κουτσός μπαλωματής, έξω από το μπακάλικο του Μήτσου του Κόντου.

Φόρτωνε την πραμάτεια του και τις πατερίτσες του σε ένα συμπαθητικό γαϊδουράκι, που τον περίμενε υπάκουα να ανέβει κι ο ίδιος για να ξεκινήσει.

Κάστανα ψημένα δεν υπήρχαν, τη φιγούρα εκείνου του καστανά, να ψήνει κάστανα στη φουφού, τη ξέραμε μόνο από τη γνωστή ζωγραφιά του αναγνωστικού μας.

Μερικές φορές, ένας ξένος πούλαγε στα διαλλείματα βρασμένα κάστανα, από ένα σακί.

Την άνοιξη ερχόταν και  ένα γεροντάκι , ο πατέρας του πιο πάνω Τάκη, που πούλαγε κουκουνάρι, ξεσπινισμένο και καφουρδισμένο, μέσα σε μικρά χάρτινα σακουλάκια,  μαζεμένο από τις κουκουναριές του δάσους της Στροφυλιάς.

Στραγάλια και πασατέμπος από το μικρό ψιλικατζίδικο του μπάρμπα-Ρήγα του Γρηγορόπουλου. 

Μας τα μέτραγε με ένα κρασοπότηρο και μας τα 'ριχνε στις τσέπες μας. 

Σοκολάτες, ΙΟΝ, Παυλίδη και ΜΕΛΟ, αλλά και καραμέλες, ροζ του φιλιού, πράσινες μέντας και τυλιχτές  γάλακτος, από τα τρία περίπτερα, του μπαρμπα-Φώτη του Διονυσόπουλου (Πατσέτα) στην πάνω αγορά, του μπαρπα-Γιάννη του Περδίκη (Μπελέκα) και του μπάρμπα- Γιάννη του Μπαμπή στην κάτω.

Με ένα πενηνταράκι παίρναμε πέντε καραμέλες.

Στα καφενεία, για μας τα παιδιά ευτυχώς που υπήρχαν το ''υποβρύχιο'' και τα γλυκά κουταλιού.

Καμια φορά, αν τα οικονομικά μας το επέτρεπαν, τρώγαμε και κανένα από τα υπέροχα  γαλακτομπούρεκα, στο ένα και μοναδικό ζαχαροπλαστείο μας, του μπαρμπα-Γιώργη του Ζαφειρόπουλου.

Τέλος να μη ξεχάσουμε και τα θαυμάσια γλυκά των μανάδων μας, κουραμπιέδες, μπακλαβά, γαλόπιτες, αμυγδαλωτά, αλλά και τις λαλαγγίδες με το πετιμέζι.

Οι τυρόπιτες, τα τοστ, τα κρουασάν, κ.ά. ήταν άγνωστα, τότε, είδη για μας… 


Υ.Γ. Ευχαριστώ πολύ τον συμπολίτη μου Βασίλη Στολάκη, για τη συνδρομή του στην σύνταξη του παρόντος κειμένου.



Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2022

Κώστας Περδίκης: Καϊάφας

 Μνήμες από τα παλιά...




Ανατολικά του μικρού σταθμού του τραίνου, κάθετα με τις γραμμές, ξεκίναγε ένα  τσιμεντένιο δρομάκι, που περνώντας ανάμεσα από πανύψηλες κουκουναριές, έφτανε μέχρι την αρχή της λίμνης.

Στο πλάι του δρομίσκου, πέντε-έξι φτωχικοί άνθρωποι, απ’ αυτούς που ζούσαν γύρω από τη λίμνη, μόστραραν  και πούλαγαν την πραμάτεια τους.

Ήσαν εκείνα τα περίτεχνα καλαθάκια και πανέρια, διαφόρων τύπων και μεγεθών.

Τα έπλεκαν οι ίδιοι, πραγματικοί καλλιτέχνες, από ξεφλουδισμένες,  άσπρες,  βέργες λυγαριάς.

