Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ενθύμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ενθύμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

Σάββατο 13 Μαρτίου 2021

Κώστας Περδίκης: Πριν 54 χρόνια...

 Ενθυμήματα από πολύ μακρινές Εισαγωγικές εξετάσεις

  1967


                                        

                                                                         



Σάββατο 28 Απριλίου 2018

Κώστας Περδίκης: Για να μην τα ξεχάσουμε...


  20 σημεία της Γενέθλιας πόλης μας, 

μνήμης και αναφοράς άξια!



το Νεκροταφείο:
Αποτελεί το ακρότατο βορινό σημείο της πόλης.
Στη μικρή εκκλησία του, που είναι αφιερωμένη στην Παναγία, μόνο θλιβερές τελετές τελούνται, κηδείες και μνημόσυνα.
Στο καμπαναριό της, κάποια χρονιά, προστέθηκε και το ρολόι, δωρεά ομογενών εξ Αμερικής.
Σταματημένο εδώ και πολύ καιρό.
Εδώ, ανάμεσα στους πολλούς, στην κορυφή του λόφου, βρίσκεται και ο απέριττος τάφος της οικογένειάς μου.
Από εκεί, αγναντεύει τη θάλασσα δυτικά και τη Βουνούκα ανατολικά.
Μια μεγάλη κουτσουπιά  ρίχνει πάνω του τον ίσκιο και τα φύλλα της.



η βρύση του Λώρη:
Μέχρι να φτάσουμε ως εκεί, η απόσταση μας φαινόταν μεγάλη.
Από ένα σημείο και μετά, άρχιζε ο  χωματόδρομος, που περνώντας δίπλα από το μεγάλο περιβόλι του Μουσαμά, έφτανε στην πέτρινη βρύση.
Κάτω από βαθύσκιωτα ψηλά δέντρα, λειτουργούσε, σε μια υπερυψωμένη ταράτσα, μικρό αναψυκτήριο.




ο Άγιος Σπυρίδωνας:
Η εκκλησία του Πολιούχου Αγίου μας, κτισμένη στο ψηλότερο σημείο, με πανοραμική θέα.
Ανεβαίνοντας την κύρια σκάλα, με τα πολλά σκαλοπάτια, θαύμαζες, προς τα αριστερά σου, το μεγάλο παρτέρι με τις υπέροχες τριανταφυλλιές και την ψηλή του μάντρα.
Εδώ κάναμε Κατηχητικό, κάθε Σάββατο απόγευμα.
Όταν έκαναν την αγιογράφηση του ναού χάζευα, πολλές φορές, τους ζωγράφους, εντυπωσιασμένος από τη μαγική τους τέχνη.
Τις λίγες φορές που επιχείρησα να ανέβω, από τη στριφτή σκάλα, στο ψηλό καμπαναριό της, έπαθα ίλιγγο, κοιτώντας από κείνο το ύψος προς τα κάτω.




το παλιό Δημαρχείο:
Από το μπαλκόνι του Α΄ ορόφου , που βλέπει δυτικά στον κεντρικό δρόμο της αγοράς, λέγαμε τα ποιήματα στις εθνικές γιορτές, ανάμεσα από δάφνινα στεφάνια, γιρλάντες με σημαιάκια και χάρτινες εικόνες ηρώων.
Από κάτω μας καμάρωναν οι γονείς μας και οι άλλοι συμπολίτες.
Ο Δήμαρχος και οι Αρχές του τόπου έπαιρναν θέση, παρατεταγμένοι σε όλο το μήκος του μπαλκονιού, όπως και μερικοί παρείσακτοι, που κατάφερναν να χωθούν για να αποθανατιστούν στις σχετικές φωτογραφίες.



το Φαρμακείο:
Ήταν ένα και μοναδικό, στεγασμένο σε ένα υπερυψωμένο πέτρινο κτίριο με σκεπή.
Ανέβαινες λίγα σκαλοπάτια και μπαίνοντας σε έπνιγε η μυρουδιά των φαρμάκων.
Στα ξύλινα ράφια και τις βιτρίνες ήσαν τοποθετημένα γυάλινα βάζα και μπουκάλια κάθε μεγέθους.
Ψηλά στους τοίχους, οι μεγάλες κορνιζαρισμένες φωτογραφίες των προγόνων και ιδρυτών του φαρμακείου προσέδιδαν ιδιαίτερο κύρος στον χώρο.

