Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ντοκουμέντο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ντοκουμέντο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Μαΐου 2025

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (1937): Για τον Νίκο Πουλαντζά

 


Αναμφίβολα, ο Νίκος Πουλαντζάς ήταν ένας από τους ανθρώπους που με καθόρισαν. Χτίσαμε μια αδελφική και συντροφική σχέση. Δεν ήταν απλώς φίλος μου, ήταν ο αδελφός μου . Μαζί του ανοίχτηκα όχι μόνο στην περιπέτεια της ζωής, των απολαύσεων, των αμφιβολιών, των άσκοπων περιπλανήσεων και των ατελείωτων ενδοσκοπήσεων αλλά και στις ιδέες, στην πολιτική συνείδηση και στράτευση και στη θεωρητική θεμελίωση των υπό διαμόρφωση εφηβικών μας πεποιθήσεων. Όλα αυτά έλαβαν τέλος όταν αυτοκτόνησε μπροστά στα μάτια μου, στο σπίτι μου, στο Παρίσι. Ήταν το μεγαλύτερο πλήγμα της ζωής μου. Έκανα πολλά χρόνια να μιλήσω γι’ αυτό. Έμενα σ’ ένα διαμέρισμα μιας πολυώροφης πολυκατοικίας. Ο Νίκος είχε ήδη κάνει μια απόπειρα αυτοκτονίας. Ένα βράδυ με είχε πάρει  τηλέφωνο και μου είπε: «Αδελφέ μου, σε παίρνω για να σε αποχαιρετήσω». Χωρίς να μου λέει πού ακριβώς ήταν μου είπε ότι θα πέσει πάνω σε ένα φορτηγό, και μου έκλεισε το τηλέφωνο. Ενημέρωσα τη γυναίκα του, η οποία τα είχε χάσει, και μετά από λίγη ώρα γύρισε ματωμένος στο σπίτι του. Είχε κάνει την απόπειρα, αλλά τότε είχε γλιτώσει. Έξι μήνες αργότερα δεν γλίτωσε.  Ήρθε στο σπίτι μου. Ήταν πρωί. Θυμάμαι να μου λέει κάποια δυσνόητα για μένα πράγματα, αλλά δεν έδωσα σημασία. Σε μια στιγμή άνοιξε το παράθυρο. Λίγη ώρα αργότερα πήρε ένα χαρτί και έγραψε κάτι. Μετά πήγε στο παράθυρο και πήδηξε. Κόντεψα να τρελαθώ. Το διαμέρισμά μου ήταν στον 29ο όροφο. Δεν τόλμησα να κοιτάξω από το παράθυρο. Όταν ήρθε η αστυνομία, τους έδωσα το σημείωμα που είχε αφήσει. Έγραφε: «Είμαι αθώος». Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που έγραψε. Θεωρούσε ότι τον κυνηγούσαν και είχε αρχίσει να τρελαίνεται. Ποτέ δεν πήρα απάντηση γιατί έδωσε τέλος στη ζωή του.


Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (Αθήνα, 5 Αυγούστου 1937) είναι Έλληνας κοινωνιολόγοςπανεπιστημιακός και πολιτικός. Δίδαξε σε ελληνικά, αμερικανικά, γαλλικά και μεξικανικά πανεπιστήμια και έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών και βουλευτής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ.[2][3][4]

Το 2025 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

 Πηγή: Lifo

Σάββατο 3 Μαΐου 2025

Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933): 1η επίσκεψη στη Αθήνα

 

 0

«Επήγα στας Αθήνας –ωσάν να επήγαινα σε μία Μέκκα– αποφασισμένος να μ’ αρέσει, κι εκράτησα τον λόγο μου. […] Σε διαβεβαιώ πως σ’ όλο αυτό δεν με παρέσυρε ο πατριωτισμός. Αφέθηκα απλώς να με καθοδηγήσουν –όπως αρέσκομαι κατά καιρούς να κάμω– το Συναίσθημα και η Πλάνη»,

Το πρώτο ταξίδι του Καβάφη στην Ελλάδα και στην Αθήνα έγινε το καλοκαίρι του 1901 και ήταν καταρχάς ένα ταξίδι γνωριμίας με τον τόπο και τους ανθρώπους του σε πραγματικό χρόνο, πέρα από την Ελλάδα των θρύλων και των μύθων, αλλά και αναψυχής, καθώς βρισκόταν σε άδεια.

Ο ποιητής ήταν τότε 38 ετών και τον συντρόφευε ο αδελφός του Αλέξανδρος (είχε άλλα επτά αδέλφια, δύο από τα οποία πέθαναν μωρά). Η Αθήνα εκείνης της εποχής ήταν μια «μικρομέγαλη» πολιτεία με λίγο περισσότερους από 123.000 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 1896, η οποία, εκτός του ιστορικού κέντρου, θύμιζε περισσότερο χωριό.

 Στην Αθήνα την έκδοση εκπροσώπησε το βιβλιοπωλείο του Kauffmann. Μια Αθήνα που σίγουρα διέφερε πολύ από τη σύγχρονη, κάποια εμβληματικά της σημεία όμως, όπως το ιστορικό κέντρο και το τρίγωνο«Σύνταγμα - Ομόνοια - Μοναστηράκι», εύκολα θα τα αναγνώριζε και σήμερα ένας κάτοικός της των αρχών του 20ού αιώνα.   

Την εποχή εκείνη, πολλά από τα μεγάλα αθηναϊκά δημόσια κτίρια είχαν ανεγερθεί ή ήταν υπό ανέγερση. Ουκ ολίγα εξ αυτών δεν επιβίωσαν, όπως συνέβη με πολλά άλλα, ακόμα και ιστορικά θέατρα και καφέ, που αναφέρει – η πόλη μας είχε από παλιά αυτήν τη σχιζοφρενική σχέση αγάπης-μίσους με το πρόσφατο παρελθόν της που, όποτε μπορούσε, το έσβηνε επιμελώς.

Ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος Κηφισιά-Πειραιάς ήδη λειτουργούσε όταν έφτασε ο Καβάφης, ενώ πυκνοκατοικημένα, πολύβουα, αλλά ακόμα πρωτοκλασάτα σήμερα προάστια όπως το «Αμαρούσι» και η Κηφισιά ήταν τότε γραφικές εξοχές με μποστάνια και διάσπαρτες βίλες. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι αρκετοί από τους αρχαιολογικούς χώρους που επισκέφθηκε κατοικούνταν ακόμα, όπως συνέβαινε επί αιώνες, καθώς δεν είχαν ολοκληρωθεί οι απαλλοτριώσεις.

Στο αρχικό αυτό ταξίδι από τα τέσσερα που έκανε συνολικά στα μέρη μας ο ποιητής κάνει εκτενείς αναφορές στο ημερολόγιο που κρατούσε κατά την παραμονή του στην Αθήνα, και υπάρχει στο Αρχείο Καβάφη. Το ημερολόγιο αυτό, μαζί με πολλά ακόμα στοιχεία για τον ποιητή, περιέχονται στον τόμο Ο βίος και το έργο του Κ.Π. Καβάφη των Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Μαρίας Στασινοπούλου (εκδόσεις Μεταίχμιο, α’ έκδοση 2002), που είχε επίσης κυκλοφορήσει σε βιβλιαράκι από τις Ροές (α’ έκδοση 1998). 

F«Χθες το απόγευμα στις 2μμ φθάσαμε στας Αθήνας… Πολύ πολύ χαριτωμένη πόλις, εντελώς Ευρωπαία, Γαλλικού ή Ιταλικού τύπου», γράφει στη σελίδα του εν λόγω ημερολογίου, με ημερομηνία 17/6/1901. Εξαίρει επίσης την «ομορφότατη μικρή πολιτεία» του Πειραιά όπου έδεσε το πλοίο που μετέφερε αυτόν και τον αδελφό του από την Αλεξάνδρεια, ενώ ένα από τα πρώτα πράγματα που μαγνητίζουν το βλέμμα του είναι «οι στολές των αξιωματικών οι οποίοι, μαζί με τους στρατιώτες, κάνουν την καλύτερη εντύπωση». 

Στην πρώτη του βόλτα στο κέντρο στις 17/6 παρατηρεί τα κτίρια της Εθνικής Τράπεζας, της Τράπεζας των Αθηνών, της (παλιάς) Βουλής, του Βασιλικού Θεάτρου (μετέπειτα Εθνικού) και του Πανεπιστημίου που τα χαρακτηρίζει «ωραίες οικοδομές», παραπονιέται όμως για την έλλειψη σκιάς στους δρόμους [«λόγω του πλάτους των (σ.σ. κάτι που σήμερα θα ακουγόταν αστείο) και λόγω του μικρού ύψους των σπιτιών»].

Την επομένη επισκέπτεται το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο όπου ξεχωρίζει «μια ιδιαίτερα έμορφη προτομή του Αντινόου» (η εν λόγω προτομή του νεαρού ευνοούμενου του αυτοκράτορα Αδριανού, αγνώστου καλλιτέχνη, βρέθηκε στην Πάτρα και είναι του 2ου αιώνα μ.Χ.). 

Στις 19/6, μαζί με τον αδελφό του και τον φίλο τους Αλέξανδρο Ζιρό κατεβαίνουν με το τραμ στο Φάληρο που το βρίσκει «χαριτωμένο», με «καλό καζίνο και καλή παραλία», ενώ στη διαδρομή θαύμασε «το άγαλμα του Βύρωνος, τις στήλες του Ολυμπίου Διός και το Σκοπευτήριον». Την επομένη το πρωί περιηγείται το Πανεπιστήμιο και την Ακαδημία και το απόγευμα τα δυο αδέλφια επισκέπτονται την Ακρόπολη και το (παλαιό, βεβαίως) μουσείο της. Γνωρίζουμε ότι νεότερος ο ποιητής, όταν δοκιμαζόταν στη δημοσιογραφία, η οποία ευτυχώς ή δυστυχώς δεν τον κέρδισε, υποστήριζε με κείμενό του σε ξενόγλωσσο περιοδικό της Αλεξάνδρειας την επιστροφή των Ελγινείων! («Give back the Elgin Marbles», Μάρτιος 1891, δημοσιεύτηκε μεταφρασμένο και στην αθηναϊκή εφημερίδα «Εθνική»).

Περιδιαβαίνοντας τον Ιερό Βράχο τα βρίσκει όλα «υπέροχα!», ενώ «χάρη, μεγαλοπρέπεια και ενδιαφέρον» αποδίδει στο Ζάππειο, στο στάδιο του Αβέρωφ, στο Θησείο, στα κτίρια των υπουργείων Εσωτερικών και Οικονομικών στη Σταδίου καθώς και του Στρατιωτικών στην Ακαδημίας, στο ανάκτορο του Διαδόχου στην Κηφισίας (σημερινό Προεδρικό Μέγαρο), στους τάφους του Κεραμεικού, στους Αγίους Ασωμάτους και σε δύο ακόμη βυζαντινές εκκλησίες – επισκέφθηκε και άλλες κατά την αθηναϊκή διαμονή του, παρακολούθησε και λειτουργία στη Μητρόπολη. Παρότι, μάλιστα, μαθημένος στα θερμά κλίματα, δυσφορεί κάποιες φορές με τη θερινή ζέστη («φρικτός ο ήλιος στο σημείο μεταξύ Ζαππείου και οδού Λυσικράτους» γράφει, για παράδειγμα, στις 26/6).    

