Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ (1925-1994):



ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ
Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα.
Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν. Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.
Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,
«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα»
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.
Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.
«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».
Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.
Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:
«Γνώση, ποιος με βοήθησε»;
«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:

«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗΣ (1938):


Ούτε εγώ θυμάμαι πόσες φορές έγραψα κι έσβησα αυτή την εισαγωγή. Τι να γράψω; Είναι μια κουβέντα που ήθελα πολύ να κάνω με τον Καλλιφατίδη. Στη Σουηδία, από τα πρώτα ονόματα που έμαθα ήταν το (δυσκολοπρόφερτο για τους Σουηδούς) Θοδωρής Καλλιφατίδης.
Οταν επιτέλους έφτασε η μέρα, με δέχτηκε με τη φιλικότητα που μόνο οι άνθρωποι που τα έχουν καλά με τον εαυτό τους μπορούν να σου χαρίσουν. Στα ελληνικά κυκλοφορούν 17 βιβλία του, αλλά, όπως είπα και στον ίδιο, στην Ελλάδα «τρώμε» εικόνα. Βγαίνεις στην τηλεόραση; Σε ξέρω. Αλλιώς… Σιγά μην τον πειράζει, όμως. Πέραν των 35 βιβλίων του που κυκλοφορούν στη Σουηδία, των βραβείων που έχει κερδίσει, της παρουσίας του σε θέατρο και κινηματογράφο, ο Καλλιφατίδης είναι σπουδαίο κομμάτι της σουηδικής και της ελληνικής λογοτεχνίας. Και μια κουβέντα μαζί του σε κάνει σοφότερο.
Μετανάστευσε στα 25 του. Απένταρος, αλλά αποφασισμένος να πετύχει. «Εριξα μαύρη πέτρα πίσω», θα μου έλεγε. Με τα σημερινά δεδομένα, οι «πατριώτες» θα τον έλεγαν «λαθρομετανάστη». Σπούδασε, έμαθε ταυτόχρονα τέσσερις γλώσσες, έγινε καθηγητής Γυμνασίου μόλις δύο χρόνια αφότου πάτησε το πόδι του στη Στοκχόλμη, πήρε πτυχίο φιλοσοφίας σε 18 μήνες. Αριστερός, ουμανιστής, ασυμβίβαστος. Τότε και πάντα. Επιβλήθηκε σε μια «πιάτσα» όπου λίγοι τα καταφέρνουν. Γιατί, αν είναι μια φορά δύσκολο να πετύχεις ως μετανάστης, για να γίνεις πετυχημένος συγγραφέας, όντας μετανάστης και κρατώντας το όνομα-γλωσσοδέτη για τους Σουηδούς, είναι σπουδαίο κατόρθωμα.
Κάπου εδώ, όμως, λέω να σταματήσω. Ο ίδιος τα λέει καλύτερα, χωρίς να «στρογγυλεύει» καθόλου τις λέξεις. Τόσο που, την ώρα που τον άκουγα, σε κάποιες στιγμές είχα ανατριχιάσει. Σκεφτόμουν πως αν τα έλεγε στην Ελλάδα, μπορεί και να κινδύνευε η ζωή του. Προσωπικά, δεν έτυχε να ακούσω άλλον άνθρωπο, του «μεγέθους» του Καλλιφατίδη, να λέει για παράδειγμα ότι «ο φασισμός είναι στη νοοτροπία του Ελληνα». Αλλά, στην τελική, αυτό το θάρρος τον οδήγησε ώς εδώ. Απολαύστε τον!