το Πρακτορείο Εφημερίδων και Περιοδικών:
Ο μικρός μας Παράδεισος.
Όλα υπήρχαν εκεί, περιοδικά, εφημερίδες, βιβλία και γραφική ύλη.
Σκόρπιζαν τη χαρακτηριστική τους μυρουδιά σ’ όλον τον χώρο του μαγαζιού.
Η Διάπλασις των παίδων, ο Μικρός Ήρωας, ο Ταρζάν, ο Υπεράνθρωπος, ο Μίκυ Μάους και αργότερα οι Εικόνες και τα βιβλία του Ιουλίου Βερν μας ταξίδευαν σε άλλους κόσμους.



το Κουρείο του Παναγιώτη:
Το πιο καλό.
Εδώ με έφερνε ο παππούς μου, μικρό, για κούρεμα.
Ο Παναγιώτης με κάθιζε πάνω σε μια σανίδα από μαόνι και με κούρευε γουλί, αφήνοντας μόνο μια τούφα μαλλί, μπροστά, πάνω από το κούτελό μου.
Συνέχισα και μεγάλος να κουρεύομαι εδώ, μέχρι που ο Παναγιώτης το έκλεισε, λόγω συνταξιοδότησης.
Τον καιρό του Ανένδοτου αποτέλεσε το άντρο των φανατικών υποστηρικτών του Γέρου της Δημοκρατίας.


το Ζαχαροπλαστείο:
Φημισμένο για το γαλακτομπούρικό του.
Τις Κυριακές μετά την εκκλησία οι εύποροι συμπολίτες μας το απολάμβαναν, συν γυναιξί και τέκνοις.
Είχε μόνιμους θαμώνες, τους οποίους ο αεικίνητος Γιάννης, ο γιος του ζαχαροπλάστη, σέρβιρε με μαεστρία και έπιανε την κουβέντα μαζί τους , σχολιάζοντας τα γεγονότα.
Καταφανής, από τότε, η μετέπειτα ροπή του στην πολιτική.
Πίσω είχε ένα μεγάλο μπαλκόνι, που έβλεπε δυτικά, προς τη θάλασσα.

το καφενείο Μουσαμά:
Ακριβώς απέναντι από το ζαχαροπλαστείο.
Φάνταζε μεγαλοπρεπές και ήταν το μόνιμο στέκι της υψηλής λεγόμενης κοινωνίας.
Διέθετε τη μεγαλύτερη αίθουσα και γι’ αυτό οι τότε περιφερόμενοι θεατρικοί θίασοι, τα μπουλούκια, εδώ έστηναν τη σκηνή τους και έδιναν τις παραστάσεις τους.
Το ίδιο έκαναν και τα σχολεία, Δημοτικό και Γυμνάσιο, με τα θεατρικά έργα που ανέβαζαν στις σχολικές γιορτές.
Προνομιούχο επίσης για τη ωραία του βεράντα, με θέα όλο το Ιόνιο και για τη μεγάλη μυροβόλο γαζία , που έθαλλε  στη μια της άκρη.



το εστιατόριο Χαραυγή:
Στη θέση που σήμερα βρίσκεται η Εθνική Τράπεζα.
Η μεγάλη δροσερή αυλή του, με την ανθισμένη περικοκλάδα, ήταν ιδανικός χώρος για τα ζεστά βράδια του καλοκαιριού.
Ο κυρ-Λάμπρος, ο ιδιοκτήτης και η ψυχή του μαγαζιού, διάλεγε πάντα σβέλτα και τετραπέρατα γκαρσόνια.
Τα κατάλευκα, καλοσιδερωμένα τραπεζομάντιλα και πετσέτες όπως και τα κολονάτα ποτήρια απέπνεαν μια αίσθηση πολυτέλειας.
Μεταξύ των άλλων πρόσφερε παγωμένη βαρελίσια μπύρα Φιξ ή Μάμος.
Ο κύριος Φίφας, χαρακτηριστική φιγούρα bon viveur, φορώντας πάντα μπεζ λινό κουστούμι και απαραιτήτως παπιγιόν με  πουά, έπιανε θέση αργά το απόγευμα στο πεζοδρόμιο, μπροστά στην είσοδο του μαγαζιού.