Την 1η Ιουλίου οι αδελφοί Καβάφη μετακομίζουν σε ξενοδοχείο του Φαλήρου, όπου δύο μέρες μετά συναντά τυχαία σε πάρκο μια ομάδα αξιωματικών. Ανάμεσά τους διακρίνει τους νεαρούς πρίγκιπες Νικόλαο και Ανδρέα, του οποίου επισημαίνει το «ωραίο παρουσιαστικό» και την «άψογη» ελληνική προφορά. Το ίδιο βράδυ δειπνεί έξω από το ξενοδοχείο του συνοδεία μπάντας, καταγράφοντας ταυτόχρονα κάποιους επώνυμους συνδαιτυμόνες, ανάμεσά τους οι Σκουζέ, οι Δεληγιάννηδες και ο Ιωάννης Μαυρογορδάτος της γνωστής τότε φαναριώτικης οικογένειας, ο οποίος του συστήνει «έναν νέο λεγόμενο Μελά» (τον μετέπειτα ονομαστό μακεδονομάχο).

Τη μεθεπομένη ξανακατεβαίνει στην παραλιακή όπου βρίσκει τη θάλασσα του Παλαιού Φαλήρου «πολύ καθαρή κ’ ευχάριστη για μπάνιο» και «πραγματικά γοητευτική» τη θέα προς τον Σαρωνικό. Οι δύο πρίγκιπες θα είναι παρόντες και στην παράσταση ενός «όχι πολύ σπουδαίου» γαλλικού θιάσου στο θέατρο του Φαλήρου όπου πηγαίνει και ο Καβάφης, προς επιβεβαίωση δε της κρίσης του φεύγουν προτού τελειώσει, καθώς γράφει. Ο ίδιος, πάντως, δεν φαίνεται να κακοπέρασε: «Σε κάθε διάλειμμα το κοινό έβγαινε στην παραλία να πάρει αναψυκτικά ή να σεργιανίσει. Η παραλία έπλεε στα ηλεκτρικά φώτα. Το θέαμα ήταν πραγματικά έμορφο», σχολιάζει. 

Φεύγοντας από κει τα μεσάνυχτα πηγαίνουν σε ένα καφενείο στην Ομόνοια, κάτω από το οποίο βρισκόταν «ένα είδος πορνείου. Το επεσκέφθηκα. Είν’ ένα μικρό δωμάτιο, μ’ άλλα μικρότερα δωμάτια συνεχόμενα, όπου παίζουνε χαρτιά. Δείχνει μέρος πρόστυχο. Είχε ένα σωρό Γερμανίδες κοπέλλες», γράφει και είναι γνωστό πόσο τον εξίταραν κάτι τέτοια λαϊκά «χαμετυπεία» – θυμίζει κιόλας η περιγραφή την «ύποπτη ταβέρνα» από το μεταγενέστερο ποίημα «Μια Νύχτα» αλλά και τα «χαμαιτυπεία» τού «Μέσα στα καπηλειά».  

Από τις τελευταίες μέρες της πρώτης του αυτής παραμονής στην Αθήνα ξεχωρίζουν ακόμη τρία περιστατικά. Αρχικά, μια συνάντησή του στις 16/7 στο ξενοδοχείο του Φαλήρου με τους Μαυρογορδάτο, Μελά, Νεγρεπόντη, Παπαρρηγόπουλο και Βαλαωρίτη που χαρακτηρίζει νέους «της υψηλής (κοινωνίας)». «Άνοιξαν κουβέντα για την κοινωνία και τα κοινωνικά γεγονότα, για την υψηλή αριστοκρατία, αυτήν που την αποτελούνε “groupements” διαφορετικά (Αθήναι, Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, Λόνδρα, Μασσαλία κ.λπ.), μα ωστόσο τόσο στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους ώστε κάθε σημαντικό γεγονός και κάθε όνομα του ενός να είναι στην εντέλεια γνωστό και στο άλλο», σημειώνει, δίνοντας την εικόνα μιας διεθνοποιημένης κυβερνώσας ελίτ – μην ξεχνάμε ότι είμαστε στην εποχή της πρώτης μεγάλης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης που θα ανέκοπτε το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Κατά δεύτερο, μια επίσκεψή του την επομένη στο σπίτι του Παύλου Μελά (με τον οποίο συναντήθηκαν κι άλλες φορές) προκειμένου να δει τη συλλογή αρχαιοτήτων του πατέρα του: «Ο Μελάς μού έδειξε πρώτα το μέρος των αρχαιοτήτων που είναι προσωπικό του μερίδιο και που διατηρεί στο σπίτι του της οδού Πανεπιστημίου, όπου κατοικεί με τη μητέρα του. Ύστερα, με πήρε στο σπίτι του αδελφού του –που είναι το μέγαρο Σλήμαν: η Κα Λ. Μελά ήταν κόρη Σλήμαν– για να δω το υπόλοιπο της συλλογής. Καθώς ο αδελφός του έλειπε απ’ τας Αθήνας, είδα μονάχα όσες αρχαιότητες ήταν τοποθετημένες στις βιτρίνες του καπνιστηρίου. Εκτός τις αρχαιότητες, είχε πολλές ωραίες ελαιογραφίες και υδατογραφίες. Το μέγαρο Σλήμαν είναι εξαιρετικό. Οι τοιχογραφίες, τα μωσαϊκά, τα έπιπλα, όλα είναι θαυμάσια».

 Στις 21/7, τέλος, επισκέπτεται τον Γρηγόριο Ξενόπουλο στο σπίτι του στην Πατησίων 11, όπου ήταν και τα γραφεία του περιοδικού «Διάπλασις των παίδων» που εξέδιδε: «Με δέχτηκε με τη μεγαλύτερη εγκαρδιότητα, εγκωμίασε την ποίησή μου και μου έδωσε ένα αντίτυπο του τελευταίου του έργου».  

«Το αθηναϊκό λογοτεχνικό κατεστημένο εναντιώθηκε και συγχρόνως εξύμνησε τον ποιητή, προκαλώντας τον να προωθήσει ενεργά τη φήμη του και να καλλιεργήσει στρατηγικές συμμαχίες. Φτάνοντας στο τέλος της ζωής του, ο Καβάφης είχε καταφέρει να καθιερωθεί ως έγκριτος Έλληνας ποιητής… ωστόσο, αυτό το επίτευγμα επισκιάστηκε τελικά από τα βάσανα με τα οποία ταυτίστηκε στη ζωή του η Αθήνα στα ύστερά του χρόνια». 