Γίνονταν ανάρπαστα από τους ‘’λουόμενους’’ και μάλιστα πολλές κυρίες τα κρατούσαν στις βόλτες τους, σαν ένα βολικό είδος τσάντας… 

 

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2022

Κώστας Περδίκης:




"Ντομάτα Ζαχάρως"

 ένα θρυλικό προϊόν

 

Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του ’50.

Όλος ο κάμπος μας, τότε, μια απέραντη πράσινη θά­λασσα.

Όλη η εύφορη γη, παραδομένη αποκλειστικά στην καλλιέργεια της μαύρης κορινθιακής σταφίδας, του "μαύ­ρου χρυσού" της εποχής.

Για χάρη της, μέχρι και εθνικό πρόβλημα προέκυψε, το λεγό­μενο "σταφιδικό ζήτημα", όταν για κάποια συνεχόμενα χρόνια, η τιμή της είχε κατρακυλήσει στα τάρταρα.

Πότε από τα καπρίτσια του καιρού και πότε από την εξευτελι­στική τιμή, το όφελος της μιας χρονιάς, την άλλη γινόταν κα­πνός.

Οι έρμοι αγρότες είδαν κι απόειδαν και τελικά πείστηκαν ότι από τη σταφίδα, όσο και να πάλευαν, δεν θα ’χαν προκοπή.

Έτσι, μέσα σε μια πενταετία, χρόνο με το χρόνο, τις ξερίζωσαν απ’ άκρη σ’ άκρη και τις αντικατέστησαν με το νέο είδος της εποχής, την όψιμη ντομάτα, που υποσχότανε πολλά.

Η καλλιέργεια της όψιμης ντομάτας άρχιζε στα τέλη του Μάη με τα φυτώρια.

Έσπερναν τον σπόρο σε ειδικά διαμορφωμένα μικρά ορθογώνια παρτέρια, με εύφορο κοσκινισμένο χώμα, στα λεγόμενα  "τηγάνια", ποτίζοντάς τα  τακτικά.

Σε κανά δυο, τρεις βδομάδες και αφού τα νέα φυτάδια έφταναν, περίπου, τους είκοσι πόντους ύψος, τα  μεταφύτευαν στο χωράφι, που ήταν χωρισμένο σε συμμετρικές αυλακιές.

Από το φύτεμα στο χωράφι και μετά, καθώς οι ντοματιές μεγάλωναν θέλανε συνεχή φροντίδα και κόπο.

Πότισμα, περίπου, κάθε τρίτη μέρα, τειάφισμα, ρέντισμα με γαλαζόπετρα, σκάλισμα και δέσιμο στις καλαμένιες φουρκάδες, καθώς ψήλωναν και κλάρωναν πάνω τους.

Αρχές του Αυγούστου άρχιζε το κόψιμο των πρώτων ώριμων  καρπών.

Τα πρώτα χρόνια, στο ξεκίνημα της καλλιέργειας, οι παραγόμενες ντομάτες ήσαν μεγάλες με ακανόνιστο σχήμα και τις λέγανε  "μπατάλες".

Αργότερα, όσο η παραγωγή και η ζήτηση μεγάλωναν επικράτησε ο νέος σπόρος, που έδινε ομοιόμορφες και  στρογγυλές ντομάτες, τα "μήλα".

Το νερό ήταν εκείνο, που οι ντοματιές  το είχαν ανάγκη, πιο πολύ απ’ όλα.

Κάθε χωράφι είχε το δικό του πηγάδι ή το δικό του αρτεσιανό.

Ο κάμπος είχε γίνει διάτρητος, σαν κεφαλοτύρι, από τα πολλά πηγάδια και τα αρτεσιανά, που έδιναν το πολύτιμο νερό τους.

Το πότισμα άρχιζε το απόγευμα, μόλις έφευγε η καλοκαιριάτικη κάψα και τέλειωνε με το πρώτο σκοτάδι.

