Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

Κώστας Περδίκης:



ο Μαύρος Γάτος

Το αμπέλι μας το είχε φυτέψει και αναστήσει ο παππούς, ο πα­τέρας της μητέρα μας. Δεν ήταν μεγάλο, ήτανε όμως πολύ καρ­περό. Είχε διάφο­ρων ειδών κλήματα, ροδίτες, μοσχάτα, κέρινα κ.ά. Το κρασί που ’βγαζε ήταν αρωματικό και γλυκόπιοτο. Ήταν περίπου τρία χιλιόμετρα έξω από την πόλη και στη μια του πλευρά είχε για σύνορο τη Ξεροχωρίτικη γράνα. Στην όχθη της ήταν φυτρωμέ­νος ο μεγάλος καλαμιώνας, που από τα ψηλά του καλάμια ο πα­τέρας έφτιαχνε  φουρκάδες, χρήσιμες για να κλαρώνουν πάνω τους οι ντοματιές.
Στην είσοδο του αμπελιού, αριστερά, ήταν ο μεγάλος πλά­τανος. Στον ίσκιο του από κάτω ξαπόσταιναν οι εργάτες, στο σκάψιμο του αμπελιού ή στον τρύγο και έτρωγαν το μεση­μέρι ό,τι τους είχε ετοιμάσει η μητέρα, συνήθως μπακα­λιάρο ή φασο­λάδα. Μια νταμιζάνα κρασί ήταν εκ των ων ουκ άνευ, για  να συνοδεύει το φαϊ τους. Με το ξεθέωμά τους από το πρωί μέ­χρι το σούρουπο, έκαιγαν πολλές θερμίδες και έπρεπε κάπως να τις ανα­πληρώσουν. Απέναντι από τον πλά­τανο, δεξιά, ήσαν  οι δύο μεγά­λες συ­κιές με τα λαχταριστά τους σύκα.
Ο παππούς, όταν πάντρεψε τη μοναχοκόρη του, της έδωσε το αμπέλι για προίκα και από τότε ανέλαβε ο πατέρας μας τη φροντίδα του. Αυτό κράτησε για πολλά χρόνια, μέχρι που  με­γάλωσε και μη μπορώντας άλλο, αποφάσισε να το ξεκωλώσει και να το δώσει για φύτεμα ντομάτας. Έτσι άλλωστε έκαναν οι περισσότεροι κτηματίες, που δοκίμαζαν την τύχη τους με το νέο προϊόν.
Κάναμε, τότε, σεμπριά με τον Χρήστο και τη Μαρία τη γυ­ναίκα του. Ήσαν άνθρωποι ήσυχοι, της δουλειάς και με τα δυο παιδιά τους είχαν φτιάξει ένα καλό σπιτικό. Η Μαρία, απ’ όσα έλεγε η μητέρα, ήταν πολύ καλή μαθήτρια στο σχολείο και το όνειρό της ήταν να γίνει δασκάλα. Η φτώχεια όμως δεν της το επέτρεψε και έτσι έγινε αγρότισσα.
Ήταν κόρη της περίφημης Μουρτζοβασίλως, μιας αντρογυ­ναίκας, που πούλαγε ψάρια και χέλια από τη λίμνη, μέσα σε ψαροκασέλες, στην πάνω αγορά. Αλλά και ο Χρήστος δεν ήταν αγράμματος. Είχε βγάλει τις περισσότερες τάξεις στο γυμνάσιο και τα λόγια του ήσαν πάντα σωστά και μετρημένα. Δεν έβρι­σκες συμπολίτη μας να πει κάτι κακό για το άτομό του.
Το μόνο του κουσούρι ήταν η αδυναμία που είχε στο κρα­σάκι. Τι να κάνει και η φουκαριάρα η Μαρία, το ’χε αποδεχθεί σαν αναγκαίο κακό και όσο μπορούσε έδειχνε κατανόηση. Σχε­δόν κάθε βράδυ περίμενε υπομονετικά, έξω από το κρασοπου­λειό, πότε ο καλό της θα τελειώσει την οινοποσία του για να τον πα­ραλάβει και αλλά μπρατσέτα να γυρίσουν στο σπίτι τους. Στον γυρισμό ο Χρήστος ήταν σαν βρεγμένη γάτα, δεν έβγαζε κιχ σε ό,τι του έσουρνε ψιθυριστά η Μαρία.
Κατά τ’ άλλα όμως ήταν άψογος. Όλη τη μέρα την έβγαζε στο χωράφι δουλεύοντας αγόγγυστα και αδιαμαρτύρητα  για τα προς το ζειν της οικογένειας.
Το στέκι του Χρήστου και της παρέας του ήταν ο Μαύρος Γάτος του Κομπόρη. Ένα άθλιο υπόγειο, τρία μέτρα βάθος, που κατέβαινες με μια απότομη πέτρινη σκάλα.
Ένα χοντροφτιαγμένο, μακρόστενο, ξύλινο τραπέζι, στη μέση του χώρου και ανά γύρω καμιά οχταριά καρέκλες ήσαν όλα κι όλα τα έπιπλά του. Πάνω από το τραπέζι μια ηλε­κτρική λάμπα φώτιζε τον χώρο με το λιγοστό της, ψόφιο φως. Στο βάθος πάνω σε χοντρά τρίποδα έστεκαν τα βαγένια.
Έτυχε και σε μένα μια φορά να γνωρίσω από κοντά τον Μαύρο Γάτο, όταν ο πατέρας μου μ’ έστειλε να πω στον Χρή­στο μια παραγγελιά του. Κατεβαίνο­ντας τη σκάλα, μου πήρε λίγα λεπτά να συνηθίσω το μισοσκό­ταδο και να αρ­χίσω να ξε­χωρίζω τα πρόσωπα μέσα από το ντουμάνι των τσι­γάρων. Ο Χρήστος και η παρέα του καθισμέ­νοι  γύρω από το  τραπέζι είχαν από  ένα κρασοπότηρο μπρο­στά τους και  το κατρούτσο γεμάτο με κρασί στη μέση. Μερι­κές σαρδέλες σκόρπιες σε μια λαδόκολλα σου ’σπαγαν τη μύτη.
Η σεμπριά μας με τον Χρήστο και τη Μαρία κράτησε αρκετά. Υπήρχαν χρονιές που η τιμή της ντομάτας ήταν καλή, άφηνε ένα αρκετά σημαντικό κέρδος και ο κόπος τους έπιανε τόπο. Άλλες όμως ήσαν ίσα βάρκα ίσα νερά. Το νιτερέσιο μαζί τους δεν υπήρξε ποτέ προβλη­μα­τικό και όλοι μας, εμείς και εκείνοι, είμαστε ευχαριστημένοι. Οι δρόμοι μας χωρίστηκαν τη μέρα που το χωράφι που­λήθηκε και με τα λεφτά του καλύ­ψαμε άλλες ανάγκες μας.

Είναι καλοκαίρι, αργά το απόγευμα.
Η μητέρα αδύνατη και πολύ ταλαιπωρημένη κάθεται στη βεραντούλα που βλέπει στον δρόμο. Δίπλα της κάθομαι κι εγώ για να της κάνω παρέα. Ο περασμένος χειμώνας ήταν για όλους μας δύσκολος. Πολύ περισσότερο βέβαια για τη μητέρα, που χτυπημένη από τον καρκίνο, χρειάσθηκε να κάνει εγχείρηση και στη συνέχεια χημειοθεραπεία και ακτινοβολίες. Δυνατή και έξυπνη γυναίκα καθώς ήταν, ποτέ της δεν μας έκανε κουβέντα για την αρρώστια της, δεν ήθελε να μας πικράνει.
Τα κακά νέα ως γνωστόν δεν αργούν να διαδοθούν. Στη μι­κρή κοινωνία μας το μαντάτο της αρρώστιας της μητέρας είχε ήδη φτάσει, όπως άλλωστε έφτασε, λίγο μετά και κείνο για την άτυχη Μαρία, που ήταν αρκετά νεότερή της.
Χαζεύαμε λοιπόν εκείνο το απόγευμα τους περαστικούς, όταν στη στροφή του δρόμου φάνηκε η Μαρία να κατηφορίζει με αργό βήμα και πρόσωπο συννεφιασμένο. Η ματιά της αμέ­σως έπεσε στη μητέρα. Δεν είπε τίποτα, μόνο με το χέρι της έκανε ένα νεύμα όλο νόημα, σαν να της έλεγε. «Κυρά Γιωργία εγώ πάω, φεύγω, σ’ αφήνω γεια». Η μητέρα έκανε  πως δεν κα­τάλαβε. «Τι κάνεις Μαρία μου», της είπε. Εκείνη δεν απά­ντησε, κουνώντας το κεφάλι της συνέχισε το δρόμο της.

Η μητέρα πάλεψε κοντά δέκα χρόνια την αρρώστια της. Η θέλησή της να ζήσει ήταν πολύ μεγάλη. Η Μαρία στάθηκε πιο άτυχη, έφυγε πολύ πριν από κείνη.
Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια. Το νεύμα όμως εκείνο της Μαρίας, το όλο πίκρα και παράπονο, που ’κανε στη μητέρα, δεν μπορώ να το ξεχάσω, μ’ έχει στοιχειώ­σει.
Ο Χρήστος μετά τον χαμό της γυναίκας του απόμεινε αμα­νάτι. Τα παιδιά του, παντρεμένα, μένανε αλλού, με τις δικές τους πια φαμί­λιες. Αριά και που τα ’βλεπε. Βάλσαμο στον πόνο του είχε το κρασάκι. Ποιος άλλωστε, ύστερα από το κακό που τον βρήκε, θα μπορούσε να πει κάτι για το κουσούρι του. Όλα τα δίκια τα ’χε με το μέρος του. 
Εκεί, στον Μαύρο Γάτο, το στέκι του, μόλις σκοτείνιαζε  έσερνε τα βήματά  του και κατέβαινε την πέτρινη σκάλα του. Οι συμπότες του ήσαν εκεί και τον περίμεναν για να πιουν μαζί του και για να του πουν, τραυλίζοντας, λίγες λέξεις παρηγοριάς. Αργά, μόλις τα μαγαζιά της αγοράς κλείνανε, τον βλέπαμε να ανηφορί­ζει παραπατώντας για το κονάκι του. Μέχρι τη μέρα που πέθανε, κάθε βράδυ ο Χρήστος το ίδιο εκείνο δρομολόγιο ακολούθαγε πι­στά…

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

ΝΩΝΤΑΣ ΡΕΝΤΖΗΣ (1939):

Ένας σύγχρονος Θεόφιλος













Ο Νώντας Ρεντζής γεννήθηκε το 1939 στον Δρυμώνα Τριχωνίδας. Τελείωσε το Γυμνάσιο στο Μεσολόγγι, σπούδασε στην Οδοντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας και εργάστηκε στην Ηλιούπολη Αττικής. Έλαβε μέρος στους πολιτιστικούς και κοινωνικούς αγώνες της γενιάς του. Τα τελευταία χρόνια ζωγραφίζει “…σε μια εκ βαθέων προσπάθεια εξομολόγησης, έκφρασης και επικοινωνίας.”
Έχει πραγματοποιήσει δέκα ατομικές εκθέσεις και έλαβε μέρος σε περισσότερες από ογδόντα ομαδικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές, σε Δημόσιες Πινακοθήκες και Μουσεία εντός και εκτός της χώρας. Η UNESCO τον βράβευσε για την προσφορά του στην τέχνη.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (1924-2008): Ο Σημαντικός ποιητής μας, από τον Πυργο


Τραντατρία χαϊκού


«Αν πράγματι με θες, θα μ’ έχεις.»
1
Κρυφό μου σώμα
τα μυστικά σου μόνος
εγώ τα ξέρω.

2
Όταν χορεύει
σηκώνει τη φούστα της
να ιδώ την ελιά.

3
Πάλι το δρόμο
γυμνή στο παράθυρο
κρυφοκοιτάζει.

4
Κάπου στ’ όνειρο
σ’ άκουγα πουλάρι μου
να χλιμιντρίζεις.

5
Στις τρεις τη νύχτα
το γκαρσόνι μάς πήρε
τα δυο ποτήρια.

6
Πάνω στ’ αμόνι
μενεξές το σίδερο
του μπαλκονιού της.

7
Δυο μάτια σπαθιά
σκίζαν τα βλέφαρά του
κι έμενε γυμνή.

8
Τρεις φίλοι παίζαν
στα ζάρια το φιλί της.
Κι άλλος το πήρε.

9
Κούμαρο μέλι
κι ο κότσυφας άπληστος
ο κερομύτης.

10
Όταν κοιτάζει
στου πηγαδιού το βάθος
βλέπει τον τράγο.

11
Δες! Δυο κουνούπια
στο καψούλι της βόμπας
κάνουν έρωτα.

12
Πέθαινα λέει
και πάνω στο σώμα μου
έφεγγε η αυλή.

13
Να θέλω κι άλλο
κι άλλο ακόμη. Κι εσύ
να μη μου δίνεις.

14
Μέρα και νύχτα
με σκοινί αόρατο
κάποιος μας δένει.

15
Σπουργίτης φονιάς
σκοτώνει τον τζίτζιρα
κι αυτός τραγουδάει.

16
Σταυροί στην πλαγιά
κι η θάλασσα πιο κάτω
λάμπει στον ήλιο.

17
Άκουγα κουπιά
χωρίς να βλέπω βάρκα
μέσα στο πούσι.

18
Θάλασσα χλωμή.
Με την ψόφια ουρά της
παίζουν τα παιδιά.

19
Βαθιά στη λάσπη
αυλακιές από ρόδες
και φύλλα ξερά.

20
Πίσω απ’ τα βουνά
κάποιοι βγαίνουν τα βράδια
και μας κοιτάζουν.

21
Στον Ν.Δ.Τ.
Άχνα δε βγάζω
θαλασσινό μου αηδόνι
να σε ακούω.

22
Μικρό καράβι
στο μπουκάλι κλεισμένο
πού αρμενίζεις;

23
Νεκρός κι ο Έκτωρ.
Τρομάζει τον Όμηρο
η αναίρεσή του.

24
Ουρά παγωνιού
σε πισινό μαϊμούς
τούτος ο κόσμος.

25
Ώχου κι απόψε
δε γλιτώνεις το ξύλο
Καραγκιόζη μου.

26
Είναι οι λέξεις
στο ψ της Ιλιάδας
ή τα τσεκούρια;

27
Είπε ο Ζήνων:
«Ουκ άρα έστιν ο τόπος».
Λες να ’ναι αλήθεια;

28
Γελάει ο λύκος.
Κάτι τού ψιθύρισε
στ’ αυτί το αρνάκι.

29
Άνθη μυγδαλιάς
πέφτουνε στον ύπνο μου.
Ποια με φίλησε;

30
Φτωχό κόκαλο
στην άμμο της ερήμου
με τόσο ύφος.

31
Το ένα σου μάτι
στο ποίημα· και τ’ άλλο
να σε δικάζει.

32
Ακίνητοι. Σαν
να φωτογραφήθηκε
η Γη για πάντα.

33
Όλοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ’ ένα ποίημα.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Κώστας Περδίκης:

Για τον Βασίλη που έφυγε…


Με τον Βασίλη είμαστε γείτονες, τρία μόλις σπίτια μας χώριζαν.
Ήταν λίγο μικρότερός μου και είχε έναν αδελφό, τον Γιώρη, που ήταν συμμαθητής και κολλητός μου.
Η φιλία μου, όμως, με τον Βασίλη προέκυψε από τα κοινά μας, τότε, ενδιαφέρο­ντα.
Την αγάπη μας για τη ζωγραφική, τις συλλογές γραμματοσήμων και για τα παιδικά περιοδικά Μικρό Ήρωα, Ταρζάν, Γκαούρ Ταρζάν, Μικρό Σερίφη, Κλασσικά Εικονο­γραφημένα κ.ά.
Εγώ ήμουνα φανατικός αναγνώστης της Διάπλασης των Παίδων, όπου έστελνα τα σκίτσα μου και τις πρώτες μου λογοτεχνικές απόπειρες, για δημοσίευση.
Ο Βασίλης ήταν οπαδός και αναγνώστης του Μπράβο, ενός καλού παιδικού περιοδικού, που είχε τότε κυκλοφορήσει.
Εγώ οπαδός του Ολυμπιακού, ο Βασίλης του Παναθηναϊκού.
Τ’ απογεύματα, μέχρι να σουρουπώσει, τρελαινόμαστε όλη η παρέα στο παιχνίδι, πότε στην αυλή του Βασίλη και πότε στη δική μου.
Το ίδιο και τις μέρες που δεν είχαμε σχολείο.
Μεγαλώνοντας χαθήκαμε, σπουδές, δουλειές, οικογένειες.
Ο Βασίλης γιατρός στο Καρπενήσι, εγώ πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα.
Κάπου-κάπου, τα καλοκαίρια, βλεπόμαστε στη Ζαχάρω μας.
Λίγα λέγαμε, αλλά πολύ περισσότερα νοιώθαμε στις συναντήσεις μας.
Έφυγε πρώτα ο αδελφός του, από μια κληρονομική αρρώστια.
Τι ειρωνεία!
 Σε  ενάμιση χρόνο, από  την ίδια αρρώστια, έφυγε και ο Βασίλης…

Αγαπημένε μου φίλε,
ο πόνος, τα δάκρυα και η συγκίνηση όλων μας στο κατευόδιό σου ήσαν τα ελάχιστα από μας για σένα.
Για τον χαρακτήρα σου, την ανθρωπιά σου, την προσφορά σου.
Δικαιούσαι λοιπόν τα λόγια του Αποστόλου Παύλου:
«Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα, λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος».

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Γαλλικός Μάης του '68:


Ένα όνειρο μεγαλύτερο από τη νύχτα
Ανάμεσα στους Έλληνες που έτυχε να βρεθούν στο Παρίσι την περίοδο εκείνη ήταν και τρεις μουσικοί που σύντομα θα γίνονταν διεθνώς γνωστοί ως Aphrodite’s Child: Ο Λουκάς Σιδεράς, ο Ντέμης Ρούσσος και ο Βαγγέλης Παπαθανασίου. Ενώ αρχικός προορισμός τους ήταν το Λονδίνο, το συγκρότημα  κατέληξε τελικά στο Παρίσι λόγω γραφειοκρατικών κολλημάτων, εν μέσω των γενικότερων αναταραχών και απεργιών που λάμβαναν τότε χώρα στη Γαλλία. Μέσα σε αυτό το κλίμα θα ηχογραφήσουν το πασίγνωστο «Rain and Tears», το οποίο θα γνωρίσει αμέσως τεράστια επιτυχία και θα πάρει έτσι την θέση του στη μουσική υπόκρουση του γαλλικού Μάη. Σύμφωνα μάλιστα με τονΝτέμη Ρούσσο, ο τίτλος του κομματιού αποτελεί μια έμμεση αναφορά στο κλίμα των ημερών («rain» γιατην Παρισινή βροχή, «tears» εξαιτίας των δακρυγόνων που έπεφταν στους δρόμους). 

Από την Athens Voice