Πηγή: Lifo

Σάββατο 12 Απριλίου 2025

Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

Μάνος Ελευθερίου (1938-2018):

 


''Έχω να σας κεράσω

γλυκό του κουταλιού που

μου έστειλε μια φίλη από τη Σύρο.''

''Ευχαριστώ,

ίσως αργότερα'', απάντησα.

Εκείνος αρκέστηκε σε ένα

ποτήρι νερό κι ένα χαπάκι,

και κάθισε στην άκρη

της λαδί πολυθρόνας,

ανάμεσα στους μπουφέδες

και στα πολύτιμα ενθύμια.

Αν και ήταν

καλά προστατευμένος

με τόση αρχοντιά γύρω του,

μόλις άνοιξα το μαγνητόφωνο

έκανε το σταυρό του.

''Τις ερωτήσεις μου φοβάστε;''

αστειεύτηκα.

''Τις απαντήσεις μου!'' αποκρίθηκε.

''Γι' αυτό πήρα και ηρεμιστικό.''

Αναρωτήθηκα αν αστειευόταν.

Ως συνήθως, μια σοβαρή,

ακόμα και δραματική κουβέντα του

υπονομευόταν

από ένα εντελώς απρόσμενο,

κάποτε σαρκαστικό αστείο,

ειπωμένο, όμως, το ίδιο σοβαρά.

''Δεν έχω χιούμορ'', διαφώνησε

όταν του μίλησα γι' αυτό.

''Οι άλλοι μου το λένε.

Και δεν είμαι καθόλου έξυπνος.

Ο Σεφέρης έχει γράψει ότι ο Έλιοτ

του είχε πει πως ο Πολ Βαλερύ

''ήταν τόσο έξυπνος ώστε δεν

είχε καμία φιλοδοξία στη ζωή.''

Και σκέπτομαι:

Θεέ μου, εγώ που επίσης

δεν έχω καμία φιλοδοξία στη ζωή,

γιατί να μην είμαι έστω λίγο έξυπνος;

Γιατί δεν είναι τυχαίο

ότι με εκμεταλλεύτηκαν αισχρά

οι περισσότεροι από τους ανθρώπους.

Δεν πέρασα έτσι αεράτος,

σαν συννεφάκι από τη ζωή...

Όλα τα τραγούδια μου

έχουν μέσα τους από μια στάλα αίμα.

Ασχέτως επιτυχίας.

Ο Γιώργος Σεφέρης

έχει πει μια σοφή κουβέντα:

''Ο ποιητής προσφέρει το σώμα του.''

Έτσι είναι.

Το σώμα μας βάζουμε μπροστά,

και κάνουμε αυτό το παιχνίδι

του θανάτου με την αιωνιότητα.

Τον πατέρα μου τον γνώρισα

όταν ήμουν οκτώ ετών, το 1946.

Ήταν ναυτικός.

Την περίοδο του πολέμου

είχε αποκλειστεί στη Νέα Υόρκη,

κηρυγμένος όπως και άλλοι Συριανοί,

''εις αφάνειαν''.

Είχαμε ζήσει μεγάλη φτώχεια.

Στην Κατοχή, η μητέρα μου

είχε πουλήσει μέχρι και τη βέρα της

για να αγοράσει αβγά για μας.

Πώς να μην την έχω

δίπλα στα εικονίσματα;

Θα σας δείξω ένα συρτάρι, όπου

έχω φυλαγμένα και ταξινομημένα

περί τα τριακόσια τραγούδια,

που έχω στείλει

τα τελευταία χρόνια σε συνθέτες.

Τραγούδια που οι ίδιοι μου ζήτησαν.

Κι όμως, μετά δε λένε

να μου απαντήσουν.

Σέβομαι κυρίως τους μοναχικούς

ανθρώπους της επαρχίας

που γράφουν.

Πολλοί από αυτούς γράφουν

την ιστορία του τόπου τους,

είναι συλλέκτες,

μαζεύουν τραγούδια, μοιρολόγια

και οι άλλοι τους αντιμετωπίζουν

σαν εξωγήινους.

Γιατί σήμερα,

οι περισσότεροι άνθρωποι

πασχίζουν να ξεφορτωθούν

τη μνήμη.

Μονάχα σκέπτονται

τί θα γίνει αύριο το πρωί...''

Κοίταξε κλεφτά το κινητό του,

που παρέμενε βασανιστικά σιωπηλό,

και πρόσθεσε:

''Να σας φέρω τώρα το γλυκό;''

Φώτης Απέργης

Σαν σήμερα, το 1938,

γεννήθηκε ο Μάνος Ελευθερίου.

..................................................................

Απόσπασμα από το βιβλίο:

ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ

ΚΑΙ ΔΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΞΗΓΗΣΗ

Φωτογραφία:

Ανδρέας Σιμόπουλος / fosphotos


Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024

Μαρτυρία : Πώς σώθηκε ένας 25χρονος στη Θεσσαλονίκη με μόσχευμα από τον Καναδά

 


«Όσοι με ξέρετε, γνωρίζετε ότι εδώ και 15 περίπου χρόνια εργάζομαι στον Εθνικό
Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων. Ήταν αρχές του 2005, όταν χρειάστηκε κάποιος
«courier», όπως λέγεται, να μεταβεί στην Οττάβα του Καναδά, για να παραλάβει και
να μεταφέρει μόσχευμα μυελού των οστών, από Καναδό συμβατό δότη, σε Έλληνα
ασθενή. Επρόκειτο για ένα δύσκολο ταξίδι, με πολλές ανταποκρίσεις, που έπρεπε να
γίνει εντός 4 ημερών door to door. Κάτι τέτοιο δεν ήταν στη δουλειά μας, αλλά
μερικές φορές χρειαζόταν να το κάνουμε. Συνήθως, σε ταξίδια εντός Ευρώπης.
Κάπως έτσι ανέλαβα τη πρόκληση, χωρίς να ξέρω τι με περιμένει…

