Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Αδελφοί Μανάκια: Οι πρώτοι κινηματογραφιστές των Βαλκανίων

 




Η ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου ξεκίνησε από την … Πίνδο, σε υψόμετρο 1300 μέτρων, σε ένα ορεινό βλαχοχώρι, την τουρκοκρατούμενη ακόμη Αβδέλλα Γρεβενών.

Εκεί, γεννήθηκαν ο Γιάννης Μανάκιας (1878) και ο αδελφός του Μίλτος (1882) οι άνθρωποι δηλαδή που, αποδεδειγμένα πια, έφεραν πρώτοι το σινεμά στα Βαλκάνια και οι άνθρωποι που γύρισαν στο χωριό τους την πρώτη κινηματογραφική ταινία.

Η ιστορία των αδελφών Μανάκια, των πρώτων κινηματογραφιστών των Βαλκανίων είναι από μόνη της συναρπαστική. Είναι, στην ουσία, η ιστορία των Βαλκανίων στις αρχές του 20ού αιώνα. Δηλαδή σε μια εποχή τεράστιων γεωπολιτικών μεταβολών, εθνικών μεγαλοϊδεατισμών και διεκδικήσεων που ξεκίνησαν με την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τις οποίες οι δυο πρωτοπόροι κατέγραψαν με τον φακό τους

Πρώτος ο Γιάννης Μανάκιας σπουδάζει δάσκαλος και ζωγράφος στο γειτονικό Μοναστήρι (τα σημερινά Μπίτολα της Βόρειας Μακεδονίας) και ειδικεύεται στην ιχνογραφία και καλλιγραφία. Στα 1898, έχοντας μυηθεί και στην τέχνη της φωτογραφίας, ανοίγει φωτογραφείο στα Ιωάννινα και μυεί στην τέχνη και τον αδελφό του Μίλτο που ως τότε ζούσε στην Αβδέλλα.

Το 1905 οι Μανάκηδες γύρισαν το πρώτο ντοκιμαντέρ στα Βαλκάνια με τίτλο «Υφάντρες» με πρωταγωνίστρια την Κλεισουριώτισσα στην καταγωγή γιαγιά τους Δέσπα ή Δέσπω (Δέσποινα) Μανάκη η οποία έγνεθε μαλλί και ύφαινε στον αργαλειό.

Το δεύτερο σε σειρά ντοκιμαντέρ τους «Το υπαίθριο σχολείο στην Πίνδο» ξεκινάει με ένα είδος λιτανείας όπου σε μια πλαγιά βαδίζουν κληρικοί και λαϊκοί μαζί με παιδιά που μεταφέρουν μια θρησκευτική εικόνα. Στα επόμενα πλάνα απαθανατίζεται το υπαίθριο ελληνικό σχολείο της Αβδέλλας εν ώρα μαθήματος. Το υλικό αυτό αποτελεί μοναδικό τεκμήριο για την Ελληνορθόδοξη εκπαίδευση στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και συμπληρώνει το πλούσιο σχετικό φωτογραφικό υλικό.

Δύο άλλα κλασικά ντοκιμαντέρ των αδερφών Μανάκια με πλούσιο υλικό από την οικονομική και κοινωνική ζωή στην Μακεδονία τα χρόνια της Οθωμανοκρατίας είναι ο «Βλάχικος γάμος» και η «Εμποροπανήγυρις».

 Πηγή: iefimerida.gr

Σάββατο 11 Μαΐου 2024

Σταύρος Ζουμπουλάκης (1953): Για τον Πολ Όστερ




Το βάρος του καπνού



Θέλω να ξοφλήσω σήμερα, μέρες που είναι, ένα παλιό προσωπικό κινηματογραφικό χρέος, που χρόνια και χρόνια λέω να το κάνω κι όλο το αναβάλλω: να γράψω δυο λόγια για την ταινία των Γουέιν Γουάνγκ και Πολ Oστερ «Ο καπνός» (Smoke, 1995). Την έχω δει αμέτρητες φορές, με την ίδια πάντα αμείωτη χαρά και συγκίνηση, για αισθητικούς και εξωαισθητικούς λόγους. Έγινα από την πρώτη στιγμή λάτρης της. Για ένα διάστημα αγόραζα, μία φορά τον χρόνο, εγώ που δεν είμαι καπνιστής, λεπτά πούρα Schimmelpennick, αυτά που καπνίζει ο συγγραφέας της ταινίας, και κρατούσα το μεταλλικό κουτί για τα στυλό και τα μολύβια μου.

Το ψέμα του Oγκι ήταν μια μεγάλη πράξη καλοσύνης, και ας λένε ό,τι θέλουν οι καντιανοί.

