Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Ομάρ Καγιάμ (1048-1131): Ο ποιητής των Ρουμπαγιάτ


ΟΜΑΡ ΚΑΓΙΑΜ έμαθε από πολύ νωρίς τον νόμο του εφήμερου, τη ματαιότητα των πραγμάτων, τη μεγαλοσύνη της στιγμής.

Σε ηλικία μικρότερη από τα τριάντα ήταν ήδη διάσημος ως «ασύγκριτος γνώστης», γεωμέτρης, αστρονόμος, μαθηματικός, φυσικός, φιλόσοφος και γιατρός, ένα ανοιχτό μυαλό που κατάφερε με ευκολία να συντάξει το «Εγχειρίδιο των Φυσικών Επιστημών» όπου στα κεφάλαια Ύπαρξη και Άτομο και Υποχρέωση προσπαθεί να ανακαλύψει μια μέθοδο για να ορίσει τον προσανατολισμό και την αιτία των ηθικών διαφορών μεταξύ των τόπων.

Γεννήθηκε το 1048 στην πόλη Νισαχπούρ του Χορασάν της Περσίας και πέθανε το 1131.

Τα Ρουμπαγιάτ (Τετράστιχα) αποτελούνται από ανεξάρτητες στροφές που η κάθεμια τους συντίθεται από τέσσερις στίχους ίσης αλλά ποικίλης προσωδίας. Κάποιες φορές όλοι ομοιοκαταληκτούν όμως συχνότερα ο τρίτος στίχος αναιρεί την ομοιοκαταληξία.


Για μένα που των μυστικών ανοιγοκλείνει η θύρα
Όμοια και λύπη και χαρά μαζί τα δυό τα επήρα
Μια και στον κόσμο αυτόν εδώ όλα ένα τέλος θα χουν,
Πάμε παιδιά στο καπηλειό να φέρουμε μια γύρα.

Συχνά μετάνοια ορκίστηκα με δακρυσμένα μάτια.
Κι είπα πως δεν θα ξαναϊδώ πια το κρασί στα μάτια.
Μα τότες ήρθε η Άνοιξη με τα ροδαγκαθά της
Και τη μετάνοια μου έσχισε σε χίλια δυό κομμάτια.

Ωιμένα! Φεύγει η Άνοιξη και κλειούν ένα προς ένα
Της νιότης τα χειρόγραφα τα μοσχοβολεμένα.
Τ' αηδόνι που τραγούδησε που θα πετάξει πάλι
Να πει τα τραγουδάκια του τα παραπονεμένα;

Κι αν ήρθα δεν εκέρδησε τίποτε η γη από μένα
Κι αν φύγω δεν θα ζημιωθεί τίποτε η γη από μένα
Μα ποιος μπορούσε να μου πει ποιο λόγο να χει ετούτος
Ο πηγαιμός κι ο ερχομός, ο θάνατος κι η γέννα;

Γιόρταζε, και τις λύπες σου αν θες να διώξεις, πίνε.
Στην αδικία παράδειγμα δικαιοσύνης δίνε.
Μια κι εδώ πέρα στο Μηδέν κατασταλάζουν όλα
Πάρε το κρασοκάνατο και στα ποτήρια χύνε.

Πηγή: Lifo

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025

Τάσος Γαλάτης (1937-2025): Ο Ζουρτσάνος ποιητής



Γεννήθηκα στο Αργοστόλι αλλά δεν έγινα Κεφαλλονίτης
δεν έχω τίποτα με τους Επτανήσιους μεγαλουσιάνους
και τους κόντιδες
εκτός από τον ιππότη Διονύσιο κόμητα Σολωμό·
άλλη αρχοντιά δεν έχω.
Εμένα η δική μου η σειρά κρατάει κάτω από τʼ αυλάκι
παρέμεινα σαν τους γονιούς μου βέρος Ζουρτσάνος
αν και δεν ξεκαθάρισα ποτέ ακριβώς Ζούρτσα τι θα πει.

Με γέννησαν η Ζούρτσα και το Αργοστόλι
μεγάλωσα στην Καλογραίζα και τους Ποδαράδες
έκανα δάσκαλος επάνω στα βουνά.

Θα ήθελα κι εγώ, σαν τον κύκνο της Μάντουας
να είχα τραγουδήσει βοσκούς, αγρούς και ήρωες
όπως, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο,
έθαλλαν τότε ακόμη
όταν άνοιγαν στο φως τα βρεφικά μου μάτια.


Δεν πρόλαβα
πάει καιρός που όλα τούτα πνίγηκαν
στο βόμβο και στους καπνούς της λεωφόρου.
Δεν έχω πια πατρίδα, δεν πιστεύω σε θεούς
ούτε γνωρίζω ακριβώς ποιος είμαι·
στο τέρας του καιρού
που μʼ έχει φυλακίσει στη σπηλιά του
σαν με ρωτάει απαντάω ανυπόκριτα Ούτις.


Ήμουν κι εγώ στην Καλογραίζα
τριγυρίζοντας ολημερίς στα λιγνιτωρυχεία και στα Τουρκοβούνια
εκεί που κατά τον Παυσανία υπήρχε ιερό του Δία
μα δεν το συναντήσαμε ποτέ κι ούτε μας ένοιαζε […]
Ήμουν κι εγώ στην Καλογραίζα
προτού γίνει Καλογρέζα […]
Στα χρόνια εκείνα του κατατρεγμού


Μα τότε ήταν αλλίως,
τότε ο θάνατος ήταν ακόμη ανύπαρκτος
κι ας έτρεχε ποτάμι το αίμα στα βουνά
κι ας στέναζαν οι φυλακές κι οι εξορίες
κι ας έφτασε το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης
το μήνυμα στην εκκλησία
πάνω που ο στεντόρειος Παπα-Στρατής
βγάζοντας τον Εσταυρωμένο
βοούσε το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου»,
πως πάει, ο πατέρας μου σκοτώθηκε
στο άγριο μεκελλειό της Βαμβακούς
κι η μάνα μου γκρεμίστηκε λιπόθυμη απʼ το στασίδι.






Μοραΐτης την καταγωγή, από τη Ζούρτσα της Ολυμπίας, ο Τάσος Γαλάτης (Παπαδόπουλος) γεννήθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς τον Δεκέμβριο του 1937 και μεγάλωσε στην Καλογρέζα και στη Νέα Ιωνία. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση Παιδεία σε διάφορα σχολεία του εσωτερικού και του εξωτερικού. Ποιήματά του δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό «Πανσπουδαστική» (Απρίλιος του 1962). Έως σήμερα έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές. Το 2006 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποιήσεως. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά από τον Γιώργο Δανιήλ  George Thaniel.

