Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1851-1911):

Η ιστορία της μοναδικής του φωτογραφίας



Σ' αυτήν τη στάση τον φωτογράφησε μια μέρα ο Παύλος Νιρβάνας,
έξω από το καφενείο της Δεξαμενής.


Μεγάλη φασαρία έγινε τότε στο καφενείο. Γιατί όλοι τρέξανε να δούνε το παράξενο θέαμα.
Ο Παπαδιαμάντης, που είχε για βιωτικό του αξίωμα το «λάθε βιώσας», τρόμαξε. Κ' είπε γαλλικά στο Νιρβάνα:   — Κάνε γρήγορα. Προκαλούμε την προσοχή του κοινού! — 
 Αυτή η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Παναθήναια» κ' έκανε μεγάλη εντύπωση. Γιατί είτανε η μοναδική του μεγάλου πεζογράφου.  
Αυτός λοιπόν ο φτωχικός, ο φοβισμένος, ο αμίλητος άνθρωπος του λαού μάς είχε επιβάλει το σεβασμό χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Όταν αυτός καθότανε πέρα ή διάβαζε, η φω- νακλάδικη κι ασεβέστατη παρέα μας, χαμήλωνε τον τόνο, για να μην τον ανησυχήσει.  

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ, Ζωντανοί άνθρωποι

Πηγή: LIFO


Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

Τάσης Παπαιωάννου (1953): Νεότερη λαϊκή αρχιτεκτονική στις Κυκλάδες

Παρατηρώντας κανείς την αρχιτεκτονική που χτίζεται σήμερα στα νησιά των Κυκλάδων απορεί για τον λάθος δρόμο που πήρε τις τελευταίες δεκαετίες. Λευκά λεία κουτάκια, με στρογγυλεμένες άκρες, ακατανόητες καμπύλες, καμάρες που η μία συναγωνίζεται σε κακογουστιά την άλλη, πλαδαρές μορφές σαν κακοχυμένες τούρτες απλωμένες όπως όπως πάνω σε βραχώδεις κακοτράχαλες πλαγιές. Σοβάδες, πέτρες, ξύλα, υλικά ανάκατα, φύρδην μίγδην, δίχως ιεράρχηση, χωρίς καμία κατασκευαστική λογική.
Σαν να ’ναι κολλημένα με κόλλα UHU το ένα δίπλα και πάνω στο άλλο. Η υλική και δομική υπόσταση του χτίσματος παγιδεύτηκε και υποτάχτηκε στη γοητεία της κραυγαλέας εικόνας. Ενα άσχημο σκηνικό που στήσαμε για τους τουρίστες, αλλά ζούμε κι εμείς οι ίδιοι μέσα.
Αυτό είναι το «στιλ» που κυριάρχησε ως πρότυπο αιγαιοπελαγίτικης αρχιτεκτονικής στον τόπο μας. Ενα ολέθριο κακέκτυπο, αποστεωμένο από κάθε ουσιαστικό στοιχείο που χαρακτήριζε παλαιότερα την παραδοσιακή κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική. Γιατί αυτό που χάθηκε για πάντα ήταν η ουσία που γέννησε αυτήν την αρχιτεκτονική του παρελθόντος.