Ο Oστερ δημοσίευσε στους New York Times, τα Χριστούγεννα του 1990, το διήγημα «Auggie Wren’s Christmas Story». Ο σκηνοθέτης Γουέιν Γουάνγκ του ζήτησε να το γυρίσει ταινία, και από εκεί ξεκίνησε η συνεργασία τους που οδήγησε στον «Καπνό» και σχεδόν ταυτόχρονα στη συνέχειά του, το «Brooklyn Boogie». Η ταινία είναι σπονδυλωτή, σε πέντε μέρη, και κάθε μέρος έχει για τίτλο το όνομα ενός από τους ήρωές της. Διαλυμένες οικογενειακές σχέσεις, γιοι που αναζητούν τον πατέρα (όπως ο Τόμας, που τα ψέματά του είναι προπέτασμα καπνού για να κρύψει την οδυνηρή αλήθεια, ή ο ήρωας του έργου που γράφει ο Πολ, εκείνος ο σκιέρ που βλέπει μέσα στα χιόνια, άθικτο, το πρόσωπο του πεθαμένου από χρόνια πατέρα του), τοξικομανείς, κλέφτες, μοναξιασμένοι άνθρωποι, βασανισμένες ψυχές. Ο πατέρας του Τόμας (τον ερμηνεύει ο μεγαλύτερος μαύρος ηθοποιός της Αμερικής σήμερα, ο Φόρεστ Γουίτακερ) κατατρώγεται από την ενοχή για τον θάνατο της πρώτης γυναίκας του και μητέρας του Τόμας, ενώ ο Πολ έχει χάσει την έγκυο γυναίκα του σε ένοπλη ληστεία σε μια τράπεζα της γειτονιάς. Oλοι γυρεύουν λίγα ψίχουλα αγάπης. Ο τίτλος της τελευταίας ενότητας είναι «Oγκι», το όνομα του κύριου ήρωα της ταινίας, του καπνοπώλη Auggie Wren (τον υποδύεται ο Χάρβεϊ Καϊτέλ σε μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του). Θεωρώ πως όλες οι προηγούμενες ενότητες προλογίζουν και προετοιμάζουν αυτή την τελευταία. Ο συγγραφέας Πολ Μπέντζαμιν, καλοντυμένος τούτη τη φορά, μπαίνει στο μαγαζί του Oγκι και αγοράζει ένα πακέτο πουράκια Σιμελπένικ, αντί δύο που αγόραζε συνήθως. Υπάρχει κάποια γυναίκα πια στη ζωή του που νοιάζεται για την υγεία του. Ενόσω βγαίνει σιγά σιγά και από την προσωπική δημιουργική κρίση του, δέχεται πρόταση από τους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» να γράψει ένα διήγημα για το φύλλο των Χριστουγέννων. Δεν του έρχεται καμιά ιστορία στον νου. Ο Oγκι όμως έχει πολλές, αληθινές μάλιστα, όπως ισχυρίζεται. Θα του διηγηθεί μία από αυτές, μια θαυμάσια επινοημένη αληθινή ιστορία. Μπαίνει μια μέρα στο καπνοπωλείο του ένας μαύρος πιτσιρικάς και κλέβει ένα περιοδικό πορνό, ο Oγκι τον κυνηγάει, και καθώς ο μικρός τρέχει του πέφτει το πορτοφόλι. Ο Oγκι το παίρνει και βρίσκει μέσα τα στοιχεία του, αλλά δεν θα τον καταγγείλει στην αστυνομία, γιατί βλέποντας τις φωτογραφίες που είχε στο πορτοφόλι τον συμπονάει. Υστερα από καιρό, ανήμερα Χριστούγεννα, ο Oγκι, μόνος, μη έχοντας τι άλλο να κάνει, αποφασίζει να πάει να επιστρέψει το πορτοφόλι. Από το σημείο αυτό και μετά εξελίσσεται μια εκπληκτική ιστορία. Χτυπάει το κουδούνι και του ανοίγει η υπέργηρη γιαγιά του μικρού κλέφτη, τυφλή, και του λέει πως ήταν βέβαιη ότι θα ερχόταν σήμερα να περάσουν μαζί τα Χριστούγεννα. Του αποδίδει τον ρόλο του εγγονού της και ο Oγκι αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη, τον αναλαμβάνει. Η γιαγιά ξέρει την αλήθεια, αλλά η τυφλότητα της εξασφαλίζει το πρόσχημα να προσποιείται ότι δεν κατάλαβε, και παίζουν και οι δυο τους την παράσταση, με πλήρη προσχώρηση στον ρόλο του ο καθένας. Η γιαγιά δεν έχει τίποτε σπίτι της, εκτός από κρασί, και ο Oγκι θα αγοράσει ψητό κοτόπουλο και άλλα εδέσματα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Η γιαγιά είναι ευτυχισμένη! Ο Oγκι θα βρει στην τουαλέτα μια στοίβα φωτογραφικές μηχανές, μέσα στα κουτιά τους, προφανώς κλεμμένες. Θα πάρει μία και θα φύγει, χωρίς να αποχαιρετήσει, γιατί η γιαγιά κοιμάται εν τω μεταξύ στον καναπέ. Επειτα από τρεις τέσσερις μήνες θα ξαναπεράσει για να επιστρέψει τη μηχανή, μα δεν θα βρει τη γιαγιά. Αυτά ήταν μάλλον τα τελευταία Χριστούγεννα της ζωής της, και τα πέρασε μέσα στη χαρά! Το ψέμα του Oγκι ήταν μια μεγάλη πράξη καλοσύνης, και ας λένε ό,τι θέλουν οι καντιανοί. Μετά το τέλος της διήγησης του Oγκι, βλέπουμε στην οθόνη την ίδια ιστορία, ασπρόμαυρη, βουβή, υπό τους ήχους του θαυμάσιου τραγουδιού του Tom Waits «Innocent when you dream». Η κορυφαία στιγμή της ταινίας! Η λατινική λέξη innocens σημαίνει αυτόν που δεν κάνει κακό σε άλλον (in-noceo), αθώος δεν είναι ο αφελής αλλά ο άκακος. Ο Ογκι μπαίνει στο ψέμα, επειδή δεν μπορεί να κάνει κακό, επειδή είναι innocens, με την κυριολεκτική σημασία.