Ξεκίνησα Δευτέρα από Ελ. Βεν. με ένα μικρό ειδικό ψυγειάκι στα χέρια και ένα πάκο
χαρτιά με βεβαιώσεις και πιστοποιήσεις ελληνικά και αγγλικά. Μέσω
Φρανκφούρτης, πέταξα για Τορόντο και μετά για Οττάβα. Ήταν Φεβρουάριος και τα
πάντα ήταν χιονισμένα. Η θερμοκρασία στους -20. Παρουσιάζομαι στο νοσοκομείο
21/09/2024 15:22:35, συνεννοούμαι με τους συντονιστές εκεί για τη διαδικασία και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για Πέμπτη, προκειμένου, αν όλα έχουν πάει καλά, να παραλάβω το μόσχευμα.

Πράγματι, την Πέμπτη όλα είναι έτοιμα και το ψυγειάκι περιέχει πλέον κάποιους
ασκούς με κύτταρα, τα οποία συνειδητοποιώ, με το που τα παραλαμβάνω στα χέρια
μου, ότι είναι η μόνη ελπίδα κάποιου ασθενή να συνεχίσει να ζει. Όχι ότι δεν το
ήξερα, αλλά όταν πλέον αυτό έρχεται στα χέρια σου και είσαι υπεύθυνος γι’ αυτό,
αποκτά άλλο βάρος, τεράστιο. Με έλουσε κρύος ιδρώτας! Δεν ήμουν στη Γερμανία,
δεν ήμουν στην Ιταλία, ήμουν στην άλλη άκρη του κόσμου, με ένα jet lag απίστευτο,
με χιονοθύελλα έξω -που τους ντόπιους βεβαία δεν τους ανησυχούσε καθόλου – και
έπρεπε μέσα σε ένα 24ωρο να προλάβω 4 διαδοχικές πτήσεις για Θεσσαλονίκη, με το
ψυγειάκι φυσικά ακέραιο. Με έζωσαν τα φίδια… Και άμα ακυρωθεί η πτήση από την
Οττάβα? Και άμα χάσω τη πτήση από το Τορόντο? Τέλος πάντων, χαλάρωσε είπα
και ξεκίνα.

 Πήρα το ψυγείο, πήρα και άλλον ένα πάκο με ειδικές βεβαιώσεις, γιατί
τώρα το ψυγειάκι δεν έπρεπε επουδενί να ακτινοβοληθεί στους ελέγχους των
αεροδρομίων και μπήκα στο ταξί. Ευτυχώς φτάνω εγκαίρως Τορόντο και πετάω για
Λονδίνο. Οι αεροσυνοδοί γνωρίζοντας τι μεταφέρω, μου πρότειναν ευγενικά να
ασφαλίσουν σε ένα ντουλάπι το ψυγειάκι, για να μπορέσω να ταξιδέψω άνετα.
Προφανώς, με είχαν δει ότι το κρατούσα λες και κρατούσα πυρηνικό αντιδραστήρα
και θέλησαν να με χαλαρώσουν. Ευχαρίστησα ευγενικά και το κράτησα στα πόδια
μου. Να το ακουμπάω για να ξέρω ότι είναι εκεί. Άυπνη ούτε ξέρω πόσες ώρες,
συνειδητοποιώ ότι, φυσικά, δεν πρόκειται να κοιμηθώ. Ότι δεν θα χαλαρώσω καν
μέχρι να παραδώσω το ψυγειάκι στους γιατρούς του Νοσοκομείου Παπανικολάου.
Και, σαν να μη μου έφτανε η κούραση και το στρες μου, έχουμε καθυστέρηση στην
άφιξη στο Λονδίνο και, με το που βγαίνω στις ανταποκρίσεις του Χίθροου, βλέπω ότι
η πτήση για Φρανκφούρτη κλείνει, ενώ gate to gate είναι 20’ με τα πόδια. Αρχίζω το
τρέξιμο.

 Η κάρδια μου πάει να σπάσει από το άγχος και το λαχάνιασμα φυσικά.
Σκέφτηκα να σταματήσω κάπου, να πω να ειδοποιήσουν την πτήση, αλλά τα πόδια
μου έτρεχαν. Και λίγο πριν φτάσω, πάλι έλεγχοι και ουρά. Τους προσπερνάω όλους,
φτάνω μπροστά και εκεί πέφτω στο στραβόξυλο τον υπάλληλο. Και τι είναι αυτό που
μεταφέρεις, και άνοιξέ το, και φέρε τα χαρτιά και κάτσε να δείξω τα χαρτιά στον
υπεύθυνο και βγάλε παπούτσια και άδειασε τσάντες και πέρνα από έλεγχο στο
δωματιάκι κλπ κλπ. Νόμιζα ότι θα καταρρεύσω. Τώρα που τα γράφω και με έχει
πιάσει ταχυπαλμία μόνο με την ανάμνηση. Να μη τα πολυλογώ, μπαίνω στη πτήση.
Ξέρετε, αυτή η τελευταία επιβάτης, που τη κοιτάζουν όλοι με μισό μάτι γιατί εξαιτίας
της καθυστερεί η αναχώρηση.

