Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

Μάριος Χάκας (1931-1972):

 


Το ψαράκι της γυάλας

Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος. Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους. Το σωστό είναι όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας το πιο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις κινήσεις του.

Σ' όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονους, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ' αυτές τις δύο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τοσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής.

Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο ανθρωπός μας στις συγκεντρώσεις είναι αλήθεια, πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: «Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου». Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το 'τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν' αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δεν γινόντανε.

Βαριόντανε. Βαριόντανε ν' ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ-φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν' αλλάξει το νερό, μια ασχολία κι αυτή που του φαίνονταν βαρετή. Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός  την Καπούη* του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτουδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος.

Για παντρειά δεν αποφάσιζε. «Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι», έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. «Ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Ε- Καπούη: ιταλική πόλη όπου ξεχειμώνιασαν οι στρατιώτες του Αννίβα μετά τη μάχη των Καννών. Από τοτε η φράση «απολαύσεις της Καπούη» σημαίνει απώλεια πολύτιμου χρόνου. εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον». Κι όμως, έστω χωρίς γάμο μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερεις τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά.

Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ' αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικα βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλοπράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης του. Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.

 Ήταν ωραία ν' ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. Ήταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζ λογκ και ν' αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο. «Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία».

 Ήταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ· ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους; Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ' αυτούς τώρα θα 'ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.

 Έκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ' το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. Ήταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επί τούτου φτιαγμένο για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του 'ρθανε αισιόδοξες, σκέψεις: «Μπα, δεν κρατάει για πολύ αυτή η κατάσταση. Όπου να 'ναι θα πέσουν». Τώρα όποιος θα 'θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο. «Πώς θα πέσουν;» άκουσε μια φωνή μέσα του, «όπως τα ώριμα φρούτα από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;». «Θα τους ρίξει ο λαός», διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ' αυτό το λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ' έξω.

Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα, να συμμετάσχει σ' αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί; «Δεν μπορώ» σκέφτηκε, «προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. Όσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι». Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή εξαδέλφη του. Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. Όμως το στόμα του ήταν πικρό απ' τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ' αποφάσισε.— Τι γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο. — Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν' απαντήσει. — Θα 'χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε; — Πού να ξέρω; είπε εκείνος που έρχονταν απ' έξω. — Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε το μέτωπό του. Έχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα τίποτε.

Ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο από της εξαδέλφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι στο δρόμο, αυτή τη φορά μ' ένα νευρικό, σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ' αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτό του να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας; Το πυροβολικό, το πυροβολικό, το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ. Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ' αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. Ήταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. Όμως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω.

 Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκης μ' έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαξε γι' αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του. Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα; Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκης, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη.

Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. Έκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρτάραγε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας. Έβγαλε το μαντίλι απ' την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του μέτωπο. «Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν' αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ' άλλα τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη. Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν. Σουρουπώνοντας έμπαινε στην Καισαριανή.

 

Μ ά ρ ι ο ς Χ ά κ κ α ς ( 1 9 3 1 - 1 9 7 2 ) Γεννήθηκε στη Μακρακώμη Φθιώτιδας και μεγάλωσε στην Καισαριανή. Το 1954 τον συνέλαβαν λόγω των πολιτικών του φρονημάτων και καταδικάστηκε σε τετραετή φυλάκιση. Για δεύτερη φορά τον συνέλαβαν με το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967. Ποιήματα: Όμορφο καλοκαίρι (1965). Διηγήματα: Ο μπιντές και άλλες ιστορίες (1970). Θεατρικά μονόπρακτα: Ενοχή, Αναζήτηση, Τα κλειδιά (1971).

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ 

Κ ε ί μ ε ν α Ν ε ο ε λ λ η ν ι κ ή ς Λ ο γ ο τ ε χ ν ί α 

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2023

Κ. Θ. Δημαράς (1904-1992):

                       

  


 

Τρεις ξένοι, ένας Ρώσος, ένας Άγγλος και ένας Γάλλος, επισκέπτονται την υπόδουλη Ελλάδα και συναντούν… αλλά ας παραθέσω την εισαγωγή του έργου:

Ρώσσος, Άγγλος και Γάλλος, κάμνοντες την περιήγησιν της Ελλάδος και βλέποντες την αθλίαν της κατάστασιν, ηρώτησαν κατ’ αρχάς ένα Γραικόν φιλέλληνα, δια να μάθουν την αιτίαν, μετ’ αυτόν ένα μητροπολίτην, είτα ένα βλάχμπεην, έπειτα ένα πραγματευτήν και ένα προεστώτα. Και τελευταίον εσυναπάντησαν και την ιδίαν Ελλάδα.

Ο «Γραικός φιλέλληνας» είναι, υποθέτω,  ένας Έλληνας  που εμφορείται από πατριωτικά αισθήματα. Τον ρωτούν γιατί κατάντησε έτσι η Ελλάδα, και απαντάει:

Ρωσσαγγλογάλλοι,
Ελλάς, και όχι άλλη,
ήτον, ως λέτε, τόσον μεγάλη.
Νυν δε αθλία
και αναξία
επειδή άρχει η αμαθία.

Οσ’ ημπορούσι
να την ξυπνούσι
τούτ’ εις το χείρον την οδηγούσι.
Αυτή στενάζει,
τα τέκνα κράζει,
στο να προκόπτουν όλα προστάζει.

Και τότ’ ελπίζει
ότι κερδίζει·
εκείν’ οπού ‘χει νυν την φλογίζει.
Μα τις τολμήσει
μ’ αληθή κλίσι
σ’ ελευθερίαν να την κινήση;
Όστις τολμήση
να την ξυπνήση
πάγει στον Άδην χωρίς τινα κρίσιν.

Ύστερα συναντούν έναν δεσπότη, μητροπολίτη, ο οποίος βέβαια  είναι απόλυτα ικανοποιημένος από τον τουρκικό ζυγό και το μονο που τον ενδιαφέρει είναι τα άσπρα (τα λεφτά) και οι κοκόνες:

Να έχετε, τέκνα την ευχήν μου,
κι ακούσατε την απόκρισίν μου:

Εγώ τον ζυγόν δεν τον γνωρίζω,
ούτε ξεύρω να τον νοματίζω.
Τρώγω πίνω, ψάλλω με ευθυμίαν,
δεν δοκιμάζω την τυραννίαν.
Τότε υποφέρω αδημονίαν,
όταν με βλάπτουν στην επαρχίαν.
Αυτή του Τούρκου η τυραννία
σε μένα είναι ζωή μακαρία.

Το ράσον τούτο αφού εφόρεσα,
ζυγόν κανένα εγώ δεν εγνώρισα.
Δύο ποθώ, ναι, μα τες εικόνες,
άσπρα πολλά και καλές κοκόνες.

Περί δε της Ελλάδος, που λέτε,
ολίγον με μέλει, αν τυραννιέται.
Αν βαστάζη χωρίς να στενάζη,
όλες τις αμαρτίες εβγάζει.

Ημείς πάντα τους ξομολογούμεν,
εις τα ψυχικά τους νουθετούμεν,
πίστιν να έχουν στον βασιλέα
και σέβας εις τον αρχιερέα,
στον Τούρκον τ’ άσπρα να μη λυπούνται,
τι την ψυχήν των τότ’ ωφελούνται·
και αρχιερέων παρρησίες,
και παπάδων πολλές λειτουργίες,

Ο πνευματικός τούς διορίζει
πως πρέπει καθείς να δευτερίζη.
Αυτοί άρχισαν να παρακούσι,
κι όλοι λευθερίαν φρονούσι.
Δια τούτο κ’ ημείς συμφωνούμεν,
ομού με Τούρκους και τους βαρούμεν,
επειδή όλοι μας το θεωρούμεν
πως θέλει λείψει ό,τι βαστούμεν.
Χριστός, μας λέγουν, θέλει λευθερίην
ημείς δ’ έχομεν το δεσμείν και λύειν.