Ο Ογκι δεν έχει τραβήξει ποτέ φωτογραφία στη ζωή του, τώρα όμως που βρέθηκε με μια φωτογραφική μηχανή στα χέρια θα γίνει ένας ιδιότυπος φωτογράφος: φωτογραφίζει κάθε μέρα, έξω από το μαγαζί του, από το ίδιο σημείο, την ίδια ώρα, για πέντε λεπτά. Είναι η καθημερινή προσευχή του. Ολα φαίνονται ίδια σε αυτές τις φωτογραφίες, αν τις κοιτάξεις όμως προσεχτικά και χωρίς βιασύνη, σου αποκαλύπτουν πράγματα που δεν φανταζόσουν (όπως εκείνη που έκανε τον συγγραφέα να βάλει τα κλάματα). Οπως οι φωτογραφίες του Ογκι, το ίδιο και κανείς από τους ήρωες της ταινίας δεν είναι αυτό που φαίνεται με ένα βιαστικό και επιπόλαιο κοίταγμα – όπως ακριβώς και στην πραγματική ζωή.

Βιογραφικό

Ο Πολ Μπέντζαμιν Όστερ (αγγλικάPaul Benjamin AusterΝιούαρκ, 3 Φεβρουαρίου 1947 - Νέα Υόρκη, 30 Απριλίου 2024) ήταν Αμερικανός συγγραφέας και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς παγκοσμίως. Ήταν µέλος της Αµερικανικής Ακαδηµίας Τεχνών και Γραµµάτων και τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα γλώσσες[11][12].

Ανάμεσα στα μυθιστορήματά του είναι Η Τριλογία της Νέας Υόρκης (1987), Το Παλάτι του Φεγγαριού (1989), Ο Ίλιγγος (1994), Το Βιβλίο των Ψευδαισθήσεων (2002), Αόρατος (2009) και 4 3 2 1 (2017). Ήταν επίσης ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, σεναριογράφος και σκηνοθέτης.

Πηγή: Καθημερινή

Σάββατο 8 Απριλίου 2023

Στέλιος Χαραλαμπόπουλος (1956):

«Ξερολιθιά – Σμιλεύοντας τοπία στις αιμασιές του Αιγαίου»


                                   






Ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1956. Σπούδασε Οικονομικά και Κινηματογράφο στην Ελλάδα κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Οικονομία στο Παρίσι. Έχει σκηνοθετήσει ντοκιμαντέρ για λογαριασμό της κρατικής τηλεόρασης και για ξένα κανάλια. Μεταξύ των διακρίσεων που έλαβε είναι το 1ο Κρατικό Βραβείο Ποιότητας για τις ταινίες "ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ Ο ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΒΑΦΗ" και “HΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ–ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ” και το Βραβείο Διεθνούς Ένωσης Κριτικών (FIPRESCI) στο 8ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης για το φιλμ "ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΡΑΛΗΣ”. Υπήρξε εκδότης του περιοδικού τέχνης "ΓΡΑΦΗ" και κείμενά του για τον κινηματογράφο έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Γραφή», «Σύγχρονος Κινηματογράφος» και «Γράμματα και Τέχνες”. Την περίοδο από 2009 έως 2010 οργάνωσε στο Εργαστήρι Ποίησης του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος τον κύκλο εκδηλώσεων «Ποιητές στην οθόνη». Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο «Αλλαγή αιώνα» από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ. Τέλος, είναι συνιδρυτής από το 1988 μαζί με τους Θάνο Λαμπρόπουλο και Γιάννη Βαρβαρίγο της εταιρείας παραγωγής ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ.


ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

2008: "Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη” (Διεθνής Διανομή : Doc and Co – Γαλλία) - 1ο Κρατικό Βραβείο Ποιότητας (2008, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης), Βραβείο Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών (2008, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης), Βραβείο καλύτερης Φωτογραφίας, Μουσικής, Ήχου στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας, Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ – ΟΔΥΣΣΕΥΣ AWARDS 2009, London Greek Film Festival

2006: " Με λίγο φως στους ώμους – Μιχάλης Γκανάς"- Β΄ Βραβείο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας & Βραβείο Καλύτερης Φωτογραφίας–Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας 2007

2005 :
 "Γιάννης Μόραλης" - Βραβείο Διεθνούς Ένωσης Κριτικών (FIPRESCI) στο 8ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

2001: “Ημερολόγια Καταστρώματος – Γιώργος Σεφέρης” , 1ο Κρατικό Βραβείο Ποιότητας 2001

2000: “Είδαν τα μάτια μας γιορτές” - Βραβείο κοινού, φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης Μάρτιος 2000, 2ο Κρατικό Βραβείο Ποιότητας, Βραβείο Διεθνές Φεστιβάλ Περιβαλλοντικού Κινηματογράφου, Teramo 2000.

1996: “Άδης”- Βραβείο σκηνοθεσίας πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, Ειδική Μνεία της Διεθνούς Κριτικής Επιτροπής, Βραβείο αρτιότερης τεχνικά παραγωγής Ε.Τ.Ε.Κ.Τ., Βραβείο Μακιγιάζ , στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1996, Κρατικό Βραβείο Ποιότητας 1997, Συμμετοχή σε διεθνή φεστιβάλ




Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2023

''Το αμαξάκι'' (1957):

Μια σημαντική ταινία του ''παλιού Ελληνικού κινηματογράφου''

·         Παραγωγή: Finos Film

·         Σκηνοθεσία: Ντίνος Δημόπουλος

        Σενάριο: Ιάκωβος Καμπανέλλης

·      'Α Προβολή: 04 Φεβρουαρίου 1957

·         Ηθοποιοί: Ορέστης ΜακρήςΑντιγόνη ΒαλάκουΒασίλης ΑυλωνίτηςΧριστίνα ΚαλογερίκουΓεωργία ΒασιλειάδουΣτέφανος ΣτρατηγόςΒασίλης ΔιαμαντόπουλοςΠαντελής Ζερβός, , Γιώργος Τσιτσόπουλος

·         Φωτογραφία: Ντίνος Κατσουρίδης

·         Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις

 





Ο Δημήτρης (Τάκης) Χορν, συγκινημένος, συγχαίρει τον Ορέστη Μακρή 

για την ερμηνεία του:



Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2022

Γιώργος Τζαβέλλας: (1916-1976)

 

Η κάλπικη λίρα

 Ήταν τρεις μέρες πριν μπει το 1956 όταν μια ελληνική ταινία θα έγραφε ιστορία στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο και όχι μόνο. Στις 28 Δεκεμβρίου του 1955 προβάλλεται για πρώτη φορά στους κινηματογράφους “Η κάλπικη λίρα” και ανοίγει τον δρόμο για τις σπονδυλωτές ταινίες στην Ελλάδα, όντας η πρώτη που γυρίστηκε και παίχτηκε ποτέ στη χώρα μας.

Η ταινία, “Η κάλπικη λίρα” πέρα από τη σκηνοθετική σφραγίδα του Γιώργου Τζαβέλλα, πλαισιώθηκε κι από ένα αξιόλογο καστ. Οι ηθοποιοί ανήκαν στην αφρόκρεμα της εποχής. Οι ηθοποιοί που πρωταγωνιστούν στην ταινία θεωρούνται, έως και σήμερα, ανάμεσα στους καλύτερους Έλληνες ηθοποιούς, όπως ο Βασίλης Λογοθετίδης, που ήταν ένας από τους καλύτερους Έλληνες κωμικούς της εποχής, μετά την ταινία, “Οι Γερμανοί ξανάρχονται”, όπως η Ίλυα Λιβυκού, που διακρινόταν ως κινηματογραφικό ζευγάρι με τον Λογοθετίδη. Όπως ο Μίμης Φωτόπουλος με ταινίες όπως, “Ο γρουσούζης”, “Εκατό χιλιάδες λίρες”, “Οι Απάχηδες των Αθηνών”, η Σπεράντζα Βρανά με το “Η ωραία των Αθηνών”, ο Ορέστης Μακρής με μία από τις σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, “Ο μεθύστακας”, ενώ, τέλος, το δίδυμο Δημήτρη Χορν και Έλλης Λαμπέτη που είχε πρωταγωνιστήσει σε πολλές θεατρικές παραστάσεις.









Γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε νομικά, αλλά δεν ασχολήθηκε με το δικηγορικό επάγγελμα, αφού δόθηκε ολόψυχα πρωτίστως στον κινηματογράφο αλλά και στο θέατρο στο οποίο ανέβηκαν δέκα περίπου θεατρικά έργα του.