Με τα πολλά, φτάνω Θεσσαλονίκη. Σαν ζόμπι. Είναι πρωί. Φουλ λιακάδα. Εκεί με
περιμένει ο οδηγός του νοσοκομείου. Ο κύριος Λάζαρος. Σημαδιακό λέω, θα
αναστηθεί ο ασθενής μας! Φτάνω στη κλινική και στο ισόγειο, βλέπω μια κυρία
γύρω στα 50, εμφανώς αγχωμένη να πηγαίνει πέρα δώθε. Η Μονάδα
Μεταμόσχευσης, ρωτάω. Παγώνει. Με κοιτάζει κοκκαλωμένη. Εμένα και το
ψυγειάκι. Η Μονάδα Μεταμόσχευσης είναι εδώ, ξέρετε; Συνέρχεται και μου
απαντάει με φωνή που ίσα έβγαινε. Ανεβαίνω πάνω, βρίσκω τους γιατρούς και
παραδίδω. Τελικά, μάλλον ζύγιζε έναν τόνο το ψυγειάκι. 

Βγαίνοντας μου λένε, έλα, δεν θέλεις να δεις τον ασθενή που θα κάνει τη μεταμόσχευση; Ούτε αυτό το είχα σκεφτεί… Ναι, φυσικά τους απαντάω. Ανοίγει η πόρτα ενός δωματίου και βλέπω ένα
συνομήλικό μου ή και μικρότερο. Ήταν δεν ήταν 25. Κάτασπρο σαν το σεντόνι.
Πλήρως ανοσοκοτεσταλμένο για να πάρει το μόσχευμα. Μας σύστησαν και το
«ευχαριστώ» του αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου. Ξέρετε κάτι για τον δότη, με ρώτησε.
Τον είδατε; Όχι, του απάντησα, αλλά μην ανησυχείς, όταν τελειώσεις με τη
μεταμόσχευση θα του στείλεις ένα γράμμα και θα μάθεις ό,τι θέλεις γι’ αυτόν. Διπλά
του, η κυρία του ισογείου. Ήταν η μητέρα του. Τα συναισθήματα που με κατέκλυσαν
δεν περιγράφονται. Νομίζω ότι δεν ανέπνεα για ώρα…

Ευχήθηκα καλή επιτυχία και έφυγα. Χωρίς το ψυγείο. Το είχα ξεχάσει. Το ψυγείο
γύρισε άλλη μέρα μόνο του στον ΕΟΜ. Και ζύγιζε μόλις ένα κιλό τελικά.
Το να έχεις γίνει κρίκος μιας ΑΛΥΣΙΔΑΣ ΖΩΗΣ, είναι συγκλονιστικό συναίσθημα. Σε
ανυψώνει, σε ολοκληρώνει, σε κάνει να νιώθεις χρήσιμος. Πόσο μάλλον αν έχεις
σταθεί η ΑΙΤΙΑ να ζήσει ένας άνθρωπος. Αν έχεις γίνει ο ίδιος ΔΟΤΗΣ ΜΥΕΛΟΥ.
Δίνοντας μόνο λίγα από τα κύτταρά σου, μέσω αιμοληψίας (ξεχάστε τις
παρακεντήσεις, αυτά, ως επί το πλείστον, ανήκουν στο παρελθόν).

Είμαστε πολύπλοκα όντα οι άνθρωποι. Και ο κόσμος της ανοσολογίας και της
μεταμόσχευσης είναι αξιοθαύμαστος. Μοιάζει με ταινία επιστημονικής φαντασίας,
αλλά ένας «δίδυμος» από πλευράς ιστοσυμβατότητας αδερφός σου, μπορεί να
βρίσκεται δίπλα σου ή στην άλλη άκρη της γης. Και να σε χρειάζεται. Ή μπορεί να
τον χρειαστείς κάποια στιγμή ΕΣΥ…».

Σάββατο 13 Απριλίου 2024

Βαρλάμ Σαλάμοφ (1907-1982): «Θυμός, το πιο παλιό συναίσθημα»

 



 Το 1937 ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Βαρλάμ Σαλάμοφ συλλαμβάνεται για αντεπαναστατική τροτσκιστική δράση και κατηγορείται σαν «εχθρός του λαού» (από τους βαρύτερους χαρακτηρισμούς της σταλινικής περιόδου). Στέλνεται με πενταετή ποινή καταναγκαστικών έργων στην Κολυμά, στις εσχατιές του Αρκτικού Βορρά. Η κυβέρνηση θέλει να εξορύξει τον χρυσό πάση θυσία αδιαφορώντας για το κόστος σε ανθρώπινες ζωές – στη ζοφερότερη περίοδο θα βρεθούν εκεί 800.000-900.000 κρατούμενοι.

Ο Σαλάμοφ θα μείνει τελικά στην Κολυμά για δεκαεπτά χρόνια. Η τυπική απελευθέρωσή του έρχεται το 1951, αλλά θα βγει από εκεί μόνο με τη γενική αμνηστία τον Νοέμβριο του 1953. Οι 145 «Ιστορίες από την Κολυμά» (εκδ. Αγρα, 2023, μτφ. Ελένη Μπακοπούλου) ανήκουν πλέον στα αριστουργήματα του 20ου αιώνα μεταφέροντας εικόνα από την επίγεια κόλαση που οργάνωσε κάποτε ο ολοκληρωτισμός.

 Αυτό που ανακάλυψε στα στρατόπεδα ο Σαλάμοφ ήταν ο άνθρωπος χωρίς άλλες ιδιότητες ή προσδοκίες. Ο κρατούμενος που σκοτώνει για να φάει. Ο βίαιος δεσμώτης που θεωρείται πιο «σοφός» από έναν καθηγητή, επειδή έχει με το μέρος του τη δύναμη. Ο φυλακισμένος που ζηλεύει τους άλλους επειδή βρήκαν μια μικροδουλειά μέσα στο στρατόπεδο:

«Ολα τα ανθρώπινα συναισθήματα –η αγάπη, η φιλία, η ζήλια, η φιλανθρωπία, το έλεος, η δίψα για δόξα, η τιμιότητα– μας είχαν εγκαταλείψει μαζί με το κρέας που στερούμασταν στη διάρκεια της παρατεταμένης λιμοκτονίας μας. Σε αυτή την ασήμαντη μυϊκή στοιβάδα που παρέμενε ακόμα πάνω στα κόκαλά μας, που μας έδινε ακόμα τη δυνατότητα να τρώμε, να κινούμαστε και να αναπνέουμε, ακόμα και να πριονίζουμε κορμούς δέντρων και να γεμίζουμε με το φτυάρι τα καρότσια με χώμα και πέτρες, και μάλιστα να σπρώχνουμε τα καρότσια πάνω σε ένα ατελείωτο ξύλινο μονοπάτι μέσα στα ορυχεία του χρυσού (…), σε αυτή, λοιπόν, τη μυϊκή στοιβάδα είχε θέση μόνο ο θυμός, το πιο παλιό ανθρώπινο συναίσθημα».