Μετανάστης έγινα κατ' ανάγκην... Μετά το στρατιωτικό, εργάστηκα για έξι μήνες και πάλι ανεργία. Στα 25, δεν μπορούσα να ζω με το δεκάρικο που μου έδινε ο συνταξιούχος πατέρας. Με πολύ μεγάλη πίκρα, ίσως η πικρότερη στιγμή της ζωής του, μου είπε: «Παιδί μου, η Ελλάδα δεν σε θέλει. Φύγε!» Κι έφυγα. Ανεργος. Ελεγχόμενος από την αστυνομία. Το οποιοδήποτε ταλέντο είχα εθεωρείτο ψώνιο. Εστελνα διηγήματα παντού και δεν απαντούσε κανένας. Τώρα το βλέπω και με εμένα. Αμα σου στέλνουν 1.000 διηγήματα, λες «ε, παιδιά, κάπου φτάνει πια», αλλά όταν είσαι στα 18 περιμένεις μια απάντηση. Σε μένα δεν ερχόταν ποτέ. Μια κοπέλα έβαλε ένα μου διήγημα σε μια φοιτητική εφημερίδα. Της είμαι ευγνώμων για πάντα. Μου το έστειλε ένας φίλος που το βρήκε και διαπιστώνω ότι έγραφα καλύτερα απ' ό,τι γράφω σήμερα.
Εφυγα από την Ελλάδα πάμπτωχος... Είχα μόνο δύο βιβλία. Το ένα, ποιήματα του Καβάφη, το είχα αγοράσει. Το άλλο μου το είχε κάνει δώρο την Πρωτοχρονιά το πρώτο μου κορίτσι, 13-14 χρόνων. Το ίδιο βιβλίο είχα αγοράσει και εγώ για εκείνη. Ανταλλάξαμε το ίδιο βιβλίο. Από τον ίδιο πλανόδιο βιβλιοπώλη. Που αυτή στη συνέχεια τον ερωτεύτηκε. Προδοσία τεράστια, αλλά μου πέρασε.
Ως γιος δασκάλου, από 5 χρόνων διάβαζα και έγραφα... Βασικά διάβαζα κάτι αγιογραφίες που είχε η γιαγιά μου. Βιβλία δεν είχαμε στο σπίτι. Στο Γυμνάσιο, μπορούσα να ξενυχτάω όμως για να τελειώσω ένα βιβλίο του Ντοστογιέφσκι. Το διάβασμα έχει παίξει μεγάλο ρόλο στη ζωή μου. Στην Ελλάδα της εποχής μου, μπορούσες να σπουδάσεις ως καλός μαθητής αλλά να ήσουν πολιτικά «καθαρός». Επρεπε να πάω στο τμήμα για πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Δεν το πήρα. Ο διοικητής του τμήματος μου είπε: «Πρώτα θα γίνω εγώ Πάπας και μετά θα μπεις εσύ στο πανεπιστήμιο». Και δεν μπήκα. Αυτός έγινε στη συνέχεια πρωτοπαλίκαρο του φασισμού, της χούντας. Οταν μου δόθηκε η δυνατότητα να σπουδάσω στη Σουηδία, χωρίς ερωτήσεις και τμήματα, έμαθα σουηδικά, αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά ταυτόχρονα και πήρα το δίπλωμα φιλοσοφίας δουλεύοντας παράλληλα. Γιατί μου είχε λείψει το άτιμο!
Δεν νοσταλγώ τα νιάτα αλλά την αμεσότητα του αισθήματος... Στα 78 θυμάσαι τα αισθήματα και στα 18 τα ζεις. Αλλάζουν «χρώμα» τα αισθήματα. Μέχρι που αναρωτιέσαι: «Τα έζησα έτσι;». Σε μια περίπτωση, έχω πει σε έναν συμμαθητή μου: «Θυμάσαι εκείνο το χαστούκι που έφαγα από τον πατέρα μου;» -ήμουν μαθητής του πατέρα μου για ένα μικρό διάστημα- και λέει ο φίλος: «Οχι ρε, δεν το 'φαγες εσύ. Εγώ το έφαγα». Ο καθένας θυμόταν διαφορετικά το χαστούκι.
Πατρίδα αρχικά είναι το χωριό, η πόλη, οι φίλοι... Μετά, μένει ένας δρόμος, μια πλατεία. Οταν πεθαίνουν γονείς και φίλοι, μένουν παιδικές αναμνήσεις και η γλώσσα. Υπερηφανεύομαι που κρατάω τα ελληνικά μετά από 53 χρόνια. Να μιλάω χωρίς να ψάχνω τις λέξεις. Αυτή είναι η πατρίδα. Η γλώσσα. Οσο ζούσε η μάνα, έλεγα «Ελλάδα είναι η μάνα». Τώρα που δεν υπάρχει, τα ελληνικά είναι η πατρίδα. Και ορισμένες ξεχωριστές μνήμες. Οπως, ας πούμε, μαθητές στο Γυμνάσιο, παίζαμε ποδόσφαιρο στο Πεδίον του Αρεως, ιδρώναμε και τρέχαμε σε μια βρυσούλα που υπήρχε μέσα στο πάρκο, πίναμε νερό και πλενόμαστε. Αυτό, για κάποιο λόγο, δεν μπορώ να το ξεχάσω. Ακόμα και όταν θα πεθαίνω, αυτό θα βλέπω. Να τρέχω έξω αριστερά.

(Από τον Niko Ago)