Πηγή: Ποιείν


Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2024

Γιώργος Ιωάννου (1927-1985):

 

Όχι Μαζί

Μην περπατάς,
μην περπατάς μαζί μου
να μη σε γράψουνε


με ξέρουνε στην πιάτσα
και θα σε κάψουνε
 

 

Περπατά το κατόπι πάνω στα βήματα
εγώ από σένα φως μου δε θέλω χρήματα
εγώ από σένα φως μου δε θέλω χρήματα

 

Γυρνάω και σε βλέπω
και αναστατώνομαι
αν είσαι όπως δείχνεις
εγώ σκοτώνομαι

 

Δε θέλω να μας δούνε, μισώ το μάτι τους
εγώ ποτέ δεν είπα για το κρεβάτι τους
εγώ ποτέ δεν είπα για το κρεβάτι τους

 

Περπατά κι ακόλουθα, μάθε το σπίτι μου
να έρχεσαι μονάχος, αποσπερίτη μου

 

κι όταν χτυπάς την πόρτα μες τα μεσάνυχτα
τα παραθύρια μου όλα θα 'ναι ορθάνοιχτα




Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

Παντελής Μηχανικός (1926-1979):

 




ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΙΜΑΧΟ

Και ποιος ήτανε τόσο λεβέντης

όπως τον Ριμαχό

που έσκυψε και φίλησε το χώμα

απ ‘όπου διάβηκε η αγαπημένη του

κι αυτή προχωρούσε υπερήφανη κι ακατάδεχτη

κι οι άλλοι τον είπανε βλάκα

κι αυτός ξανάσκυψε και ξαναφίλησε το χώμα

ξέροντας καλά πως οι άλλοι τον λέγανε βλάκα.

Και τα στήθια του ήταν γεμάτα χαρά.

Γεμάτα χαρά.

Ποιος ήτανε τόσο λεβέντης όπως τον Ριμαχό*

Εφτά χιλιάδες φορές θα σκοτώνονταν

για να υπερασπίσει το χώμα απ ‘όπου διάβηκε η αγάπη του.

Ποιος είναι λεβέντης σαν τον Ριμαχό

ποιος έχει αγάπη σαν τον Ριμαχό

να υπερασπίσει τούτα τα χώματα.


(*Ριμαχό/ Ριμάκο/ Ριμακό: φανταστικό πρόσωπο με

πολλαπλούς συμβολισμούς, που εισήγαγε στην κυπριακή

ποίηση ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης).

ΟΝΗΣΙΛΟΣ

Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος

βγαλμένος απ’ την ιστορία και το θρύλο

ολοζώντανος.

Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός

κρατούσε στο χέρι ό,τι του ΄χε απομείνει:

ένα καύκαλο

―το δικό του κρανίο―

γεμάτο μέλισσες.

Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος

να μας κεντρίσουν

να μας ξυπνήσουν

να μας φέρουν ένα μήνυμα.

Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος

κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα

χωρίς τίποτα να νιώσουμε.

Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων

έφτασε στη Σαλαμίνα

φρύαξε ο Ονήσιλος.

Άλλο δεν άντεξε.

Άρπαξε το καύκαλό του

και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.

Κ’ έγειρα νεκρός.

Άδοξος, άθλιος,

καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.

ΙΤΕ

Και τι περιμένεις από ανθρώπους

που τους βιάσανε τις γυναίκες μπροστά στα μάτια τους

και δεν τράβηξαν τον σουγιά τους.

Απαθώς

τότε

κι απαθώς

σήμερα

ζητάνε απλώς

διαζύγιο.

Τέτοιοι ρουφιάνοι

δεν μπορούν να πολεμήσουν για τίποτε.


ΑΓΩΓΗ

Τον έβλεπα συχνά

πού οδηγούσε τη γυναίκα του

στα ιδιαίτερα τού Κομισάριου

για να εξασφαλίσει μια προαγωγή.

Κάτι, τέτοια

ήταν συνήθειες του καιρού μας

και δεν έδωσα ιδιαίτερη προσοχή

σ’ ένα ζήτημα ρουτίνας.

Μια μέρα που τον έβλεπα

να παίρνει τη γυναίκα του στον Κομισάριο

λέω

κοίταξε τί άνθρωπος!

Όταν το σκέφθηκα για λίγο

πείσθηκα πώς άνθρωπος δεν ήτανε αυτός.

Κι έτσι ή φύσις

μπορούσε να μένει ήσυχη.

Κι όμως η φύσις ανησυχούσε.

Κι έλεγες πώς με τον καιρό αυτός ο παλιοκερατάς

θα γίνει διχτάτορας εδώ μέσα.

ΔΙΑΒΑΤΗΣ

Ένας άνθρωπος περπατά.

Η στράτα τον οδηγά.

Δεν έφτιαξε αυτός τη στράτα.

Μήτε χαλίκι δεν έβαλε.

Τον έφτιαξε η πολεοδομία

για να τελειώνουμε πια

μέ τούς ουρανοβάτες αγγέλους.

—Εμείς περπατάμε στη γη.

Ένας άνθρωπος

σκουντουφλά, προχωρεί.

Χτυπιέται, τρεκλίζει, προσπαθεί.

—Ή στράτα τον οδηγά

Αν είναι άγγελος στην ψυχή σου

μπορείς να κλάψεις, διαβάτη.


Βιογραφικό σημείωμα Γεννήθηκε στα Λιμνιά της επαρχίας Αμμοχώστου το 1926. Φοίτησε στο Ελληνικό Γυμνάσιο της πόλης και στην Αμερικάνικη Ακαδημία Λάρνακας. Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1952, μέσα από το περιοδικό «Κυπριακά Γράμματα»˙ δημοσίευσε από τότε συνεργασίες του σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες της Κύπρου˙ εξέδωσε, επίσης, τρεις ποιητικές συλλογές. Οι τρεις συλλογές του, ορισμένα ποιήματα που δημοσίευσε ο ίδιος και μερικά άλλα ανέκδοτα, συγκεντρώθηκαν και δημοσιεύτηκαν σ’ ένα τόμο, με επιμέλεια Θεοδόση Νικολάου – Φοίβου Σταυρίδη. Το 1954 πήρε το πρώτο βραβείο στον πανελλήνιο διαγωνισμό που προκήρυξαν τα «Κυπριακά Γράμματα», με την ποιητική συλλογή «Δοκιμασία Ονείρων», η οποία περιλήφθηκε σχεδόν ολόκληρη στη συλλογή «Παρεκκλίσεις». Πέθανε στο Λονδίνο το 1979.