Οι ταινίες του Γιώργου Τζαβέλλα αποτελούν ορόσημο για την ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου. Αυτοδίδακτος σκηνοθέτης, με εξαιρετική παιδεία και μόρφωση, ενηλικίωσε τον Ελληνικό Κινηματογράφο και του έδωσε κύρος, βγάζοντάς τον έξω από τα σύνορα της Ελλάδας.


Πηγή: ''Ελληνικός Κινηματογράφος''

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2021

Γιώργος Τζαβέλλας (1916-1976):

 


Ο Γιώργος Τζαβέλλας ήταν Έλληνας αυτοδίδακτος σκηνοθέτης και σεναριογράφος του ελληνικού κινηματογράφου, θεατρικός συγγραφέας και κριτικός.

Στην αρχή, συνεργάστηκε με τον Νίκο Τσιφόρο σε σενάρια για το θέατρο και κατόπιν στράφηκε στον κινηματογράφο. Μαζί έγραψαν το θεατρικό έργο Ο κλέφτης της καρδιάς μου που παρουσίασε ο θίασος Μακρή-Χαντά-Οικονόμου το 1936 σε μορφή οπερέτας και με δική του μουσική[2]. Αρκετές ταινίες του έγιναν επιτυχίες (Ο μεθύστακαςΗ Αγνή του λιμανιούΤο ΣοφεράκιΗ Κάλπικη λίρα) και θεωρούνται από τις σημαντικότερες του ελληνικού κινηματογράφου. Θεωρείται ο πρώτος σκηνοθέτης που αποδέσμευσε τους ηθοποιούς από το στομφώδες θεατρικό παίξιμο στον κινηματογράφο καθώς και ο πρώτος που εισήγαγε τον διπλό άξονα αφήγησης (Κάλπικη Λίρα) και τη σπονδυλωτή άρθρωση (Μεθύστακας). Μέσα από τη μυθοπλασία των ταινιών του έδινε την αίσθηση του πραγματικού, με ηθικολογικές προσεγγίσεις και στοιχεία νεορεαλισμού[1].

Στην πρώτη ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα, Χειροκροτήματα, η οποία γυρίστηκε κατά τη διάρκεια της κατοχής, εμφανίζεται για πρώτη και τελευταία φορά σε ταινία ο Αττίκ, που λίγο καιρό μετά τα γυρίσματα αυτοκτόνησε. Η ταινία του Κάλπικη λίρα ήταν η πρώτη που έκανε μεγάλη καριέρα σε αίθουσες του εξωτερικού και η μοναδική ελληνική ταινία που συμπεριλαμβάνεται στις 1.000 καλύτερες του παγκόσμιου κινηματογράφου σύμφωνα με τον διάσημο Γάλλο θεωρητικό Ζορζ Σαντούλ. Στην ασπρόμαυρη Αντιγόνη υπήρξε από τους πρώτους κινηματογραφιστές που επιχείρησαν ολοκληρωμένη μεταφορά αρχαίας τραγωδίας στο κινηματογραφικό πανί. Έκανε ο ίδιος τη μετάφραση στα νέα ελληνικά. Η ταινία πήρε και διεκδίκησε αρκετά ελληνικά και ξένα βραβεία[3]. Με την ταινία Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ του Σικάγο.

Σάββατο 10 Ιουλίου 2021

Ο καλός κύριος Πόταγας...

 






του Γιώργου Μητραλιά

 
Για μια περίοδο της ζωής μου, το σινεμά ταυτιζόταν με τον “κύριο Πόταγα”. Δεν έλεγα πάω στο σινεμά ή πάω στο Πάλας. Έλεγα στους γονείς μου, “πάω στον κύριο Πόταγα”. Εννοώντας ότι πάω στον κύριο Πόταγα με την ελπίδα ότι αυτός θα με δει και θα μου κάνει νόημα να μπω -τζάμπα- στη μαγική σκοτεινή αίθουσα όπου διαδραματίζονταν οι πιο αξιοθαύμαστες ιστορίες του κόσμου…

 

Ήταν τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1950 και δεν ξέρω ή δεν θυμάμαι πως άρχισε αυτή η ιστορία. Σίγουρα, ο πατέρας μου γνώριζε τον κύριο Πόταγα και αυτός πρέπει να ήξερε ποιανού ήμουν παιδί. Έτσι, όταν μια μέρα, καθώς βρισκόμουν, κατά τη συνήθειά μου, μπροστά από το ταμείο του Πάλας μελετώντας εμβριθώς τις αφίσες και τις φωτογραφίες των ταινιών του “σήμερον” και των “προσεχώς”, έγινε το θαύμα: με πήρε το μάτι του κυρίου Πόταγα, που βρισκόταν -όπως πάντα- στο γραφείο του! Η συνέχεια έμελλε να επαναληφθεί αρκετές φορές από το 1958 μέχρι το 1960: Ο κύριος Πόταγας με πλησίαζε και με ρώταγε  “Γιωργάκη, θέλεις να μπεις;”

 

Και έτσι άρχισα να πηγαίνω στο σινεμά. Το σκηνικό ήταν πάντα το ίδιο: ο Γιωργάκης έκανε τάχα πως ήταν... περαστικός και απλώς κοίταζε τις φωτογραφίες και τις αφίσες των ταινιών στο προθάλαμο του κινηματογράφου, καθώς δεν υπήρχε περίπτωση να ομολογήσει δημόσια πως τα οικονομικά της οικογένειας δεν επέτρεπαν πολυτέλειες σαν το σινεμά. Όμως, ο καλός κύριος Πόταγας πρέπει να καταλάβαινε τα πάντα. Με το που αντιλαμβανόταν τον "αδιάφορο” Γιωργάκη και του έλεγε τη θαυματουργή φράση “θέλεις να μπείς”, η έξαψη του 10χρονου γινόταν ταχυπαλμία καθώς περνούσε από το φως του προθαλάμου στο σκοτάδι -και στη μυρουδιά- της αίθουσας των ονείρων του. Η ίδια ταχυπαλμία που τον έπιανε εξάλλου λίγα χρόνια αργότερα την ώρα που δρασκελούσε τις Κυριακές την “θύρα των επισήμων” στο γήπεδο της Λεωφόρου, όπου έμπαινε και πάλι τζαμπαρία, αλλά με σατανικό τέχνασμα αυτή τη φορά...

 

Περισσότερο κι από το σχολείο, φαίνεται τελικά πως ήταν στο σινεμά του κυρίου Πόταγα που ο Γιωργάκης άνοιξε τα μάτια του και άρχισε να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του. Μετά από εξήντα τόσα χρόνια, δεν θυμάμαι πια πόσες ταινίες είδα χάρη στον κύριο Πόταγα. Δεν μπορώ όμως να ξεχάσω δύο από αυτές: Πρώτα και πάνω απ’ όλα, τη Γη ποτισμένη με ιδρώτα, και μετά το Γέρο και τη θάλασσα. Τα δάκρυα που έχυσα με τη πρώτη -που είδα μάλιστα δύο φορές!- ήταν ποτάμι. Όμως, καθώς δείχνουν οι πληροφορίες που αντλώ τώρα από τη Wikipedia, η ταινία δεν ήταν όποια κι όποια. Η μελοδραματική -και μιούζικαλ- Mother India, όπως ήταν το όνομά της, σημάδεψε την εποχή της και περιλαμβάνεται στις 100 καλύτερες ταινίες της ιστορίας του κινηματογράφου! Τώρα μάλιστα που το ξανασκέφτομαι, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ίσως ήταν τα πάθη και οι αγώνες της πρωταγωνίστριας, της διάσημης Ναργκίς, που μου προκάλεσαν τα πρώτα σκιρτήματα συμπάθειας και αλληλεγγύης στους φτωχούς και καταπιεσμένους της ανθρωπότητας...

 

Ο γέρος και η θάλασσα ήταν μια άλλη ιστορία που με σημάδεψε μάλλον βαθιά. Εδώ δεν έκλαιγα, αλλά η μάταιη προσπάθεια του Σπένσερ Τρέισι να φέρει στη στεριά τον γιγάντιο ξιφία του, με έβαζε σε μάλλον πρωτόγνωρες μέχρι τότε -και προφανώς αμπελοφιλοσοφικές- σκέψεις. Εξάλλου, τη ματαιότητα των προσπαθειών του πρωταγωνιστή, που παρακολουθούσα με κομμένη την ανάσα, ερχόταν να τονίσει το τοπίο της απέραντης θάλασσας με τα τεράστια ψάρια της, που δεν είχε καμιά σχέση με τον μικρό και ήρεμο Κορινθιακό όπου περνούσα τότε τα καλοκαίρια.

 

Εντελώς διαφορετική ήταν η ατμόσφαιρα που επικρατούσε τα πρωινά της Κυριακής, στον κινηματογράφο του κυρίου Πόταγα. Πάντα τουλάχιστον “δύο έργα, ένα καουμπόικο και ένα μίκη μάους”, και δεν θυμάμαι αν προβάλλονταν και τα -αναπόφευκτα εκείνο τον καιρό- Επίκαιρα, ελληνικά ή ξένα. Η πιτσιρικαρία γέμιζε το σινεμά και τη στιγμή που το “παλικαράκι” εμφανιζόταν καβάλα στο άλογο του στην κορυφή του λόφου, προαναγγέλλοντας ότι η Κάθαρση ήταν πια προ των πυλών, άρχιζε να γίνεται το σώσε: Έξαλλοι, πολλοί πιτσιρικάδες, ανέβαιναν πάνω στα καθίσματα και πανηγύριζαν προκαταβολικά για τη νίκη των καλών επί των κακών, ενώ μερικοί άλλοι, ακόμα πιο θερμόαιμοι, έτρεχαν πάνω κάτω στους δύο διαδρόμους της αίθουσας ανεμίζοντας κάποιο ρούχο τους…

 

Μετά,... μετά μεγάλωσα, μετακομίσαμε πάντα στο Παγκράτι αλλά πιο μακριά από το Τέρμα, και έπαψα να βλέπω τον κύριο Πόταγα. Τα χρόνια ή μάλλον οι δεκαετίες πέρασαν, και ένα βραδάκι πριν από μερικά χρόνια, από το μπαλκόνι της ανταποκρίτριας της Le Monde, που βρισκόταν ακριβώς στο πλάι και πάνω από το Πάλας, αναγνώρισα τον ίδιο πάντα κύριο Πόταγα να ανοίγει και να κλείνει πόρτες, μεταφέροντας μπομπίνες στο καμαράκι με τη μηχανή προβολής.

 

Ορκίστηκα να πάω να τον δω και να του μιλήσω μετά από σχεδόν 60 χρόνια, αλλά τελικά δεν το έκανα παρά 1-2 χρόνια αργότερα. Η συνάντηση δεν ήταν αυτή που είχα ετοιμάσει. Ο ευγενέστατος κύριος Πόταγας πρόσφερε -φυσικά- πορτοκαλάδα, αλλά εγώ μάλλον έχασα τα λόγια μου. Μουρμούρισα κάτι για τα πόσα του χρωστάω αλλά σταμάτησα έγκαιρα πριν τα λεγόμενά μου γίνουν υπερβολικά μελοδραματικά. Όσο για το σχέδιο να τον καλέσουμε στο σπίτι για να τον τραπεζώσουμε και κυρίως, για να του εκμυστηρευθώ με άνεση χρόνου αυτά που σκεφτόμουν για χρόνια για τον ίδιο, αυτό πήγε εντελώς περίπατο.

 

Γιατί γράφω τώρα όλα αυτά; Ίσως επειδή δεν μπόρεσα ποτέ να τα πω σε αυτόν όπως θα ήθελα. Ίσως επειδή χρειάζομαι να βάλω σε τάξη μερικές σκέψεις μου. Ίσως επειδή στην εποχή μας, χάνεται και εξαφανίζεται μέσα στο χρόνο, ό,τι δεν καταφέρνουμε να αποθηκεύσουμε στο Google. Και σίγουρα, επειδή θα ήταν τουλάχιστον ανήθικο να χαθεί μαζί με τον κύριο Πόταγα, και το δημιούργημά του, το ιστορικό Πάλας, που ο ίδιος κράτησε ζωντανό με νύχια και με δόντια σχεδόν επί ένα αιώνα, επιτελώντας ένα -όλο και πιο σπάνιο στην εποχή μας- κοινωνικό και πολιτιστικό έργο. Δηλαδή, κάτι που έχουμε ανάγκη σαν το οξυγόνο ειδικά στους σημερινούς χαλεπούς καιρούς...


Πηγή: Lifo

Τετάρτη 19 Μαΐου 2021

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2020

«Αντρέι Ταρκόφσκι: Σινεμά σαν Προσευχή»

 Μια ταινία για τον σπουδαίο Ρώσο σκηνοθέτη από τον γιο του 

O Αντρέι Ταρκόφσκι υιός, σε μια συναρπαστική συνέχεια με τα ίδια ακριβώς αρχικά του ποιητή πατέρα του, Αντρέι, αλλά και του παππού του, επίσης ποιητή, Αρσένι, ένωσε τις παλάμες του κι άφησε τον τόσο πρόωρα εκλιπόντα Ταρκόφσκι του κινηματογράφου μας να έρθει ξανά κοντά μας, να τον ακούσουμε, να τον δούμε, να μιλήσουν τα κάδρα και οι ποιήσεις του.

Έστω για 97 λεπτά. Χρόνος όμως τελικά, όπως και στο σινεμά του, πολλαπλασιαζόμενος, εκτεινόμενος σ' ένα πέρα για πέρα αισθητό άπειρο.

Η Τέχνη για τον Ταρκόφσκι υφίσταται σε αξιωματική συνάρτηση με τον Θεό, με την ευλαβική αναγνώριση του πεπερασμένου μας, την εκ βαθέων ανάγκη να μεταφραστεί το προσωπικό οικουμενικά και στην υπηρεσία της εσωτερικής ανθρώπινης ελευθερίας. Προφητικό, υψηλόφρον και πνευματικά συναρπαστικό






Γεννημένος το 1932 στο χωριό Ζαβράγιε (Zavraje), ήταν γιος του σημαντικού ποιητή Αρσένυ Ταρκόφσκι (Arseniy Tarkovsky). Σπούδασε μουσικήζωγραφικήγλυπτική και αραβικά, ενώ για ένα διάστημα συμμετείχε σε γεωλογική αποστολή στην ανατολική Σιβηρία. Από το 1956 φοίτησε για περίπου τέσσερα χρόνια στην κινηματογραφική σχολή VGIK (Ινστιτούτο κινηματογράφου της Σοβιετικής Ένωσης), υπό τις οδηγίες του Μιχαήλ Ρομ[14]. Στις τελικές εξετάσεις παρουσίασε την πτυχιακή του εργασία, που αποτελεί την πρώτη του ουσιαστικά κινηματογραφική δουλειά, με τίτλο Ο βιολιστής και ο οδοστρωτήρας, διάρκειας 46 λεπτών (1960).

Η διεθνής αναγνώριση του Ταρκόφσκι ήρθε με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν (1962), η οποία κέρδισε τρεις "Χρυσούς Λέοντες" στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας, μεταξύ των οποίων το βραβείο σκηνοθεσίας και καλύτερης ταινίας. Επόμενη κινηματογραφική ταινία του Ταρκόφσκι αποτέλεσε η επική παραγωγή Αντρέι Ρουμπλιόφ (1969), η οποία αντιμετώπισε τον εξονυχιστικό έλεγχο και πολλές παρεμβάσεις εκ μέρους των σοβιετικών αρχών, με αποτέλεσμα η δημόσια προβολή της στη Ρωσία να καθυστερήσει για αρκετά χρόνια μέχρι το 1971[15]. Η ταινία προβλήθηκε στο φεστιβάλ των Καννών, αποκομίζοντας τελικά το βραβείο FIPRESCI.

Ο Ταρκόφσκι σκηνοθέτησε τις περισσότερες ταινίες του στη Ρωσία. Το 1983 πραγματοποίησε για πρώτη φορά γυρίσματα εκτός της Ρωσίας, στην Τοσκάνη της Ιταλίας, για τις ανάγκες της ταινίας Νοσταλγία και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ιταλία και αργότερα στη Γαλλία.

Η τελευταία του ταινία Η Θυσία, γυρίστηκε στη Σουηδία το 1986 κερδίζοντας τέσσερα βραβεία στις Κάννες. Πέθανε την ίδια χρονιά στην Γαλλία από καρκίνο.

Πηγή:cinema

Σάββατο 25 Μαΐου 2019

''SMUGGLING HENDRIX'' (2018):

Η συμπαθητική ταινία του Μάριου Πιπερίδη

Το τραγούδι του τέλους στην ταινία:

Στίχοι

When there's a trap set up for you
In every corner of this town
And so you learn the only way to go is underground
When there's a trap set up for you
In every corner of your room
And so you learn the only way to go is through the roof
Ooohoohoooh through the roof, underground
And as we're crossing border after border
We realize that difference is none
It's underdogs who, and if you want it
You always have to make your own fun
And as the upperdog leisurely sighing
The local cultures are dying and dying
The programmed robots are buying and buying
And a psycho load of freaks they are still trying trying
Ooohoohoooh through the roof, underground
And as the boy scouts learn to read between the lines
The silver rabbits hop between their fathers' lies
And boy scouts ask "Where? Where do they go?"
They go to the country that they only know
Just like their meanings they lay between the lines
Between the borders their real countries hide
The strategigo's saw their advertise
Their strategy of being is one of in-your-face disguise
Ooohoohoooh through the roof, underground!
And when their own walls they will a-crumble,
And all the systems will be discumbumbled,
Around the stump of bigotry, our own [Ukrainian].
Ooohoohoooh through the roof, underground
Ooohoohoooh through the roof, and underground
Ooohoohoooh through the roof, underground
Ooohoohoooh through the roof! Underground!
Through the roof! And underground!
Through the roof! Underground!

Τραγουδοποιοί: Eliot Ferguson / Eugene Hutz / Oren Kaplan / Sergey Ryabstev / Yuri Lemeshev

Στίχοι τραγουδιού Through the Roof 'n' Underground © Kobalt Music Publishing Ltd.

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2019

ΗΛΙΑΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ (1928-2003):

Ένα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ για τον ''αιρετικό συγγραφέα''



Ηλίας Πετρόπουλος. Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό, πολέμιος των ακαδημαϊκών και του κατεστημένου, ο Ηλίας Πετρόπουλος ήταν ο πρώτος λαογράφος στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με το περιθώριο και κατέγραψε πρόσωπα και πράγματα περιφρονημένα από την επίσημη ιστορία της χώρας του. Ο φακός τον συναντάει στο γραφείο του, στο Παρίσι, όπου έζησε αυτοεξόριστος τα τελευταία τριάντα χρόνια όταν, απογοητευμένος από την πολιτική της πατρίδας του και κουρασμένος από τις αλλεπάλληλες καταδιώξεις και φυλακίσεις, αποφασίζει να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Σε αυτήν την τελευταία του συνέντευξη -μερικούς μήνες μετά πέθανε από καρκίνο- ο Πετρόπουλος μας ταξιδεύει σε άγνωστα τοπία της παράδοσης και της ελληνικότητάς μας και μας γνωρίζει με όλους αυτούς τους ανθρώπους του κοινωνικού υπογείου που κυριάρχησαν