Η υγρασία, τότε, σε ολόκληρη την περιοχή ανέβαινε στα ύψη.

Άνοιγες για να διαβάσεις την εφημερίδα και τα φύλλα της  ήσαν σαν να τα ’χεις μουσκέψει.

Την παραγωγή της ντομάτας την απορροφούσε, σχεδόν  αποκλειστικά, η κεντρική λαχαναγορά του Ρέντη, στη Αθήνα.

Για το σκοπό αυτό φτάνανε, νωρίτερα, κάθε χρόνο, οι χοντρέμποροι για να βρουν τοπικούς αντιπρόσωπους και να οργανώσουν το μάζεμα, τη συσκευασία και την αποστολή του προϊόντος στην Αθήνα.

Ο Γιάννης ο Ζαχαρόπουλος, ο Κοτσανάδας, ο Γιάννης ο Τσόπελας, αλλά και ο περίφημος Τέλης της Μαριγώς ήσαν μερικοί απ’ αυτούς.

Στην αρχή, πριν περάσει ο εθνικός δρόμος, η αποστολή της μικρής ακόμη ποσότητας ντομάτας, γινόταν σιδηροδρομικώς, με τα κάρα να μεταφέρουν και να φορτώνουν τα τελάρα στα βαγόνια των τραίνων των ΣΠΑΠ.

Αργότερα, με τη διάνοιξη του εθνικού δρόμου, την μεταφορά της στη Αθήνα ανέλαβαν τα φορτηγά.   

Το τελάριασμα της ντομάτας γινόταν, αμέσως μετά το κόψιμό της, επί τόπου στο χωράφι.

Οι ντομάτες έμπαιναν στα τελάρα σε δυο στρώσεις, με τις πιο μικρές στην κάτω στρώση και τις πιο μεγάλες στην πάνω, για μόστρα.

Τα τελάρα τυλίγονταν με χαρτί χρωματιστό και δένονταν με σπάγκο.

Μετά, είχε σειρά το ζύγισμα με το καντάρι και το φόρτωμα στα κάρα.

Από τα κάρα, γινόταν η μεταφόρτωση στα φορτηγά, που ήσαν αραγμένα στον κεντρικό δρόμου του σταθμού, το ένα πίσω από το άλλο, έξω από το γυμνάσιο.

Αριστερά και δεξιά του δρόμου, από το Μπιλιωναίικο και κάτω, οι ντάνες από τα άδεια τελάρα σχημάτιζαν τείχος, τέσσερα  μέτρα ύψος.

Καθώς σουρούπωνε, όλο το σχετικό νταραβέρι, συνεννοήσεις, παζάρια, παραγγελίες ,πληρωμές, κ.λ.π. γινότανε εκεί, στο κομμάτι της αγοράς, από την Ηλεκτρική και κάτω, μέχρι το Γυμνάσιο.

Έμποροι, εργάτες, καρολόγοι και οδηγοί είχαν για στέκι τους το μαγέρικο της Λουκουματζούς και εκείνο των αδελφών Φώτη και Βλάση Μπολιάρη, λίγο παραπάνω.

Μόλις έπεφτε το σκοτάδι, τα τεράστια φορτηγά, ΜΑΝ, Βόλβο και Σκάνια φορτωμένα, μέχρι πάνω, με τα τελάρα, ξεκίναγαν το μεγάλο ταξίδι για την Αθήνα.

Ο παλιός δρόμος, τότε,  πέρναγε από την Κακιά Σκάλα, που ήταν ένα πολύ επικίνδυνο σημείο.

Δυο φορές πρωί, πρωί, έφτασε και σε μας, το κακό μαντάτο, ότι γκρεμίστηκε στην Κακιά Σκάλα ένα φορτηγό, από τα δικά μας  και σκοτώθηκε ο οδηγός του.

Η ποιότητα της παραγόμενης όψιμης ντομάτας μας, όπως και η νοστιμιά της ήταν άριστη.