Πηγή: ''Ελλάδα''
 

Σάββατο 2 Μαρτίου 2024

Μιχάλης Γκανάς(1980):

   

                                           



Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός                                         στη Ζυράννα Ζατέλη

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.
Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό
μα στο Ντομπρίνοβο του Σκουρογιάννη
(Ντουμπρίνοβο το λεν οι χωριανοί
κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)

αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό
και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.
Νύσταξε κι η αρκούδα του Χατζή
μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι

αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί
κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη
γραμμένο της στο Γράμμο να καεί 
κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.
Το 'στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι.

Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2007

                                                                                         


Γεννήθηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944 και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως βιβλιοπώλης, ως επιμελητής τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών και ως κειμενογράφος. Πολλά ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από σημαντικούς Έλληνες και ξένους μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Νίκος Ξυδάκης, o Ara Dinkjian, κ.ά. Το 1994 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης για το έργο του Παραλογή και το 2011 βραβεύτηκε για το σύνολο του ποιητικού του έργου από την Ακαδημία Αθηνών.

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

Δημήτρης Φύσσας (1956-2024):


 

Η Σπασμένη Πόρτα

Στους Οπλατζήδες και στους Ελασίτες

μίλησε έτσι ο Κωνσταντινίδης Δημήτριος:

"Γιατί μού σπάσατε την πόρτα, αντί να μου χτυπήσετε -

Αφού το ξέρετε, ποτέ δεν κρύφτηκα

Εγώ δεν έφυγα να πάω στη Σκομπία

Δεν ήμουνα για στρωματσάδα Κολωνάκι εγώ

Γιατί ποτέ δεν πείραξα κανένα

Ήμουνα βασιλόφρων, είμαι ακόμα, και λοιπόν;

Κι αν σας ματώσαν Χίτες, Ταγματασφαλίτες

Τραβάτε να ζητήσετε σ'  αυτούς τα ρέστα

Εγώ έπαθα κρυοπαγήματα στην Αλβανία

και μπήκα πολεμώντας Κοριτσά -

Πού ήσασταν τότε, αμούστακα παιδάκια;

Για αυτό δεν έφυγα να πάω στη Σκομπία

Γιατί δεν είχα τίποτα να φοβηθώ

-Ήμουνα βασιλόφρων, και λοιπόν;-

Στη γειτονιά μου όλοι με ξέρανε

Ξέραν ποιός ήτανε ο Μήτσος ο ψηλός

Και ότι δεν πείραξα κανέναν

Και οι ντόπιοι αριστεροί εδώ φίλοι μου όλοι

(Μάλιστα ενίοτε φίλοι ευεργετημένοι)-

Εσείς δεν ήσασταν όχι απ' την Κυπριάδη

Καν Πατησιώτες δεν υπήρξατε, άγνωστες φάτσες

Ποιοί ήσασταν και πούθε ήρθατε;

Και σπάσατε την πόρτα, αντί να μου χτυπήσετε.

Μόνο και μόνο γιατί είχ' άλλα μυαλά.

Ενώ ποτέ δεν πείραξα κανέναν

Δεν είχα λόγο να κρυφτώ, δεν κρύφτηκα -

Στην ίδια μου τη γειτονιά με φυλακίσατε

Στη βίλα που ξεδιαλέγατε τον κόσμο για την Ούλεν

(Με το παιδί και τη γυναίκα αγάλματα στο σπίτι)

Κι ύστερα με τραβολογούσατε στα χιόνια, στα βουνά

Γύρω μου αίματα, κουρέλια, γκάβαλα, διαταγές

Κι όπως μας σέρνατε ξανάπαθα κρυοπαγήματα -

Για να γυρίσω άρρωστος μετά τη Βάρκιζα

Και να πεθάνω λιγάκι πιο μετά

Έχοντας ίσα επισκευάσει τη σπασμένη πόρτα".-

  

Ο Δημήτρης Φύσσας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1956 και σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία και Πολιτική Επιστήμη. Όπως ανέφερε ο ίδιος, βρέθηκε «στην πιάτσα του ιδιωτικού τομέα με ποικίλα επαγγέλματα από το 1974». Υπήρξε συγγραφέας, δημοσιογράφος και μέλος της ΑΛΕΦ, της Ένωσης των Άθεων, της Εταιρείας Συγγραφέων και του Συλλόγου «Αναγέννηση» περιοχής Κυπριάδη. Εκατοντάδες κείμενα και εκατοντάδες ραδιοφωνικές εκπομπές για θέματα βιβλίου, λογοτεχνικά, αθηναιολογικά, πολιτικά έφεραν την υπογραφή του. Όπως και δεκάδες βιβλία. Ο Δημήτρης Φύσσας πέθανε σήμερα 23 Φεβρουαρίου 2024. 

Πηγή: Athens Voice

Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2024

Jacques Prévert (1900-1977): ''Τα πεθαμένα φύλλα''


 

 

Ω! θαʼθελα τόσο πολύ να τις θυμάσαι
Τις μέρες τις ευτυχισμένες που ʼμασταν μαζί
Κείνη την εποχή τι όμορφα που ήταν
Κι ο ήλιος από σήμερα ήτανε πιο καυτός
Τα πεθαμένα φύλλα τα μάζευε το φτυάρι
Βλέπεις εγώ δεν τοʼχω ξεχασμένο
Oι αναμνήσεις παρέα με τις λύπες
Για να τις πάρει μακριά ο βορινός αέρας
Μέσα στην κρύα νύχτα και τη λησμονιά
Βλέπεις εγώ δεν τοʼχω ξεχασμένο
Το τραγούδι που μου τραγουδούσες

Ένα τραγούδι είναι που μας μοιάζει
Με αγαπούσες και σε αγαπούσα
Και ζούσαμε κι οι δυο μαζί
Μα όσους αγαπιούνται η ζωή τους χωρίζει
Αθόρυβα με τόση ηρεμία
Και η θάλασσα σβήνει πάνω στην αμμουδιά
Των ερωτευμένων τα βήματα που χάνονται

Ένα τραγούδι είναι που μας μοιάζει
Με αγαπούσες και σε αγαπούσα
Και ζούσαμε κι οι δυο μαζί
Με αγαπούσες και σε αγαπούσα
Αθόρυβα με τόση ηρεμία
Και η θάλασσα σβήνει πάνω στη αμμουδιά
Των ερωτευμένων τα βήματα που χάνονται

(Μετάφραση Κώστας Ριτσώνης)


****

Το «“Les Feuilles mortes»” («Τα πεθαμένα φύλλα») γράφτηκε το 1945. Τους στίχους έγραψε ο ποιητής, και σεναριογράφος, Jacques Prévert και τη μουσική ο Joseph Kosma. Ο Yves Montand, μαζί με την Irène Joachim, ερμηνεύουν το “Les feuilles mortes το 1946 στην ταινία «Les Portes de la Nuit». Aπό τη διασκευή αυτού του τραγουδιού προέκυψε το δημοφιλές «Autumn Leaves».


Το τραγούδι ακούγεται και στην ταινία ''Πεσμένα φύλλα'', 2023 του Άκι Κουαρισμάκι.


(Από το Ποιείν)

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2024

Παντελής Μπουκάλας (1957): Μι­λώ­ντας σή­με­ρα για το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι

 


Έχουν πε­ρά­σει πε­ρί­που εκα­τόν δέ­κα χρό­νια αφό­του ο Νι­κό­λα­ος Πο­λί­της, προ­λο­γί­ζο­ντας τις Εκλο­γές από τα τρα­γού­δια του ελ­λη­νι­κού λα­ού (1914), υπο­γράμ­μι­ζε ότι «ο εθνι­κός χα­ρα­κτήρ απο­τυ­πώ­νε­ται ακραιφ­νής και ακί­βδη­λος εις τα τρα­γού­δια και τας πα­ρα­δό­σεις». Αυ­τό δε σε αντι­δια­στο­λή με τις πα­ροι­μί­ες, τους μύ­θους, τα πα­ρα­μύ­θια και τα αι­νίγ­μα­τα, «ων η με­τά­δο­σις από λα­ού εις λα­όν εί­ναι ευ­χε­ρής και συ­νή­θης». Με απο­τέ­λε­σμα «τα πα­ρεισ­δύ­σα­ντα πο­λυ­πλη­θή ξέ­να στοι­χεία» να «κα­θι­στούν δύ­σκο­λον την διά­κρι­σιν του οθνεί­ου από του ιθα­γε­νούς».
Ο Νι­κό­λα­ος Πο­λί­της υπήρ­ξε ένας από τους κυ­ριό­τε­ρους υπο­στη­ρι­κτές της κα­τα­νό­η­σης του δη­μο­τι­κού τρα­γου­διού ως κα­τό­πτρου, ως κα­θρέ­φτη που δω­ρί­ζει την πλή­ρη αλή­θεια για το πα­ρελ­θόν μας σε όποιον τον κοι­τά­ζει προ­σε­χτι­κά: «τα τρα­γού­δια εγκα­το­πτρί­ζουν πι­στώς και τε­λεί­ως τον βί­ον και τα ήθη, τα συ­ναι­σθή­μα­τα και την δια­νό­η­σιν του ελ­λη­νι­κού λα­ού».

Γνω­ρί­ζου­με ωστό­σο ότι ο κα­θρέ­φτης αυ­τός δεν μας πα­ρα­δό­θη­κε άθι­κτος και απεί­ρα­χτος. Ότι δη­λα­δή κα­τά την ανα­κα­τα­σκευή του ακο­λου­θή­θη­κε συ­χνά, από εκ­δό­τες και αν­θο­λό­γους, και με­λε­τη­τές ακό­μα, το δόγ­μα που ει­σή­γα­γε ο Σπυ­ρί­δων Ζα­μπέ­λιος το 1852, στα Άσμα­τα δη­μο­τι­κά της Ελ­λά­δος: «Με­τα­ξύ των δη­μο­σιευο­μέ­νων ασμά­των υπάρ­χου­σι πολ­λά πρω­το­φα­νή, και έτε­ρα συ­μπε­πλη­ρω­μέ­να, τα οποία κρί­νο­μεν εύ­λο­γον να μη δια­κρί­νω­μεν. Όταν κτή­μα λα­ού επι­στρέ­φει προς λα­όν, εκ­δό­του φι­λαυ­τία δεν πα­ρεμ­βάλ­λε­ται». Με άλ­λα λό­για, ο κα­θρέ­φτης ανα­κα­τα­σκευά­στη­κε βά­σει σκο­πι­μο­τή­των· και ανα­κα­τα­σκευά­στη­κε εθνο­πρε­πέ­στε­ρος, ηρω­ι­κό­τε­ρος, «λαϊ­κό­τε­ρος», γλωσ­σι­κά κα­θα­ρό­τε­ρος. Μο­νο­λε­κτι­κά, κα­νο­νι­κό­τε­ρος. Ή μάλ­λον, κα­νο­νι­κός. Κα­τά συ­νέ­πεια, τα εί­δω­λα πά­νω του δεν λέ­νε πά­ντα την αλή­θεια και μό­νη την αλή­θεια. Σε αρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις, τρα­γου­διών ή και συλ­λο­γών ολό­κλη­ρων, λέ­νε απλώς την αλή­θεια που θα προ­τι­μού­σα­με ν’ ακού­σου­με.
Οπωσ­δή­πο­τε, τα τρα­γού­δια του ανώ­νυ­μου, συλ­λο­γι­κού δη­μιουρ­γού πα­ρα­μέ­νουν πο­λύ­τι­μα και για τον ση­με­ρι­νό ανα­γνώ­στη-ακρο­α­τή τους. Και μα­κά­ρι να εί­ναι και ανα­γνώ­στης τους και ακρο­α­τής τους, για­τί κά­θε τρα­γού­δι εί­ναι και λό­γος και μέ­λος. Επί­σης μα­κά­ρι να προ­σπα­θεί ο εν­δια­φε­ρό­με­νος να φτά­σει έως τον πλού­σιο κό­σμο τους από πολ­λές και ποι­κί­λες δια­δρο­μές, χω­ρίς να προ­σκυ­νά­ει το­τέμ και να δε­σμεύ­ε­ται από τα­μπού. Αν ακο­λου­θή­σει μο­νά­χα τις «ασφα­λείς» δια­δρο­μές, όσες υπο­τί­θε­ται ότι χά­ρα­ξαν οι ελά­χι­στες συλ­λο­γές που θε­ω­ρού­νται κα­θιε­ρω­μέ­νες, πα­ρό­τι τα προ­βλή­μα­τά τους εντο­πί­στη­καν και επι­κρί­θη­καν πο­λύ νω­ρίς, θα απο­κο­μί­σει μιαν ει­κό­να φτω­χή, με­ρι­κή αλ­λά και σκια­σμέ­νη από τον φό­βο της νό­θευ­σης ή του «εμπλου­τι­σμού».
Από το «μα­κά­ρι» στο «κρί­μα»: Κρί­μα που δεν έχει απαρ­τι­στεί ακό­μα (και πι­θα­νό­τα­τα δεν θα απαρ­τι­στεί πο­τέ) το κόρ­πους των δη­μο­τι­κών τρα­γου­διών, που θα διευ­κό­λυ­νε σε πολ­λά τη με­λέ­τη τους· ας πού­με, θα μας επέ­τρε­πε να κα­τα­λή­ξου­με σε κά­ποιο συ­μπέ­ρα­σμα για τον πραγ­μα­τι­κό αριθ­μό των τρα­γου­διών, έστω κα­τά προ­σέγ­γι­ση. Ώστε να πά­ψου­με να αριθ­μού­με σαν ξε­χω­ρι­στά τρα­γού­δια όλες μα όλες τις πα­ραλ­λα­γές (δε­κά­δες για αρ­κε­τά τρα­γού­δια), για ν’ αβγα­τί­σου­με εθνι­κώς υπε­ρή­φα­νοι τον ήδη με­γά­λο αριθ­μό τους. Η αρ­χαιο­ελ­λη­νο­κα­πη­λία σπρώ­χνει προς τα πί­σω, κα­τά αιώ­νες ή και χι­λιε­τί­ες, και με τη βία της αντιε­πι­στη­μο­σύ­νης της, την ιστο­ρία της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας και του ελ­λη­νι­κού πο­λι­τι­σμού γε­νι­κώς. Η νε­ο­ελ­λη­νο­κα­πη­λία πει­ρά­ζει και τους αριθ­μούς και τα γράμ­μα­τα, τα κεί­με­να δη­λα­δή, για να εξα­να­γκά­σει τα πράγ­μα­τα να ταυ­τι­στούν με τις φα­ντα­σιώ­σεις της.
Κρί­μα δεύ­τε­ρο που κά­μπο­σες πα­λαιές συλ­λο­γές ή αν­θο­λο­γί­ες επα­νεκ­δί­δο­νται χω­ρίς τον πα­ρα­μι­κρό σύγ­χρο­νο σχο­λια­σμό, ανα­πα­ρά­γο­ντας με φω­το­μη­χα­νι­κή αμε­ρι­μνη­σία τα κά­θε εί­δους λά­θη τους και αδια­φο­ρώ­ντας για την κρι­τι­κή που τους ασκή­θη­κε έγκαι­ρα και αυ­στη­ρά. Στην ου­σία, η αγο­ραία ευ­κο­λία δια­γρά­φει την ιστο­ρία της φι­λο­λο­γί­ας και της λα­ο­γρα­φί­ας, από πνευ­μα­τι­κή νω­χέ­λεια ή, και πά­λι, βά­σει σκο­πι­μο­τή­των. Κά­πως έτσι, τρα­γού­δια κα­τα­φα­νώς νό­θα, του γρα­φεί­ου, κα­τα­σκευα­σμέ­να, εξα­κο­λου­θούν να ανα­δη­μο­σιεύ­ο­νται (και να δι­δά­σκο­νται) σαν γνή­σια. Κυ­ρί­ως επει­δή λέ­νε όσα ηρω­ι­κά και «κα­θα­ρά», εθνο­πρε­πή, θα θέ­λα­με να λέ­νε.

Μο­λα­ταύ­τα, τα δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια, όσα έχουν εξα­κρι­βω­μέ­νη τη γνη­σιό­τη­τά τους, εί­ναι μάρ­τυ­ρες. Και μά­λι­στα μάρ­τυ­ρες που δεν σχε­δί­α­σαν να μαρ­τυ­ρή­σουν, δεν πλά­στη­καν με τον σκο­πό να μι­λή­σουν και στους κα­το­πι­νούς. Εν αντι­θέ­σει με την προ­σω­πι­κή ποί­η­ση, που απευ­θύ­νε­ται εξί­σου στο συ­γκαι­ρι­νό της κοι­νό και στο μελ­λο­ντι­κό, η δη­μο­τι­κή δη­μιουρ­γεί­ται για το εκά­στο­τε πα­ρόν της, όπως το ορί­ζει η ιστο­ρία αλ­λά και η γε­ω­γρα­φία. Συ­νι­στούν, λοι­πόν, τα δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια μαρ­τυ­ρί­ες για τη γλώσ­σα των προ­πάπ­πων και των προ­για­γιά­δων μας, για τη λα­λιά τους, δια­κλα­δι­σμέ­νη σε ιδιώ­μα­τα και δια­λέ­κτους· για την ποί­η­σή τους, ο ρυθ­μός πα­ρα­γω­γής της οποί­ας και η ποιό­τη­τά της επί­σης εξέ­πλητ­ταν τους Ευ­ρω­παί­ους πε­ρι­η­γη­τές των πε­ρα­σμέ­νων αιώ­νων· για την κα­θαυ­τό Ιστο­ρία, τη με­γά­λη, και για τα μι­κρά ή με­γά­λα συμ­βά­ντα που τη συ­να­πο­τέ­λε­σαν· για το θρη­σκευ­τι­κό φρό­νη­μα των πα­λαιό­τε­ρων, για το πώς βί­ω­ναν τη σχέ­ση τους με τα θεία και με τους εκ­προ­σώ­πους της Εκ­κλη­σί­ας, και για τα στοι­χεία «πα­γα­νι­σμού» που άντε­ξαν στο κα­θε­στώς του ηγε­μο­νι­κού χρι­στια­νι­σμού. Και μά­λι­στα σε πεί­σμα των προ­σω­πι­κο­τή­των εκεί­νων της Εκ­κλη­σί­ας που ανα­θε­μά­τι­ζαν τα μεν λαϊ­κά όρ­γα­να σαν «όρ­γα­να του Σα­τα­νά», τα δε τρα­γού­δια σαν «πορ­νι­κά». Μαρ­τυ­ρούν τέ­λος για τις αντι­λή­ψεις των Ελ­λή­νων της Τουρ­κο­κρα­τί­ας για τους πε­ρί­οι­κους και σύ­νοι­κους λα­ούς, για τα εμπό­δια στις ερω­τι­κές σχέ­σεις με­τα­ξύ αλ­λο­ε­θνών και αλ­λο­θρή­σκων, και για τη λύ­ση που έδι­νε κά­θε πε­ριο­χή ή επο­χή στο επα­να­λαμ­βα­νό­με­νο δρά­μα: τα τρα­γού­δια και εδώ, ιστο­ρούν ό,τι συ­νέ­βη, όχι ό,τι θα θέ­λα­με και «θα έπρε­πε» να εί­χε συμ­βεί. Και γι’ αυ­τό συ­νή­θως εί­ναι πιο ανοι­χτό­καρ­δα και ανοι­χτό­μυα­λα από την προ­σω­πι­κή λο­γο­τε­χνία του 19ου αιώ­να που κα­τα­πιά­στη­κε με ζη­τή­μα­τα αυ­τού του εί­δους.
Στα χρό­νια που πέ­ρα­σαν έκτο­τε, ο πο­λι­τι­σμός της προ­φο­ρι­κό­τη­τας υπο­χώ­ρη­σε ακό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο ένα­ντι του πο­λι­τι­σμού της γρα­φής. Επι­πλέ­ον, έχουν σχε­δόν εξα­λει­φθεί οι αγρο­το­κτη­νο­τρο­φι­κές κοι­νό­τη­τες, τα νυ­χτέ­ρια των οποί­ων λει­τουρ­γού­σαν σαν ποι­η­τι­κό ερ­γα­στή­ριο, σαν κοι­νω­νι­κός μι­κρο­χώ­ρος σύν­θε­σης και διαρ­κούς επε­ξερ­γα­σί­ας τρα­γου­διών.
Πα­ρ’ όλα αυ­τά, και πα­ρά την κα­τα­σκευή δη­μο­τι­κο­φα­νών κά­θε εί­δους (ηπει­ρω­τι­κο­φα­νή, νη­σιω­τι­κο­φα­νή, πο­ντια­κο­φα­νή κλπ.), το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι εξα­κο­λου­θεί να συ­γκι­νεί. Εί­τε με τις τρεις υπο­στά­σεις του (λό­γος – μέ­λος – χο­ρός) σε συλ­λει­τουρ­γία, όπως συμ­βαί­νει σε αρ­κε­τά πα­νη­γύ­ρια ανά την Ελ­λά­δα που κρα­τούν αλώ­βη­το τον χα­ρα­κτή­ρα τους, εί­τε μό­νο με την υπό­στα­ση του λό­γου. Και μά­λι­στα του κα­τα­γε­γραμ­μέ­νου πλέ­ον λό­γου.
Έλ­λη­νες και ξέ­νοι με­λε­τη­τές συ­νε­χί­ζουν να ερευ­νούν το δη­μο­τι­κό, ως μαρ­τυ­ρία ιστο­ρι­κή, γλωσ­σι­κή και ηθο­λο­γι­κή, αλ­λά και ως ποι­η­τι­κό γε­γο­νός. Από τα μου­σι­κά σχο­λεία της δευ­τε­ρο­βάθ­μιας εκ­παί­δευ­σης έχουν απο­φοι­τή­σει αρ­κε­τές γε­νιές μα­θη­τών και μα­θη­τριών που εί­ναι πο­λύ κα­λοί γνώ­στες και ευαί­σθη­τοι χει­ρι­στές των λαϊ­κών ορ­γά­νων, ενώ η λαϊ­κή μου­σι­κή δι­δά­σκε­ται πια και σε πα­νε­πι­στη­μια­κό επί­πε­δο. Αξιο­ση­μεί­ω­το εί­ναι επί­σης, και πα­ρα­μυ­θη­τι­κό, το γε­γο­νός ότι πλη­θαί­νουν εντυ­πω­σια­κά τα μου­σι­κά συ­γκρο­τή­μα­τα νέ­ων αν­θρώ­πων που αφιε­ρώ­νο­νται με γνώ­ση και με­ρά­κι στον κό­σμο του δη­μο­τι­κού τρα­γου­διού και τον ανα­δει­κνύ­ουν με υψη­λή ποιό­τη­τα και σε­βα­σμό.

Θα έλε­γα τη μι­σή αλή­θεια αν ισχυ­ρι­ζό­μουν πως ένιω­σα «έτοι­μος από και­ρό», όταν ο Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης μού πρό­τει­νε να δη­μο­σιευ­τεί στον φι­λό­ξε­νο ηλε­κτρο­νι­κό Χάρ­τη ένα αφιέ­ρω­μα στο δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι. Η άλ­λη μι­σή; Όσες φο­ρές μού εί­χε πε­ρά­σει από το μυα­λό μια ανά­λο­γη ιδέα ή επι­θυ­μία, έσπευ­δε να τη σβή­σει πριν καν λά­βει σχή­μα ένας δι­πλός φό­βος: τι να πρω­το­πείς, ένα το κρα­τού­με­νο· ο φό­βος του χρό­νου το δεύ­τε­ρο, του χρό­νου που πά­ντο­τε μας λεί­πει, πά­ντο­τε υπο­λεί­πε­ται των ποι­κί­λων ανα­γκών μας.
Νιώ­θω λοι­πόν βα­θιά υπο­χρε­ω­μέ­νος απέ­να­ντι σε όσες και όσους δα­πά­νη­σαν ένα γε­ρό τμή­μα του χρό­νου τους για να συ­μπρά­ξουν στο πα­ρόν αφιέ­ρω­μα, ανα­πτύσ­σο­ντας το θέ­μα της επι­λο­γής τους και στην έκτα­ση που οι ίδιες/ίδιοι έκρι­ναν ικα­νή και ανα­γκαία. Υπο­χρε­ω­μέ­νος νιώ­θω επί­σης απέ­να­ντι σε όσες/όσους δεν μπό­ρε­σαν τε­λι­κά να υλο­ποι­ή­σουν τη δη­λω­μέ­νη επι­θυ­μία τους να συμ­με­τά­σχουν. Τους ευ­χα­ρι­στώ όλους και όλες ολό­ψυ­χα και από εδώ.
Όσο για το «τι να πρω­το­πείς», ψευ­δο­πρό­βλη­μα. Ο κα­θείς και ο λό­γος του. Να θι­γούν όλες οι πτυ­χές ενός τέ­τοιου θέ­μα­τος εί­ναι αδύ­να­το. Θέ­λω πά­ντως να πι­στεύω ότι με το σύ­νο­λο των συμ­βο­λών ικα­νο­ποι­ή­θη­κε η  επι­θυ­μία μιας δι­πλής συ­νο­μι­λί­ας. Να συ­νο­μι­λή­σουν οι διά­φο­ρες γε­νιές όσων έχουν ασχο­λη­θεί και συ­νε­χί­ζουν να ασχο­λού­νται με το ανώ­νυ­μο λαϊ­κό τρα­γού­δι. Αλ­λά να συ­νο­μι­λή­σουν και όσοι/όσες φτά­νουν έως αυ­τό κυ­ρί­ως διά της ορά­σε­ως, δια­βά­ζο­ντάς το και με­λε­τώ­ντας το τυ­πω­μέ­νο στις υπάρ­χου­σες συλ­λο­γές και αν­θο­λο­γί­ες ή απο­θη­σαυ­ρι­σμέ­νο σε αρ­χεία, με όσες/όσους ακο­λου­θούν συ­στη­μα­τι­κά και αδια­λεί­πτως και την οδό της ακο­ής, υπη­ρε­τώ­ντας το δη­μο­τι­κό ως ερ­μη­νευ­τές ή ορ­γα­νο­παί­κτες.
Το σύ­νο­λο των συμ­βο­λών ας εν­νοη­θεί σαν ένα στε­φά­νι λέ­ξε­ων στη μνή­μη δύο αν­θρώ­πων που μας πλού­τι­σαν με τα γρα­πτά τους για το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι και μας φτώ­χυ­ναν με τον θά­να­τό τους τη χρο­νιά που λή­γει: του Γρη­γό­ρη Ση­φά­κη (1935-2023) και του Μάρ­κου Δρα­γού­μη (1934-2023).