η Λαϊκή αγορά:
Μεγάλο, για την εποχή του, εμπορικό κατάστημα.
Εδώ βρίσκαμε ό,τι θέλαμε από ρουχισμό ή υπόδηση.
Το ίδιο και οι κάτοικοι, των γύρω χωριών, που κατέβαιναν και ψώνιζαν αυτά που είχαν ανάγκη.
Απασχολούσε πολλές πωλήτριες.
Ο  ένας εκ των δύο συνεταίρων, ο κυρ- Θόδωρος, μονίμως είχε τη θέση του στο ταμείο, με το βαρύ χρηματοκιβώτιο.  
Ο άλλος, ο μικροσκοπικός κυρ- Κώστας, ήταν πανταχού παρών σε κάθε σημείο του μαγαζιού.
Στη χρυσή εποχή της σταφίδας ήσαν μεταξύ αυτών, που  εμπορεύονταν το προϊόν της περιοχής μας. 


η Ηλεκτρική:
Ισόγειο πέτρινο κτίριο με σκεπή, δίπλα στη γράνα, λίγο πριν το γεφύρι προς Μολύβια και Αρήνη.
Είχε πόρτες και παράθυρα σιδερένια, με τετράγωνα τζαμάκια.
Μια μεγάλη πετρελαιοκίνητη γεννήτρια παρείχε ηλεκτρικό ρεύμα συνεχές 110 Volt.
Μόλις σουρούπωνε, έπαιρνε μπροστά και οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες των σπιτιών και των μαγαζιών του κέντρου της πόλης άναβαν, σκορπίζοντας το πολύτιμο φως τους.
Ο κυρ-Θανάσης, ο άνθρωπος επί των βλαβών, πρόθυμος και ακούραστος, έτρεχε, συνεχώς, με μια μακριά ξύλινη σκάλα στον ώμο και σκαρφάλωνε, ριψοκίνδυνα, για να επιδιορθώσει τα σύρματα του δικτύου.


το Ζαχαραίικο πηγάδι:
Δίπλα στον μεγάλο πλάτανο και το μνημείο ηρώων.
Είχε το καλύτερο νερό, εύγευστο και δροσερό.
Μόλις έπεφτε ο ήλιος, βοηθούσαμε τις μανάδες μας να γεμίσουν και  να κουβαλήσουν τις βίκες μέχρι τα σπίτια μας.
Ήταν σημείο συνάντησης των νοικοκυρών της κάτω πόλης.
Τα σχοινιά των κουβάδων, από την πολλή χρήση, είχαν χαράξει τις μαρμαρόπετρες του φίλιαντρου και είχαν κάνει ολόγυρα βαθιέςγλυφές.
Αργότερα, το 1957, όταν τοποθετήθηκαν οι πρώτες κεντρικές βρύσες,  μία σε κάθε γειτονιά, η υδροληψία γινόταν από αυτές.
Το Ζαχαραίικο πηγάδι με τον καιρό έχασε την αίγλη του.



η ταβέρνα της Καπριάναινας:
Απέναντι από το Ζαχαραίικο πηγάδι.
Εδώ μας μοίραζαν, μια ή δυο χρονιές, κάθε πρωί, πριν πάμε στο σχολείο, το συσσίτιο της Unrra.
Γάλα από σκόνη και κίτρινο τυρί.
Τα μισά παιδιά έπιναν το γάλα και πέταγαν το τυρί ενώ τα άλλα μισά έτρωγαν το τυρί και έχυναν το γάλα.
Ο συνδυασμός και των δύο αγαθών μάλλον ήταν ανέφικτος.

