Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Κώστας Περδίκης:

έτσι έπρεπε να γίνει…
(στον Γιάννη Κρ.)

Ο κρότος από την τουφεκιά ακούστηκε εκκωφαντικός, σπάζοντας την πρωινή σιγαλιά του κάμπου.
Θα ’τανε δεν θα ’τανε εννιά η ώρα.
Γύρισα το κεφάλι προς τα κει να δω.
Ήταν πεσμένος στο πλάι, τελείως ακίνητος.
Η μητέρα μου, λίγο πιο πέρα από μένα, κοίταζε κι αυτή.
Ο Γιάννης πλησίασε με το τουφέκι κατεβασμένο να δει από κοντά.
Γύρισε πάλι στην προηγούμενη θέση του, γύρω στα οκτώ μέτρα μακριά και έβαλε δεύτερο φυσίγγι.
Σημάδεψε και ξανάριξε.
Ήταν η χαριστική βολή.
Μπορεί και να μη χρειαζόταν, αλλά το ’κανε για να ’ναι σίγουρος.
Έτσι γράφτηκε το τέλος της ζωής του αγαπημένου μας Αηδόνη.
Του σκύλου μας.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι και τον Αηδόνη.
Έξυπνο σκυλί, μεσαίο μπόι.
Γυαλιστερό τρίχωμα, άσπρο με λίγο μαύρο τόπους-τόπους.
Φύλακας άγρυπνος του εξοχικού μας.
Μύγα να πέρναγε από το δρομάκι, μπροστά από το σπίτι μας, χάλαγε τον κόσμο στο γαύγισμα.
Όλη του τη ζωή, σχεδόν, την πέρασε δεμένος στην αυλή, με μια μακριά αλυσίδα από το κολάρο του, λίγα μέτρα μακριά από τη σκάλα.
Τις λιγοστές φορές, που κατόρθωσε να λυθεί, χαιρόταν τη λευτεριά του τρέχοντας σαν τρελός γύρω-γύρω από το περιβόλι, μέχρι να κουραστεί και να ξαναγυρίσει στην αυλή για να δεχθεί και πάλι στωικά τα δεσμά του.
Στις κρύες μέρες του χειμώνα, αλλά και στα καλοκαιριάτικα λιοπύρια, φώλιαζε μέσα στο ξύλινο κασόνι του.
Το κασόνι είχε ξεμείνει από τη συσκευασία της ντιζελομηχανής, μάρκας  Lister, που ο πατέρας είχε αγοράσει για να ποτίζει τις φρεσκοβαλμένες  αχλαδιές, με νερό από το πηγάδι.
Ο Αηδόνης μπορεί να είχε στερηθεί τη λευτεριά του, όχι όμως την αγάπη και τα παι­χνίδια μας.
Με το που μας έβλεπε, έκανε του κόσμου τις χαρές.
Ήξερε ότι, εκτός από τα χάδια μας, όλο και κάτι νόστιμο θα γευόταν από τα χέρια μας.

Στο εξοχικό μας τα καλοκαίρια διαδέχονταν το ένα το άλλο.
Οι αχλαδιές ψήλωναν.
Ο Αηδόνης μεγάλωνε  και μαζί του μεγαλώναμε κι εμείς.
Πέρασε και αυτό που το λένε προσδόκιμο ζωής.
Εμείς το μόνο που βλέπαμε ν’ αλλάζει πάνω του, με τον καιρό, ήταν ότι όλο και σο­βάρευε, όλο και του λιγόστευε η όρεξη για παιχνίδια.
Ώσπου μια μέρα πήρε το αυτί μας τους γονείς μας να συζητάνε χαμη­λόφωνα για κεί­νον.
Έλεγαν ότι το σκυλί έχει κακιά αρρώστια, έχει βγάλει ένα πράγμα στρογγυλό, σαν αυγό στην κοιλιά του, που μέρα με τη μέρα μεγαλώνει.
Ότι το σκυλί έχει ρέψει, με το ζόρι στέκεται για λίγο όρθιο στα πόδια του, την περισ­σότερη ώρα μένει γονατιστό, γρυλίζοντας κλαψιάρικα.
Τότε ακούσαμε πρώτη φορά και κάτι για ευθανασία.
Πού να καταλάβουμε εμείς, τότε, τι σήμαινε η λέξη.
Τη νομίσαμε για κάποια γιατρειά.
Τελικά πήραν την απόφαση.
Μας την ανακοίνωσαν με όσο μαλακότερο τρόπο μπορούσαν.
Έτσι έπρεπε να γίνει…
Δυστυχώς δεν υπήρχε άλλη λύση.
Η ευθανασία θα λύτρωνε τον καημένο τον Αηδόνη από τους πόνους και την ταλαι­πωρία.