Με θλίβει η μικρή επαρχία,
ελπίζω δ’ άλλην, πλέον πλουσία·
έχω πασάδες και τους ελτζήδες,
και είναι σίγουρες αι ελπίδες.
Και οι κοκόνες είναι μέγα θαύμα,
ευκολύνουν γαρ το κάθε πράγμα.
Φθάνει γουν η τόση απολογία,
ιδού γυνή φέρει παρρησία.

(Ελτζής είναι ο πρέσβης, ενώ δευτερίζω  σημαίνει «νηστεύω τη  Δευτέρα»).

Στη συνέχεια συναντούν έναν μπέη της Βλαχιάς, Φαναριώτη. Αυτός δηλώνει ευθαρσώς ότι η ελευθερία της Ελλάδας θα ήταν  γι’ αυτόν  καταστροφή:

Αντιχαίρετε, ω ξένοι,
η ευχή κάτω ας μένη.
Τούτα που εσείς μου λέτε,
φλόγα στην καρδιά μου φέρτε.
Της Ελλάδος λευθερία
εις εμέ είναι πτωχεία.
Τότε η παρούσα δόξα
σβύει, φέρει τόσα τόξα.

Σκλάβος είμαι δοξασμένος,
απ’ τους Τούρκους αγαπημένος·
πρέπει εγώ εξ εναντίας,
ως πιστός πάσης Τουρκίας,
την Ελλάδα ν’ αφανίζω
και τους Τούρκους να δωρίζω.

Τότε ημπορώ να ζήσω,
όταν τους Γραικούς εκδύσω.
Φίλοι, η ελευθερία
ειν’ κοινή συγκοινωνία.
Πλούσιος, πτωχός και πένης
φαίνετ’ άλλος Δημοσθένης·
εις αυτήν όλοι προστάζουν,
σοφοί, δίκαιοι ετάζουν.

Μα η δόξα η εδική μου
τέρπει μόνον την ψυχήν μου.
Έχω όλους υπό χείρα,
με τρομάζει κάθε χήρα.
Μ’ αν ο Τούρκος μάς δικάζει,
και ως αρνιά όλους μας σφάζει,
φθάνει όσον εντρυφούμε,
πάλιν ‘μείς τον αγαπούμε.

Βρήκαμε το ιατρικόν μας,
να ‘βγωμ’ απ’ τον θάνατόν μας·
όταν τους Γραικούς γυμνούμεν
και τα άσπρα τούς μαδούμεν,
εις την Πόρταν τα δωρούμεν,
κι ούτω την ζωήν λυτρούμεν.
Ποτίζομεν και την αυλήν,
γλυτώνομε και την ζωήν.

Οι προπάτορές μας πρώτα
δεν ελάβαν τέτοια φώτα ·
ζούσαν πλιο ταπεινωμένοι
κ’ εις το γένος πλιο δοσμένοι.
Εις ετούτο το βραβείον
να μας ζη το ιερατείον,
που μας άνοιξε τα μάτια,
κ’ έχομε χρυσά μακάτια.

Φίλοι, συγχωρήσατέ μοι,
θε να πάγω στο χαρέμι·
είδα, μπήκ’ ένας Δεσπότης,
που ‘ν’ της Δόμνας χρυσοδότης·
φέρει, βέβαια, σολδία,
για να λάβη επαρχία.

Υγιαίνετε ομάδι,
φίλοι μου Ρωσσαγγλογάλλοι.

Μακάτι είναι το επίστρωμα. Μετά, οι τρεις ξένοι συναντούν έναν πλούσιο έμπορο, που κι αυτός δεν φλέγεται από την επιθυμία να δει λεύτερη την Ελλάδα, παρόλο που «κλαίει» για το σκλαβωμένο Γένος. Λέει ο Πραγματευτής:

Χαίρετε και σεις, φίλοι και περιηγηταί,
βλέπω κ’ είσθε τω όντι πατρίδος ζηλωταί.
Εγώ για την Γραικίαν δεν είχα στοχασμόν,
με όλον όπου φέρει ζυγόν τυραννικόν·
αλλά πάντα προσμένω από την Μπαρμπαριά
καράβια φορτωμένα και από τη Φραγκιά·
ειν’ μέρες δεν τα βλέπω, για να αναπαυθώ.
Για τούτο συλλογούμαι χωρίς να κοιμηθώ.

Το γένος μου το κλαίω, ότ’ είναι στον ζυγόν,
μα δια ελευθερίαν δεν δίδω οβολόν∙
στον Τούρκον τα σκορπίζω, χωρίς να τα ψηφώ,
την σκέπην του να έχω κ’ εχθρούς να πολεμώ.
Εγώ άσπρα δανείζω εις όσους αγρικώ,
ότι έχω να τα λάβω με κέρδος αρκετό·
μα όταν εγνωρίζω πως δεν τα αβγατώ,
τότε βαθιά τα θάπτω κι ουδέ τα μαρτυρώ.

Είναι τινές δε, πάλιν, οπού πολλά πετούν
εις γένος και σχολεία, για να τους εξυπνούν·
αλλ’ ούτοι ειν’ ολίγοι, τα άσπρα των δεν αρκούν,
δια να απολαύσουν εκείνο π’ αγαπούν.

Ημείς, το πλείστον μέρος εκ των πραγματευτών,
θέλομεν πάντα άσπρα, κι ας έχομεν ζυγόν·
τα πλούτη μας ευφραίνουν και μας παρηγορούν,
κι ουδέποτε του Τούρκου τα βάρη μάς ‘νοχλούν.

Μετά συναντούν κι έναν  κοτζάμπαση, που το μόνο του  παράπονο είναι πως  κάποιος αντίζηλός του, με πολλά μέσα στο δοβλέτι, τον διέβαλε και του πήρε «την αξίαν» (εδώ, το αξίωμα, τη θέση):

Αχ το γένος μου πολλά με κατατρέχει,
μοι λέγει τάχα πως τ’ άρπαξα τα έχει·
εγώ εστάθην τρεις χρόνους στην αξίαν,
κι ως ήθελα εβάσταξα την επαρχίαν∙
έδειχνα εις όλους πως είμαι ευεργέτης,
ουδείς δ’ ετόλμα να φανή ως προπέτης.

Εάν πολλ’ άσπρα τους άρπαξα βιαίως,
πάλιν στους Τούρκους τα ‘δωσα δια χρέος.
Τους πτωχούς σκληρά τους τυραννούσα,
όμως τους Τούρκους πολλά τους αγαπούσα.
Και όστις Γραικός Τούρκον εκαταλάλει,
τον επρόδιδα, να βάλουν γνώσ’ οι άλλοι.

Τόσον εστάθην πιστός εις το δοβλέτι,
ως ουδείς άλλος τιμών τον Μωχαμέτη.
Καλά εζούσα, κι όλους τους εκδικούσα,
αλλ’ ένας άλλος, όπου εγώ μισούσα,
με μέσ’ αγάδων μ’ επήρε την αξίαν·
αυτού νυν πάσχω να σβύσω την οικίαν.

Έχω κ’ εγώ πολλά μέσα αγάδες,
να αφανίσω και όλους τους ραγιάδες.
Θέλω τους κάμει τις είμαι να γνωρίσουν,
μικροί, μεγάλοι, για να με προσκυνήσουν·
κοινώς γαρ άλλοι λέγουν για να με ψήσουν,
κι άλλοι φωνάζουν κάλλιο να με φουρκίσουν.

Αυτό, φίλοι, το παράπονον έχω,
και εις τους Τούρκους δια τούτο προστρέχω.

Τέλος, συναντούν την Ελλάδα,  μια γυναικεία μορφή «Ξυπόλυτη, ακτένιστη και όλη πληγωμένη, και μέσα εις τα δάκρυα όλη βεβυθισμένη». Την πλησιάζουν, συστήνονται, της λένε ότι συνάντησαν τον δεσπότη, τον έμπορο, τον κοτζάμπαση  και τον Φαναριώτη και ήταν όλοι φίλοι της τυραννίας, οπότε εκείνη απαντά επικρίνοντας τη στάση των τριών μεγάλων δυνάμεων απέναντι στην υπόδουλη Ελλάδα. Από τα λεγόμενά της βοηθούμαστε και να χρονολογήσουμε το κείμενο, διότι υπάρχει  έμμεση αλλά σαφής αναφορά στη ρωσοτουρκική συμμαχία που έδιωξε τους Γάλλους από τα Επτάνησα το 1798-99:

Γένη σκληρά και ύπουλα, φυλαί γεμάται δόλον,
μη λέτε πρόφασες ψευδείς, με φέρετε γαρ πόνον.
Αρχιερείς και μπέηδες και προεστούς τυράννους,
λέτε πως τους ευρήκατε όλους Μωαμετάνους·
τούτο ποσώς δεν έπρεπε για να σας ενόχληση·
και πότ’ αυτοί ηγάπησαν την ανθρωπίνην φύσι;

(τω Ρώσσω)

Εάν καλούς γνωρίζετε αυτούς τους καλογήρους,
και από τους άρχοντας πολλούς, ωσάν αυτούς ομοίους,
ποτέ δεν τους εστέλνετε να ζουν στο μοναστήρι,
και άρχοντας τους δολερούς ομοίως στο Σιμπίρι.

(τω Γάλλω)

Μα κ’ εσύ, Γάλλε, θαυμάζεις;
Φαίνεταί μοι πώς με παίζεις.
Αν εσείς αυτών την δόξα
δεν γκρεμίζατε με τόξα,
κι αν δεν στούνταν γιουλοτίνα,
σεις εχάνεσθε απ’ την πείνα.

(τω Άγγλω)

Εάν εσείς τον Πάπαν γνωρίζετε καλόν,
γιατί τον κάθε χρόνον τον καίετε πλαστόν;
Λοιπόν μην απορείτε πως είναι οπαδοί,
καθένας το γνωρίζει, και μέσα τον πονεί.

(εις τους τρεις)

Τας πληγάς και τραύματά μου,
που μου δίδουν τα παιδιά μου,
ίσως έχουν και αιτίαν
ότι γίνονται με βίαν.

Πώς δε να αλησμονήσω
και παντού να μη κηρύσσω
ότι εισθ’ εσείς αιτία
οπού φέρω ‘γώ μυρία;

Βλέπετε τούτας τας πληγάς, που έχω στο κεφάλι,
και άλλας πάνω στην καρδιά, μία κοντά στην άλλη;
Όλας ‘πό σας τας έλαβα χωρίς φιλανθρωπίαν.
Σ’ εμέ την ευεργέτιν σας δείξατ’ αχαριστίαν.

Τρεις μάχες Ρώσσος κήρυξεν ενάντιον Τουρκίας,
τα τέκνα μου εσύναξεν από πολλάς οικίας,
εγγράφως τα υπέσχετο για να τα λευθερώση,
μα ο σκοπός του απέβλεπε σκληρά να τα σκλαβώση.
Δεν έφθασε που ‘σφάγησαν τόσ’ Έλληνες μαζί του,
αλλ’ έσβησε κι άλλους πολλούς ησύχως το σπαθί του.

Άρχισε και η Γαλλία
να κηρύττη ελευθερία·
έφθασε στα σύνορά μου,
κ’ ηύξησε τα βάσανά μου.
Ύβριζε την τυραννία,
μα διψούσε για σολδία.

Η Ρωσσία κ’ η Αγγλία,
βλέποντάς τους στην Τουρκία,
έτρεξαν να τους εξώσουν,
για να μη με λευθερώσουν.

Τρέχει η μία πληρωμένη
και η άλλη κομπασμένη
τους Αγαρηνούς να σώσουν
και εμέ να θανατώσουν.

Δεν είσθ’ εσείς που λάβετε τόσα μεγάλα φώτα
από τας βίβλους των σοφών, που ‘ταν παιδιά μου πρώτα;
Και αν εσείς δεν είχετε κείνων τας ερμηνείας,
ακόμη ήθελ’ ευρίσκεστε δούλοι της αμαθείας.
Και πάλιν αν με βγάζετε από την τυραννίαν,
ευθύς αι Μούσαι άσουσι νέαν φιλοσοφίαν∙
και τότ’ εσείς μανθάνετε πολλά, που δεν νοείτε,
από τα τέκνα μου αυτά, που τώρα τυραννείτε.

Μα πού φιλανθρωπία;
λείπει από σας φιλία.
Τρέφεται η κακία.
Άρχ’ η μισανθρωπία

Λόγω φωνείτε
πως με πονείτε,
έργω δε τον χαμόν μου ποθείτε.

Ω της κακίας
κι αχαριστίας
και της υμών άκρας απονίας!

Ο Κωνσταντίνος Θησέως Δημαράς γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 1904 και πέθανε στο Παρίσι στις 18 Φεβρουαρίου 1992. Υπήρξε κριτικός και ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας και ο πρώτος και σημαντικότερος μελετητής του νεοελληνικού διαφωτισμού. Ξεκίνησε τις σπουδές του στην ιατρική, αλλά ύστερα γράφτηκε στην Φιλοσοφική Aθηνών και πήρε τελικά πτυχίο από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το οποίο και τον αναγόρευσε διδάκτορα Φιλολογίας. Tα επιστημονικά του δημοσιεύματα άρχισαν το 1926. Συνεργάστηκε με πολλά έντυπα (όπως οι εφημερίδες "Eλληνικά Γράμματα" και "Πρωΐα", αλλά κυρίως η εφημερίδα "Tο Bήμα" και το περιοδικό "Nέα Eστία"). Tο έργο ζωής του Κ. Θ. Δημαρά είναι η "Iστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας" (πρώτη έκδοση 1948), όπου συνέθεσε γνωστά και άγνωστα στοιχεία καταγράφοντας την πορεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ερμηνεύοντας και εντάσσοντάς την σε ευρωπαϊκό πλαίσιο. Tο τελευταίο συνθετικό του έργο ήταν το "Kωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος: Η εποχή του, η ζωή του, το έργο του", όπου το έργο του μεγάλου ιστορικού θεωρείται από νέα οπτική γωνία, και εξετάζεται ο ρόλος του στη διαμόρφωση των νεοελληνικών νοοτροπιών. Διετέλεσε γενικός διευθυντής του Iδρύματος Kρατικών Yποτροφιών, από τη σύστασή του το 1951, και διευθύνων σύμβουλος του Eθνικού (τότε Bασιλικού) Iδρύματος Eρευνών, επίσης από τη σύστασή του το 1961. Aπομακρύνθηκε και από τις δύο θέσεις από το δικτατορικό καθεστώς, το 1967, και αποδέχτηκε πρόσκληση του πανεπιστημίου της Σορβόννης για να διδάξει στην έδρα Nέας Eλληνικής Λογοτεχνίας, καθώς και να διευθύνει το Nεοελληνικό Iνστιτούτο. Tις θέσεις αυτές διατήρησε έως το 1978, οπότε και αποσύρθηκε από την ενεργό υπηρεσία.

Πηγή: Βιβλιονέτ

Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2023

Ο τόπος μας κατά τη διάρκεια των αιώνων: Λέπρεο (Στροβίτσι)

 


Πόλη τῆς νότιας Τριφυλίας, στὰ ὑψώματα τῶν τελευταίων ἀπολήξεων τοῦ βουνοῦ Μίνθη, πάνω ἀπὸ τὴν σημερινὴ Κοινότητα Λεπρέου (πρ. Στροβίτσι). Απέχει 7 χιλ. ἀπὸ τὴν θάλασσα καὶ 5 χιλ. ἀπὸ τὴν Κάτω Φιγάλεια (πρ. Ζούρτσα). Στὴ θέση κλειδί, ὅπου ἦταν κτισμένη, ἐδέσποζε τῆς πιὸ εὔφορης κοιλάδας τῆς Τριφυλίας, καὶ ἤλεγχε τους δρόμους ποὺ ὡδηγοῦσαν ἀπὸ τὴν Μεσσηνία πρὸς τὴν Ἠλεία, καὶ ἀπὸ τὴν θάλασσα πρὸς τὴν ᾿Αρκαδία. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό διαδραμάτησε κατά τήν ἀρχαιότητα ἡγετικό ρόλο ἀνάμεσα σ' ὅλες τὶς Τριφυλιακές πόλεις. Ὑπῆρξε ἡ κύρια δύναμη ἀντίστασης τῆς Τριφυλίας στις κατὰ καιροὺς πιέσεις καὶ ἀπειλὲς τῶν γειτόνων της, ἄλλοτε τῶν Μεσσηνίων καὶ ἄλλοτε τῶν ᾿Αρκάδων, κυρίως ὅμως, καὶ κατὰ τὸ πιὸ μεγάλο μέρος τῆς ἱστορίας της, τῶν Ἠλείων. Ἐξ ἄλλου ἡ εὔφορη κοιλάδα της, τὸ Αἰπάσιον πεδίον, πού ἀρδευόταν ἀπὸ ἄφθονες πηγές, το μικρό θολοπόταμο, καὶ πρὸ πάντων ἀπὸ τὸ μεγάλο ποτάμι, τη Νέδα, ποὺ ἦταν τότε πλωτό, τῆς ἐξασφάλιζαν ἄφθονα ἀγαθά. Τέλος τὰ βουνὰ ποὺ τὴν περικλείουν, τῆς χάριζαν ἤπιο καὶ γλυκό κλίμα. Γιὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς εἶχε τὴν φήμη «εὐδαίμονος χώρας».

Ὁ χῶρος τοῦ Λεπρέου φαίνεται ὅτι ἦταν κατοικημένος ἤδη στοὺς νεολιθικούς χρόνους, ὅπως συνάγεται ἀπὸ λίγα ὄστρακα τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, ποὺ βρέθηκαν ἐκεῖ. Στην πρωτοελλαδική ἐποχὴ ὁ οἰκισμὸς φαίνεται πὼς εἶναι πιά ἀξιόλογος καὶ ἀπὸ τότε ἀναπτύσσε ται γοργὰ ὡς τοὺς ἱστορικούς χρόνους. Στις περιόδους αὐτὲς ἀνήκουν πολυάριθμα κινητά ευρήματα, που συγκεντρώθηκαν ἀπὸ ἁπλῆ ἐπιφανειακὴ ἔρευνα, καθώς ἐπίσης καὶ ἐρείπια κτιρίων. Ο προϊστορικὸς οἰκισμὸς ἦταν κτισμένος πάνω στὸν ἀπότομο και φυσικό ὀχυρό λόφο τοῦ σημερινοῦ χωριοῦ, πρὸ πάντων στὸ τμῆμα ὅπου βρί σκεται τώρα τὸ ἐκκλησάκι τοῦ ῾Αγίου Δημητρίου. Από ἐκεῖ προέρχονται ὡραιότατα ἀντιπροσωπευτικὰ ὄστρακα ΠΕ, ΜΕ και ΥΕ ἐποχῆς. Ἐκεῖ φαίνεται πὼς ἦταν καὶ ἡ ἀκρόπολη τοῦ προϊστορικοῦ που λίσματος. Ἡ πόλη τῶν ἱστορικῶν χρόνων, Γεωμετρικῶν μέχρι ὑστέ ρων Ρωμαϊκών χρόνων, ἀναπτύχθηκε στο παρακείμενο, πρὸς Β. τοῦ σημερινοῦ χωριοῦ, ὕψωμα, ἀγκάλιασε ὅμως καὶ τὸ λόφο τοῦ προϊστορικοῦ οἰκισμοῦ. Σ᾿ ὅλη αὐτὴ τὴν ἔκταση εἶδαν οἱ περιηγηταὶ τοῦ 18ου και 19ου αι. πολυάριθμα ἐρείπια κτιρίων. Πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ σώζονται ἀκόμη καὶ σήμερα, ἐνῶ ἄλλα κατάστρεψε ἡ ἐντατική καλλιέργεια καὶ ἡ οἰκοδομική δραστηριότητα τῶν τελευταίων δεκαε τιῶν, ὅπως ἄλλωστε συνέβη καὶ στὴν λοιπὴ Ἑλλάδα.

Τὰ τείχη τῆς κλασσικῆς καὶ ἑλληνιστικῆς ἀκρόπολης, στὸ βόρειο ύψωμα, πάνω ἀπό τό σημερινό χωριό, σώζονται ἀκόμα σὲ ὕψος 4,20μ. καὶ σὲ ἱκανὴ ἔκταση, μὲ τοὺς τετράγωνους πύργους των ποὺ ἔχουν τετράγωνα ἀνοίγματα. Εἶναι κτισμένα μὲ ἐξαιρετικὴ ἐπιμέλεια, ἄλλα μὲ ὀρθογώνιους πώρινους ογκόλιθους κατὰ τὸ ἰσοδομικὸ σύστημα, που θυμίζουν τὰ τείχη τῆς Μεσσηνίας, καὶ ἄλλα κατά τὸ πολυγωνικό σύστημα. Στην πλαγιά Ν.Α. τοῦ ἴδιου υψώμα τος, πρὸς τὸ σημερινό χωριό, διατηροῦνται λείψανα τῆς κάτω πόλης. Στὸν χῶρο τῆς ἀκρόπολης σώζονται ἐπίσης τὰ ἐρείπια ἀξιόλογου περίπτερου ναοῦ, κλασσικῶν χρόνων. Δὲν εἶναι βέβαιο ἂν πρόκειται γιὰ τὸ ναὸ τῆς Δήμητρας ἢ τοῦ Λευκαίου (Λυκαίου) Διός, ποὺ ἀναφέρει ὁ Παυσανίας. Αλλους τρεῖς ναοὺς ἔφεραν στὸ φῶς οἱ ἀνασκαφὲς τοῦ Φρ. Βερσάκη.

Ανατολικώτερα τῆς ἀκρόπολης πάνω σὲ βράχο, σώζονται τὰ ἐρείπια μεσαιωνικού κάστρου (σημ. Παληόπυργος), κτισμένου μὲ ὑλικὸ ἀρχαίων κτιρίων. Στὸν ἀνατολικά τοῦ σημερινοῦ χωριοῦ λόφο τῆς προϊστορικῆς ἀκρόπολης, βρέθηκε μεγάλος υδρευτικὸς ἀγωγός, ἐν μέρει λαξευμένος στο βράχο καὶ ἐν μέρει κατασκευασμένος μὲ λίθινες πλάκες, ὑδατοδεξαμενὴ καὶ ἄλλα ἐρείπια κτιρίων, κλασσικῶν, ἑλληνιστικῶν καὶ ρωμαϊκῶν χρόνων.

Πολυάριθμοι εἶναι ἐπίσης οἱ τάφοι, θηκοειδεῖς, κεραμοσκεπεῖς καὶ κτιστοὶ μὲ τοῦβλα, ποὺ χρονολογοῦνται ἀπὸ τὴν ἀρχαϊκὴ ὡς τὴν ρωμαϊκὴ ἐποχή. Ο τάφος τοῦ Λυκούργου, γυιοῦ τοῦ ᾿Αλέου, καὶ ὁ τάφος τοῦ Καύκωνος, γυιοῦ τοῦ Λυκάονος, ποὺ ἀναφέρει δ Παυσανίας (5,5,5), δὲν εἶναι γνωστό ποῦ ἀκριβῶς ἔκειντο.

Ἡ ἀρχαία πηγή τῆς Αρήνης, στην κάτω πόλη, δίνει ἀκόμα καὶ σήμερα τὸ ἄφθονο νερό της στους κατοίκους τοῦ Λεπρέου.

Στὸ Λέπρεο φθάνομε ὅταν στο 40ο χιλιόμετρο τῆς ὁδοῦ Πύργου- Κυπαρισσίας καὶ ἀκριβῶς στὸ ὕψος τοῦ χωριοῦ Θολό, στρίψουμε πρὸς τὰ ἄνω, σὲ ἐπαρχιακὸ ἀσφαλτόστρωτο δρόμο, ποὺ ὁδη γεῖ πρὸς Κάτω Φιγαλείαν (Ζούρτσαν). Αφού διανύσουμε ἀπόσταση ἓξ χιλιομέτρων φθάνομε στο χωριό Στροβίτσι, ποὺ τελευταῖα μετωνομάσθη σὲ Λέπρεο. Σὲ ἀπόσταση ἑνός χιλιομέτρου ἀπὸ τὴ δυτικὴ παρυφὴ τοῦ χωριοῦ, ἀκολουθώντας τὸν ἀνηφορικό χωματόδρομο πρὸς τὸ χωριὸ Ταξιάρχαι Νοφκίτσα, συναντοῦμε τὰ τείχη τοῦ Λεπρέου.

Γιὰ νὰ πᾶμε στὸ σημεῖο ὅπου ἦταν ὁ προϊστορικὸς οἰκισμός, θὰ πρέπει νὰ διασχίσουμε τό χωριό Στροβίτσι (Λέπρεο) καὶ στὸ ἀνατολικὸ ἄκρο του νὰ ἀνεβοῦμε μικρό λόφο περὶ τὰ 30 μέτρα ὕψος, ὁπότε φθάνομε στον προναφερόμενο χώρο.

Περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε «Τὸ ἀρχαῖον Λέπρεον», Ν. Γιαλούρη, Τόμος Β΄, Ολυμπιακῶν Χρονικών, σελίδα 11.

Πηγή: Αριστομένης ο Μεσσήνιος

 

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2023

Πάνος Καρνέζης (1967):

 


Μια ατραξιόν του τσίρκου

(από το βιβλίο ''Μικρές Ατιμίες'',2003)

 Tα φορτηγά είχαν φορτωθεί και το καραβάνι ήταν έτοιμο να ξεκινήσει, αλλά όταν ο Βασίλης οΤσιγγάνος τον έψαξε, δεν μπόρεσε να τον βρει πουθενά. Γύρισε πίσω στον καταυλισμό που είχαν περάσει τους τελευταίους δύο μήνες, φωνάζοντας τ' όνομα του, αλλά συνάντησε μόνο ένα αγόρι απ' το χωριό που προσπαθούσε να τρυπώσει στο τροχόσπιτο της Κασσάνδρας, της γυναίκας με τα τατουάζ. «Αν σε ξαναπιάσω εδώ, μικρέ αρουραίε, θα σε ταΐσω στον κροκόδειλο», μάλωσε το παιδί τραβώντας το από το αυτί. Μια κουρούνα που ράμφιζε τα σκουπίδια άνοιξε τα φτερά και κάθισε στη σκεπή μιας καλύβας από ξύλο και μουσαμά. Σ' ένα στραπατσαρισμένο βαρέλι πετρελαίου, στη μέση του καταυλισμού, κάπνιζαν τα υπολείμματα μιας φωτιάς. Ο Βασίλης κοίταξε το βαρέλι και μετά το κλότσησε. Ο υπόκωφος ήχος του αντήχησε στον καταυλισμό που είχε στηθεί σ' ένα εγκαταλειμμένο λατομείο. «Διάβολε!» μουρμούρισε. «Πάλι τα ίδια έχουμε».

Πήρε το στενό μονοπάτι που οδηγούσε στο ποτάμι και σύντομα τον βρήκε να κάθεται στην όχθη και να πετά πέτρες στο νερό. Το ποτάμι κυλούσε ήσυχα, παρασύροντας βάτα και κλαδιά που είχαν πέσει απ' τα πεύκα. Δέντρα φύτρωναν και στις δύο όχθες του ποταμού. Ένας απ' τους ατσάλινους πυλώνες της μεταφορικής ταινίας του λατομείου είχε καταρρεύσει μες στο ποτάμι και ξερόκλαδα παρασυρμένα απ' το ρεύμα είχαν πιαστεί πάνω του με τον καιρό, δημιουργώντας ένα μικρό καταρράκτη. Ο Βασίλης φώναξε πάνω απ' το θόρυβο του νερού: «Φίλε, είναι ώρα να πηγαίνουμε».

Με την πλάτη του στον Τσιγγάνο, ο Κένταυρος πέταξε άλλη μια πέτρα στο ποτάμι. «Δεν έρχομαι». Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να αραιώνουν κι είχε μια βρόμικη άσπρη ουρά και μισόκλειστα μάτια σαν να κοίταζε κατευθείαν στον ήλιο. Τα πόδια του ήταν γρατσουνισμένα κι οι οπλές του χωρίς πέταλα. Όταν ο Βασίλης τον ακούμπησε στον ώμο, εκείνος έδιωξε το χέρι του με μια απότομη κίνηση, σαν τρομαγμένο ζώο. Η ανάσα του μύριζε ποτό. «Δεν έρχομαι», επέμεινε. «Το αποφάσισα».

Ο άντρας αναστέναξε. «Μπορούμε να σου προσφέρουμε μόνο δέκα τοις εκατό». Το ποτάμι κύλησε πάνω απ' τον πεσμένο πυλώνα και συνέχισε σε μια ρηχή στροφή, όπου λεία βράχια φαίνονταν πάνω στην επιφάνεια σαν όστρακα χελώνας. Ο Βασίλης κάθισε δίπλα στον Κένταυρο κι έψαξε τις τσέπες του. Βρήκε ένα τσιγάρο αλλά όχι σπίρτα. Παρ' όλα αυτά, έβαλε το τσιγάρο στο στόμα. «Άκουσε», είπε. «Υπόγραψε γι ' άλλον ένα χρόνο και το ξανασυζητάμε». Ο Κένταυρος δεν είπε τίποτα. Είχαν κι οι δυο τα μάτια στραμμένα στο ποτάμι.

Ο ήλιος έφτιαχνε μικρά διαμάντια στην επιφάνεια και τα χελωνόστρακα στη στροφή του ποταμού γυάλιζαν. Καθισμένος στην όχθη, τελείως ακίνητος,, ο Κένταυρος έμοιαζε σαν μαρμάρινο άγαλμα. Τα αραιωμένα μαλλιά και τα. γένια τον έκαναν να φαίνεται μεγαλύτερος στην ηλικία απ' ό,τι πραγματικά ήταν. Ο Βασίλης μάσησε το φίλτρο του τσιγάρου του. 68 «Έλα μαζί μας και θα σου βρούμε φοράδα», συνέχισε ο Τσιγγάνος. «Πώς σου φαίνεται αυτό;» «Πόσες φορές πρέπει να σ' το πω: δεν είμαι άλογο!» Ο Βασίλης άλλαξε θέμα συζήτησης. «Ποιος θα σε προσέχει;» «Μπορώ να φροντίζω τον εαυτό μου μόνος μου».

 Ένα χρόνο νωρίτερα το καραβάνι διέσχιζε την κοιλάδα, όταν άκουσαν στο χωριό πως ο Διονύσιος ο κτηνοτρόφος είχε κάτι για πούλημα. «Πουλάς», του είπαν. Πέρα απ' τη βεράντα, η οργωμένη γη απλωνόταν μέχρις εκεί που μπορούσαν να δουν οι Τσιγγάνοι. Μονοπάτια ανοιγμένα απ' τις οπλές των μουλαριών διέσχιζαν τα χωράφια σε τυχαίες κατευθύνσεις. Ο Διονύσιος λικνίστηκε στην πολυθρόνα του. «Δε θα πιστέψετε στα μάτια σας». Ήταν ένας άντρας με κοστούμι Κενταύρου. Ήταν μεθυσμένος. Οι Τσιγγάνοι εξέτασαν τη στολή. «Καταπληκτικό!» θαύμασαν. «Μοιάζει σχεδόν αληθινός. Πόσα θες;» Ο Διονύσιος σήκωσε τους ώμους. «Θα ήταν ανεκτίμητος αν δεν έτρωγε τόσο πολύ κι έβριζε όποτε μεθάει». Οι Τσιγγάνοι κοίταξαν ξανά τα δόντια του, μύρισαν την ανάσα του και τελικά έσφιξαν το χέρι του κτηνοτρόφου. «Θα βγάλουμε περισσότερα κι απ' το περιοδεύον θέαμα με τα εξωτικά πουλιά».

 Αποδείχτηκε μεγάλη επιτυχία. Αλλά τώρα στο ποτάμι ο Κένταυρος είπε κοφτά: «Χάνεις τον καιρό σου». Το σβηστό τσιγάρο στα χείλη του Βασίλη είχε αρχίσει να μαλακώνει. «Εμένα μου λες», αποκρίθηκε. «Είμαι αθάνατος», είπε ο Κένταυρος περήφανα. «Μπορώ να θυμηθώ ακόμα και τον καιρό που oι προγονοί σου ήρθαν απ' τις Ινδίες». «Οι καιροί έχουν αλλάξει. Να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό αν καταλήξεις να σέρνεις κάνα κάρο». Ο Κένταυρος έσκαψε το χώμα με τις οπλές του, οργισμένος . «Για τον πολύ κόσμο είσαι απλά ένα άλογο που μιλάει», συνέχισε ο Βασίλης. Κάθισαν εκεί σιωπηλοί κι οι δυο τους. «Άκουσε, μπεκρούλιακα», ακούστηκε ξαφνικά ο Βασίλης. «Δώσαμε καλά λεφτά για χάρη σου. Καλά θα κάνεις να αλλάξεις συμπεριφορά... αλλιώς!»

Ο Κένταυρος τον κοίταξε με το υπεροπτικό του βλέμμα, μέχρι που ο Τσιγγάνος πέταξε το τσιγάρο και ξαναπήρε το μονοπάτι προς τα φορτηγά, όπου περίμεναν με τις μηχανές αναμμένες. Όλα ήταν σε κακή κατάσταση: από το ένα έλειπε μια πόρτα, απ' το άλλο το παρμπρίζ και σε όλα η σκουριά είχε ανοίξει τόσες τρύπες που κομμάτια από μέταλλο έπεφταν απ' τους κραδασμούς της μηχανής.

Η Μέδουσα με τα κορίτσια είχαν ήδη μπει στο οικογενειακό τροχόσπιτο. Φορούσε ακόμα το κοστούμι της με τα χρυσά λέπια και τα φίδια για μαλλιά. Ο Βασίλης είπε: «Δεν έρχεται». «Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε πίσω», διαμαρτυρήθηκε η Μέδουσα. «Φόρα του το 69 χαλινάρι». «Και τι θα καταφέρω; Θα δραπετεύσει με την πρώτη ευκαιρία». «Δεν μπορούμε να τον εγκαταλείψουμε». Τα κορίτσια κοίταξαν τους γονείς τους ανέκφραστα.

Η Μέδουσα κατέβηκε απ' το τροχόσπιτο. «Θα πάω να του μιλήσω», αποφάσισε. Βρήκε τον Κένταυρο εκεί που της είχε πει ο άντρας της. Τώρα ήταν ξαπλωμένος στο πλευρό του, με το χέρι κάτω απ' το κεφάλι, τις οπλές στο νερό και μασούσε ένα καλάμι. Είχε μαντέψει ποιος ερχόταν. Η Μέδουσα έπιασε ένα φίδι που κρεμόταν πίσω απ' το αυτί της. «Κοίταξέ με». «Δεν είμαι ανόητος», είπε ο Κένταυρος. «Μόλις σε κοιτάξω θα μεταμορφωθώ σε πέτρα». «Σου έφερα κάτι». Ο Κένταυρος κοίταξε με επιφύλαξη το χέρι της γυναίκας και πήρε τους κύβους της ζάχαρης. Ήταν ποτισμένοι με κονιάκ. Τους έγλειψε αργά, κρατώντας τα μάτια του κλειστά. Οι οπλές του ανάδεψαν τη λάσπη κάτω απ' την επιφάνεια του ποταμού και το νερό έγινε καφετί όπως το δέρμα του.

Η Μέδουσα έψαξε τις τσέπες του κοστουμιού της, βρήκε μια τράπουλα κι άρχισε να την ανακατεύει. «Κόψε». Ο Κένταυρος υπάκουσε κι η Μέδουσα μελέτησε τα χαρτιά με σοβαρότητα. Στο ποτάμι ένα ξύλινο καφάσι πέρασε από μπροστά τους, παρασυρμένο απ' το ρεύμα. «Βλέπω πάρα πολλά μπαστούνια», σχολίασε η γυναίκα. Στα πεύκα τα πουλιά τιτίβιζαν και το ποτάμι χυνόταν πάνω απ' τον πεσμένο πυλώνα της μεταφορικής ταινίας. Η Μέδουσα μοίρασε κι άλλα χαρτιά. «Σε ταξίδι θα πας», είπε πονηρά κι έδειξε ένα χαρτί. «Ο βαλές κούπα... αυτός είσαι εσύ». Ο Κένταυρος κοίταξε το τραπουλόχαρτο. Η γυναίκα συνέχισε: «Κι αυτή η ντάμα σπαθί είναι ένας θηλυκός Κένταυρος». Ο Κένταυρος έγειρε πάλι στο πλάι με το χέρι κάτω απ' το κεφάλι και τα πόδια τεντωμένα, όπως ήταν όταν τον πρωτοβρήκε η γυναίκα. «Άκουσε», της εξήγησε αργά. «Είμαι αθάνατος. Ήμουν εκεί όταν έχτισαν τον Παρθενώνα. Μην προσπαθείς να με κοροϊδέψεις, ανόητη γοργόνα». «Είσαι ένας άντρας ντυμένος με αποκριάτικο κοστούμι. Πότε θα το βάλεις στο χοντρό σου το κεφάλι;» Ο Κένταυρος της γύρισε την πλάτη.

Τα φορτηγά ακόμα περίμεναν με τις μηχανές αναμμένες κι ένα σύννεφο καπνού είχε κυκλώσει το καραβάνι. Μία αγέλη αδέσποτων σκύλων περιτριγύριζε τα οχήματα, κουνώντας την ουρά τους. Κάθε φορά που κάποια εξάτμιση έσκαγε απομακρύνονταν τρομαγμένα, αλλά γρήγορα επέστρεφαν. Οι ταξιδιώτες ήταν η μόνη τους ελπίδα για φαγητό. «Λοιπόν;» ρώτησε ο Βασίλης. Η Μέδουσα σήκωσε τα χέρια. «Σ' το 'πα», αγανάκτησε εκείνος. «Πάμε να φύγουμε». Σ' ένα απ' τα φορτηγά, μια πόρτα άνοιξε κι ένας άντρας πήδηξε κάτω. 70 «Λοιπόν;» ρώτησε. «Δεν έρχεται», απάντησε ο Βασίλης. «Δεν έρχεται;» «Όχι». «Μα αύριο έχουμε παράσταση στο χωριό». «Το ξέρω», είπε ο Βασίλης. «Πληρώσαμε πολλά λεφτά. Δεν μπορούμε να φύγουμε έτσι». Ο Βασίλης έξυσε το πιγούνι του. «Ας το πούμε στο γέρο».

Ο γέρος ζούσε σ' ένα ασθενοφόρο χωρίς μηχανή. Ένα φορτηγό έπρεπε να το ρυμουλκεί όποτε ταξίδευαν. Χτύπησαν την πόρτα. «Γέρο», φώναξαν, «έχουμε πρόβλημα». «Φύγετε από δω, ρε», ήρθε μια φωνή απ' την άλ[1]λη μεριά. «Ακούω μουσική». Χτύπησαν πάλι την πόρτα κι όταν δεν πήραν απάντηση την άνοιξαν. Ο γέρος ιμπρεσάριος του τσίρκου καθόταν στην πολυθρόνα του, με το κεφάλι μες στο χωνί του γραμμοφώνου του. «Τι στην οργή!» τους κατσάδιασε. Στον τοίχο ήταν κρεμασμένο ένα βαρύ αρκεβούζιο, δίπλα σε μια δαγεροτυπία ενός νεαρού ακροβάτη που έκανε κατακόρυφο σε μια καρέκλα, η οποία ισορροπούσε πάνω σε μια δερμάτινη μπάλα. «Αυτός είμαι εγώ», είπε ο γέρος. «Σας το έχω πει ποτέ;» Δεν είχε βγει ποτέ απ' το ασθενοφόρο.

Τις Κυριακές άνοιγε τις διπλές πόρτες της καρότσας, καθόταν στην πολυθρόνα του τυλιγμένος σ' ένα αμπέχονο δραγόνου και παρακολουθούσε τους ακροβάτες που προπονούνταν. «Συγγνώμη, αφεντικό. Έχουμε όμως ένα πρόβλημα». Όταν ο γέρος ιμπρεσάριος έφτασε στην όχθη του ποταμού ανάσαινε βαριά. Είχε κατέβει το απότομο μονοπάτι. Κάθισε δίπλα στον Κένταυρο κι αναστέναξε. Ο Κένταυρος έδιωξε τις αλογόμυγες με την ουρά του. «Δεν είναι και σπουδαίο ποτάμι», είπε ο ιμπρεσάριος έπειτα από λίγο και σκούπισε το μέτωπο του μ' ένα μαντίλι. «Θέλω το δικό μου τροχόσπιτο», επέμεινε ο Κένταυρος. «Έχω βαρεθεί να κοιμάμαι στο φορτηγό με τα άλογα». Ο ιμπρεσάριος σούφρωσε τα χείλη. «Έγινε». «Με το όνομα μου γραμμένο πάνω».

Μια κουρούνα ήρθε και κάθισε στον πυλώνα της μεταφορικής ταινίας. Ο ιμπρεσάριος έγνεψε και πάλι καταφατικά. «Και θέλω μερίδιο είκοσι πέντε τοις εκατό». Ο γέρος γύρισε και κοίταξε το μονοπάτι που είχε κατέβει. Ήταν πολύ απότομο. Θα είναι μαρτύριο στο δρόμο της επιστροφής, σκέφτηκε. Ακόμα ανάσαινε βαριά. «Δωδεκάμισι». Ο Κένταυρος απέρριψε την προσφορά. «Έχω σπουδάσει τέχνη, φιλοσοφία και μαθηματικά», τόνισε. 71 «Βέβαια». «Μπορώ να παίξω λύρα». Ο ιμπρεσάριος είπε: «Είσαι η σπουδαιότερη ατραξιόν μας. Αλλά αν το τσίρκο με τη Σφίγγα έρθει προς τα δω θα μας κλείσει. Έχεις δει το στήθος της;» «Αυτή η σκύλα!» ξέσπασε ο Κένταυρος κι έφτυσε. «Και βγάζουν του κόσμου τα λεφτά απ' τα αινίγματα της», πρόσθεσε ο γέρος. «Ούτε ο διάβολος δεν μπορεί να τα λύσει».

Ο Κένταυρος έμεινε για λίγο σκεφτικός. «Είκοσι τοις εκατό», είπε. «Τελευταία προσφορά». «Όχι». «Είμαι αθάνατος! Ήμουν εκεί όταν...» Ο ιμπρεσάριος προσποιήθηκε πως πήγαινε να φύγει. Στην πραγματικότητα η θέα του απότομου μονοπατιού έκανε τα πόδια του να τρέμουν. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Ξαφνικά ο Κένταυρος σηκώθηκε. «Θα δεχτώ δεκαπέντε. Ούτε δραχμή λιγότερο». Ο γέρος χαμογέλασε κι έδωσε το χέρι. «Δεκαπέντε λοιπόν», συμφώνησε. Ο ήλιος έλαμπε. Ο Κένταυρος χτύπησε μια μύγα με την ουρά του και μετά οι δυο τους έσφιξαν τα χέρια πριν ο γέρος μιλήσει ξανά. «Ένας πραγματικός Κένταυρος θα μπορούσε να με πάει πίσω στο καραβάνι χωρίς να ιδρώσει ούτε σταγόνα». Ο Κένταυρος πήρε μια έκφραση δυσαρέσκειας κι έπεσε αργά στα γόνατα.

Ο Πάνος Καρνέζης γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1967. Σπούδασε μηχανικός στην Ελλάδα και συνέχισε τις σπουδές του στην Αγγλία, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, μετά το 1992, όπου εργάστηκε για ένα διάστημα στη βιομηχανία. Ταυτόχρονα, άρχισε να γράφει λογοτεχνία στα αγγλικά και παρακολούθησε το περίφημο μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής του Πανεπιστημίου East Anglia (από όπου αποφοίτησαν, μεταξύ άλλων, οι Ian McEwan και Kazuo Ishiguro). Το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων "Little Infamies" ("Μικρές ατιμίες"), εκδόθηκε το 2002 από τον εκδοτικό οίκο Jonathan Cape, συγκέντρωσε εξαιρετικές κριτικές, μεταφράστηκε σε οκτώ γλώσσες και μεταγράφηκε στα ελληνικά από τον ίδιο τον συγγραφέα. Το μυθιστόρημα "The Maze" ("Ο λαβύρινθος"), 2004, ακολούθησε την ίδια πορεία, συμμετείχε στη βραχεία λίστα του βραβείου Whitbread First Novel Award και τιμήθηκε με το βραβείο Pendleton May First Novel Award. Το τρίτο του μυθιστόρημα, "The Birthday Party" ("Πάρτι γενεθλίων"), εκδόθηκε από τον εκδ. οίκο Jonathan Cape το 2007. Διηγήματά του έχουν μεταδοθεί στην Αγγλία από το ραδιοφωνικό πρόγραμμα του BBC: Radio 4, και έχουν εμφανιστεί στα περιοδικά "Granta", "New Writing 11", "Prospect" και "Arete". Από το 1992 ζει στο Λονδίνο και ασχολείται με τη συγγραφή. Τα βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά σε μετάφραση του συγγραφέα.

Πηγή: EPDF

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2023

Ο τόπος μας κατά τη διάρκεια των αιώνων:

 



Ἱερό Ανιγριάδων 

Νυμφῶν μέ πηγές ἰαματικές, στις δυτικές υπώρειες τοῦ βουνοῦ Λαπίθα Ν. τοῦ Σαμικοῦ. Τὰ ἰαματικὰ νερὰ ἀναβλύζουν ἀπὸ δύο σπηλιές, ἀπό τή μία θερμά γιὰ δερματικὲς καὶ ρευματικές νόσους καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη γιὰ ἠπατικές. Απὸ τὰ κτίσματα τοῦ Ἱεροῦ σώζονται θεμέλια μόνο μέσα στην πρώτη σπηλιά, καθὼς καὶ «ἴχνη πλίνθων καὶ ἀμμοκονίας ὑπεράνω τοῦ κοίλου ἐπὶ τῆς θόλου τοῦ βράχου». Τα θεμέλια χρονολογεῖ ὁ Ν. Ζαφειρόπουλος (προφορική εἴδηση) στὴν Κ καὶ Ε ἐποχή. Τὸ ἱερὸ σὲ λειτουργία τουλάχιστον ἀπὸ τὴν Αρχαϊκή, ἂν ὄχι ἀπὸ τὴν Γεωμετρικὴ ἐποχή, συνέχισε τη ζωή του ὡς τὰ ΥΡ χρόνια.

Στὸ πασίγνωστο αὐτὸ ἱερὸ τῶν Ανιγριάδων νυμφῶν, τὰ γνωστότατα Λουτρά Καϊάφα, φθάνομε ὁδεύοντας πάνω στὴν ἐθνικὴ ὁδὸ Πύργου- Κυπαρισσίας καὶ ἕνα χιλιόμετρο πρὸ τῶν λουτρῶν ἀκολουθήσουμε μικρή ασφαλτόστρωτη παρακαμπτήριο 1.000 μέτρων, στις ὑπώρειες τοῦ Λαπίθα. Επίσης ἀπὸ τὴν κωμόπολη τῆς Ζαχάρως φθάνομε στὰ λουτρά Καϊάφα ἀκολουθῶντας ἀσφαλτόστρωτο δρόμο πρὸς τὰ δυτικὰ περὶ τὰ 7 χιλιόμετρα. Τέλος καὶ σιδηροδρομικῶς φθάνομε στον Καϊάφα, ὁπότε γιὰ νὰ πᾶμε στὰ σπήλαια τῶν λουτρῶν θὰ διασχίσουμε τὴ λίμνη τοῦ Καϊάφα με βενζινάκατο.




Σαμικόν 

Πόλη μὲ ἀκρόπολη. Ἡ ἀκρόπολη στὸ βουνό τῶν δυτικῶν παραφυάδων τοῦ Λαπίθα ἡ πόλη ἁπλώνεται στὰ πρανῆ τοῦ βουνοῦ ὡς τὴν ἀκτὴ τοῦ Ιονίου. Τα τείχη τῆς ἀκρόπολης τοῦ -4ου αἰ. σώζονται σε μεγάλη ἔκταση καὶ σὲ μερικά τμήματα σχεδὸν ἀκέραια μὲ τὶς πυλίδες τους, ἐσωτερικὰ τοῦ τείχους διακρίνονται τὰ λείψανα πολλῶν κτιρίων. Ἡ πόλη καὶ ἀκρόπολη χρονολογοῦνται, σύμφωνα μὲ τὰ κινητά ευρήματα καὶ τὰ κτίρια ἀπὸ τὴν Α ὡς τὴν Ρ ἐποχή. Βρέθηκαν ὅμως στὴν ἀκρόπολη καὶ ὄστρακα YEIII ἐποχῆς. Οἱ McDonald και Hope Simpson πιστεύουν ὅτι ὁ χῶρος τῆς ἀκρόπολης δὲν εἶχε οἰκισμό στην προϊστορική εποχή, ἀφοῦ αὐτός ἔχει ἐντοπισθῆ στοὺς πρόποδες τοῦ βουνοῦ, στὴ θέση Κλειδί δέχονται ὡσε τόσο δυνατό, ὅτι ἦταν στὸ χῶρο τῆς ἀκρόπολης τοῦ Σαμικοῦ ἕνας πύργος- σκοπιά γιὰ τὸν οἰκισμὸ τοῦ Κλειδιοῦ. Τμῆμα τῆς κάτω πόλης τοῦ Σαμικοῦ βρίσκεται τώρα μέσα στη λιμνοθάλασσα τοῦ Σαμικοῦ ποὺ ἔχει σχηματισθῆ ἀπὸ τὸν Μεσαίωνα καὶ εἶναι ὁρατὸ τοὺς καλοκαιρινούς μήνες, ὅταν τὰ νερὰ ὑποχωροῦν.

Ο προϊστορικὸς οἰκισμὸς ποὺ λεγόταν διαδοχικά Μάκιστος, Αρήνη καὶ τέλος Σαμία ή Σαμικόν ἦταν περιωρισμένος στο βράχο τοῦ Κλειδιοῦ, στους δυτικούς πρόποδες τῆς κλασσικῆς ἀκρόπολης σώζονται λείψανα κυκλώπειου τείχους ποὺ στις μέρες τοῦ Dörpfeld διατηρούνταν καλλίτερα. Στὴν ἐπιφάνεια τοῦ λόφου εἶναι διάσπαρ τα ὄστρακα ΠΕ ἕως ΥΕ ἐποχῆς. Στους βόρειους πρόποδες τοῦ Κλειδιοῦ ἀνασκάφτηκε τύμβος μὲ τάφους και πλούσια κτερίσματα ΜΕ ἕως ΥΕΙΙΙ ἐποχῆς.

Ἡ θέση τοῦ Σαμικοῦ εἶναι στρατηγικώτατη, ὄχι μόνο γιατί κυριαρχεῖ τῆς κοιλάδας τοῦ Σαμικοῦ, ἀπὸ τὶς πιὸ εὔφορες τῆς Ἠλείας, ἀλλὰ πρὸ πάντων γιατί δεσπόζει τοῦ δρόμου ἀπὸ Πισάτιδα πρὸς Τριφυλία καὶ δυτική Μεσσηνία. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ καὶ στὰ Μεσαιωνικὰ χρόνια ἦτο τὸ Κλειδὶ ὠχυρωμένο, ὅπως δείχνουν λίγα λείψανα τῆς ἐποχῆς αὐτῆς γνωστά σήμερα μὲ τὸ ὄνομα Καζάρμα,

Στὸ χωριὸ αὐτό, πού βρίσκεται πάνω στὴν ἐθνικὴ ὁδὸ Πύργου- Κυπαρισσίας, εὔκολη εἶναι ἡ μετάβαση ἀπὸ τὸν Πύργο καὶ Κρέστενα καὶ ἀπὸ τὴν Κυπαρισσία. Στὴν ἀκρόπολη τῆς ἀρχαίας Σαμίας φθάνει κανεὶς ὅταν ξεκινήσει ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ ἀρχίζει ἡ παρακαμπτή ριος γιὰ τὶς λουτροπηγὲς ἀπὸ Δυτικά, στὶς ὑπώρειες τοῦ Λαπίθα, ὅπου τὸ ἀνηφορικό καὶ δύσβατο μονοπάτι, ποὺ ὁδηγεῖ ὕστερα ἀπὸ ἀνάβαση μισῆς ὥρας στα τείχη του κάστρου.





Ανάμεσα στο λόφο τοῦ Κλειδιοῦ καὶ τὴν ἀκτὴ 

ἔκειτο τὸ Ιερό τοῦ Ποσειδῶ νος. Λίγα λείψανά του βρέθηκαν στη θέση αὐτὴ κατὰ τὶς ἀνασκαφές τοῦ Dörpfeld.

Στὰ παληὰ λείψανα τοῦ Ἱεροῦ τοῦ Ποσειδῶνος θὰ πᾶμε ὅταν ξεκινήσουμε ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ εἶναι τὰ Λατομεῖα τοῦ Κάτω Σαμικοῦ στὶς ὑπώρειες τοῦ Λαπίθα, περάσουμε τη σιδηροδρομική γραμμή καὶ στὸ σημεῖο ποὺ διασχίζει ἡ σιδηροδρομική γραμμή τό βράχο, ὅπου ἦταν χτισμένη ή Καζάρμα καὶ τὸν ἀπέναντί της ἀκριβῶς λόφο καὶ ἀκολουθήσουμε τη δυτική παρυφή τοῦ λόφου αὐτοῦ (ἐκεῖ ἄλλοτε ἦταν καὶ τὸ μικρὸ Διβαράκι).

                                     




Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2023

Κώστας Περδίκης: 28η Οκτωβρίου 1940

 

Στο μέτωπο

 

Αλβανικά σύνορα, έφεδρος υπολοχαγός.

Πρώτα χιόνια, κρύο και βαριά χλαίνη.

 Βλέμμα σκοτεινιασμένο,

μέσα στα μάτια του ο πόλεμος.

Καμιά σχέση με ’κείνον,

που χρόνια, μετά, θα πρωτογνωρίσω.

Τον γελαστό και καλοσυνάτο αδελφό της μάνας μου,

τον θείο Γιάννη.

Θα ’ταν Οκτώβρης του ’40…