ο θερινός κινηματογράφος ΟΛΥΜΠΙΑ:
Για να πάμε ως εκεί περνούσαμε τη γράνα πάνω σε ένα ξύλινο γεφυράκι, που αργότερα αντικαταστάθηκε με τσιμεντένιο.
Αποτελούσε την καλοκαιρινή μας χαρά και διασκέδαση.
Πως και πως περιμέναμε πότε θα καταφτάσει, κάθε Μάιο, από την Αθήνα ο μηχανικός του κινηματογράφου, ο θρυλικός Βαγγέλης, για να αρχίσει τις προβολές του.
Εδώ είδαμε τις πρώτες ταινίες, που από τότε μας έχουν μείνει αξέχαστες.
Καλλιτεχνικό γεγονός του καλοκαιριού η Τιμητική βραδιά του Βαγγέλη.
Μέχρι και καλλιστεία για την εκλογή της μις Ζαχάρω , μεταξύ των άλλων, περιλάμβανε το πρόγραμμα.





το ξενοδοχείο Ο ΚΑΪΦΑΣ:
Βρισκόταν στην ίδια θέση με το σημερινό REX και ήταν ένα μεγάλο διώροφο κτίριο με στέγη.
Κάλυπτε στοιχειωδώς, τις ανάγκες των επισκεπτών.
Στο ισόγειο ο ιδιοκτήτης του, ο κυρ-Κώστας, που ήταν επιπλοποιός, είχε το εργαστήριό του.
Στην  κάτω πλευρά, δυτικά, διέθετε μια μεγάλη αυλή με περικοκλάδα ολόγυρα και στρογγυλή πίστα για χορό.




το Γυμνάσιο:
Όμορφο και λειτουργικό κτίριο, διώροφο με στέγη και μεγάλο γήπεδο για παιχνίδι και αθλοπαιδιές.
Πολλοί καθηγητές πέρασαν από εδώ.
Λίγους θυμόμαστε σαν προσιτούς και φιλικούς μαζί μας.
Οι περισσότεροι ήσαν αυστηροί και απρόσιτοι.
Πηλίκια, απαγόρευση κυκλοφορίας πέρα από μια ώρα, απειλή αποβολής ακόμη και όταν τολμούσαμε να παίξουμε μπάλα ήσαν μερικά από αυτά που τότε μας καταπίεζαν.
Υπήρχαν όμως και όμορφες στιγμές και γεγονότα που τώρα τα νοσταλγούμε.



η λεύκα:
Πανύψηλο δέντρο, που δέσποζε στην αριστερή πλευρά του δημόσιου δρόμου προς τον Σταθμό, στη μέση σχεδόν της απόστασης, λίγα μέτρα πριν το γεφύρι προς το Πλατανούλι.
Η δασκάλα μας, η κ. Νίκη, μας πήγαινε μέχρι εκεί βόλτα και μας έβαζε να αγκαλιάσουμε τον τεράστιο κορμό του, πιασμένα χέρι χέρι καμιά δεκαριά παιδιά.
Δεν υπάρχει πια… 


ο Σιδηροδρομικός Σταθμός:
Τότε, που δεν είχε γίνει ακόμη ο εθνικός δρόμος, είχε μεγάλες δόξες.
Οι επιβάτες και τα εμπορεύματα έφταναν μέχρι εδώ με τα τραίνα.
Δύο, τρία ταξί περίμεναν και ανέβαζαν τον κόσμο στην πόλη.
Τα εμπορεύματα έφταναν στην αγορά με τα κάρα.
Ο Σταθμός διέθετε μια μικρή κατοικία για τον Σταθμάρχη, με όμορφο κήπο, καθώς και ένα ξεχωριστό μικρό κτίσμα, που λειτουργούσε σαν καφενείο.
Τώρα, εδώ και χρόνια, που τα δρομολόγια των τραίνων σταμάτησαν, ο Σταθμός ρημάζει και τις γραμμές σκεπάζουν τα αγριόχορτα…



η παραλία:
Κάθε χρόνο ερχόμαστε εδώ εκδρομή με το σχολείο.
Αριστερά και δεξιά του δρόμου, πάνω στο τούμπι, υπήρχαν δυο τρία σπίτια όλα κι όλα.
Πιο κάτω στο μέσο της αμμουδιάς έβλεπες το ένα και μοναδικό κτίσμα, το ταπεινό σπιτάκι με το μαντρί του Τάγαρη.
Εδώ, που τώρα οι κατ’ ευφημισμόν οικιστές, όλως παρανόμως, έχτισαν ένα ολόκληρο χωριό, δεν υπήρχε τίποτα άλλο από τους αμμόλοφους.
Στο τέλος του δρόμου, λίγα μέτρα πιο πάνω από εκεί που έσκαγε το κύμα, η ραποκαλύβα των Καραίων και αργότερα του Σουλίμη λειτουργούσαν τα καλοκαίρια σαν καφενεδάκια, προσφέροντας τη δροσιά και τα παγωμένα τους αναψυκτικά.