(Λεσίνι Μεσολογγίου 1957). Έχει εκδώσει τα βιβλία ποίησης Αλγόρυθμος, Η εκδρομή της ευδοκίας, Ο μέσα πάνθηρας, Σήματα λυγρά, Ο μάντης, Οπόταν πλάτανος, Ρήματα (Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2010), Μηλιά μου αμίλητη και Ο Χριστός στα χιόνια: Εφτά νύχτες στον κόσμο του Αντρέι Ταρκόφσκι, τα θεατρικά Το μάγουλο της Παναγίας: Αυτοβιογραφική εικασία του Γεωργίου Καραϊσκάκη και Ο Πέτρος της Μάνης και το φάσμα των φατριών, και τέσσερις τόμους με δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι (Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου 2017). Είναι διδάκτορας της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Έχει μεταφράσει Αισχύλο, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, Σαπφώ, Θεόκριτο, Βίωνα, επιτύμβια και συμποτικά επιγράμματα της Παλατινής.

Πηγή: Χάρτης, 60

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2023

Παυλίνα Παμπούδη:

 Μνήμη Γιώργου Σεφέρη (29/2/1900 – 20/9/1971)


 

  • Post author:

Ποιος – τι ήταν ο Γιώργος Σεφέρης;

* Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα

* Κράτησε τη ζωή του ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή

*Του άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά κι οι ζωγραφιές της θάλασσας

* Είδε τις φλέβες των ανθρώπων

 σαν ένα δίχτυ των θεών όπου μας πιάνουν σαν τ’ αγρίμια

 προσπάθησε να το τρυπήσει

* Κι είχε στα μάτια ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης.

 

Τον περιγράφω όπως τον είδα τελικά με τα χρώματα και το μαύρο των στίχων του, όπως τελικά τον ανακάλυψα.

Διάβασα τα ποιήματα του, πολύ νεαρή, με σεβασμό (αλλά όχι με ταραχή, όπως τα αντίστοιχα του Ελύτη που συνέβη να ανακαλύπτω επίσης εκείνη την εποχή…)

Μετά τον διάβαζα, βεβαίως, συχνά – όμως απλώς τον διάβαζα: δεν κατέφευγα σ’ αυτόν – δεν τον ένιωθα «ποιητένιο» ποιητή.

Θεωρούσα πάντα την ποίηση άνθος ή καρπό μιας παράξενης κατάστασης χάριτος, τη συνέδεα με τα μεγάλα πετάγματα, τις εξάρσεις και τις εκστάσεις μιας εφηβείας στο διηνεκές. Η δική του ποίηση, όμως, βρισκόταν ανέκαθεν σε ηλικίωση, εξέπεμπε σε άλλες συχνότητες.

Ο Γιώργος Σεφέρης ήταν για μένα πολύ «καθώς πρέπει»: σοβαρός αστός, αυστηρός, βαρύς (με τούτο το μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια), μπορούσα αβασάνιστα να ταυτίζω την αίσθηση που απέπνεε η ποιητική του μ’ εκείνη τη μελαγχολία ενός ευαίσθητου φαρμακοποιού που διανυκτερεύει.

Τη δεύτερη απόπειρα προσέγγισης στο έργο του την έκανα μετά το θάνατό του. Ο λόγος του νομπελίστα ποιητή αδιάκοπα αναδυόταν στο νου μου

σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας

 μέσα στα χάσματα της αστραπής –  μια λάμψη καθοδηγητική.

Ακόμα όμως δεν ήμουν έτοιμη: πάλι δεν άγγιζε την καρδιά μου. Το περισσότερο που μπορούσα να κάνω ήταν μια «φιλολογική» προσέγγιση – όπως άρμοζε σ’ ένα έργο που δεν το αντιλαμβανόμουν ως ζωντανό αλλά ως «μνημειωμένο»…

 

Ο Γιώργος Σεφέρης, αντικειμενικά, είχε όλες τις αρετές: ήταν απαλλαγμένος από περιττό φόρτο κοσμητικών και περιφράσεων, ήταν άμεσος, λιτός πυκνός… Τους στίχους του, ενορχηστρωμένους με τραγικότητα χορικών, τους διέτρεχαν φλέβες ρυθμών: αλλού ο δεκαπεντασύλλαβος, αλλού ο δεκατρισύλλαβος, ακόμα και επτασύλλαβος και εννεασύλλαβος… Υπήρχε μια   πολυσύνθετη,  οργανωμένη, κινησιολογία των λέξεων – έδειχνε πόσο τον απασχολούσε η μορφή καθώς έκτιζε το ποίημα.