Το ήπιο κλίμα της περιοχής μας σε συνδυασμό , με το εύφορο έδαφός της βοηθούσαν, φαίνεται, σ’ αυτό.

Δεν άργησε η φήμη της να τιναχθεί στα ύψη.

Σε όλη την κεντρική λαχαναγορά, στις συνοικιακές λαϊκές αγορές και στα μανάβικα αντιλαλούσε η φράση "ντομάτα Ζαχάρως", προσδίνοντας στο προϊόν μας μυθικές διαστάσεις.

Η τιμή της, όμως, δεν ακολούθαγε πάντα τη φήμη της.

Υπήρχαν φορές, που λόγω της μεγάλης προσφοράς, η τιμή της έπεφτε  χαμηλά και ο κόπος μιας χρονιάς πήγαινε, σχεδόν, χαμένος.

Η μαζική καλλιέργεια της ντομάτας κράτησε μέχρι τις αρχές του ’70.

Η αναπόφευκτη κόπωση των χωραφιών έκανε, χρόνο με το χρόνο, την απόδοσή τους να φθίνει, με αποτέλεσμα η παραγωγή της όψιμης ντομάτας, σχεδόν, να μηδενιστεί.

Στην αποθήκη του εξοχικού μας σπιτιού, στο κτήμα που φυτεύαμε ντομάτα, έχουν ξεμείνει από τότε, δυο, τρία τελάρα.

Τα φυλάμε για να μας θυμίζουν εκείνα τα χρόνια και μαζί τους την περίφημη "ντομάτα Ζαχάρως", με την υπέροχη γεύση, χρώμα και άρωμα.

Όπως, άλλωστε, κρατάμε ακόμη άσβηστη και τη μυρουδιά, πού ’παιρναν τα χέρια μας, μόλις ακουμπάγαμε τα φύλλα μιας από κείνες τις ντοματιές…  

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2022

Κώστας Περδίκης:

 




Κάρα, καρολόγοι

και

Σωματείο Φορτοεκφορτωτών

 

Τα χρόνια, γύρω στο ’60, πριν ακόμη περάσει ο εθνικός δρόμος από την πόλη μας και ακόμη πιο παλιά, η διακίνηση όλων των αγαθών, όπως τα εμπορεύματα των μαγαζιών, τα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, τα λιπάσματα, καθώς και τα οικοδομικά υλικά, γινόταν αποκλειστικά με τα κάρα.

Οι νοικοκυραίοι μόνο μικρές ποσότητες μπορούσαν να μεταφέρουν με τα ζώα τους, άλογα και γαϊδούρια.

Για τον  λόγο αυτόν τα κάρα, τότε, ήσαν πολλά, όπως άλλωστε και οι καρολόγοι.

Αναφέρω μερικούς:

Ο Μήτσος ο Κακαβούλης, ο Γιαννάκος ο Περδίκης, ο Περικλής ο Δαμικούκας, ο Γιώρης ο Τερζής ή Μπαρέλας, ο Κώστας ο Σάσσαλος, ο Χρήστος ο Σαριδέλης ή Κοψοχείλης, ο Αντρέας ο Δρακόπουλος, ο Άγης ο Κάκας, ο Νιόνιος ο Χριστοδουλόπουλος ή Τζίμης, ο Νιόνιος ο Νικολόπουλος ή Γατζούνης, ο Σπύρος ο Μπολιάρης ή Κούλης, ο Κυριακόπουλος ή Ψούλης, ο Θεμιστοκλής ο Γεωργούλιας ή Μούστος κ.ά.

Τότε, οι εξαγωγές και οι εισαγωγές προϊόντων, από και προς την πόλη μας, γίνονταν με τα τραίνα.

Εκεί, στον σταθμό, περίμεναν τα κάρα για να φορτώσουν και να φέρουν στην αγορά τα εμπορεύματα που έφθαναν.

Οι περισσότεροι δρόμοι, εκτός του κεντρικού της αγοράς, που ήταν μισοστρωμένος με άσφαλτο, ήσαν χωματένιοι και υπήρχαν και μερικά καλντερίμια.