Σάββατο 29 Απριλίου 2017

Πολύτιμο προσωπικό ενθύμιο: Πριν από εβδομήντα (70) χρόνια...

Ο ευτυχής πατέρας σημειώνει πρόχειρα σε ένα κομμάτι χαρτί
την ημερομηνία και την ώρα γέννησης της κόρης και του γιου του.




Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

''ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙΟ'' 1924: Μαθαίνοντας τα πρώτα γράμματα...

Εκδοτικός οίκος:  Δ. & Π. Δημητράκου

Συντακτική επιτροπή: Δ. Ανδρεάδης
                                 Α. Δελμούζος
                                 Π. Νιρβάνας
                                      Ζ. Παπαντωνίου
                                            Μ. Τριανταφυλλίδης

Ζωγραφιές: Κ. Μαλέας

Τιμή: 5,55 δρχ.
                               
Το εξώφυλλο με τον Ρήγα, τη Ρένα και τον σκύλο τους Βελή.


Οι τότε μαθητές με τους δασκάλους τους (8 Μαϊου 1929).

Από το αρχείο του Θανάση Κ. Δαϊκου (Πολιτικού Μηχανικού).

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Κώστας Περδίκης: ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

                         
                                                                                             Από μια εκδρομή



Ο Γιώργος Αθανασούλιας  (1949-2016), ο Γιώρης, ο συμμαθητής μου, ο αχώριστος παρτενέρ των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων έφυγε, χθες, από κοντά μας, ανεπιστρεπτί.
Όσα ζήσαμε μαζί, παιχνίδια, βόλτες, καλαμπούρια, στα ανέμελα εκείνα χρόνια, αλλά και όσες κουβέντες ανταλλάξαμε μεγάλοι πια, πολύ αργότερα, δεν πρόκειται να ξεχαστούν.
Η μορφή του, ο ''έξω καρδιά'' χαρακτήρας του θα συνεχίζουν να ζουν στη σκέψη μου.

Γιώρη, παλιέ μου φίλε, καλό σου ταξίδι.



Στο Δημοτικό



Στο Λύκειο






Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

ΟΛΥΜΠΙΑ: Ο θερινός κινηματογράφος της Ζαχάρως


Οι πρώτες μας ευτυχισμένες κινηματογραφικές βραδιές...
Και τι δεν είδαμε εδώ...

Μπεν Χουρ
Λόρενς της Αραβίας
Σπάρτακος
Η γέφυρα του ποταμού Κβάι
Το γεράκι της Μάλτας
Τα κανόνια του Ναβαρόνε
Πράκτωρ 007 εναντίον Δρος Νο
Σαγιονάρα
Και οι 7 ήσαν υπέροχοι
Το παιδί και το δελφίνι
...............................................


Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο
Η Αλίκη στο ναυτικό
Μανταλένα
Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας
Έγκλημα στα παρασκήνια
Της κακομοίρας 
Τα κόκκινα φανάρια
Οι Γερμανοί ξανάρχονται
Λατέρνα φτώχεια και γαρύφαλλο
Κάλπικη λίρα
................................................

Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Η Πατησίων και τα Πατήσια :


Η Πατησίων και τα Πατήσια ως ο εξοχικός προορισμός της πρωτεύουσας

Το μικρό χωριουδάκι στα βόρεια των Αθηνών, που πνιγμένο στο πράσινο φιλοξενούσε τις εξορμήσεις των παλιών Αθηναίων. Ο δρόμος στον οποίο «πήγαινες ίσια» ήταν, φυσικά, η Πατησίων, ένας από τους παλαιότερους και μεγαλύτερους δρόμους της πρωτεύουσας.

