Σάββατο 18 Απριλίου 2020

Κώστας Περδίκης:



Ας ξανακουστούν  χαρούμενες φωνές


Το σπίτι που μένουμε εδώ και πολλά χρόνια απέχει περίπου δώδεκα χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης, όπου ήταν το γραφείο που δούλευα. Κάθε πρωί, εκτός από τα σαββατο­κύ­ριακα, το ξυπνητήρι χτύπαγε γύρω στις εξίμισι. Αμέσως άρ­χιζε ένας αγώνας δρόμου για να κατορθώσω να χτυπήσω την κάρτα μου έγκαιρα στις εφτάμισι, όπως όριζε το απάνθρωπο ωράριο του Δημοσίου.
Αυτό, βέβαια, εάν πετύχαινε αποτελούσε πραγματικό άθλο, δυστυχώς όμως σπανίως συνέβαινε. Ας είναι καλά οι δυο τρεις καλοί μου συνάδελφοι, που όντας πρωινοί τύποι έκαναν την καλή πράξη, κατ’ άλλους θανάσιμο αμάρτημα, να χτυπάνε και τη δική μου κάρτα. Έφτανα με τη ψυχή στο στόμα, αγουροξυ­πνημένος, δίχως να προλάβω ούτε καφέ να πιω.  Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί εκείνο το έρμο τέταρτο της αργοπορίας μου ήταν τόσο σημαντικό για την παραγωγικότητα της  δημόσιας διοίκησης.
Όλα τα χρόνια της υπαλληλίας μου ένα μεγάλο καημό είχα, το πρωινό ξύπνημα. Η σκέψη πως βγαίνοντας στη σύνταξη θα χόρταινα επιτέλους ύπνο το πρωί ήταν η μόνη μου παρηγοριά. Τα σαββατοκύριακα, που μπορούσα να σηκωθώ αργότερα, πάλι και τότε μια βασανιστική ημικρανία δεν μου το επέτρεπε και με ξύπναγε πριν την ώρα μου. Ο γιατρός έλεγε ότι αυτό ήταν επακόλουθο της πολύχρονης συνήθειας του οργανισμού μου να ξυπνάει νωρίς όλες τις άλλες μέρες.
Απέναντι από το σπίτι μας, λίγο μετά από την εκεί μετακό­μισή μας, χτίστηκε ένα τριώροφο σχολείο με όμορφα χρώματα και μεγάλο προαύλιο. Φεύγοντας κάθε πρωί, γύρω στις εφτά για τη δουλειά μου, τα παιδιά δεν είχαν μαζευτεί ακόμα. Αυτό γινόταν αργό­τερα γύρω στις οκτώ. Το μεσημέρι, πάλι, γυρίζο­ντας μετά τις τρεις, το σχολείο ήταν κλειστό και τα παιδιά είχαν σχολάσει.
Το τι σημαίνει να έχεις απέναντί σου ένα σχολείο το κατά­λαβα, κάπως αργά, όταν πήρα σύνταξη. Αυτό που περίμενα τόσα χρόνια και ήταν  το μόνιμο απωθημένο μου, να χορτάσω δηλαδή τον πρωινό ύπνο, αποδείχθηκε τελικά όνειρο απατηλό. Ήταν αντικειμενικά αδύνατον να συμβεί, για τους τρεις παρα­κάτω λόγους:
Ο πρώτος λόγος ήταν ότι το βιολογικό μου, όπως αποκαλεί­ται, ρολόι συνέχιζε το βιολί του, να με ξυπνάει δηλαδή στις εξίμισι, αγνοώντας ότι είχα πάρει σύνταξη.
Ο δεύτερος ήταν ότι χωρίς να το καταλάβω τα χρόνια πέ­ρασαν και ανήκα πλέον στην τάξη των ηλικιωμένων, που ως γνωστόν ο ύπνος τους είναι λίγος ,αλλά και δύσκολος.
Ο τρίτος και κυριότερος λόγος, που έβαζε οριστικό τέλος στον ύπνο μου, ήταν η ύπαρξη, απέναντί μας, του σχολείου.
Το πρωί τα παιδιά άρχιζαν να συρρέουν  πριν από τις οκτώ, τα μεγαλύτερα μόνα τους και τα μικρότερα με τους γονείς τους. Φωνές, γέλια, κλάματα αντιλαλούσαν στον δρόμο και στο προ­αύλιο, μέχρι την ώρα της προσευχής, οκτώ και τέταρτο ακρι­βώς. Συνήθως την έλεγε ένα κοριτσάκι κι εγώ μεταξύ ύπνου και ξύπνιου επαναλάμβανα  τα λόγια του, που έβγαιναν από το με­γάφωνο.
«Άγιος ο θεός, άγιος ισχυρός, άγιος ο αθάνατος ελέησον ημάς, τρεις φορές. Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς κ.λ.π. Δι ευχών των αγίων πατέρων ημών κ.λ.π.». Ακολουθούσαν ύστερα οι νουθεσίες και οι παρατηρήσεις του κ. Διευθυντή, απαραιτήτως ειπωμένες κι αυτές στη διαπασών από το μεγά­φωνο.
Το να κάθεσαι στο κρεβάτι και να μην κοιμάσαι μάλλον εκνευρισμό σου προκαλεί, παρά ευχαρίστηση. Έτσι, θέλοντας και μη, με την έναρξη των μαθημάτων μέσα στις τάξεις άρχιζε και η δική μας μέρα. Τα διαλείμματα των παιδιών και τα τρελά τους παιχνίδια στο προαύλιο, κατά κάποιο τρόπο, τα ζούσαμε από μακριά κ’ εμείς.
Όλη αυτή η βαβούρα και ο σαματάς του σχολείου για εννιά μήνες ήταν μέσα στη ζωή μας. Τους μήνες των καλοκαιρινών διακοπών, καθώς και  τα δεκαπενθήμερα των Χριστουγέννων και του Πάσχα, που στο σχολείο επικρατούσε ησυχία, συνήθως λείπαμε.

Έτσι τσούλαγε η καθημερινότητά μας μέχρι που μας προέ­κυψε αυτός ο διάολος, με το όνομα Covid-19. Από τα πρώτα μέτρα που πάρθηκαν ήταν και το κλείσιμο των σχολείων. Τέρμα τα γέλια, τα ξεφωνητά, το ασταμάτητο εκείνο βούισμα του μελισσιού. Τέρμα και οι υστερικές επικλήσεις για ησυχία των  δασκάλων, που κάπου, κάπου ξέφευγαν από τα ανοιχτά παράθυρα.
Το τριώροφο κτίριο και η μεγάλη του αυλή σε πλήρη εγκα­τάλειψη. Ο δυνατός προβολέας, με το άσπρο του φως, τις νύχτες μένει σβηστός. Οι μπασκέτες, ο φιλές του βόλεϋ, οι βρύσες, τα παγκάκια στέκουν εκεί χωρίς κανένα νόημα πια. Από τα δυο ξεχασμένα ανοιχτά παράθυρα οι κουρτίνες, μισοβγαλμένες έξω, ανεμοδέρνονται. Τα μαθήματα, είπανε, θα γίνονται τώρα από μακριά, με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, με τα παιδιά και τους δασκάλους τους κλεισμένους στα σπίτια τους. Τα ακούω όλα αυτά και δεν μπορώ να τα πιστέψω.
Στον έτσι κι αλλιώς χαμένο πρωινό μου ύπνο τώρα προστέ­θηκαν το άγχος και ο φόβος της αρρώστιας. Όλος ο κόσμος αναρωτιέται πότε και πώς αυτός ο εφιάλτης θα τελειώσει και η ζωή μας θα ξαναγίνει όπως πρώτα. Όσο, όμως, αυτό πάει σε μάκρος οι τρελές σκέψεις όλο και πληθαί­νουν στο μυαλό μου.
    Λες, λέω, η ιδέα αυτή με τα κλειστά σχολεία και τα μαθή­ματα από μακριά, να βγει πιο βολική για το κράτος και να μεί­νει και μετά;
Λες να ’ρθει μέρα που το σχολείο μας θα εγκατα­λειφτεί  και θα ρημάζει σαν άχρηστο πια;
Λες αυτή η εκκωφαντική του σιωπή και η θλιβερή ερημιά του να μείνουν για πάντα;
Οικτρά μετανοιωμένος εύχομαι και προσεύ­χομαι να ξανανοίξει το σχολείο όσο πιο γρήγορα γίνεται και να ξαναγεμί­σει η αυλή του με παιδιά. Τα ξεφωνητά τους και  τα γέλια  τους να  τρελαίνουν και πάλι όλη τη γειτονιά μας. Όσο για μένα δεν πειράζει, ας με ξυπνάνε πιο νωρίς και ας μου χα­λάνε τον πρω­ινό μου ύπνο. Πιστέψτε με, από κείνη τη μαυρίλα, τούτο το προτιμώ χίλιες φορές …     

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1851-1911):


Πάσχα ρωμέικο
Ο Ο μπαρμπα-Πίπης, ο γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργια, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, συνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως, μετά των φίλων, και ήτο στομύλος και διηγείτο πολλά κι εμειδία προς αυτούς.
Οταν εμειδία ο μπαρμπα - Πίπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κι επικλινής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων. Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα, όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται διά την προτίμησιν, την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν «ή εφτάκρατόρισσα της Αούστριας». Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδην, μα δόττο, δοττίσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιερπιέρρο, κε γκραν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράιλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται, οι Αγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).
Είχε γνωρίσει επίσης τον «Σόλωμο» κε ποέτα, του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:
Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη
που εκρουβόταν για μας λευτεριά;
Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι ανάφτει
και σκορπιέται σε κάθε μεριά.
Ο μπαρμπα-Πίπης έλειπεν υπέρ τα είκοσι έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κι έκαμεν εργασίας πολλάς. Εστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον «Εκτεση», διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και την τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους.
«Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασιόν» - ο απατεώνας δεν έχει λύπηση. Ενίοτε πάλιν εμαλάττετο κι εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνους ατελείας. «Ουδ' η γης αναμάρτητος - άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκκάμπιλε». Και ύστερον, αφού ουδ' η γη είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Οταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκκάμπιλε, αλλά ινφαλλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίση την διαφοράν.
Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας ήξευρε, τας ήξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του ήξευρε ρωμέικα». «Ελεγεν: «Αγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις!». Οταν με ηρώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρες υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Αγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις».
Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Αγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...
Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188.... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Αθηνών εις Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ακόμη ανατείλει η σελίνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήταν ίσως πτωχός, δε θα είχε 50 λεπτά διά να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κι έκαμνεν οικονομίαν.
Αλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ητο ευλαβής, και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Ανάστασιν εις τον Αγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας.
Ητο ο μπαρμπα-Πίπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις Πειραιά διά ν' ακούση το Χριστός Ανέστη εις τον ναόν του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέικο κι ευφρανθή η ψυχή του.
Και όμως ήτο... δυτικός!
Ο μπαρμπα-Πίπης ήτο Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός, Ελλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α`, «είχε μεταλάβει ρωμέικα» όταν εκινδύνευε ν' αποθάνη εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς του έλεγέ τις: «Διατί δε βαπτίζεσαι, μπαρμπα-Πίπη;» η απάντησίς του ήτο, ότι άπαξ εβαπτίσθη, και ότι ευρέθη εκεί.
Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης, με τη συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίνων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απομενομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εμβάδα του Ποντίφηκος, τα λοιπά είναι αδιάφορα.
Ο μπαρμπα-Πίπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον Αγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il Santo Spiridion ha fatto cquesto aso), ότε ο Αγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπαρμπα-Πίπης ποτέ δε θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους.
Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις τη χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν της μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά τη μεσημβρινήν γωνίαν, κι εκεί εκάθισεν επί των χόρτων, αφού υπέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Εβγαλεν από την τσέπην την σπιρτοθήκην του, ήναψε σιγαρέττον κι εκάπνιζεν ηδονικώς.
Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε, ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου.
Εκείνην τη στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσα εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.
Ο μπαρμπα-Πίπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε τη χείρα προς τον άγνωστον κι έκραξεν εναγωνιως.
- Φίλος! καλός! μη ρίχνης...
Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπιισθοδρομήσεως, αλλά δεν επανέφερε το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν, ουδέ κατεβίβασε τη σκανδάλην.
- Φίλος και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.
- Τι θέλω; επανέλαβεν ο μπαρμπα-Πίπης. Κάθουμαι και φουμάρω το τσιγάρο μου.
- Και δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπον, ρε, για να φουμάρης το τσιγάρο σου!
- Και γιατί; επανέλαβεν ο μπαρμπα-Πίπης. Τις σας έβλαψα;
- Δεν ξέρω εγώ απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης, εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι άλλα πράματα μέσα. Μόνον κότες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες.
Ητο πρόδηλον, ότι είχεν εκλάβει το γηραιόν φίλον μου ως ορνιθόκλοπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τας όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίση με την καραβίναν του.
Ο μπάρμπα-Πίπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.
- Συ εγελάστηκες, απήντησεν, εγώ κότες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι, εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Ανάσταση στον Αγιο Σπυρίδωνα.
Ο χωρικός εκάγχασε.
- Στον Περαία; στον Αϊ - Σπυρίδωνα; κι από πού έρχεσαι;
- Απ' την Αθήνα.
- Απ' την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίες ν' ακούσης Ανάσταση;
- Εχει εκκλησίες, μα εγώ το έχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Σπύρος.
Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.
- Να φχαριστάς καημένε...
Και τότε μόνον κατεβίβασεν τη σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.
- Να φχαριστάς, καημένε, την ημέραν που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν το 'χα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα!
Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο ν' απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.
- Κάνεις άδικα και συγχωρεμένος να 'σαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε με ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε... δεν κάνεις καλά να με παίρνης για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κι επήγαινα, σου λέω, στον Πειραιά.
- Ελα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...
Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κι έγινεν άφαντος.
Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του.
Το συμβεβηκός τούτο δεν εμπόδισε τον μπαρμπα-Πίπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνη πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Αγιον Σπυρίδωνα και να κάμη Πάσχα ρωμέικο.
Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εφέτος εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα τη συνήθεια να εορτάζω εκτός του Αστεως το Αγιον Πάσχα.

«Πασχαλινά διηγήματα», Εκδοση «Βιβλιοπωλείον της "Εστίας" 











Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Κώστας Περδίκης:





Το φίδι


στον Ηλία
Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά.
Το περασμένο βράδυ, από νωρίς, είχε ρίξει μια σύντομη μπόρα. Η επομένη, όμως, ξημέρωσε εντελώς διαφορετική. Ένας λαμπρός ήλιος ξεμύτισε από την κορυφή της Βουνούκας, υπο­σχόμενος μια εξ ίσου λαμπρή μέρα.
Ήταν Κυριακή.
Ο πατέρας, όπως πάντα, είχε σηκωθεί πρώτος. Ξυ­ρί­στηκε, ετοιμάστηκε και πήρε την ανηφοριά για τον Άγιο Σπυρί­δωνα. Κάθε Κυριακή εκκλησιαζόταν ανελλιπώς, φορώ­ντας τα καλά του ρούχα και την ακριβή του γκρι ρεπούμπλικα.
Η μητέρα ετοίμασε σβέλτα το φαϊ για το μεσημέρι, κατσι­κάκι με πατάτες στο ταψί  και το μόνο που είχε να κάνει, αργό­τερα, ήταν να το ψήσει στη μπουγάνα[1]. Ήρθε για να με ξυπνή­σει, δείχνοντας να έχει πολύ καλή διάθεση.
«Για σήκω», μου λέει, «Σήμερα με τέτοια μέρα και μετά τη χθεσινή βροχούλα, θα σκαρίσανε τα σαλίγκια[2]. Τι λες πάμε μια βόλτα στο αμπέλι, μπας και βρούμε μερικά»; Μου μίλαγε για τα άσπρα σαλίγκια, εκείνα τα μεγάλα, που βγαίνανε κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, σε χαλικωτά συνήθως μέρη και έκαναν πολύ νόστιμο μεζέ. Καμιά σχέση με τα άλλα, τα σκούρα, που τα βρίσκεις παντού, αλλά είναι βρώ­μικα και δεν τρώ­γονται.
Αφήσαμε την αδελφή μου να τεμπελιάζει, χουζουρεύοντας κάτω από τα ζεστά της σκεπάσματα και ξεκινήσαμε για το αμπέλι μας.
Στο πλάι της μακριάς πλευράς του αμπελιού πέρναγε η  Ξε­ρο­χωρίτικη γράνα[3]. Για μερικούς μήνες του χρόνου κατέβαζε νερό, ενώ τους υπόλοιπους ήταν εντελώς ξερή. Εκεί που τέ­λειωναν τα κλίματα άρχιζε απαλά να ανηφορίζει η όχθη, στρω­μένη με μικρά χαλίκια, που ανάμεσά τους ξεφύτρωναν  τα και­νούργια βλαστάρια των καλαμιών.
Πήγαμε προς τα κει, περνώντας ανάμεσα από τα κλίματα, με προσοχή να μη χαλάσουμε τα τρυφερά "μάτια", που μόλις είχαν ανοίξει, ύστερα από το κλάδεμα. Η μητέρα βάδιζε μπρο­στά και πίσω της ακολούθαγα εγώ κρατώ­ντας μια κανίστρα.
Φθάνοντας στην αρχή της όχθης, η μητέρα για να βοηθηθεί λιγάκι στο ανέβασμα, πιάστηκε από μια ψηλή μαραθιά. Ένα παράξενο σσσσσς ακούστηκε τότε. Θα ’ναι ιδέα μου θα σκέ­φτηκε και κούνησε ξανά τη μαραθιά. Ένα πιο δυνατό, αυτή τη φορά,  σσσσσς  ακού­στηκε, μαζί με τη τρομαγμένη κραυγή της.
«Φίιιιιιδι».
Με το που ακούω εγώ φίδι, πηδώντας  πάνω από τα κλίματα, σαν άλτης του ύψους, σκαπετάω, την άλλη στιγμή τρι­άντα τουλάχιστον μέτρα μακριά, φωνάζοντας έντρομος στη μητέρα μου να φύγει από κει. Εκείνη, κάπως διστακτική, με άκουσε και ήρθε κοντά μου.
Είδαμε, τότε, στο γειτονικό μας χωράφι ένα παιδί πιο με­γάλο από μένα, γύρω στα δεκάξι, που είχε φέρει τις δυο γίδες του για βόσκημα. Η μητέρα μου κάνοντάς του νόημα του φώ­ναξε.
«Γεια σου ρε λεβεντόπαιδο. Έχεις τα κότσια να σκοτώσεις ένα φίδι, γιατί εγώ φοβάμαι»; Το παιδί δεν της απάντησε, αλλά σε λίγο το είδαμε να μας πλησιάζει κρατώντας στο χέρι του μια μακριά φουρκάδα[4]. «Που είναι ρε θεια το φίδι»; Ρώτησε τη μη­τέρα μου. Εκείνη του ’δειξε τη μαραθιά και πήγανε οι δυο τους προς τα κει. Εγώ από την τρομάρα μου, για σιγουριά, έμεινα αρκετά πιο πίσω. Πλησιάζοντας το παιδί έπιασε τη μαραθιά και την κούνησε με δύ­ναμη.
Και τότε το είδαμε.
Ήταν μια μεγάλη δεντρογαλιά, πρασινοκίτρινη, αγουροξυ­πνη­μένη, κάπως, από τη νάρκη της. Άρχισε να σέρνεται αργά, αργά ανηφορίζοντας την όχθη, που εκείνη την ώρα την ζέ­σταινε ο πρωινός ήλιος.
Το παιδί σήκωσε ψηλά τη φουρκάδα και ήταν  έτοιμο για το πρώτο κτύπημα, όταν η μητέρα μόλις που πρόλαβε να του φω­νάξει. «Όχι, άστο, μην το σκοτώνεις» και συνέχισε για να δι­καιολογηθεί «είναι τόσο όμορφο και δεν είναι από τα κακά φί­δια».
Εκείνο παραξενεμένο, κάπως, της έκανε το χατίρι. Κατέ­βασε ήσυχα τη φουρ­κάδα και την πέ­ταξε πιο πέρα. Το φίδι συ­νέχισε με το πάσο του να ανεβαί­νει όλο και πιο πάνω στην όχθη, μέχρι που το χάσαμε. Ούτε που έδωσε καμιά σημασία στην παρουσία μας.

Δεν θυμάμαι αν μετά συνεχίσαμε να ψάχνουμε για σα­λί­γκια ή αν γυρίσαμε με την κανίστρα αδειανή. Ένα όμως εί­ναι το σίγουρο. Από τότε μου έμεινε ο τρόμος για τα φίδια.
Τις λίγες φορές, που έτυχε να ξαναδώ φίδι η  τρο­μάρα μου ήταν ίδια και απαράλλακτη με την πρώτη. Ακόμα και στο άκουσμα της λέξης "φίδι" φρικάρω. Ο συνδυασμός αυτών των δυο συλλαβών, φι και δι, βγάζει για μένα έναν ήχο, που μου κόβει τα ήπατα.
       Υπάρχει, όμως και ένα φίδι, που δεν με τρομάζει κι ας είναι τεράστιο. Κάθε άλλο μάλιστα. Είναι εκείνο το πολύχρωμο, το φα­ντα­χτερό, που ο Μέγας Αλέξανδρος κατορθώνει στο τέλος να το σκο­τώσει. Το συμβάν λαμβάνει χώρα  στο θρυλικό πλέον έργο "Ο Μέγας Αλέξανδρος και ο κατηραμένος όφις", που παίζε­ται και ξα­να­παίζεται για μικρούς και για  μεγάλους  στον φωτισμένο μπερντέ του Καρα­γκιόζη…    



[1] μπουγάνα = μεταλλική γάστρα
[2] σαλίγκια = σαλιγκάρια
[3] γράνα = ρέμα
[4] φουρκάδα = ξύλο για στήριξη φυτού, κ.λ.π.



Υ.Γ. Η εικόνα είναι από το διαδίκτυο

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Κώστας Περδίκης: 1951, στην παραλία μας

Με την ελπίδα να ξαναδούμε τέτοιες εικόνες...



Τα πρόσωπα της φωτογραφίας: ο θείος μου Γιώργος
                                                   η ξαδέλφη μου Ντίνα
                                                   ο ξάδελφός μου Κώστας
                                                   η αδελφή μου Δήμητρα 
                                                   και η αφεντιά μου



Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Κώστας Περδίκης:



Ο Γκιώνης
  

Τότε,
βγαίνοντας από το σπίτι του παππού, η νύχτα έπεφτε για τα καλά μαζί με έναν αδιόρατο φόβο. Σφίγγαμε τα χέρια της μάνας μας για να βρούμε δύναμη και σιγουριά, καθώς παίρναμε το κατα­σκότεινο δρομάκι του γυρισμού για το σπίτι μας.
Μέσα στην απόλυτη σιγαλιά από μακριά έφτανε στα αυτιά μας η θλιμμένη φωνούλα ενός πουλιού. Γκιων, Γκιων, Γκιων…«Είναι ο αδελφός του Γκιώνη», μας εξηγούσε η μάνα μας, «που τον έχει χάσει και κάθε βράδυ τον αναζητάει και τον φωνάζει  μέσα στο σκοτάδι». Τα λόγια της μάνας μας πόση λύπη έφερναν στις ψυχούλες μας…

Τώρα,
μένουμε στη μεγάλη πόλη, στην άκρη της, πολύ κοντά στο βουνό. Όπως όλος ο κόσμος έτσι και μεις εδώ και μέρες «μέ­νουμε σπίτι», μπας και γλιτώσουμε από τον κακό ιό που μας ήρθε από την Κίνα. Ζούμε  όλοι μας καταστάσεις πρωτόγνω­ρες:
Η πόλη μας γαλήνεψε.
Η καθημερινή μας τρέλα, να τα προλάβουμε όλα, πήγε στην μπάντα.
Ο ασταμάτητος θόρυβος και η βαβούρα σίγασαν.
Τα χιλιάδες αυτοκίνητα, και τροχοφόρα χάθηκαν. Που και που περνάει κανένα.
Ο αέρας και ο ουρανός καθάρισαν και η απέναντι Αίγινα ήρθε σχεδόν στην αυλή μας.
Οι δρόμοι φαντάζουν άχρηστοι πλέον, καθώς απόμειναν έρη­μοι.

Στη γειτονιά μας, όμως, συμβαίνει κάτι ακόμα. Κάθε βράδυ, με το που πέφτει το σκοτάδι, σαν σε όνειρο, ακούμε και πάλι τη θλιμμένη φωνούλα, τη ξεχασμένη από καιρό, Γκιων, Γκιων,Γκιων…
   Το καλό μας πουλί, φωλιασμένο κάπου κοντά μας, επί ώρες ασταμάτητα κράζει, αναζητώντας μάταια τον «χαμένο του αδελφό». Περασμένα μεσάνυχτα, πέφτοντας στο κρεβάτι, η φωνούλα  Γκιων, Γκιων,Γκιων…μας συντροφεύει και μαζί με τη λύπη της φέρνει και τον ύπνο μας…


Η εικόνα είναι από το διαδίκτυο

Ήταν δυο αδέρφια
πάντα αγαπημένα ,
πρόβατα βοσκούσαν
σ'αρχοντα μεγάλο,
Γκιώνη λεν τον ένα
Δήμο λέν τον αλλο.

Κάποια μέρα ο Γκιώνης,
δυο αρνάδες χάνει,
ψάχνει δεν τις βρίσκει
τριγυρνά και κλαίει,
έρχεται στη στάνη
τ'αδερφού του λέει.

Βρέθηκε και εκέινος
στην κακιά του ώρα,
άδικα χολιάζει,
σα θεριό θυμώνει,
το μαχαίρι φόρα
και τον εσκοτώνει.

Οι αρνάδες ήρθαν
στο κοπάδι πάλι
και ο φονιάς τις βλέπει.
στέκεται κλαμένος,
γέρνει το κεφάλι μετανοημένος.

Και ο θεός τον είδε
που χτυπά τα στήθη,
κλαίει νύχτα μέρα,
θέλει να πεθάνει,
και τον ελυπήθει
και πουλί τον κάνει.

Και γιαυτό το βράδυ,
αμα σκοτεινιάζει
το πουλί θλιμμένο,
στο δενδρί κλαρώνει
κι'ολη νύχτα κράζει
Γκιώνη Γκιώνη Γκιώνη

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Κώστας Περδίκης: Με αφορμή μια φωτογραφία



Ο φούρνος

Ένα φούρνο, πάντα, ήθελε η μάνα μου
να ψήνει τα καλούδια της
ψωμιά, γλυκά, και φαγητά.

Ο μαστρo Θεοδόσης τον χτίζει μαζί με τον βοηθό του.
Τον φτάσανε σχεδόν μέχρι τη μέση.
Το θολωτό τους έμεινε, που ’ναι και το πιο δύσκολο.

Βάλανε και μένα να τους φτιάξω λάσπη.
Ξιπόλητος ζυμώνω γλίνα και  νερό.
Άλλο που δεν ήθελα, το καλύτερο παιχνίδι.

Και τα μαγιό πιο πίσω μας μαζί με τις πετσέτες
στο σύρμα να στεγνώνουν.
Θα ’ταν καλοκαίρι, γύρω στο ’60… 

γλίνα = άργιλος