Τους χειμωνιάτικους μήνες, με τις πολλές βροχές, οι ρόδες των κάρων και τα πόδια των αλόγων ήσαν χωμένα στη λάσπη μέχρι τη μέση, τους δε καλοκαιρινούς μέσα στον μπουχό.

Τα κάρα τα σέρνανε μεγαλόσωμα, όμορφα, άλογα με φουντωτές ουρές και πλατιά πέλματα.

Όλη τη μέρα,  αγόγγυστα, πήγαιναν εδώ και κει κουβαλώντας τα βαριά φορτία τους.

Όταν το κάρο ήταν ξεφόρτωτο και ο καρολόγος είχε κέφια χτύπαγε με τη βίτσα το άλογο για να τρέξει καλπάζοντας.

Στα παιδικά μας μάτια, τότε,  το όλον θέαμα φάνταζε σαν  σκηνή από καουμπόικη ταινία.

Που και που οι καρολόγοι, μας έκαναν το χατίρι στα πολλά παρακάλια μας και μας ανέβαζαν στη καρότσα, γλυτώνοντάς μας, έτσι, από λίγο ποδαρόδρομο.

Αργότερα, όταν πέρασε ο εθνικός δρόμος, στη διακίνηση των αγαθών προστέθηκαν φορτηγά και τρίκυκλα.

Θυμάμαι το πρώτο φορτηγό, μάρκας Ντόιτς, που το είχε, νομίζω, ο Γιάννης ο Σώκας.

Όταν έπαψε πια να λειτουργεί, ήταν παρατημένο για χρόνια στη γειτονιά μου και πάνω του περνάγαμε ώρες ατέλειωτες, έχοντάς το για το καλύτερό μας παιχνίδι.

Το φόρτωμα και ξεφόρτωμα των μεγάλων φορτίων, όπως λιπάσματα, σακιά με τσιμέντο, τσουβάλια με σταφίδα, τελάρα με ντομάτα κ.ά. διεκπεραίωνε το "Σωματείο Φορτοεκφορτωτών, Ξηράς, Ζαχάρως", όπως ήταν ο πλήρης τίτλος  του.

Προϊστάμενος του σωματίου, για την εύρυθμη λειτουργία του, ήταν ο εκάστοτε Διοικητής του τοπικού τμήματος της Χωροφυλακής.

Το σωματείο είχε καταστατικό, σφραγίδα και Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών.

Αποτελείτο από μόνιμα μέλη και κατά κάποιο τρόπο ήταν "κλειστό".

Για να προστεθεί ένα νέο μέλος έπρεπε οι υπόλοιποι να το αποφασίσουν με μεγάλη φειδώ και περίσκεψη.

Ας θυμηθούμε μερικούς του σωματείου:

Ο Νίκος ο Κοκώνης, πρόεδρος για πολλά χρόνια, ο Γιάννης ο Αθούλης ή Τσάος, ο Χρήστος ο Αποστολόπουλος ή Κοψοχείλης, ο Γιώρης ο Γεωργακόπουλος ή Ρόκας, ο Νέγκας,  ο Σταύρος Νικολόπουλος ή Κολοκύθης, ο Δήμος Νικολόπουλος ή Καλύβας, ο Χρήστος Κοτσανάδας ή Ντίντας, ο Γιώρης και Τάκης ο Φάκαλος και προς το τέλος ο Μήτσος ο Γκότσης.

Μόλις τέλειωναν ένα φόρτωμα ή ένα ξεφόρτωμα τους βλέπαμε να κατευθύνονται εν πομπή, ο ένας πίσω από τον άλλον, στην ταβέρνα της Σώκαινας ή στο υπόγειο κρασοπουλειό του Γιώργαρου, κάτω από το καφενείο του Μανιάτη, στη πίσω του  μεριά.

Πήγαιναν εκεί για να πάρουν μιαν ανάσα, πίνοντας κανά ποτηράκι.

Μεταξύ τους δεν έλειπαν τα καλαμπούρια και τα πειράγματα.

Χρησιμοποιούσαν, μάλιστα, κωδικές λέξεις και φράσεις, όπως "ίσα ρε μάγκες", "ξηγιέσαι σακούλα" κ.λ.π. 

Στη δουλειά τους είχαν ριγμένο στους ώμους τους από ένα άδειο τσουβάλι, για να μην λερώνουν τα ρούχα τους και μερικοί έδεναν στη μέση τους, δυο τρεις γύρες, ένα πλατύ ζωνάρι.

Το ζωνάρι τους βόηθαγε, φαίνεται, να σηκώνουν μεγάλα βάρη και ταυτόχρονα να προστατεύουν τη μέση τους από λουμπάγκο.

Με τα χρόνια, η χρήση νέων τρόπων και μηχανημάτων στο φόρτωμα και ξεφόρτωμα μεγάλων φορτίων, όπως κλαρκς κ.ά., περιόρισε την αναγκαιότητα ύπαρξης του σωματίου και κάποια μέρα, μοιραία, ήλθε το τέλος του, φέρνοντας μαζί του και τη συνταξιοδότηση των μελών του…

 

Υ.Γ. Θέλω να ευχαριστήσω τους συμπολίτες μου Βασίλη Στολάκη και Αντώνη Κόντο, που με τις πληροφορίες τους με βοήθησαν στη σύνταξη του παρόντος κειμένου.


Σάββατο 7 Μαΐου 2022

Κώστας Περδίκης:

 


Οι φωτογράφοι μας

Ήσαν εκείνοι, οι καλοί και ταλαντούχοι άνθρωποι, που με την τέχνη και το μεράκι τους αποθανάτισαν και διέσωσαν πάνω στο φωτογραφικό χαρτί τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής μας. Χάρη σ’ αυτούς και τις φωτογραφίες τους φτιάξαμε και γεμίσαμε τα αναμνηστικά μας άλμπουμ, αλλά και στολίσαμε τις σάλες των σπιτιών μας.

Ο πρώτος, ο πιο παλιός φωτογράφος μας, ήταν ο μπαρμπα-Αριστείδης ο Γιαννακόπουλος ή Κούκλινος. Δεν είχε, νομίζω, μόνιμο στέκι σαν φωτογραφείο, αλλά τον θυμάμαι να ανεβοκατεβαίνει από την πάνω αγορά στην κάτω με μια φωτογραφική μηχανή πάντα κρεμασμένη, με ένα λουρί, από τον ώμο του. Έσπευδε να φωτογραφίσει όποιον του το ζήταγε ή ό,τι άλλο γεγονός  εύρισκε άξιο λόγου.

Ο μπαρμπα-Αριστείδης μας έβγαλε, εμένα και της αδελφής μου, τις πρώτες μας παιδικές φωτογραφίες. Η μητέρα μας είχε την προνοητικότητα, αν και κείνα τα χρόνια ήσαν δύσκολα, να τον φωνάζει κάπου, κάπου για να μας φωτογραφίσει, καθώς χρόνο με τον χρόνο μεγαλώναμε.

Γύρω στο ’55 ήρθε και άνοιξε το πρώτο φωτογραφείο του ο Νίκος ο Μανουσόπουλος, με καταγωγή από το Στροβίτσι. Παλικαράκι τότε, άρτι απολυθείς από τον στρατό. Το φωτογραφείο του ήταν ένα στενό μαγαζάκι, απέναντι σχεδόν από το πατρικό μου, περίπου στην ίδια θέση, που σήμερα οι γιοι του έχουν το δικό τους.

Στο βάθος του μαγαζιου μια σκούρα κουρτίνα χώριζε τον σκοτεινό θάλαμο από το υπόλοιπο χώρο και κει μέσα ο Νίκος, σε ένα απόκοσμο κόκκινο φως, έκανε τα μαγικά του. Εμφάνιζε τα φιλμ και τύπωνε τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Η είσοδος σ’ αυτόν τον χώρο απαγορευόταν σε όλους δια ροπάλου. Μετά, έξω από τον σκοτεινό θάλαμο, πάνω σ’ ένα τραπεζάκι, με ένα ειδικό ψαλίδι έκοβε τις φωτογραφίες, δημιουργώντας περιμετρικά ένα είδος γιρλάντας, που τις έκανε πιο όμορφες.

Ο Νίκος δεν ήταν μόνον πανέξυπνος και αεικίνητος, αλλά και καλοσυνάτος. Στην αρχή μ’ ένα ποδήλατο και μετά μ’ ένα μοτοσακό έτρεχε παντού, όπου λάβαινε χώρα κάποιο γεγονός, για να τραβήξει φωτογραφίες.

Και τι δεν αποθανάτισε με τη μηχανή του. Εθνικές γιορτές, γυμναστικές επιδείξεις, θεατρικές παραστάσεις, απαγγελίες ποιημάτων, απονομή επαίνων, εκδρομές, πανηγύρια, επιτάφιους, λιτανείες, γάμους και βαφτίσια. Μερικές φορές ακόμη και κηδείες.

Σπουδαία επίσης ήσαν και τα πορτραίτα του, οι περίφημες εβδομαδιαίες φωτογραφίες. Αυτές ήσαν κατάλληλες για ταυτότητες και διαβατήρια, αλλά και πολύ χρήσιμες στα συνοικέσια, που γίνονταν τότε με νύφες ή γαμπρούς που ζούσαν μακριά, στα ξένα.

Την επόμενη μέρα από ένα σημαντικό γεγονός, γέμιζε με πολλές φωτογραφίες, που εκεί είχε βγάλει, δυο μεγάλα ταμπλώ και τα μοστράριζε έξω από το μαγαζί του, αριστερά και δεξιά της πόρτας. Μπορούσε έτσι ο καθένας περνώντας να χαζέψει όλες τις φωτογραφίες και να διαλέξει για πάρτη του όποιες του άρεσαν.  

Κάποια χρονιά ο Νίκος αποφάσισε, όπως άλλωστε είχαν ήδη κάνει και πολλοί άλλοι συμπολίτες μας, να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη στη ξενιτιά. Έτσι, έκλεισε το φωτογραφείο του και έφυγε στην Αυστραλία, σαν μετανάστης. Μετά από καιρό ξαναγύρισε. Τα χρόνια όμως και ο μεγάλος μόχθος της ξενιτιάς δεν παρέλειψαν ν’ αφήσουν πάνω του τα σημάδια τους.

Μέχρι που πέθανε θυμόταν και μου ’λεγε για τη φωτογραφία που μου είχε βγάλει, μόλις είχε πρωτοέρθει και που ήταν από τις πρώτες του. Παιδάκι, γύρω στα πέντε, με ανέβασε πάνω στη μάντρα της βεράντας  του καφενείου του Μουσαμά και με αποθανάτισε με φόντο την τεράστια γαζία, που τότε έθαλλε εκεί. Κρίμα που η φωτογραφία είναι ασπρόμαυρη και δεν απεικονίζονται τα μικρά κίτρινα, σαν μπαλάκια, λουλουδάκια της γαζίας με το αξεπέραστο άρωμά τους.

Περιττεύει να σας πω ότι εκείνη τη φωτογραφία μου τη φυλάω, από τότε μέχρι σήμερα, ως κόρην οφθαλμού.

Σήμερα οι δυο γιοι του Νίκου, ο Προκόπης και ο Σπύρος, συνεχίζουν επάξια τη τέχνη του πατέρα τους, αποσπώντας μάλιστα πρωτιές και διακρίσεις σε διεθνείς διαγωνισμούς φωτογραφίας, αλλά και βίντεο…

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2022

Νίκος Δήμου (1935):

 



Το καμηλό παλτό

* Η κυρία στεκόταν όρθια έξω από έναν μεγάλο φούρνο στην Κηφισιά. Ήταν ντυμένη απλά αλλά καλόγουστα και φαινόταν σαν να περίμενε κάποιον. Προσπερνώντας, την άκουσα να μου ψιθυρίζει: «Συγγνώμη, πεινάμε».

* Σταμάτησα κατάπληκτος, βέβαιος πως δεν είχα ακούσει καλά. Όμως η κυρία, με χαμηλωμένο βλέμμα, επανέλαβε τη φράση.

* Μπήκα βιαστικός στον φούρνο, αγόρασα, έκανα ψιλά και, φεύγοντας, της έβαλα στο χέρι ένα μικρό χαρτονόμισμα. Δεν μου πήγε να δώσω κέρμα. Πρόσεξα το χέρι. Ήταν περιποιημένο. Το ψιθυριστό «ευχαριστώ» σχεδόν δεν ακούστηκε.

* Το συναπάντημα αυτό με συγκλόνισε σαν γροθιά στο στομάχι. Σίγουρα κάθε φτώχεια είναι οδυνηρή, αλλά η φτώχεια του νεόπτωχου αξιοπρεπούς αστού είναι πιο σκληρή. Δεν έχει μάθει την ένδεια, ζούσε μια καλή ζωή, και ξαφνικά τα χάνει όλα. Ο άλλος, που ζει χρόνια στη φτώχεια, έχει ξεδιπλώσει στρατηγικές και άμυνες τις οποίες ο νεόπτωχος δεν υποψιάζεται καν.

* Και ξαφνικά ο νους μου πήγε πολλά χρόνια πίσω. Στο τέλος της φοιτητικής μου ζωής στη Γερμανία συνεργάστηκα σε μια ταινία και είχα κερδίσει αρκετά. Από τα κέρδη μου είχα αγοράσει ένα μεγαλοπρεπές καμηλό παλτό.

* Γύρισα στην Ελλάδα, βρέθηκα μέσα σε μία οικογενειακή θύελλα - με αποτέλεσμα, ενώ υπηρετώ τη θητεία μου, να πρέπει ταυτόχρονα να κερδίσω τα προς το ζην. Όχι μόνο για μένα αλλά και για τη μητέρα μου.

* Πέρασα δύσκολα εκείνο τον χειμώνα και συχνά κοιμήθηκα νηστικός. Όταν δεν ήμουν υπηρεσία, φορούσα πολιτικά και χτυπούσα πόρτες για δουλειά. Έκανα τα πάντα: μεταφράσεις, μαθήματα, κείμενα, αλληλογραφία.

* Θυμάμαι τι ζημιά μου είχε κάνει το καμηλό παλτό. «Μα, τι ανάγκη έχεις εσύ;» ο ένας, «Α, θα παίρνεις ακριβά!» ο άλλος. Μέχρι που βρήκα να το πουλήσω και ησύχασα. Μαζί με όσα ξεπουλήσαμε τότε -χαλιά, σερβίτσια, κοσμήματα- έφυγε κι αυτό.

* Προσέξτε λοιπόν: η νέα φτώχεια φοράει συχνά καμηλό παλτό. Και ξεγελάει. Αφήστε που κρύβεται διότι ντρέπεται. Δεν έχει το θάρρος της ανάγκης της.

* Αναζητήστε την εκεί που δεν την περιμένετε. Δεν ζητιανεύει στις γωνίες, ούτε επαιτεί φανερά. Αλλά, ψάχνοντας, θα μάθετε για την οικογένεια του απολυμένου πενηντάρη στελέχους που στερείται που κρυώνει γιατί δεν μπορεί να πληρώσει θέρμανση, που δεν έχει για το χαράτσι και κινδυνεύει να μείνει χωρίς ρεύμα. Κι αν μπορείτε, βοηθήστε. Διακριτικά…

Πηγή: ''Σκακιστικό Καφενείο''