Αυτού του είδους ο διαυγής λόγος, άριστο όχημα σε δοκιμιακό πεδίο (δύσβατο για μένα), φαινόταν να αποσκοπεί και στην εξερεύνηση κάποιων απόκρυφων τοπίων μιας βαθιάς, καθολικής μυθολογίας – ταξίδευε στην ιστορία, στο χρόνο, διαπλέοντας τις Συμπληγάδες της μοίρας του ανθρώπου – αλλά εμένα δεν με οδηγούσε πουθενά. Παρέμενα καχύποπτη. Αυτές οι «αρετές» με έκαναν επιφυλακτική, μου φαινόταν ότι το ποίημα ήταν «υπερσυνειδητό υποσυνείδητο» τέχνημα,  δεν του είχε δοθεί – το είχε εκβιάσει, το είχε επεξεργαστεί εξαντλητικά  και η  εφηβική μου αντίληψη περί ποίησης (την οποία διατηρούσα), αντιδρούσε. (Τ’ είναι ποιητής , τι μη ποιητής / και τι τ’ ανάμεσό τους; αναρωτιόμουν, παραφράζοντας δικό του στίχο (!)…)*

Αδυνατούσα να μεθέξω συγκινησιακά στο έργο του, όσο στο έργο του Ελύτη λ.χ. Αλλά, βέβαια «δεν μπορούμε να μετρούμε το ένα έργο με το άλλο –να πούμε πως ο Παλαμάς είναι ένα ελαττωματικό είδος Σολωμού, ο Σικελιανός ένα ελαττωματικό είδος Παλαμά, ο Καβάφης ένα ελαττωματικό είδος Σικελιανού» – όπως λέει ο ίδιος ο Γιώργος  Σεφέρης. Εκείνος, ήταν είδος από μόνος του και ο μόνος από το είδος του – και αυτό τελικά μετράει, όχι ο βαθμός συγγενείας που περιμένεις να αναγνωρίσεις…

Το ανάστημά του, το μέγεθός του, το βάρος του, ο ίσκιος του, εμπόδιζαν τότε τη χαμηλή βλάστηση της σκέψης μου ολόγυρά του…

Χρόνια ολόκληρα ο αμφίβιος πεζός / ρυθμικός λόγος του αργόπλεε μισοβυθισμένος στον νου μου, προσεχτικά, κρατώντας ισορροπία και αποστάσεις από κάθε άλλον.

Αυτός ο Λόγος, όμως, με είχε διαποτίσει ερήμην, η ηχώ του με ακολουθούσε από την εφηβεία μου – από τότε που τον μισοάκουσα απρόσεχτα. Και μόνο στην πραγματική Ποίηση:

σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό.

Τώρα καταλαβαίνω. Τα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, συμπυκνωμένα σχεδιάσματα μεγάλης πνευματικής δυναμικότητας ή βαριά ολόγλυφα σήματα -κάτι στέρεο που διαρκεί στο χρόνο-, αυτά που έβλεπα ως «σχολαστικά ποιητικά», ως επιτύμβια, μουσειακά, ποιήματα αγάλματα, μάρμαρα σπασμένα, κολόνες, πέτρες, ήταν τα δομικά υλικά με τα οποία εκείνος αρχιτεκτονούσε την αθανασία.

Τη δική του και της φυλής:

Τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα

Τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα

Τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.

Κι αυτό συνέβαινε, ίσως, γιατί ήξερε κάτι άρρητο:

Οι άγγελοι είναι λευκοί

πυρωμένοι λευκοί

και το μάτι μαραίνεται που θα τους αντικρίσει

και δεν υπάρχει άλλος τρόπος

πρέπει να γίνεις σαν την πέτρα όταν γυρεύεις τη συναναστροφή τους…

 

Ο χρόνος είναι άσχετος. Ο ίδιος ο ποιητής, ταξιδεύοντας πάντα παρά δήμον ονείρων,  γνέφει μεγαλόψυχα:

…κι είναι δικό σου αυτό το τριαντάφυλλο είναι δικό σου

 μπορείς να το πάρεις τώρα ή αργότερα, όταν θελήσεις.

 

Εγώ το παίρνω λοιπόν τώρα (τόσο αργότερα), και το ασπάζομαι.

Τώρα γνωρίζω πως όποτε κι αν αφεθείς, βρίσκεσαι ξαφνικά μέσα στην ποίησή του σαν 

σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά

 τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα,

μην ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα,

 γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα

καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών

 θ’ αδειάσει η θάλασσα,

θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο

 θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας

πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

 

*Σ.Σ: Ο στίχος “τι ο θεός, τι μη θεός και τι τ’ ανάμεσό τους” ό, τι θεός ή μη θεός ή το μέσον / τις φησ΄ερευνήσας βροτών “είναι από την ΕΛΕΝΗ του Ευριπίδη – Τον είχε παραφράσει και ο Γ. Σεφέρης…

Η Παυλίνα Παμπούδη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1948, όπου ζει και εργάζεται. Η καταγωγή της είναι από το Ηράκλειο Κρήτης και τη Χαλκίδα. Τελείωσε τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών (τμήμα Ιστορικό Αρχαιολογικό), παρακολούθησε μαθήματα στην ΑΣΚΤ( Ανώτατη Σχολή, στο κολέγιο Byam Shaw School of Art του Λονδίνου, και Μαθηματικών στη Φυσικομαθηματική Σχολή. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει 16 ποιητικές συλλογές, 6 βιβλία πεζογραφίας, περισσότερα από 40 βιβλία δήθεν για παιδιά και έχει κάνει περισσότερες από 20 μεταφράσεις ( Λιούις. Κάρολ, Α.Α. Μάιλν, Τσαρλς. Ντίκενς, Τ.Σ. Έλιοτ, Ρόμπερτ Στίβενσον Α. Τσέχωφ, Πιοτρ Γιερσώφ, Μαρκ Τουαίην, Χαλίλ Γκιμπράν, Ρ. Ντόυλκ.α.) Επίσης, έχει κάνει τρεις ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, έχει γράψει αρκετά σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και πολλά τραγούδια.

Εργάστηκε ως κειμενογράφος σε διαφημιστικές εταιρείες και ως editor σε εκδοτικό οίκο. Σήμερα, έχει την αρχισυνταξία του ηλεκτρονικού περιοδικού λόγου και τέχνης Περί ου. www.Periou.gr . Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών..


Πηγή: ''Περί ου''