Πηγή: Protagon.gr


Σάββατο 30 Μαρτίου 2024

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (1821-1881): «Ήταν η Κόλαση»

 



Στις 23 Απριλίου 1849 ο Ντοστογιέφσκι συλλαμβάνεται μαζί με άλλα μέλη του «Ομίλου Πετρασέφσκι», ως κατηγορούμενος για απόπειρα να δημιουργηθεί παράνομο τυπογραφείο με σκοπό τη διάδοση επαναστατικής ιδεολογίας. Στις 16 Νοεμβρίου 1849 όλοι καταδικάζονται από το τσαρικό καθεστώς σε θάνατο, αλλά η ποινή μετατρέπεται σε τετραετή εξορία και καταναγκαστικά έργα στο Ομσκ της Σιβηρίας.

Πριν φτάσει εκεί μεταφέρεται για δέκα ημέρες (9-20 Ιανουαρίου 1850) στο κάστρο Τομπόλσκ (όπου θα φυλακιστούν αργότερα ο Τσάρος Νικόλαος Β’ και η οικογένειά του, αλλά και περισσότεροι από 2.500 πολιτικοί κρατούμενοι). Γράφει για το μέρος ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι στον αδελφό του Μιχαήλ, στις 22 Φεβρουαρίου 1854, μια εβδομάδα μετά την απελευθέρωσή του: Ηταν θλιβερή η στιγμή όταν περάσαμε τα Ουράλια. Τα άλογα και τα έλκηθρα βούλιαζαν στους λοφίσκους από χιόνι. Μας χτυπούσε χιονοθύελλα. Κατεβήκαμε από τα έλκηθρα –ήταν νύχτα– και περιμέναμε να τα τραβήξουν. Ολόγυρά μας μόνο χιόνι και θύελλα. Ήταν το σύνορο της Ευρώπης, μπροστά μας η Σιβηρία και η άγνωστη μοίρα μας, πίσω μας το παρελθόν. Ήταν τόσο καταθλιπτικά που έτρεξαν τα δάκρυά μου.

Σε κείνες τις φυλακές έζησε μια συνάντηση που θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην πνευματική εξέλιξή του. Στο φρούριο της φυλακής, οι γυναίκες των επαναστατών «Δεκεμβριστών» –Φονβιζίνα, Μουραβιόβα και Aννένκοβα– δώρισαν στον Ντοστογιέφσκι ένα αντίγραφο της Καινής Διαθήκης:

Είδαμε αυτές τις μαρτυρικές γυναίκες, που εθελοντικά ακολούθησαν τους συζύγους τους στη Σιβηρία. Εγκατέλειψαν τα πάντα: τη φήμη, τον πλούτο, τις σχέσεις τους με τις οικογένειές τους, θυσίασαν τα πάντα για να εκπληρώσουν το υψηλό ηθικό τους χρέος, το πιο ελεύθερο χρέος που μπορεί να υπάρξει. Χωρίς να φταίνε σε τίποτα, για είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια υπόφεραν τα πάντα μαζί με τους καταδικασμένους τους συζύγους.

 Η συνάντηση διάρκεσε μία ώρα. Μας ευλόγησαν για το νέο μας δρόμο, μας σταύρωσαν, και έδωσαν στον καθένα μας από ένα Ευαγγέλιο – το μοναδικό βιβλίο που επιτρεπόταν στο στρατόπεδο. Τέσσερα χρόνια βρισκόταν αυτό το βιβλίο κάτω από το μαξιλάρι μου. Το διάβαζα πότε μόνος μου και πότε σε άλλους.

 Λίγες ημέρες μετά περνάει με ξυρισμένο το μισό κεφάλι, ένα δίχρωμο πουκάμισο και έναν κίτρινο άσο στην πλάτη το κατώφλι του θαλάμου του στο Ομσκ. Ενα παλιό ξύλινο κτίριο, έτοιμο να καταρρεύσει, με σάπιο πάτωμα, στέγη που έσταζε και καπνισμένες σόμπες. «Κοριοί, ποντίκια και κατσαρίδες κατά χιλιάδες». Κοινά δοχεία – απόπατοι από το δειλινό μέχρι την αυγή. «Ηταν η κόλαση, σκότος βαθύ», θα θυμηθεί αργότερα στο ημερολόγιό του.

Πηγή: Protagon.gr


Σάββατο 9 Μαρτίου 2024

Γράμμα προς νεοσύλλεκτον:


                            Ζαχάρω 6-11-1972, Δευτέρα   

 

 Αγαπητέ Κωστάκη.

Ευχόμεθα Στρατιωτάκι να είσαι πάντοτε καλά και ο καιρός αφού θα συνηθήσεις την καινούργια ζωή θα περάση γρήγορα και άμα γίνεις αξιωματικός τόσο το καλύτερο.

Όταν ήμουν εγώ στρατιώτης τα καζάνια τα καθάριζαν οι μάγειροι, τους τιμωρημένους έβαζαν, τώρα δεν ηξεύρω τι νόμος είναι.

Η μητέρα σου ήλθε από το Σάββατον.

Την Δήμητρα την επήραμε χθες τηλέφωνον, όταν ήλθε από την Κόρινθο.

Μας είπε ότι είσαι καλά και ότι σου μοιάζουν τα στρατιωτικά και του Χριστού θα σας δώσουν άδεια.