Ας μεταφερθούμε αρκετά χρόνια πίσω. Η Αθήνα δεν ήταν η μεγαλούπολη που είναι σήμερα και οι κάτοικοί της δεν είχαν τη δυνατότητα να αποδρούν συχνά, αφήνοντας πίσω τους το κλεινόν άστυ. Ένα μικρό χωριουδάκι όμως στα βόρεια της πόλης, πνιγμένο στο πράσινο και τα νερά, υπήρξε διαχρονικά ο προορισμός γι' αυτές τις λιγοστές εξορμήσεις των παλιών Αθηναίων. Το όνομα αυτού, Πατήσια. Και από εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, γιατί κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα από πού προήλθε αυτό το όνομα.
Κάποιοι λένε ότι είναι παραφθορά του επιρρηματικού τύπου «Βατήσι» από τον αρχαίο ελληνικό Δήμο Βατής, άλλοι ότι προέρχεται από τον Τούρκο αξιωματούχο της οθωμανικής περιόδου ονόματι Πατίς-Αγά ή ότι προέκυψε από τα «πατήχεια» κτήματα, δηλαδή τα κτήματα της οικογένειας Πατήχη. Τέλος, υπάρχει και η θεωρία ότι προήλθε από τη φράση «πάτε ίσια», που δινόταν εν είδει οδηγίας σε όποιον ήθελε να φτάσει στην περιοχή από την Αθήνα.

Ο δρόμος στον οποίο «πήγαινες ίσια» ήταν, φυσικά, η Πατησίων, ένας από τους παλαιότερους και μεγαλύτερους δρόμους της πρωτεύουσας.
Κατασκευάστηκε το 1841 κατά τη διάρκεια της δημαρχίας Καλλιφρονά και ακολούθησε την αρχαία οδό προς τον Δήμο της Βατής. Αποτέλεσε εξαρχής τον αγαπημένο εξοχικό περίπατο των Αθηναίων, των οποίων η πόλη περιοριζόταν χονδρικά σε αυτό που αποκαλούμε σήμερα «ιστορικό κέντρο».   Την τελευταία τριακονταετία του 19ου αιώνα το χωριουδάκι μεγαλώνει –στην απογραφή του 1879 τα Πατήσια μετρούν 847 μόνιμους κατοίκους– και γίνεται ουσιαστικά το πρώτο προάστιο της Αθήνας.

 Ο περιηγητής Edmont About, που είδε την Αθήνα του 1854, μας λέει για την Πατησίων: «Όταν έχεις διασχίσει όλη την οδό Αιόλου, έχοντας πίσω σου την Ακρόπολη και τους Αέρηδες, βλέπεις μπροστά σου έναν σκονισμένο δρόμο μήκους ενός χιλιομέτρου, που καταλήγει σε ένα μικρό χωριό. Αυτό το χωριό ήταν στην Τουρκοκρατία η έδρα του πασά. Το όνομα "πασάς" ή "πατισάχ" τού έχει μείνει, κάπως παρεφθαρμένο είναι αλήθεια. Οι Αθηναίοι το ονομάζουν "Πατήσια". Ο δρόμος των Πατησίων είναι ο αθηναϊκός ιππόδρομος. Αν έλεγα ότι είναι ένας τόπος ψυχαγωγίας, θα έλεγα ψέματα... Ο δρόμος είναι κακοσυντηρημένος και άσχημα θα κρατούσε τη θέση του ανάμεσα στους δικούς μας, κοινοτικούς δρόμους. Τα δέντρα με τα οποία επεχείρησαν να τον πλαισιώσουν ξεράθηκαν ή ξεραίνονται. Οι τέσσερις ή πέντε ταβέρνες που υψώνονται δεξιά και αριστερά δεν είναι Παρθενώνες. Τα κριθαροχώραφα ή οι ακαλλιέργητες εκτάσεις απ' όπου περνά ο δρόμος δεν κάνουν έναν επίγειο παράδεισο. Ωστόσο, οι περιπατητές που μαζεύονται σ' αυτόν το δρόμο μπορούν να βλέπουν, όταν το επιτρέπει η σκόνη, ένα από τα ωραία πανοράματα του κόσμου. Έχουν μπροστά τους την Πάρνηθα, κομμένη από μια χαίνουσα χαράδρα. Πίσω τους η Αθήνα και η Ακρόπολη. Δεξιά ο Λυκαβηττός. Αριστερά η θάλασσα, τα νησιά και τα βουνά του Μοριά. Ο κομψός κόσμος της Αθήνας έχει για κυριότερη ψυχαγωγία του, χειμώνα-καλοκαίρι, τον περίπατο στην οδό Πατησίων. Φθάνουν εκεί με τα πόδια, με αμάξι και κυρίως με άλογο. Κάθε Έλληνας που βρίσκει να δανεισθεί τριακόσιες δραχμές, βιάζεται να αγοράσει ένα άλογο. Κάθε Έλληνας που έχει τρεις δραχμές, τις διαθέτει νοικιάζοντας ένα άλογο».

