Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2022

Γιώργος Σεφέρης:

Η απαντητική επιστολή στη Μαριανίνα

  


28 Ιανουαρίου 1962

Αγαπητή Μαριανίνα,

Ευχαριστώ για το καλό γράμμα σας και τα «Σχήματα». Γνώρισα πολλούς Κριεζήδες – ξέρω τον πατέρα σας;  Ελειψα πολύ από την πατρίδα τα τελευταία χρόνια, προσπαθώ να σας τοποθετήσω.

Χθες, σαββατόβραδο, το βιβλίο σας μου κράτησε συντροφιά. Σήμερα το πρωί θυμάμαι «Τ’ αγόρι από την Κίνα», την «Μπαλάντα» και τον «Βεδουίνο με τις αλαβάστρινες καμήλες». Είδατε ποτέ σας την έρημο; Είναι γεμάτη αντικατοπτρισμούς και οράματα.

Μ’ αρέσει ο τρόπος που έχετε να βλέπετε τον φυσικό κόσμο. Οι άνθρωποι είναι πιο δύσκολοι.  Και σκέπτομαι το χρυσόψαρό σας, τον Εδουάρδο. Πρέπει να σας δίνει καλές συμβουλές. Αμα αυτός πάρει τη σύνταξή του και θέλετε ακόμα να γράψετε, θα σας χρειαστεί περισσότερος κόπος.

Όμως συλλογίζομαι πως στην ηλικία σας, ασφαλώς δεν ήξερα να γράφω τόσο καλά όπως εσείς.  Αυτό μου έδωσε χαρά.  Πρέπει να σημαίνει πως ο τόπος προκόβει.

Εχω ταξιδέψει στην Υδρα. Είναι έξοχο νησί. Όμως το περασμένο καλοκαίρι φοβήθηκα την πολυκοσμία της. Πήγα στην Αμοργό. Εκεί δεν έχει πάει ακόμα ο τουρισμός. Μόνο μουλαρόδρομοι. Τη μούλα μας, την έλεγαν Σεβαστή.

Με πολλά χαιρετίσματα,

Γιώργος Σεφέρης

(επιμέλεια – παρουσίαση: Άκη Γαβριηλίδη – Γιώργου I. Αλλαμανή)

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2022

Νίκος Κάσδαγλης (1928-2009):

 

Σοροκάδα*

Είναι μέρες που το νησί κλείνει. Μήτε πλεούμενο σιμώνει, μήτε αεροπλάνο.

Όξω από το Ναυτικόν Όμιλο, σιμά στο φανάρι του «Αϊ-Νικόλα» έχει ένα χαμηλό μόλο ίσα ίσα με τη θάλασσα. Πρέπει να ξιπολυθείς, για να πας στην άκρη του.

Με σοροκάδα, μ' άρεζε να κολυμπάω πίσω από το μόλο, μέσα στους αφρούς που το καβάλαγαν, φυλαγμένος απ' τη δαιμονικήν ορμή της θάλασσας. Σαν ξεπρόβαινα στην άκρη του μόλου μ' άρπαζε ένα κύμα μακρύ, αμάχητο, και με σφεντόναγε μονομιάς εκατό μέτρα πέρα, στ' απάγκιο.

Στον πάτο, τρία τέσσερα μέτρα βαθιά, έχει κομμάτια καλώδια και λαμαρίνες. Ό,τι απόμεινε από 'να αμερικάνικο καταδρομικό, που το διαλύσανε.

Τούτο το πολεμικό είχε έρθει στη Ρόδο για επίσκεψη καλής θελήσεως — κάπως έτσι το λένε, θαρρώ. Το λιμάνι είχε τοιμαστεί για να καλοδεχτεί τους Αμερικάνους. Οι γυναίκες των αξιωματικών είχανε φτάσει απ' την παραμονή, και νιαουρίζανε στα σαλόνια των ξενοδοχείων — αλλόκοτην αίσθηση που σου δίνουν οι Αμερικάνες, σα μαζευτούνε πολλές.

Τα μπαρ ήταν έτοιμα όλα — ο Μπαμπούλας, που γινότανε Black Cat για την περίσταση, το Rio Grande, το Long John και τ' άλλα. Τα κορίτσια τους ήρθαν απ' τον Περσία μαζί με τις γυναίκες των αξιωματικών, και περιμέναν στις πόρτες τα ναυτάκια που θα ξεμπαρκάραν.

Μόνο που πήρε σοροκάδα τ' απόγιομα. Το λιμάνι άδειασε μονομιάς, οι βάρκες τραβηχτήκανε στη στεριά και τα καΐκια κρυφτήκανε στο φυλαγμένο κόρφο, το Μαντράκι. Δυο τρία βαπόρια που βρέθηκαν, λεβάραν* τις άγκυρες και πήγανε στην Ψαροπούλα, από σταβέντο*. Μόνο ο Αμερικάνος απόμεινε, φουνταρισμένος αρόδο*, όξω απ' το λιμάνι. Σαν κατάλαβαν απ' το Λιμεναρχείο πως δεν το 'χε σκοπό να κουνήσει, του μήνυσαν να φύγει, κι η σοροκάδα δε σήκωνε λεβεντιά.

Ο καπετάνιος κούνησε τους ώμους σαν του τα 'πανε. Το δελτίο καιρού έδειχνε άνεμο εφτά οχτώ μποφόρ, κι οι κανονισμοί του προβλέπανε πως με τέτοιον καιρό έπρεπε να 'ναι φουνταρισμένος με τις δυο άγκυρες, με τόσα κλειδιά καδένα στην καθεμιά. Καλού κακού φουντάρισε δυο κλειδιά παραπάνω, κι επιτέλους αν αγρίευε ο καιρός είχε κι άλλη καδένα. Βάστηξε επιφυλακή το μισό τσούρμο, και τις μηχανές αναμμένες, για να 'χει ατμό.

Δε γινόταν καλύτερη φροντίδα, αλίμονο αν αλλάζαν αραξοβόλι τ' αμερικάνικα πολεμικά, με την κουβέντα ενός ντόπιου λιμενάρχη· τι τους είχαν τους κανονισμούς!

Μόνο που φρεσκάρισε η σοροκάδα, με το σούρουπο. Δουλεύοντας επίμονα, ύπουλα, το μπόντζι* ξεκλείδωσε τη μια καδένα, και το καράβι απόμεινε φουνταρισμένο στο 'να σίδερο. Από κει και πέρα, δεν το γλιτώνανε. Βάρεσε συναγερμός, το τσούρμο χίμηξε να μανουβράρει, πού να προφτάσει! Το πολεμικό ξέσυρε σα φρόκαλο* το σίδερο, και κόλλησε πάνω στα βράχια του χαμηλού μόλου. Οι Αμερικάνοι πηδούσανε στη θάλασσα σαν τα μπακακάκια, κι οι ντόπιοι μαζευτήκανε στην ακρογιαλιά και τους μαζεύανε μισοπνιγμένους.

Την άλλη μέρα το πρωί η σοροκάδα έσπασε. Τ' αμερικάνικο καράβι ήταν καθισμένο ψηλά πάνω στα βράχια, κι ο κόσμος το χάζευε από μακριά — δεν τον αφήναν να σιμώσει. Έμοιαζε απείραχτο, να το πετάξεις στη θάλασσα και να ξαναφύγει, έτσι πίστεψαν οι πολλοί. Οι θαλασσινοί κουνούσαν το κεφάλι, ξέραν πως το καράβι είχε πεθάνει πια...

Το κουφάρι απόμεινε δυο τρεις μήνες καρφωμένο στα βράχια του χαμηλού μόλου, για να δοξάζει τους κανονισμούς. Ύστερα το διαλύσανε. Ένας βουτηχτής σκοτώθηκε πάνω στη δουλειά.

Αν κοιτάξεις με το γυαλί, βλέπεις ακόμα στον πάτο παλιές λαμαρίνες και κομμάτια καλώδια.



σοροκάδα: (σορόκος και σιρόκος): νοτιανατολικός άνεμος.

λεβάρω: (λέξη ιταλ.): τραβώ καταπάνω, ανασύρω, σηκώνω.

σταβέντο: (λ. ιταλ.): απάνεμα.

αρόδο και αρόδου: (λ. ιταλ.)· ναυτ. όρος που σημαίνει ότι κάποιο πλοίο έχει αγκυροβολήσει στ' ανοιχτά του λιμανιού, δηλ. δεν έχει αράξει σε αποβάθρα.

μπόντζι και μπότζι: κλυδωνισμός (ταλάντευση) του πλοίου μια προς τη δεξιά πλευρά, μια προς την αριστερή, ανάλογα με το κύμα. Ο κλυδωνισμός πλώρης-πρύμνης (δηλ. μια σηκώνεται ψηλά η πλώρη και μια η πρύμνη), λέγεται σκαμπανέβασμα.

φρόκαλο: σκουπίδι



Ο Νίκος Κάσδαγλης (1928 - 2009) ήταν Έλληνας συγγραφέας και λογοτέχνης. Το πιο γνωστό από τα έργα του είναι οι «Κεκαρμένοι», το οποίο έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο. Τιμήθηκε με το δεύτερο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 1956 για το μυθιστόρημά του Τα δόντια της μυλόπετρας. Το 1969 βραβεύτηκε από το Ίδρυμα Φορντ για το λογοτεχνικό έργο του.[2] Υπήρξε συνιδρυτής (1981) της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων.

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2022

Μαριανίνα Κριεζή (1947-2022):

 Μια δεκατετράχρονη μαθήτρια γράφει στον Σεφέρη...



Μ. Κριεζή
Χλόης 5, Ψυχικό
Αθήνα
Ελλάς.

20 Ιανουαρίου 1961.



Αγαπητέ μου κε Σεφέρη,

Σας στέλνω το πρώτο μου μικρό βιβλίο με σχήματα και ρυθμούς από τη ζωή μου, σαν πρόφαση να σας μιλήσω όχι για θαυμασμό, μα για ευγνωμοσύνη. Έμαθα την ποίηση από επιγραμματικές σας ή συνεχόμενες εξωτερικεύσεις, από εξωτερικεύσεις που μου δόθηκαν με τόσην απαλότητα, με τόση εμπιστοσύνη _ πήρα για πρώτη μου φορά στα χέρια την ποίηση που καταργεί και την παραμικρότερη τεχνική και γίνεται σφυγμός ψυχής. Και το τέλεια αληθινό δεν σηκώνει κριτική, δεν σηκώνει κατάφαση, μόνο πολλή αγάπη. Τι παράξενο, να στέκεται ένας άνθρωπος γυμνός πάνω σε μια πέτρα· θα πρέπει ν’ αγαπάτε πολύ τους ανθρώπους, να μη σας έχουν απογοητεύσει ποτέ. Η αληθινή ομορφιά είναι η απίστευτα κι’ ανεύρετα ειλικρινής προσφορά – και δεν έχω να σας πω παρά ένα το ίδιο ειλικρινές «Ευχαριστώ».

Όμως, είναι κρίμα να μένετε στο Λονδίνο. Ο μπαμπάς, όποτε πηγαίνει για τις δουλειές του γυρίζει με θλιμμένο ύφος και λίγο εξαϋλωμένος. Κάνει κι’ αδεξιότητες είναι αλήθεια – ας πούμε, πάει στο Κινέζικο εστιατόριο και τρώει λουλούδια. Μα … ο καιρός … θα σας λείπει τόσο το κλίμα μας, το χρώμα, ο χαρακτήρας, ο ουρανός μας – προπαντός αυτός! Όταν γυρίσετε για λίγες ημέρες, πρέπει να πάτε στην Ύδρα. Θα γεμίση η ομπρέλλα σας Ελλάδα για πολύν καιρό. Είναι πατρίδα μου η Ύδρα. Έχουμε ένα μεγάλο σπίτι εκεί με στέρνα και χελιδονοφωλιές, που βλέπει στη θάλασσα.

Είμαι δεκατεσσάρων χρονών τώρα. Έχω τους γονείς μου, ένα χρυσόψαρο τον Εδουάρδο, ένα ποδήλατο και καλά βιβλία. Το γατάκι μου πέθανε. Σε μερικές μέρες έχω και διαγωνισμούς. Πάω στο Αμερικανικό Κολλέγιο Θηλέων Ελληνικού όπου συννεφιάζω απ’ τ’ αγγλικά και το θόρυβο των αεροπλάνων. Ξέρω αρκετά γαλλικά και ζωγραφίζω πού και πού, αγαπώ το θέατρο, τα γλυκά και το Μόζαρτ, μα στα μαθήματα δεν είμαι σπουδαία.

Όνειρό μου είναι ν’ αποχτήσω ένα ποίημά σας σε χειρόγραφό σας, να το κρεμάσω απέναντι στο κρεββάτι μου και να το βλέπω κάθε πρωί. Θάναι μια από τις μεγάλες χαρές της ζωής μου.

Με την αγάπη μου
Μαριανίνα.



Πηγή: Ακης Γαβριηλίδης,
nomadic universality.

Βιογραφικό

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947, μεγάλωσε στο Ψυχικό και κατάγεται από την Ύδρα. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών χωρίς να πάρει πτυχίο, και Διακοσμητική - Σκηνογραφία στα εργαστήρια της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, όπου ολοκλήρωσε τις εκεί διετείς σπουδές της.

Το 1969 πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει σχέδιο υφάσματος, επέστρεψε στην Ελλάδα, εργάστηκε ως γραφίστρια και την άνοιξη του 1977 άρχισε να συνεργάζεται με το Τρίτο Πρόγραμμα όταν διευθυντής ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Εκεί έγραψε τους στίχους όλων των τραγουδιών της ραδιοφωνικής εκπομπής Εδώ Λιλιπούπολη ενώ συμμετείχε και στα κείμενα, ιδίως ως συγγραφικό δίδυμο με την ηθοποιό Αννα Παναγιωτοπούλου. Συνέπραξε επίσης, ως κειμενογράφος, σε επιθεωρήσεις της «Ελεύθερης Σκηνής».

Στη μακρά σταδιοδρομία της ως στιχουργός συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με τους: ΑρλέταΕλένη ΔήμουΣτράτος ΔιονυσίουΜαργαρίτα ΖορμπαλάΣαβίνα ΓιαννάτουΜιχάλης ΜπαζάκαςΔήμητρα ΓαλάνηΒασίλης ΠαπακωνσταντίνουΜιχάλης Χατζηγιάννης, ενώ στίχους της έχουν μελοποιήσει συνθέτες όπως οι Λένα Πλάτωνος, Νίκος Κυπουργός, Δημήτρης Μαραγκόπουλος, Νίκος Χριστοδούλου, Λάκης ΠαπαδόπουλοςΓιάννης ΣπανόςΔήμητρα ΓαλάνηΜιχάλης ΚαπούλαςΕυσταθίαΤάκης ΜουσαφίρηςΔιονύσης Τσακνής κ.ά.

Ως παραγωγός στην ΕΡΑ παρουσίασε διάφορες εκπομπές, όπως την φιλοζωική «Μου το'πε ένα πουλάκι», τη νυχτερινή «Το νυχτικό του πύργου» και την εκπομπή «Αύριο όλα θα είναι καλύτερα». Απεβίωσε σε ηλικία 75 ετών στις 6 Φεβρουαρίου 2022.[2][3]

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2022

Η Αθήνα του 1930-1960: Συνέχεια...

 Μας ξεναγεί ο συγγραφέας Γιώργος Κυριακόπουλος


Το lifestyle και οι συνήθειες του «καλού κόσμου»

Από τη δεκαετία του 1930, η τότε «ιθύνουσα τάξη», αισθανόμενη ότι δεν καπελώνεται από τον βασιλιά, προσπαθεί να δημιουργήσει. Άρχισε η εκβιομηχάνιση, ο εξηλεκτρισμός, αυξάνει ο όγκος των εξαγωγών, ακμάζουν οι τέχνες, φτιάχνονται εκατοντάδες σχολεία. Είναι και η εποχή της πολυκατοικίας και ο «καλός κόσμος» μαθαίνει να συνυπάρχει με άλλες τάξεις. Τα διαμερίσματα είναι μοντέρνα, παρέχουν άλλες, καλύτερες ανέσεις από τις συνηθισμένες της εποχής, όπως καλύτερη θέρμανση για παράδειγμα, αλλά και οι πολυκατοικίες έχουν ταξικά χαρακτηριστικά. Άλλοι ζουν στο υπόγειο, άλλοι στα δυαράκια των πρώτων ορόφων και άλλοι στα ρετιρέ. Είναι και η εποχή του αυτοκινήτου, που έδιναν τη δυνατότητα για μια μικρή ή μεγαλύτερη εκδρομή ή για ένα πικνίκ.

Η Πανεπιστημίου είναι πάντα η Μέκκα της διασκέδασης, κάθε είδους. Στο ισόγειο του Rex, που κατασκευάστηκε το 1937, στεγάζεται το σινεμά Σινεάκ που προβάλει τα πρώτα Μίκυ Μάους. Τα ίδια περίπου χρόνια εμφανίζεται το καμπαρέ Argentina στη Φιλελλήνων, που τα καλοκαίρια μετακομίζει στο Καλαμάκι. Εδώ γίνονται τα καλλιστεία και οι εφημερίδες διαφωνούν μεταξύ τους για το ποια κοπέλα θα έπρεπε να είναι η νικήτρια του διαγωνισμού.

Στο Μετοχικό Ταμείο Στρατού, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το πολυκατάστημα Attica, στο κτίριο με τη μεγαλύτερη επιφάνεια στον Δήμο Αθηναίων μετά τη βιβλιοθήκη του Αδριανού στην Πλάκα, από το ’40 θα βρούμε το Φλόκα (τα αδέρφια ήρθαν από τη Θεσσαλονίκη δύο χρόνια νωρίτερα) και το Zonar’s (για το οποίο ο Σεφέρης έλεγε ότι ήταν χυδαία διακοσμημένο), ενώ οι καλύτεροι κινηματογράφοι θεωρούνταν το Μαξίμ και το Παλλάς.

Η καλύτερη μέρα του Παλλάς ήταν η Δευτέρα, όταν πήγαιναν να παρακολουθήσουν τις πρεμιέρες οι βασιλείς με τα πριγκιπόπουλα και οι Αθηναίοι, κάποιοι από αυτούς, ο «καλός κόσμος», ενθουσιαζόταν στην ιδέα να βρεθεί στην ίδια αίθουσα με τη βασιλική οικογένεια. Δίπλα στο Παλλάς, το 1940 άνοιξε το περίφημο καφέ Brazilian, που πρώτο προσέφερε εσπρέσο και αποτέλεσε στέκι διανοουμένων.

Ο συγγραφέας Κώστας Ταχτσής έγραψε το 1948 ότι στο Brazilian βρίσκονταν ανά πάσα στιγμή καμιά 10αριά άνθρωποι που θα μπορούσαν, με τα καλά και τα κακά τους, να εκπροσωπήσουν την Ελλάδα του πνεύματος. Όσο για το Μαξίμ, στην Αμερικής, παρέμεινε κινηματογράφος μέχρι που το πήρε και το έκανε θέατρο η Αλίκη Βουγιουκλάκη το 1971.

Πηγή: De Facto

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2022

H Αθήνα του 1930-1960:

Μας ξεναγεί ο συγγραφέας Γιώργος Κυριακόπουλος




Στον «καλό κόσμο» άρεσε η καλή ζωή. Σύχναζαν σε καφενεία και ζαχαροπλαστεία. Ψώνιζαν από το μπακάλικο του Θανόπουλου στην Αιόλου, που ήταν το πρώτο ντελικατέσεν της Αθήνας. Ο Τύπος της εποχής περιέγραφε πώς ο Θανόπουλος ταξίδευε ο ίδιος σε όλο τον κόσμο για να φέρει τα εκλεκτότερα προϊόντα. Ήταν ο πρώτος που γνώρισε στους Αθηναίους την τυποποιημένη συσκευασία, την αυτοεξυπηρέτηση (self service) αλλά και την αποστολή κατ’ οίκον, ενώ από το 1931 πρόσθεσε στις υπηρεσίες του και έτοιμο φαγητό. Η Πανεπιστημίου ήταν για πολλές δεκαετίες το κέντρο της ζωής της αστικής τάξης.

Διάσημο ήταν το ζαχαροπλαστείο-καφενείο Ηνωμένα Βουστάσια, το οποίο γκρεμίστηκε το 1933 για να γίνει αρχικά το σινεμά Τιτάνια και στη συνέχεια το ξενοδοχείο Τιτάνια. Δίπλα βρισκόταν το καφενείο Ρωσσικόν, στο πατάρι του οποίου αγωνιούσε ο Βασίλης Λογοθετίδης μήπως και τον απατούσε η Ίλυα Λιβυκού στην ταινία «Ούτε γάτα, ούτε ζημιά». Όσο για το κατάστημα Λουκουμάδες Αιγαίον, που έκλεισε πριν από τρία χρόνια, μπορεί να μην ήταν προορισμός του αστικού κόσμου, είχε όμως αξεπέραστους λουκουμάδες και όλες αυτές τις εικόνες τις είχε ζήσει, καθώς βρισκόταν στην Πανεπιστημίου 46 από το 1926.

Δίπλα στη σημερινή Στοά Νικολούδη βρισκόταν το φημισμένο ζαχαροπλαστείο του Τσίτα. Εδώ φτιάχτηκαν τα πρώτα τσιπς στην Αθήνα κι εδώ χρησιμοποιήθηκε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 το πρώτο μπλέντερ. Ο Τσίτας όμως, ο οποίος στην Κατοχή κράτησε 180 εργαζόμενους με κίνδυνο να φαλιρίσει, είχε ένα τέλος που δεν το περίμενε. Κάποια στιγμή, το 1959, ένα διπλανό του κτίριο άρχισε να ανακαινίζεται.

Όμως, αυτό είχε αποτέλεσμα να φύγουν δεκάδες ποντίκια και να βρουν «καταφύγιο» στο εργαστήριο του Τσίτα. Ένας αστίατρος το ανακάλυψε το 1959, οι εφημερίδες γέμισαν σχετικές γελοιογραφίες, και ο επιχειρηματίας δεν κατάφερε να ορθοποδήσει ποτέ, μέχρι που χρεοκόπησε το 1968.

Πηγή: De-Facto

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2022

Ο ''Τσάκα-τσούκας'':

 Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΙΩΝΟΒΙΟΥ ΒΙΚΤΩΡΑ, ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΗ ΣΤΟ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙ, 

ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΚΑΤΕΓΡΑΨΕ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΙΣΙΜΙΣΗΣ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ 
«ΒΟΥΡΛΑ - ΤΡΟΥΜΠΑ»



Εγώ πριν τον πόλεμο, μετά τη δουλειά μου τα βράδια, πούλαγα σποράκια, στραγάλια και φιστίκια με το καλαθάκι. Πήγαινα στους σινεμάδες και όταν δεν ξεπούλαγα, κατέβαινα στην Τρούμπα. Εκεί ήταν πιο ήσυχα. Στα Βούρλα δεν πήγαινα βράδυ γιατί εκεί ήταν όλο χασικλήδες, εκτός από κάτι απογεύματα πριν νυχτώσει, όταν ήταν φύλακας ο Μήτσος απ’ τον Πύργο. Μπασκίνας ήτανε· αλλά καλός άνθρωπος. Του ’δινα λίγα φιστίκια και μ’ άφηνε να τρυπώνω και να πουλάω μέσα, στις κοπέλες. Εκεί μου γυάλισε μια Κρητικιά – η Σούλα. Ήταν ψηλή, μελαχρινή, όμορφη κοπέλα. Είχε και δυο παιδιά· τα φύλαγε η μάνα της μου είχε πει. Εγώ της χάριζα στραγάλια για τα παιδιά της κι εκείνη μου έλεγε τον πόνο της. Είχαμε γίνει φίλοι. Πώς να της πω ότι ήθελα να πάω μαζί της; Όχι ότι δεν θα πλήρωνα, αλλά ντρεπόμουνα.

 

Μια φορά από τις πολλές που κουβεντιάζαμε, φαίνεται πως το κατάλαβε. Φορούσε κάτι πολύ ανοιχτό κι εγώ δεν είχα ξεκολλήσει τα μάτια μου από τα στήθια της. "Ρε Τσάκα-τσούκα" μου είπε "με γουστάρεις;" (έτσι με φώναζαν, από τα σποράκια που πουλούσα. Ο Βίκτωρας ο Τσάκα-τσούκας). Εγώ ντράπηκα πολύ, αλλά είχα φουντώσει κιόλας. Χαμήλωσα τα μάτια μου και της έκανα νόημα με το κεφάλι, που σήμαινε ναι. Μ’ αγκάλιασε και κάναμε ό,τι κάναμε. Είπα να την πληρώσω αλλά δεν το δέχτηκε. "Από σένα θα πάρω λεφτά; Εσύ είσαι ο δικός μου άνθρωπος" μου είπε.