Τώρα το πρόβλημα ήταν το πώς θα γινόταν.
Κτηνίατρος ούτε για δείγμα στον μικρό μας τόπο.
Μόνον αν κάποιος το τουφέ­κιζε, το σκυλί θα πέθαινε ακαριαία, χωρίς να νοιώσει τί­ποτα.
Ο πατέρας είχε να πιάσει τουφέκι από τη μικρασιατική εκστρατεία, που σαν φαντά­ρος είχε φτάσει μέχρι το Αφιόν Καραχισάρ, στα βάθη της Τουρκίας.
Πετάχτηκα με μιας και είπα την ιδέα μου.
Ο Γιάννης, ο φίλος μας, θα το έκανε.
Αν και μικρός, που δεν θα ’πρεπε να κρατάει τουφέκι, εκείνος με τη συγκατάθεση του πατέρα του είχε γίνει ένας πρώτης τάξεως κυνηγός.
Είχε θυμάμαι ο πατέρας του ένα μονόκαννο δεκαεξάρι.

Εκείνο το πρωινό όλοι μας είμαστε σοβαροί, αμίλητοι.
Πήγαμε προς τα κει.
Το σκυλί με δυσκολία στάθηκε στα πόδια του και βγήκε από το κασόνι.
Δεν μας κούνησε την ουρά του.
Μας κοίταξε μονάχα με κείνο το βλέμμα του, όλο μελαγχολία και απόγνωση.
Μπορεί και κάτι να κατάλαβε, βλέποντας το τουφέκι στα χέρια του Γιάννη.
Εγώ με τη μητέρα μου μείναμε πιο πίσω.
Ο Γιάννης στάθηκε εκεί που έπρεπε.
Γύρισε και μας ρώτησε:
"Εντάξει";
Του κουνήσαμε το κεφάλι μας ότι  συμφωνούμε.

Όταν όλα είχαν τελειώσει, του λύσαμε το κολάρο από τον λαιμό, τον σηκώσαμε και τον θάψαμε στην άκρη του κτήματος, κοντά στη μεγάλη συκιά.
Πέρασε και κείνο το καλοκαίρι, όπως πέρασαν ύστερα το φθινόπωρο και ο χειμώνας. Ήλθε η άνοιξη.
Το χορτάρι ξαναφύτρωσε σ’ όλο το περιβόλι και πήρε να ψηλώνει.
Στο χώμα, πάνω από κει που είχαμε θάψει το σκυλί, μια αγκαλιά τσιποκάλαμα είχαν ξεπε­ταχτεί όλο φρεσκάδα, μισό μέτρο πιο ψηλά.
Το κορμάκι του Αηδόνη μας, λίπασμα πια, έδινε ζωή και δύναμη στα τρυφερά βλα­στάρια…   


Παίζοντας με τον Αηδόνη

1 σχόλιο:

  1. Δεν ξέρω αλλά επειδη αντιμετωπίζαμε στον κύκλο μας το ίδιο πρόβλημα ποτέ δεν θέλησα να έχω σκύλο. Ωραίο το κειμενάκι

    ΑπάντησηΔιαγραφή