Δεν ήταν μια αρχιτεκτονική της εικόνας, της φανταχτερής καρτ-ποστάλ, αλλά μια αρχιτεκτονική της ανάγκης η οποία εξέφραζε πιστά και ανεπιτήδευτα έναν τρόπο αγροτικής ζωής μιας άλλης εποχής. Και δεν ήταν φυσικά μόνον τα σπίτια, αλλά και οι πεζούλες, τα μονοπάτια, τα αλώνια, οι στέρνες, οι ανεμόμυλοι που συμπλήρωναν ολόκληρο το ανθρωπογενές τοπίο που μας κληροδοτήθηκε, μαζί με τα υπέροχα τοπία των αρχέγονων βράχων.
Κι όμως, υπήρξε μια γόνιμη περίοδος, γύρω στο ‘50 - ‘60, όπου η λαϊκή αρχιτεκτονική, αμόλυντη ακόμη από την καταστροφική επέλαση του τουρισμού, είχε βρει μια νέα έκφραση. Συνδύαζε τα διδάγματα μιας παλιάς οικοδομικής τέχνης με τη χρήση νέων υλικών και μεθόδων που έλυναν καλύτερα τα κατασκευαστικά προβλήματα. Ενώ η βασική κτιριολογική τυπολογία παρέμενε στην ουσία η ίδια, η χρήση της πλάκας από οπλισμένο σκυρόδεμα άρχισε να εμφανίζεται όλο και πιο συχνά. Αρχικά αντικατέστησε την κάλυψη του δώματος από αργιλόχωμα, εξασφαλίζοντας πολύ καλύτερη υγρομόνωση που έλυνε μόνιμα την υποχρέωση της διαρκούς επιδιόρθωσης και κυλινδρίσματος της οριζόντιας επιφάνειάς του.
Στα νεότερα σπίτια, αφού τελείωνε το χτίσιμο των πέτρινων τοίχων, ξύλινες δοκίδες, διατεταγμένες ανά 50 εκ. περίπου η μία από την άλλη, στέγαζαν τη στενή πλευρά των δωμάτων και από πάνω σχιστόπλακες, καλάμια ή σανίδες κάλυπταν τα διάκενα. Τέλος, μια λεπτή πλάκα κάλυπτε ως τελική επίστρωση το οριζόντιο δώμα. Σε αρκετές περιπτώσεις, η πλάκα αυτή εξείχε σαν λεπτή μαρκίζα από τους εξωτερικούς τοίχους, διαγράφοντας μια οριζόντια χαρακτηριστική γραμμή, ένα διακριτικό γείσο στο τελείωμα της κορυφογραμμής του κτίσματος, εκεί που συναντούσε το γαλάζιο του ουρανού.
Κι αυτή η μικρή εξοχή είχε έναν σημαντικό κατασκευαστικό ρόλο να επιτελέσει, αφού προστάτευε τους κατακόρυφους πέτρινους τοίχους, αλλά και τα κουφώματα από τα νερά της βροχής. Λίγο πιο μέσα, ένα μικρό στηθαίο από τούβλο ή σκυρόδεμα στην περασιά των τοίχων, περιτριγύριζε την πλάκα συγκρατώντας τα όμβρια ύδατα, τα τόσο πολύτιμα για τα άνυδρα νησιά του Αιγαίου, οδηγώντας τα στις υδρορροές και από εκεί στην στέρνα. Αυτές οι ελάχιστες μετακινήσεις των επιπέδων που βασίζονταν σε απλές κατασκευαστικές λύσεις, προσέδιδαν μια χάρη στα κυβικά κτίσματα, τονίζοντας διακριτικά τη στέψη τους.
Αλλες πάλι φορές μια στρογγυλή κολόνα στην άκρη της πλάκας οριοθετούσε την ακμή του κύβου, δημιουργώντας έναν μικρό ημιϋπαίθριο χώρο σε συνέχεια με τον εσωτερικό χώρο της κατοικίας, μια ομαλή μετάβαση από το μέσα στο έξω, στη νοτινή του πλευρά και πάντοτε προστατευμένο από τους ισχυρούς βοριάδες. Τέλος, όλα τα σπίτια, παλαιότερα και νεότερες προσθήκες τα κάλυπτε ένα παχύ στρώμα ασβέστη που ενοποιούσε πλαστικά και χρωματικά τους επιμέρους όγκους σ’ ένα ενιαίο σύνολο. Και μόνον τα ξύλινα κουφώματα ή και κάποιοι επιμέρους όγκοι βάφονταν με έντονα χρώματα, λειτουργώντας αντιστικτικά στην ολοκληρωτική κυριαρχία του λευκού ασβέστη.
Ηταν σημαντική εκείνη η περίοδος της λαϊκής μας αρχιτεκτονικής κι ας την προσπερνάμε σήμερα αδιάφορα, υποτιμώντας την αξία της. Γιατί οι λαϊκοί τεχνίτες κατάφεραν μ’ έναν απλό και ανεπιτήδευτο τρόπο να μπολιάσουν την τέχνη τους με εξελιγμένες κατασκευαστικές λύσεις, δανειζόμενοι στοιχεία από το μοντέρνο κίνημα και την ίδια στιγμή να εκφράσουν διακριτικά την εποχή τους σε σχέση με τα κτίσματα του παρελθόντος που δίπλα τους έχτιζαν.
Πετύχαιναν, δηλαδή, το αρμονικό συνταίριασμα των κτισμάτων μεταξύ τους, κάτι που στις μέρες μας φαντάζει ώρες-ώρες τόσο δύσκολο. Σε όλα τα νησιά μας –και όχι μόνο- υπάρχουν καταπληκτικά τέτοια κτίσματα που τα ζηλεύεις έτσι που στέκονται όμορφα δίπλα στα παλιότερα.
Δεν είχαν αισθητικούς φραγμούς, ούτε υποχρεωτικούς μορφολογικούς κανονισμούς, αλλά έχτιζαν ελεύθερα με γνώμονα πάντοτε τις λειτουργικές και κατασκευαστικές τους ανάγκες. Δεν διακατέχονταν από κανένα ανούσιο εγκεφαλικό φορμαλισμό, ούτε χαρακτηρίζονταν από κάποιον οπισθοδρομικό συντηρητισμό, όπως λανθασμένα πολλές φορές τους αποδίδουμε, αλλά αντίθετα από ανοικτό πνεύμα και διάθεση πειραματισμού και δημιουργικής δοκιμής.
Ίσως αυτή η αυτονόητη διαδικασία κατασκευής να επιτελούνταν πάντοτε στη λαϊκή αρχιτεκτονική. Σαν να συνέβαινε μία ιδιότυπη διήθηση των προτύπων της λεγόμενης «έντεχνης ή επίσημης» αρχιτεκτονικής της εποχής, μέσα από τα φίλτρα του αναγκαίου και του χρήσιμου. Το μέτρο το έδινε ο λαϊκός τεχνίτης που γνώριζε καλά τον τόπο του γιατί τον ζούσε όλο τον χρόνο - δεν ήταν περιστασιακός επισκέπτης ή καλοκαιρινός μόνον παραθεριστής.
Αργότερα, εισέβαλε μαζί με τη λαίλαπα της ημιμάθειας ως τυφώνας και ο μαζικός τουρισμός, ο οποίος επέβαλε εκτός των άλλων και τα αισθητικά πρότυπα και τις μόδες που είχε ανάγκη η αγορά, νοθεύοντας ό,τι αυθεντικό είχε απομείνει ακόμη ζωντανό στους αιγαιοπελαγίτικους οικισμούς. Και πριν από τα κτίσματα είχε προηγουμένως, όπως σχεδόν πάντοτε συμβαίνει, αλλοτριώσει τις συνειδήσεις και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων τους.
*Αρχιτέκτων - Καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
Πηγή: efsyn.gr

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2018

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (1911-1996):



Το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων παρουσίασε ένα ανέκδοτο κείμενο του ποιητή, από ομιλία του στους Έλληνες μετανάστες στη Στοκχόλμη. Η ομιλία του ποιητή έγινε τον Νοέμβριο του 1979, μετά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας για το έργο του.
Η ομιλία μεταφέρεται αυτούσια με την επισήμανση του Ελύτη «ότι η γλώσσα είναι ένας φορέας ήθους που, αν δεν τον υπακούσεις, θα τιμωρηθείς».
Η ομιλία
«Αγαπητοί φίλοι και συμπατριώτες,
περίμενα πρώτα να τελειώσουν οι επίσημες γιορτές που προβλέπει η “Εβδομάδα Νόμπελ” και ύστερα να ’ρθω σ’ επαφή μαζί σας. Το έκανα γιατί ήθελα να νιώθω ξένιαστος και ξεκούραστος.
Ξεκούραστος βέβαια δεν είμαι. Χρειάστηκε να βάλλω τα δυνατά μου για να τα βγάλω πέρα με τις απαιτήσεις της δημοσιότητας, τις συνεντεύξεις και τις τηλεοράσεις. Αλλά ένιωθα κάθε στιγμή ότι δεν εκπροσωπούσα το ταπεινό μου άτομο αλλά ολόκληρη τη χώρα μου. Κι έπρεπε να την βγάλω ασπροπρόσωπη. Δεν ξέρω αν το κατάφερα. Δεν είμαι καμωμένος για τέτοια. Για τιμές και για δόξες. Τη ζωή μου την πέρασα κλεισμένος μέσα σε 50 τετραγωνικά (μέτρα), παλεύοντας με τη γλώσσα. Επειδή αυτό είναι στο βάθος ή ποίηση: μια πάλη συνεχής με τη γλώσσα. Τη γλώσσα την ελληνική που είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου.
Ό,τι και να πει ένας ποιητής, μικρό ή μεγάλο, σημαντικό ή ασήμαντο, δεν φέρνει αποτέλεσμα, θέλω να πω δεν γίνεται ποίηση αν δεν περάσει από την κρησάρα της γλώσσας, αν δεν φτάσει στην όσο γίνεται πιο τέλεια έκφραση. Ακόμα και οι πιο μεγάλες ιδέες, οι πιο ευγενικές, οι πιο επαναστατικές, παραμένουν σκέτα άρθρα εάν δεν καταφέρει ο τεχνίτης να ταιριάσει σωστά τα λόγια του. Μόνον τότε μπορεί ένας στίχος να φτάσει στα χείλια των πολλών, να γίνει κτήμα τους. Μόνον τότε μπορεί να ’ρθει και ο συνθέτης να βάλει μουσική, να γίνουν οι στίχοι τραγούδι. Και για ένα τραγούδι ζούμε, στο βάθος, όλοι μας. Το τραγούδι που λέει τους καημούς και τους πόθους του καθενός μας. Τόσο είναι αλήθεια ότι το μεγαλείο και η ταπεινοσύνη πάνε μαζί, ταιριάζουν.
Ταπεινά εργάστηκα σ’ όλη μου τη ζωή. Και η μόνη ανταμοιβή που γνώρισα πριν από τη σημερινή, ήταν ν’ ακούσω τους συμπατριώτες μου να με τραγουδούν. Να τραγουδούν το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που μου χρειάστηκε τεσσάρων χρόνων μοναξιά και αδιάπτωτη προσπάθεια, για να το τελειώσω. Δεν το λέω για να περηφανευτώ. Δεν έρχομαι σήμερα για να σας κάνω τον σπουδαίο. Κανείς δεν είναι σπουδαίος από εμάς. Από εμάς, άλλος κάνει τη δουλειά του σωστά κι άλλος δεν την κάνει. Αυτό είναι όλο. Όμως θέλω να μάθετε, όπως το έμαθα κι εγώ στα 68 μου χρόνια: μόνον αν κάνεις σωστά τη δουλειά σου, ο κόπος δεν θα πάει χαμένος.