 
Λίγα χρόνια μετά, τη δεκαετία του 1880, κάνει την εμφάνισή του το ιππήλατο τραμ, ένα βαγόνι τρένου, δηλαδή, που το έσερναν τρία κακόμοιρα άλογα. Με αυτό τον τρόπο η απόσταση Αθήνα-Πατήσια μειώθηκε στα 45 λεπτά και στοίχιζε μία δεκάρα της δραχμής, την ώρα που το μέσο μεροκάματο τότε ήταν 3 δραχμές περίπου. Εκείνη την εποχή, στο ύψος που αργότερα θα δημιουργούνταν το Πεδίον του Άρεως, συγκεντρώνονταν οι Αθηναίοι δύο φορές την εβδομάδα στις παραστάσεις της μπάντας του στρατού, που έπαιζε πάνω σε μια πολυγωνική εξέδρα – εξού και η κατοπινή ονομασία της συνοικίας του Πολύγωνου. Τότε, στους περιπάτους στην Πατησίων, λέγεται ότι η επιλογή του πεζοδρομίου ενείχε ταξικά κριτήρια: η αριστοκρατία προχωρούσε στα δεξιά και ο υπόλοιπος λαός στα αριστερά.

Είτε περπατώντας αριστερά ή δεξιά, είτε παίρνοντας τα πρώτα μέσα μαζικής μεταφοράς της Αθήνας (τα ιππήλατα τραμ), είτε νοικιάζοντας κάποια άμαξα, ο τελικός προορισμός ήταν τα περιβόλια και οι ταβέρνες των Πατησίων. Γράφει η εφημερίδα «Εμπρός» στο φύλλο της Πρωτομαγιάς του 1900, σε άρθρο για τους εορτασμούς των Αθηναίων: «Και πρώτον εις τα Πατήσια, τα πάνδροσα και βαθύσκια και μυριόχρωμα και αρωματισμένα Πατήσια, τα οποία έχουν τα πρωτεία προκειμένου περί Πρωτομαγιάς. Η αγαπημένη εξοχούλα, η δροσόλουστος και χαϊδεμένη, εδέχθη χθες όλας τας Αθήνας σχεδόν (...). Η μακροτάτη και ευρεία και κονιορτοβριθής οδός (σ.σ. η Πατησίων) είχε πνιγή εις την ανθρωποθάλασσαν». Εκείνη την ημέρα οι Αθηναίοι επέστρεφαν σπίτι με τα στεφάνια τους, τα οποία κρεμούσαν στην εξώπορτα για να τα ρίξουν στη φωτιά στις 23 Ιουνίου, στη γιορτή του Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα.

Την τελευταία τριακονταετία του 19ου αιώνα το χωριουδάκι μεγαλώνει –στην απογραφή του 1879 τα Πατήσια μετρούν 847 μόνιμους κατοίκους– και γίνεται ουσιαστικά το πρώτο προάστιο της Αθήνας. Ο εξοχικός χαρακτήρας της περιοχής όμως παραμένει για αρκετές δεκαετίες και οι πλούσιοι Αθηναίοι επιλέγουν να φτιάχνουν εκεί τα εξοχικά τους. Κάποια από αυτά στέκουν ακόμα, έχοντας γλιτώσει από τη λαίλαπα της αντιπαροχής, να μας θυμίζουν εκείνη την εποχή.
  
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση της LIFO.

  Από τον ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΥΡΙΑΖΗ