Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Κώστας Περδίκης: Με αφορμή μια φωτογραφία (4).


Ο σταθμός 


Πάνε χρόνια, που το τελευταίο τραίνο πέρασε από δω …
Οι γραμμές σκουριάζουν, πνιγμένες στα αγριόχορτα.
Οι πόρτες σφαλιστές κι οι πάγκοι έρημοι.
Ψυχή καμία.
Η πλαϊνή επιγραφή, ξεθωριασμένη.
Το βαγόνι, από τότε, ξεχασμένο.

Μονάχα ένα κομψό ποδήλατο,
ακουμπισμένο στο καλοχτισμένο ντουβάρι.
Να μου θυμίζει το άλλο, το πρώτο μου,
εκείνο το κόκκινο, το Hercules,
που κάποιο απόγευμα, γύρω στο ’60, 
το Αθηναϊκό τραίνο το ’φερε μέχρις εδώ…

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΗΛΙΩΝΗΣ (1932-2017):


Ένας είναι ο Θεός!

 

 

Θυμήθηκα τον πρώτο μου χρόνο που δούλεψα στην Πάργα, για να βγάλω πια το ψωμί μου. Πρώτη φορά που έφευγα μακριά από τους δικούς μου, μόνος σε μια κωμόπολη απομονωμένη, πίσω από τον ήλιο, δυο μέρες ταξίδι από το σπίτι μου –έτσι ήταν τότε η Πάργα, μην κοιτάτε τώρα. Ήμουν άπειρος, και από κόσμο και από τη δουλειά που πήγαινα να κάνω. Ξεπεταρούδι ήμουν, ούτε φαντάρος δεν είχα πάει ακόμη. Έπεσε κι ένας χειμώνας βαρύς, με παγωνιές και βοριάδες. Όλο το απόγευμα και όλη τη νύχτα άκουγα τα κύματα που σπάγανε με ορμή στους μόλους, κι ύστερα το σούρσιμο των χαλικιών, καθώς το κύμα τραβιόταν πίσω για να πάρει φόρα και να ορμήσει ξανά στη στεριά. Αμάθητος όπως ήμουν από θάλασσα, τον πρώτο καιρό δεν μπορούσα να ηρεμήσω και να κλείσω μάτι από κείνο το βουητό. Με τον καιρό όμως το συνήθισα και μάλιστα το ένιωθα να μου κρατάει συντροφιά τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα. Θυμόμουν τότε το λόγο της μάνας μου, όταν με ξεπροβοδούσε: «Μην στενοχωριέσαι! Έχει ο Θεός!».
Όταν ξυπνούσα το πρωί, έστρεφα τα μάτια σ’ ένα στενόμακρο παράθυρο αντίκρυ από το κρεβάτι μου, το μοναδικό, για να διαπιστώσω αν ήταν η ώρα να σηκωθώ για το σχολείο. Μια σουσουράδα αναμαλλιασμένη από την παγωνιά, έκανε χορευτικές κινήσεις στο περβάζι του παραθυριού, κι ύστερα ράμφιζε απ’ έξω το τζάμι. Τις πρώτες μέρες που το πρόσεξα αυτό, το θεώρησα ως σημάδι θεόσταλτο. Μάλιστα το έγραψα κιόλας σ’ ένα από τα γράμματά μου, δεν θυμάμαι σε ποιον φίλο μου, θυμίζοντάς του πως η ίδια η λέξη οιωνός σημαίνει πουλί. Όλα τότε ήταν γεμάτα από οιωνούς, από μεταφυσικά νοήματα, όλη η ζωή μου διαποτίζονταν από μυστικές επικοινωνίες. Με τον καιρό ανακάλυψα ότι η αλήθεια ήταν πολύ πεζή: το τζάμι είχε μήνες να πλυθεί κι είχε γεμίσει μυγοφτύσματα κι η σουσουράδα μου τα νόμιζε έντομα και τα ράμφιζε απ’ έξω – και το έγραψα κι αυτό σε κάποιον φίλο μου. Αλλά μέρα με την ημέρα ανακάλυπτα με απογοήτευση ότι και σε πολλά άλλα πράγματα η αλήθεια ήταν πολύ πιο πεζή. Κάθε μέρα και διαπίστωνα, κι ωστόσο εκείνη η φωνή μέσα μου συνέχιζε να μου επαναλαμβάνει: Έχει ο Θεός!Και με κρατούσε.
Πλενόμουν γρήγορα στον παγωμένο νιπτήρα, έτρωγα λίγο ψωμί μ’ ελιές, τυλιγόμουν μ’ ένα κασκόλ κι ανηφόριζα το μονοπάτι για το Τουρκοπάζαρο, όπου βρισκόταν το Ημιγυμνάσιο, στεγασμένο σ’ ένα παλιό τουρκόσπιτο. Τρεις τάξεις όλες κι όλες, σε τρεις αίθουσες, με ένα διάδρομο μπροστά κι ένα μικρό Γραφείο. Εκεί έβρισκα τη θερμάστρα αναμμένη κιόλας από την καθαρίστρια που ανέβαινε χαράματα, έψηνα καμιά φορά καφέ και κοίταζα κάτω τη γραφική πολιτειούλα, την κάτασπρη, και το απέραντο Ιόνιο, γεμάτο αφρισμένα κύματα σε όλη την έκτασή του. Περίμενα τον διευθυντή, που ηλικιωμένος καθώς ήταν και υπέφερε από άσθμα, αργούσε να βγάλει την ανηφόρα, στεκόταν κάθε τόσο, ακουμπούσε σε κανέναν κορμό ελιάς, έβγαζε το μαντήλι κι έβηχε με τις ώρες, έτσι που θαρρούσες πως τελικά θα ξερνούσε στο μονοπάτι τα πλεμόνια του, στη ρίζα της ελιάς. Εμείς οι δυο ήμασταν όλοι κι όλοι οι καθηγητές, φιλόλογοι και οι δύο, και διδάσκαμε στις τρεις τάξεις όλα τα μαθήματα, από Αρχαία μέχρι Θρησκευτικά και Άλγεβρα. Καθώς μάλιστα εκείνος ήταν του δημοσίου και είχε πολλά χρόνια υπηρεσίας στην καμπούρα του, εκτελούσε και χρέη διευθυντού και το ωράριό του ήταν περιορισμένο. Έτσι το βάρος των αυξημένων ωρών έπεφτε στις πλάτες μου, που ήμουν νέος, με είχαν προσλάβει «επί συμβάσει» και πληρωνόμουν από το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων. Και μαζί έπεσαν στις πλάτες μου και τα θρησκευτικά και η Άλγεβρα. Με την Άλγεβρα δεν τα πήγαινα άσχημα, γιατί όλο και τη θυμόμουνα από τα γυμνασιακά μου χρόνια. Τη διάβαζα πάντως με προσοχή τα απογεύματα, καθώς και τα Θρησκευτικά, για να μη βρεθώ καμιά φορά σε δύσκολη θέση μπροστά στους μαθητές μου-καμιά δεκαπενταριά όλους κι όλους σε κάθε τάξη. Μπορώ να πω πως τα πήγαινα καλά, πράγμα που αργότερα, όταν πια τέλειωνε η χρονιά, το βεβαίωσε και ο Επιθεωρητής μου που με είχε επιθεωρήσει. «Καλά πας!» μου είπε. Ωστόσο, παρά την επιμέλειά μου, λίγο έλειψε να τα βρω σκούρα μ’ ένα μαθητή μου στην πρώτη τάξη, που δεν διακρινόταν για την ευφυΐα του. Ήταν στο μάθημα της Παλαιάς Διαθήκης και τους διηγιόμουν τη δημιουργία του ανθρώπου και πώς ο Θεός έπλασε την Εύα από το πλευρό του Αδάμ. Σήκωσε τότε το χέρι του ο μαθητής και με ρώτησε σχεδόν τρομαγμένος:
– Δηλαδή, κύριε καθηγητά, και τώρα έτσι γίνονται οι γυναίκες; Για μια στιγμή θόλωσε ο νους μου. Τι να του απαντούσα; Ποια ήταν θεολογικώς ορθή απάντηση; Αυτό δεν θυμόμουν να το έλεγε το βιβλίο τους. Για να κερδίσω χρόνο στη συνέχεια, έδωσα την πρώτη απάντηση που ήρθε στο νου μου:
– Ε όχι, μωρέ παιδί μου! Είπα. Αυτό έγινε μια φορά στην αρχή! Τώρα γίνονται κι αυτές όπως όλοι οι άνθρωποι!