Γιατί να μην έλθεις με τα στρατιωτικά, όπως βλέπουμε στην φωτογραφία σου παν ωραία, ποίοι συνάδελφοι είνε αυτοί δεν τους γνωρίζουμε, εσένα σε έχουν πάει ωραία.

Ο Θανάσης θα έλθη του Χριστού με άδεια επομένως θα τον ιδούμε και θα ειπούμε.

Την υποτροφία το έχεις ειπεί της Δημητρούλας να παρακολουθεί και ό, τι άλλο σε αφορά.

Στον ύπνο περνάς καλά, μου λεν ότι σας δίδουν και στρωματάκι αφρολέξ, δεν ηξεύρω αν οι κουβέρτες σε φθάνουν, να σκεπάζεσε καλά και να πιστρώνεσε καλά δια να μην κρυώσεις τώρα που χειμώνιασε και άμα δεν έχεις υπηρεσία να πέφτης ενωρίς δι’ ύπνον να μην κακονυχτάς ασκόπως, αφού σηκώνεστε γρήγορα.

Πρόσεξε στον χειρισμό του όπλου μήπως έχει βάλει κανείς φυσίγγι κατά λάθος, θα σου γράφω ανά 2-3 ημέρες.

Το στρατιωτικό να το πάρης διασκέδασιν, αφού το δίπλωμά σου το πήρες, όλοι θα το περάσουν, όλοι.

Δεν τους έλεγες ότι έχεις πλατιποδία μήπως γλυτώσεις τα Γυμνάσια και όταν κουράζεσαι να ζητάς να σε αφήνουν καμία μέρα ελεύθερον και να εξετάσουμε μήπως έχει ψηφισθή τώρα κοντά κανένας νόμος δια τους προστάτας τους ανικάνους, αλλά μας τρώει που παίρνουμε αυτήν την λίγην σύνταξιν και το κολάζουν εκεί, έχω δια συντήρησιν κ.λ.π.

Άλλο δεν έχω

Σε φιλούμεν

Οι Γονείς σου  




                   

Σάββατο 8 Ιουλίου 2023

Τ. Μωραϊτίνη (1875-1952): Η Αθήνα που έρχεται-Ένα προφητικό χρονογράφημα («ΕΘΝΟΣ», 1936)

 

Περπατώντας κανείς στο ιστορικό κέντρο της πόλης μας θλίβεται, όταν αναλογίζεται πόσο διαφορετικό θα ήταν αν διατηρούσε την παλιά του, ενιαία κλασική εικόνα. 


«Η Αθήνα που έρχεται. Παλαιός Αθηναίος μου γράφει για την Αθήνα που φεύγει και την Αθήνα που έρχεται. Και ευρίσκει πως η Αθήνα που έρχεται με τις πολυώροφες πολυκατοικίες, μοιάζει με ξιππασμένη νεόπλουτο που φορτώνεται τα μεταξωτά της και τα λιλιά της για να βγη στον περίπατο.  Δεν έχει άδικο ο άνθρωπος. Όλα τα παλαιά αρχοντικά σπίτια με την σεμνή και επιβλητικήν όψιν τους, με το λευκόν τους μάρμαρον που εταίριαζε τόσο με το φως της αττικής ημέρας, γκρεμίζονται για να μπουν στη θέσι τους οι τεράστιοι, οι βαρείς και άκομψοι όγκοι των πολυκατοικιών και δεν είνε τα ιστορικά σπίτια που κατεδαφίζονται –αυτά δεν τα εσεβάσθημεν ποτέ-, είνε τα ωραία παλαιά, αλλά άριστα διατηρούμενα μέγαρα της οδού Πατησίων, της οδού Κηφισίας, της οδού Πανεπιστημίου.

Τουλάχιστον, αν εγκρεμίζοντο οι παληάτσες ή αν εκτίζοντο οι μάνδρες. Αλλά δεν συμβαίνει αυτό. Οι μάνδρες και οι παληάτσες μένουν και γκρεμίζονται τα αρχιτεκτονικά κομψοτεχνήματα που ήσαν τα στολίδια της πρωτευούσης.

Και έτσι η Αθήνα, η αρχοντική Αθήνα με την ευγένειαν που της έδινε η λιτή γραμμή της παλαιάς αρχιτεκτονικής, φεύγει για να παραχωρήσει τη θέσι της εις την πλουτήσασαν, αιφνιδίως, πλύντριαν, στους ξιππασμένους αντιαισθητικούς όγκους που ανεβαίνουν προς ένα ουρανόν, που δεν είνε ούτε αμερικανικός, ούτε γερμανικός, αλλά αττικός και δεν ανέχεται την αυθάδειαν του ουρανοξύστου.

Αλλά σας λέγουν: Είνε η αρχιτεκτονική της ανάγκης. Το παλαιόν σπίτι δεν αποδίδει. Το οικόπεδον πρέπει να χρησιμοποιηθή ολόκληρον, δεν πρέπει να μείνη ούτε ρούπι άκτιστο. Δένδρα πουθενά, φύλλο πράσινο πουθενά. Αναπνοή πουθενά, χαρά πουθενά. Όλα πρέπει να γίνουν εισόδημα. Αλλ’αυτό λέμε και εμείς. Είνε η Αθήνα που έρχεται με την μπακάλικη αντίληψη για να διαδεχθή την Αθήνα που φεύγει…».


Πηγή: Η παλιά Αθήνα

Σάββατο 10 Ιουνίου 2023

Κώστας Περδίκης:

Θεόδωρος Πάγκαλος (1938-2023)



 Για τον Θεόδωρο Πάγκαλο, που ''αναχώρησε'' πρόσφατα, γράφτηκαν πολλά κείμενα, 

με αναφορά στην προσωπικότητά του και εν γένει στον βίο και την πολιτεία του.

Το παρόν μικρό σημείωμά του, που είχε την ευγένεια να μου στείλει μαζί με το βιβλίο του,

το αφιερώνω στη μνήμη του...