Ξέρω, μαντεύω, ότι πολλοί από εσάς περίμεναν άλλα πράγματα από εμένα. Τους ζητώ συγγνώμην που δεν θα τους ικανοποιήσω. Αν είχα το ταλέντο του ομιλητή, του δάσκαλου, του ηγέτη, θα είχα ίσως αφιερωθεί στην πολιτική. Τώρα δεν είμαι παρά ένας γραφιάς που πιστεύει σε ορισμένα πράγματα. Κι αυτά τα πράγματα θέλει να τα γνωρίσει και στους άλλους, να τα βγάλει από μέσα του, να τα κάνει έργο.
Εμένα μου έλαχε ν’ αγαπήσω τον τόπο μου όπως τον αγαπάτε κι εσείς. Να τι είναι που μας ενώνει απόψε όλους εδώ πέρα. Η αγάπη μας για την Ελλάδα. Βέβαια, υπάρχουν πολλοί τρόποι ν’ αγαπά ένας λαός τη χώρα του. Αλλά για τον ποιητή, πιστεύω, υπάρχει μόνον ένας: ν’ ανήκει σ’ ολόκληρο το λαό του. Πάνω από τις διαιρέσεις και τις διχόνοιες, ο ποιητής να στέκει και ν’ αγαπά όλον τον λαό του, ν’ ανήκει, το ξαναλέω, σ’ όλο τον λαό του. Δεν γίνεται αλλιώς. Η πατρίδα είναι μία. Ο καθένας στον τομέα του ας έρθει και ας κάνει κάτι, όπως αυτός το νομίζει καλύτερα.
Όμως ο πνευματικός άνθρωπος βλέπει το σύνολο. Θέλω να πιστεύω πως ίσως κι ο ξενιτεμένος, το ίδιο. Για εμάς η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι καμένες στον ήλιο κι αυτά τα γαλάζια πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων. Είναι οι μελαχρινές ή καστανόξανθες κοπέλες, είναι τ’ άσπρα σπιτάκια τ’ ασβεστωμένα και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι. Είναι οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας με το τουφέκι στο χέρι, αυτοί που λευτερώσανε την πατρίδα μας και πιο πίσω, πιο παλιά, όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα μονάχα είχανε στο νου τους -όπως κι εμείς σήμερα: τον αγώνα για τη λευτεριά.
Είπε ένας Γάλλος ποιητής, ο Ρεμπώ, πως η πράξη για τον ποιητή είναι ο λόγος του. Κι είχε δίκιο. Αυτό έκανε ο Σολωμός, που για να γράψει το αθάνατο ποίημα του “‘Ελεύθεροι Πολιορκημένοι”, έσωσε και παράδωσε στη φυλετική μας μνήμη το Μεσολόγγι και τους αγώνες του. Αυτό έκαναν ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης. Στα φτωχά μου μέτρα το ίδιο πάσχισα να κάνω κι εγώ. Πάσχισα να κλείσω μέσα στην ψυχή μου, την ψυχή όλου του ελληνικού λαού. Να δω πόσο μοιάζανε όλοι οι αγώνες του, από την αρχαία εποχή ίσαμε σήμερα, για το δίκιο και για τη λευτεριά. Κι αυτό θα κάνω όσα χρόνια μου δώσει ο Θεός να ζήσω. Αυτή είναι η πράξη μου. Και το γεγονός ότι έφτασαν να την αναγνωρίσουν οι ξένοι, είναι μια νίκη. Όχι δική μου νίκη. Δική σας. Γι’ αυτό σας ευχαριστώ. Κι αν μου το συγχωρείτε να σας δώσω μια γνώμη – ακούστε την: όσο καλά κι αν ζείτε σ’ αυτή τη φιλόξενη, την ευγενική χώρα, όσο κι αν νιώθετε καλά και στεριώνετε, και κάνετε οικογένεια – μην ξεχνάτε την πατρίδα μας, και προ παντός, τη γλώσσα μας. Πρέπει να ‘σαστε περήφανοι, να ‘μαστε όλοι περήφανοι, εμείς και τα παιδιά μας για τη γλώσσα μας.
Είμαστε οι μόνοι σ’ ολόκληρη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο να λέμε τον ουρανό “ουρανό” και τη θάλασσα “θάλασσα” όπως την έλεγαν ο Όμηρος και ο Πλάτωνας πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι λίγο αυτό. Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα μέσον επικοινωνίας. Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ιστορία και όλη του την ευγένεια. Χαίρομαι κι αυτή τη στιγμή που σας μιλάω σ’ αυτή τη γλώσσα και σας χαιρετώ, σας αποχαιρετώ μάλλον, αφού η στιγμή έφτασε να φύγω.
Όμως ένα κομμάτι της ψυχής μου σας το αφήνω μαζί μ’ ένα μεγάλο ευχαριστώ που με ακούσατε. Μακάρι να μπορούσε να σας μείνει, να το κρατήσετε, σαν ένα μικρό φυλαχτό από την πατρίδα».

Πηγή: Αντκλείδι

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2018

Κώστας Περδίκης:



Ο δύστροπος κύριος τραπεζίτης 


Ο κύριος Ηλιακόπουλος, από τότε που θυμάμαι ήταν για κά­μποσα χρόνια ο μοναδικός οδοντογιατρός στην πόλη μας, μέχρι να έλθει και δεύτερος.
Ευτυχώς που γεννήθηκα αργότερα και δεν πρόλαβα να δω εκεί­νους τους περιφερόμενους κομπογιαννίτες, να βγάζουν τα χαλα­σμένα δόντια των «θυμάτων» τους στις πλατείες, με τις χοντρές τους τανάλιες.
Ο οδοντογιατρός μας, τελειώνοντας τις σπουδές και το στρατιωτικό του, διάλεξε τον τόπο μας να εγκατασταθεί και  να ασκή­σει το επάγγελμά του. Για την ακρίβεια πρέπει να πω, να ασκήσει το λειτούργημά του, γιατί ως τέτοιο σ’ όλη του τη ζωή το είδε εκείνος. Όποια ώρα κι αν πήγαινες, αναζητώντας τη βο­ήθειά του, ήταν εκεί για να σε περιποιηθεί και να σε ανακουφί­σει. Ωράριο γι’ αυτόν δεν υπήρχε. Όσο για την αμοιβή του, αυτή αφηνόταν στην καλή διάθεση των ασθενών του. Όταν εί­χαν και με όσα τους επέτρεπαν τα οικονομικά τους, τον πλήρω­ναν.
Ήταν ένας ευγενικός κύριος, μεσαίου αναστήματος, πολύ αδύνατος και αρκετά βαρήκοος. Ζούσε μονάχος του, έχοντας για οικονόμο την κυρα Ελένη, που ήταν ο φύλακας άγγελός του. Εκείνη φρόντιζε το σπίτι και το ιατρείο, έκανε τα ψώνια στην αγορά και το μαγείρεμα.
Η κατοικία, όπως και το ιατρείο, ήσαν στο πάνω πάτωμα ενός παλιού σπιτιού, λίγο απόμερου, που ανέβαινες με μια ξύ­λινη στριφτή σκάλα. Η γυναίκα του γιατρού ζούσε στην Αθήνα μαζί με τα τρία τους παιδιά, που σπούδαζαν εκεί. Όσα χρήματα έβγαζε ο γιατρός τους τα ’στελνε, για να μην τους λείψει τί­ποτα. Εκείνος ζούσε σαν πραγματικός ερημίτης.
Τον έβλεπες έξω στην αγορά μόνο στις εθνικές εορτές, την 28η Οκτωβρίου και την 25η Μαρτίου ή όταν ήταν να πάει για λί­γες μέρες, συνήθως μια φορά τον χρόνο, στην οικογένειά του στην Αθήνα. Στις ελάχιστες αυτές εξόδους του, τον θυμάμαι να φοράει το ίδιο πάντα κουστούμι, με το σταυρωκουμπωτό σα­κάκι, και τα μεγάλα πέτα. Αδύνατος καθώς ήταν, τα πόδια του έπλεαν μέσα στο φαρδύ παντελόνι. Στεκόταν στο πεζοδρόμιο, ανάμεσα στους απλούς συμπολίτες του και μακριά από τους επισήμους. Ευθυτενής, έμπλεος εθνι­κής υπερηφάνειας, δεν χόρ­ταινε να καμαρώνει τη μαθητιώσα νεολαία να παρελαύνει και τη γαλανόλευκη να κυματίζει.
Το ιατρείο του ήταν ένα μακρύ δωμάτιο, με μια μεγάλη τζα­μα­ρία στη μια του στενή πλευρά, που ’βγαζε στο μπαλκόνι του δρόμου. Δυο ακόμα  παράθυρα έβλεπαν στον κήπο. Κοντά στην τζαμαρία ήταν η οδοντιατρική πολυθρόνα, ίδια με την ηλε­κτρική καρέκλα που εκτελούσαν  στην Αμερική τους βα­ρυποι­νίτες. Δίπλα της ο τροχός, ποδοκίνητος, σαν τον τροχό του γύ­φτου που ακόνιζε τα μαχαίρια και τα ψαλίδια μας.
Στην απέναντι πλευρά από την τζαμαρία ήταν ο πάγκος, που πάνω του μαστόρευε τα βράδια με τις ώρες τις γέφυρες, τις μα­σέλες και έλιωνε το χρυ­σάφι για τα καινούργια δόντια. Όλα, τότε, πέρναγαν από τα δικά του χέ­ρια.
Στη μια μακριά πλευρά, ήσαν τρεις τέσσερις καρέκλες και η μεγάλη βιβλιοθήκη. Τον μεγαλύτερο χώρο της βιβλιοθή­κης έπιανε η πολύτομη δερματόδετη εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου. Είχε όμως κι άλλα βιβλία επιστημονικά, λογοτεχνικά, όπως και πολλά τεύχη περιοδικών, Εικόνες και Ταχυδρόμο.
Εκεί προστρέχαμε, σαν μαθητές, για να βρούμε κάτι να γρά­ψουμε, πότε για κάποιον λογοτέχνη και πότε για ένα σημα­ντικό ιστορικό γεγονός, που μας ζήταγαν οι δάσκαλοί μας. Ο γιατρός άφηνε για λίγο τον ασθενή, μας εύρισκε την ακριβή σελίδα με το θέμα μας και επέστρεφε στην εργασία του. Ήταν μεγάλη η χαρά του να βλέπει νέα παιδιά διψασμένα για γνώση και μόρ­φωση να ’ρχονται και να ζητούν τη βοήθειά του.


Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα, μπαίνοντας στο ιατρείο, βρήκα δυο γυ­ναί­κες και έναν νεαρό να περιμένουν τη σειρά τους, πριν από μένα. Ο γιατρός χαμογελώντας μου ’κανε νόημα να καθίσω και συνέχισε με την κοπέλα που καθόταν στην πο­λυθρόνα. Ήταν η Τούλα, μια γνωστή μου, τρία χρόνια μεγαλύ­τερή μου. Από τους άλλους άκουσα ότι επρόκειτο να της κάνει εξαγωγή. Της είχε ήδη κάνει ένεση για να μην πονέσει και τον είδα να πιάνει την ειδική τανάλια.
Άρχισα στη στιγμή να ξεφυλλίζω κάτι παλιές Εικόνες, απο­φεύγοντας να κοιτάω προς τα κει.  Τα πρώτα α!α!α! της κοπέ­λας  δεν άργησαν να ακουστούν. Ο γιατρός ψύχραιμος συνέχισε την προσπάθειά του. Κάτι όμως φαίνεται να τον δυσκόλευε και η εξαγωγή δεν πήγαινε καλά. Εκνευρισμένος λίγο, αλλά και πιο πεισμωμένος, συνέχισε. Εις μάτην όμως. Η κοπέλα εν τω με­ταξύ να ουρλιάζει. Ο γιατρός, τότε, ανοίγει την τζαμόπορτα και μας βγάζει όλους έξω, στο μπαλκόνι, κλείνοντάς την πάλι.
Από το τζάμι, όσο βέβαια αντέχαμε, ρίχναμε ματιές εντός, στα τεκταινόμενα και ακούγαμε τα βογκητά της Τούλας. Κά­ποια στιγμή, ύστερα από κάμποσα λεπτά, βλέπουμε τον γιατρό κά­θιδρο, αναψοκοκκινι­σμένο και εκτός εαυτού, να πετάει στο πά­τωμα τον δίσκο με όλα τα εργαλεία, σιχτιρίζοντας την ώρα και τη στιγμή που διάλεξε το επάγγελμα του οδοντογιατρού.
Είχε μόλις κάνει, επί τέλους, την εξαγωγή. Άναψε ένα τσι­γάρο, μάζεψε από το πάτωμα τα εργαλεία και τα ’βαλε στον βραστήρα για απολύμανση. Άνοιξε μετά  την μπαλκονόπορτα και μας κάλεσε να ξανα­μπούμε μέσα. Η Τούλα, ανακουφι­σμένη κι αυτή από την όλη δοκιμασία, είχε ηρεμίσει κάπως και δεχό­ταν τις τελευταίες περιποιήσεις και οδηγίες του γιατρού. «Ορί­στε κυρία μου» της λέει σε λίγο ο γιατρός χαμογελώντας, δεί­χνοντάς της πως όλα τέλειωσαν και πως έπρεπε να σηκωθεί.
Πιάνοντας στη συνέχεια με μια λαβίδα το βγαλμένο δόντι, το σηκώνει ψηλά και ανακράζει θριαμβευτικά, απευθυνόμενος προς όλους μας. «Ιδού, αγαπητοί μου, ο κύριος που μας παί­δεψε». Είδαμε τότε, με ανατριχίλα, τον τεράστιο τραπεζίτη με τις τρεις γαμψές του ρίζες, που τον έκαναν να φαίνεται ακόμα μεγαλύτε­ρος.

«Ποιος είναι ο επόμενος»; ακούμε τον γιατρό να ρωτάει ευ­θύς αμέσως. Ακολουθεί για λίγο μεταξύ μας μια αμηχανία. Ο ένας κοιτάζει τον άλλον, αναζητώντας απάντηση στην ερώ­τηση. Ύστερα απ’ όσα είχαν προηγηθεί και  στα οποία όλοι μας είμαστε αυτόπτες  μάρτυρες, ο επόμενος το σκεφτόταν πολύ   να σηκωθεί. Τελικά το νεαρό παλικάρι, κάτι από αντρικόν εγωισμό, κάτι που το ένα του μάγουλο ήταν διπλάσιο από το άλλο από τον πονό­δοντο, το αποφάσισε και κατευθύνθηκε προς την «ηλεκτρική καρέκλα».
Τότε ήταν που εγώ άρπαξα την ευκαιρία. Σηκώνομαι με μιας, ανοίγω την πόρτα και κουτρουβαλώντας τρία, τρία τα σκαλιά, πετάγομαι έξω στον δρόμο. Τόση ήταν η τρομάρα μου, που ο πόνος από το χαλασμένο μου δόντι, που από το πρωί με είχε τρελάνει, τώρα, ως εκ θαύματος, είχε εξαφανιστεί εντελώς.
Μα εντελώς…