Ευτυχώς δεν με ρώτησε πώς γίνονται οι άλλοι άνθρωποι. Φαντάζομαι πως, μια και προβληματίστηκε, θα φρόντισε να βρει την απάντηση σε κάποιους άλλους αρμοδιότερους, δηλαδή στους συμμαθητές του, που άφησαν ένα μακρόσυρτο μουρμουρητό, μαθητές και μαθήτριες, μόλις ακούστηκε η ερώτηση.Πάντως τώρα, ύστερα από πενήντα περίπου χρόνια, σκέφτομαι πως ήταν καλύτερα που δεν ήμουν θεολόγος. Ποιος ξέρει τι ρητορείες θα του αράδιαζα για να τον καθησυχάσω και το παιδί θα ’μενε στο σκοτάδι και στους φόβους του, δε θα μάθαινε ποτέ την αλήθεια.
Στην πρώτη τάξη είχαμε θυμάμαι κι ένα Μουσουλμάνο, ένα φοβισμένο παιδάκι, μικρόσωμο, με μάτια όλο έκπληξη και πανικό. Τον έλεγαν, θυμάμαι Μουλιαζίμ. Νεχάτ Μουλιαζίμ. Ζούσε στην Πάργα με τη μάνα του, δεν ξέρω αν είχε αδέρφια, πάντως πατέρα δεν είχε. Πρέπει να ήταν φτωχή οικογένεια, κι ίσως γι’ αυτό οι δικοί τους δεν είχαν φύγει με τις ανταλλαγές. Η μάνα ξενοδούλευε στα σπίτια και τις ελιές.
Ο Μουλιαζίμ λοιπόν, σαν Μουσουλμάνος που ήταν, δεν είχε υποχρέωση να παρακολουθεί το μάθημα των θρησκευτικών. Ο διευθυντής τον είχε καλέσει στο Γραφείο, τις πρώτες μέρες κιόλας που αρχίσανε τα μαθήματα, και «μας είχε ενημερώσει» κι εκείνον κι εμένα. Αργότερα ενημέρωσε και τον επιθεωρητή –μην βρούμε και κανέναν μπελά, μου είπε. Δεν ξέρω αν ο Μουλιαζίμ αντιλήφθηκε σωστά εκείνο το «δεν είχε υποχρέωση» ή αν το εξέλαβε ως απαγόρευση. Πάντως στην ώρα των Θρησκευτικών δεν έμπαινε ποτέ στην τάξη. Καθόταν σε μια πέτρα, στην αυλή, όσο ήταν καλός ο καιρός, και διάβαζε το βιβλίο του, ενώ με τις κακοκαιρίες στεκόταν σε μια γωνιά του διαδρόμου και περίμενε υπομονετικά το κουδούνι.
Μια μέρα με φοβερή παγωνιά ανοίγω την πόρτα και τον βλέπω πάλι όρθιο στο διάδρομο να τρεμουλιάζει. Θυμήθηκα τη σουσουράδα που ράμφιζε το παράθυρό μου.
«Βρε Νεχάτ» του λέω. «Έλα, αγόρι μου, μέσα στη σόμπα μην αρρωστήσεις! Θέλεις άκουγε, θέλεις μην ακούς. Ένας είναι ο Θεός για όλον τον κόσμο!» Θυμάμαι που μπήκε δειλά και κάθισε στο θρανίο του. Για μια στιγμή έγινε σιωπή -ιερή σιωπή, παραλίγο να πω- κι ύστερα συνεχίστηκε το μάθημα.
Πέρασε εκείνη η χρονιά, έληξε το Συμφωνητικό μου, πήγα φαντάρος, απολύθηκα, διορίστηκα στο Δημόσιο, πιάστηκα από την κρικέλα. Μπήκα κι εγώ σ’ ένα δρόμο. Ερχόταν το καλοκαίρι και τριγυρνούσα με τις συντροφιές στις παραλίες. Τις πιο πολλές φορές στις κοντινές. Στο Μενίδι, στη Μαργαρώνα της Πρέβεζας, στην Καστροσυκιά. Μια φορά είπαμε να πάμε στην Πάργα, που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται τουριστικά, να μείνουμε λίγες μέρες.
Θα είχαν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που ήμουν εκεί καθηγητής. Και δεν μπορώ να πω πως δεν ήμουν συγκινημένος, όταν βρέθηκα ξανά στα ανηφορικά δρομάκια της, με τα σκαλιά. Ανέβηκα στο Τουρκοπάζαρο, έφτασα ως την πόρτα του κάστρου, είδα το παλιό μας Γυμνάσιο, εγκαταλειμμένο, χωρίς παράθυρα. Είχε χτιστεί καινούριο, εκεί στην ανατολική γωνία, μπροστά στην Κόκκινη Βίλα, που τώρα, κοντά του, είχε μικρύνει πολύ. Όλο το μυστήριο που έκρυβε τότε είχε χαθεί, μαζί με τους ενοίκους της – ένα ζευγάρι μονόχνωτο, μυστήριο κι εκείνο, λέγανε, που απέφευγε τις πολλές συναναστροφές. Πότε πότε συναντούσα κάποιον γνωστό, μερικοί με αναγνώριζαν. Ρώτησα για κάποιους του Συλλόγου Κηδεμόνων, είχαν πεθάνει. Το ίδιο και ο διευθυντής μου. Μαθητές μου δεν έβλεπα. Ή είχαν σκορπίσει για τις σπουδές τους ή είχαν ανδρωθεί και είχαν γίνει αγνώριστοι.
Ένα πρωί, εκεί που στεκόμουν στο δρομάκι, μπροστά στην πόρτα του σπιτιού όπου μέναμε και περίμενα την παρέα μου για να πάμε για μπάνιο, με πλησίασε μια γυναίκα μεσόκοπη και με χαιρέτησε με εγκαρδιότητα:
– Εσύ, μου λέει, δεν είσαι ο καθηγητής; Και είπε το όνομά μου.
– Ποια είσαι; τη ρωτώ.
– Εγώ είμαι η μάνα του Μουλιαζίμ, μου λέει. Τον θυμάσαι;
– Και βέβαια, της λέω, τον θυμάμαι. Τι κάνει ο Νεχάτ;
– Είναι στα ξαδέρφια του, στη Σμύρνη, μου λέει.
– Πες του χαιρετισμούς, αν με θυμάται.
– Αν σε θυμάται! Ούτε εκείνος ούτε εγώ σε ξεχνάμε, μου λέει.
– Για ποιο πράγμα;
– Για κείνο που τους είπες!…
Η αλήθεια είναι πως ανησύχησα, αλλά η γυναίκα συνέχισε:
– Ήρθε λαχανιασμένος στο σπίτι μας από το σχολείο, τρέχοντας, εκείνη τη μέρα και μου είπε: «Μαμά, ο καθηγητής μάς είπε σήμερα πως ένας είναι ο Θεός για όλον τον κόσμο!»… Ξεχνιούνται αυτά;
Ομολογώ πως δεν το περίμενα. Ήταν τότε το καλύτερο μάθημα που πήρα ως δάσκαλος.
Πρόπερσι, όπως ξέρετε, αρχές Ιουλίου, ήρθε στην Ελλάδα η μις Τουρκία. Εμφανίστηκε στην τηλεόραση. Κοπέλα χάρμα των ματιών, θεσπέσια ομορφιά. Μα ποιος το περίμενε; Την λέγανε Μουλιαζίμ και μίλησε ελληνικά! Είπε πως ο πατέρας της ήταν απ’ την Πάργα. Λογάριασα τα χρόνια. Ήταν λοιπόν η κόρη του Νεχάτ! Άλλωστε κάποια στιγμή παρουσιάστηκε κι ο ίδιος , στρουμπουλός, με λίγο μουστάκι στο απάνω χείλι. Γνώρισα το φοβισμένο βλέμμα στα μάτια του. ήταν και ο καιρός που όλο επεισόδια γινόντουσαν με την Τουρκία κι ακουγόντουσαν πάλι μισαλλόδοξα μηνύματα. Ύστερα ακούστηκε από τη Σμύρνη και η φωνή της μάνας του που έστελνε χαιρετίσματα στις φιλενάδες της στην Πάργα. Η μορφή της δεν παρουσιάστηκε, μονάχα η φωνή της που διαπερνούσε το χάος των σαράντα πέντε χρόνων.
Έμεινα κατάπληκτος από τα παιχνίδια της τύχης. Άλλη μια φορά που ο χρόνος για μένα είχε εξατμιστεί, όπως συχνά μου συμβαίνει.
Πήρα και του έγραψα ένα γράμμα: «Νεχάτ, αγόρι μου!» τού ’γραψα. «Μην ακούς τι λένε οι «προκαθήμενοι». Μην τ’ ακούς, Νεχάτ! Κι αν νοστάλγησες, γιε μου, την Πάργα, έλα να την ξαναδείς. Πάρε και τη μάνα σου να ξαναδεί τις φιλενάδες της, πριν φύγει. Ένας είναι ο θεός για όλον τον κόσμο! Κι είναι αυτός που σας ευλόγησε κι έδωσε την ομορφιά στην κόρη σου, για να τον δοξάζει. Ας σας έχει καλά Νεχάτ!»
Δεν ήξερα πού να στείλω το γράμμα, δεν είχα διεύθυνση, τό ’στειλα και δημοσιεύτηκε σε μια εφημερίδα. Δεν ξέρω αν έφτασε ποτέ στα χέρια του. Δεν το φαντάζομαι. Όμως η ευχή μου σίγουρα έφτασε στο αυτί του θεού –κι αυτό είναι αρκετό για μένα
.

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Κώστας Περδίκης: Με αφορμή μια φωτογραφία (3).

Τα σπίτια μας



Κάποτε ήσαν όλα πέτρινα, με όμορφα καλοδουλεμένα αγκωνάρια και κεραμιδένιες στέγες.
Άλλα σοβατισμένα κι άλλα όχι.
Τα πιο πολλά πέσανε με τον σεισμό του 1962, αλλά και από τις εκσυγχρονιστικές απαιτήσεις...
Στη θέση τους σηκώθηκαν σύγχρονα από μπετόν.
Όσα γλύτωσαν στέκουν ακόμη όρθια, με την ομορφιά τους να ξεχωρίζει και να διασκεδάζει, κάπως, το σημερινό οικοδομικό συνονθύλευμα της πόλης μας...











Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ (1937): Ο φιλόλογος, που μας έκανε ''έκθεση'' για τις εισαγωγικές μας εξετάσεις (1967), στο φροντιστήριο Σταυρόπουλου-Τσατσάκη.


Νέο ναυάγιο, παλιό σωσίβιο  


Αν κάθε Πρωτοχρονιά δεν κάνεις απολογισμούς της προσωπικής σου πορείας, είσαι, κατά τη γνώμη μου, ένας ευτυχής αμνήμων, δηλαδή ανιστόρητος, διότι, πάλι κατά τη γνώμη μου, το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα, θα έλεγα η ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα, είναι η μνήμη, άρα η γνώση του χρονικού στίγματος εντός του οποίου δρας, παρελθόν, παρόν και εικαζόμενο μέλλον, δηλαδή το ιστορικό πλαίσιο. Τις μέρες που περνάμε είναι αδύνατον για έναν άνθρωπο της ηλικίας μου που γεννήθηκε στη δικτατορία του Μεταξά, βίωσε τραυματικά το αλβανικό έπος, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τον δεύτερο διχασμό με τις εξορίες και τις φυλακές, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και ύστερα τη δικτατορία των συνταγματαρχών, να μην προσπαθεί να καταλάβει «τι πταίει» και κάθε τόσο γλιστράμε στον ολισθηρό κατήφορο όπου κάθε στιγμή συναντάμε παγίδες, νάρκες, βάραθρα, ξερά πηγάδια και τερατώδη φαντάσματα του παρελθόντος να καιροφυλαχτούν με πύρινα μάτια και νύχια γαμψά.
Πριν από 70 χρόνια, την Πρωτοχρονιά του 1947, ο πατέρας μου ήταν εξορία, διότι φιλόλογος στην Αταλάντη, στο γυμνάσιο της πρωτεύουσας της Λοκρίδας, γενέθλιας πόλης της μάνας μου, ήταν μέλος του ΕΑΜ, επιφορτισμένος με τον επισιτισμό των αναξιοπαθούντων πατριωτών. Διαβασμένος άνθρωπος, με μια βιβλιοθήκη όπου εκτός από την παγκόσμια λογοτεχνία δέσποζαν έργα του Δελμούζου, του Σκληρού, του Βορρέα, του Λορεντζάτου αλλά και του Τρότσκι, του Ραποπόρτ, του Γληνού και του «Αληθινού Παλαμά» του Ζαχαριάδη, έργα του Ζέβγου αλλά και του Κανελλόπουλου, ο «Λόγος της Λαμίας» του Γ. Παπανδρέου αλλά και η «Δίκη των έξι», η «Δίκη των τόνων», η «Αντιδικία των τόνων» και η «Δίκη του Ναυπλίου» με κατηγορουμένους τους εμπνευστές του «Παρθεναγωγείου του Βόλου».
Αυτός ο διαβασμένος φιλόλογος που, όταν ήταν στην Αθήνα στη μετεκπαίδευση των εκπαιδευτικών, είδε όλες τις μεγάλες παραστάσεις του Εθνικού με τον Ροντήρη, τον Βεάκη, την Παξινού, τον Μινωτή, την Παπαδάκη, τον Γληνό, την Αλκαίου, τη Μανωλίδου, τον Κατράκη, τον Μαμία, τον Δενδραμή, και εγώ μεγάλωσα βουτηγμένος στα προγράμματα του θεάτρου εκείνης της μοναδικής εποχής.
Αυτόν τον αισθαντικό άνθρωπο τον συνέλαβαν μέσα στην τάξη και με χειροπέδες τον πέρασαν από την κεντρική πλατεία της Λαμίας Σάββατο πρωί, με τα καφενεία της Πλατείας Ελευθερίας(!) γεμάτα συμπολίτες, φίλους, δικηγόρους, γιατρούς, μηχανικούς, δικαστές που έπιναν το καφεδάκι τους.
Την Πρωτοχρονιά του 1947, η μάνα μου, απλή νοικοκυρά, χωρίς κανένα οικονομικό έσοδο έπρεπε να «γιορτάσει» με τρία αγόρια 10, 8 και 3 ετών! Τα συγγενικά σπίτια, πλην μιας εξαίρεσης, είχαν από τον φόβο των τυράννων της εποχής ερμητικά κλείσει. Ακόμη και αδέλφια της μάνας μου, δημόσιοι υπάλληλοι, την ειδοποίησαν να μη χτυπήσει την πόρτα τους. Επιχειρηματίες που είχαν βαφτίσει τα αδέλφια μου έδιωχναν τη μάνα μου για να μην εκτεθούν ότι περιθάλπουν παιδιά και σύζυγο εχθρού του έθνους! Μόνο ένας εξ αγχιστείας θείος, σύζυγος αδελφής του πατέρα μου, πατεντάτος δεξιός, βασιλόφρων έμπορος, άνοιξε το σπίτι του, μας έδωσε τρόφιμα και λίγα χρήματα για τις τρέχουσες ανάγκες. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που κοιμάται.
Ο αδελφός της μητέρας μου, ήρωας του αλβανικού πολέμου και αργότερα πρωτοπαλίκαρο του Βελουχιώτη, ήταν στις φυλακές της Λαμίας, τότε που ένας κατ' απονομήν βασιλικός επίτροπος, δικηγόρος Αθηνών, έστελνε κάθε μέρα αναπολόγητους στο εκτελεστικό απόσπασμα δέκα και δεκαπέντε αριστερούς. Από το σπίτι που μας χώριζε μια χαμηλή μάντρα εκτελέστηκαν μέσα σε ένα πρωί πατέρας, γιος και γαμπρός!
Εκείνη την Πρωτοχρονιά του '47, με τον τρόμο να κυκλοφορεί ασύδοτος στον δρόμο, καθήσαμε στο τραπέζι και κόψαμε τη βασιλόπιτα που ήταν ένα καρβελάκι ψωμί, δωρεά του φούρναρη, του οποίου ο φούρνος βρισκόταν δύο σπίτια μετά το νοικιασμένο δικό μας. Φλουρί ήταν μια τρύπια δεκάρα. Η μάνα χάραξε τα μερίδια, του Χριστού, του σπιτιού, του πατέρα, το δικό της, των τριών γιων. Δεν ξέρω αν έκανε κάποια καλπουζανιά, αλλά το φλουρί έπεσε στον εξόριστο πατέρα και θεωρήθηκε σημείο πως θα γυρίσει σύντομα.

Το δωμάτιο ζεσταινόταν με μαγκάλι που έκαιγε με ελιοκούκουτσα, τα οποία έστελνε με ένα τσουβάλι από τα λιοτρίβια της Αταλάντης η αδελφή της μητέρας μου. Φορούσα ακόμη κοντά παντελόνια και καθώς διάβαζα πάνω από το μαγκάλι, η κάψα σχημάτιζε στα πόδια μου, ερεθίζοντας τις φλέβες, δίχτυα ερυθρά. Και διάβαζα. Τότε είχα ξεκοκαλίσει την παγκόσμια λογοτεχνία από τη βιβλιοθήκη του πατέρα, όλους τους κλασικούς, Τολστόι, Ντοστογέφσκι, Μπαλζάκ, Ντίκενς, Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό, Καρκαβίτσα και Καραγάτση. Με είχε κατακυριεύσει μια έμμονη φοβία. Οταν είχαμε πάει στη φυλακή όπου κρατούνταν ο πατέρας μου (που ήταν το σχολείο στο οποίο πρωτοπήγα στην Α' Δημοτικού) με τη μάνα μου για να του δώσουμε τη βαλίτσα αφού έφευγε για την εξορία, στην Ικαρία, είχα σχηματίσει την πανικόβλητη εντύπωση πως δεν θα τον ξαναδώ και αισθάνθηκα ως μεγαλύτερος γιος (10 χρονών!) την ανάγκη να ετοιμαστώ ώστε αν χρειαστεί να αναλάβω την οικογένεια! Και γι' αυτό διάβαζα σαν μανιακός, πολύ συχνά ξενυχτούσα διαβάζοντας, έχοντας την ψευδαίσθηση πως η γνώση θα με εφοδίαζε με πρόσθετα προσόντα στην αγορά εργασίας.
Ετσι τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς του 1947 εγώ διάβασα τους «Φτωχούς» του Ντοστογέφσκι στις εκδόσεις του Ελευθερουδάκη και ανήμερα την Πρωτοχρονιά όλα τα χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη και του Βουτυρά, αλλά και τον χριστουγεννιάτικο «Τρελλό» του Νιρβάνα, ένα αριστούργημα.
Η βιβλιοθήκη του πατέρα μου ήταν ένα σωσίβιο για την ερημιά μου, μια όαση στην έρημο όπου ζούσαμε οι μισοί Ελληνες τότε.  

Εβδομήντα χρόνια μετά, στο τέλος του βίου μου, προσπαθώντας να επιβιώσω διδάσκοντας με ωρομίσθια αμοιβή για να συμπληρώσω την κουτσουρεμένη σύνταξή μου, εκείνα τα βράδια και τα ξενύχτια πάνω από τη χόβολη του μαγκαλιού με τα αγαπημένα σωσίβια των μεγάλων πεζογράφων και ποιητών θα έπρεπε να είναι μια ανάμνηση ευγνωμοσύνης. Ομως δυστυχώς είναι σχέδιο ζωής για να τελειώσω τον βίο μου χωρίς να καταλήξω στα συσσίτια του Δήμου και της Αρχιεπισκοπής. Μη νομίζετε ότι επιχειρώ να γράψω μια μελό ιστορία. Σαράντα έξι χρόνια χωρίς διακοπή και χωρίς διακοπές, ακόμη και άρρωστος και εγχειρισμένος, ήμουν σε αυτές τις στήλες Σάββατο και Δευτέρα. Χιλιάδες αναγνώστες συμφώνησαν, διαφώνησαν, εκτίμησαν και πολέμησαν τα γραπτά μου. Λειτούργησε ο δημοκρατικός διάλογος. Η ουσία της πολιτικής και πνευματικής ζωής. Νόμιζα πως δεν θα έφτανα να ξαναπώ τους στίχους του Κάλβου: «Δεν με θαμβώνει πάθος κανένα· εγώ την λύραν κτυπάω, και ολόρθος στέκομαι σιμά εις του μνήματός μου τ' ανοικτόν στόμα».
Χάρη στην τακτική μου επικοινωνία με το κοινό των αγαπημένων εφημερίδων («Το Βήμα» και «ΤΑ ΝΕΑ») αξιώθηκα να επισκεφθώ και να μιλήσω αμισθί σε 52 ελληνικές πόλεις και να γνωρίσω έξοχους ανθρώπους και φανατικά για γράμματα παιδιά.
Δεν φανταζόμουν ποτέ πως 70 χρόνια μετά την Πρωτοχρονιά του '47 θα αναζητούσα πάλι το μαγκάλι και την καταφυγή στα σωσίβια της βιβλιοθήκης μου για να γλυκάνω στα στερνά μου.  
Από τα ΝΕΑ

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017