 

Μετά ήλθε ο πόλεμος και χαθήκαμε. Τα Βούρλα έγιναν φυλακές. Εγώ δεν έβρισκα φιστίκια για να πουλήσω. Μόνο καμιά φορά στη μαύρη αγορά. Δεν τα έβαζα όμως στο καλαθάκι, γιατί στον δρόμο θα ’τρωγαν κι εμένα· όχι μόνο τα φιστίκια. Και με το δίκιο τους. Ο κόσμος πεινούσε. Πέθαινε απ’ την πείνα. Τα έκρυβα σε μια τσαντούλα πάνινη που είχα φτιάξει από μαξιλαροθήκη και πήγαινα στην Τρούμπα το βράδυ. Εκεί, είχα τους πελάτες μου – τις πατρόνες που είχαν τα σπίτια.

 

Ένα βραδάκι, χειμώνας ήτανε κι έβρεχε πολύ, είχα αγοράσει λίγα φιστίκια και πήγα στην Τρούμπα να τα πουλήσω. Μπαίνοντας σ’ ένα σπίτι στη Νοταρά, όλες οι κοπέλες ήταν μαζεμένες γύρω από το μαγκάλι με τα κάρβουνα για να ζεσταθούνε. Μαζί και η χοντρή πατρόνα – δεν θυμάμαι τ’ όνομά της να σ’ το πω. Εγώ μουσκεμένος ως το κάκκαλο. Άκουσα τότε μια από τις κοπέλες να μου φωνάζει: "Ρε Τσάκα-τσούκα, τι θες εσύ εδώ;". Γνώριμη φωνή. Ήταν η Σούλα η Κρητικιά από τα Βούρλα, που είχαμε χαθεί.

 

Έκατσα να ζεσταθώ λίγο μαζί τους και να μιλήσω με τη Σούλα. "Τι έγινες; Για πες μου, Σούλα". "Κατέβηκα στην Κρήτη με τα παιδιά και τη μάνα μου μόλις μας έδιωξαν από τα Βούρλα. Εκεί βρίσκεις και κάτι να φας. Αλλά μετά από λίγο καιρό είδα ότι δεν με σήκωνε άλλο το κλίμα. Όλο υπονοούμενα ήταν ο κόσμος και φοβήθηκα μη μάθουν τα παιδιά μου τη δουλειά που κάνω. Έτσι, ξαναγύρισα εδώ".

 

Φεύγοντας, αφού πούλησα τα φιστίκια στην πατρόνα, φώναξα τη Σούλα να τη χαιρετήσω. Μόλις ήλθε κοντά μου, έβαλα το χέρι μου στην τσέπη –είχα κρύψει μισή χουφτίτσα φιστίκια– και της είπα: "Πάρε αυτά, να τα δώσεις στα παιδιά". "Μα τα παιδιά είναι στην Κρήτη". "Ε... τότε φάτα εσύ". Έφυγα γιατί ένιωθα ότι βουρκώνουν τα μάτια μου. Και η Σούλα μου φώναξε: "Α ρε Τσάκα-τσούκα, πάντα ο ίδιος έμεινες!".

Πηγή: Lifo

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2022

Παναγιώτης Κ. Γεωργακόπουλος:

 Ένας αξιόλογος ποιητής





Στοχασμοί περί Ποιήσεως

Για να κατακτήσει κανείς την ποίηση, της οφείλει μια σχετική αγάπη και αφοσίωση, για να μπορεί να διεισδύει μέσα στις γραμμές.

Έτσι θα μπορέσει να μετασχηματίζει έννοιες και νοήματα με βάση τη δική του κοσμοθεωρία, διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο δημιουργικού διαλόγου με το συγγραφέα. Αλλιώς είναι ένας απλός διαβαστής, που δεν έχει βρει τον πλούτο του υπεδάφους και απλώς αγγίζει την επιφάνεια των πραγμάτων.

Ο ποιητής είναι ο μύστης της ζωής. Είναι αυτός που προσπαθεί να διακρίνει ότι κρύβεται πίσω από ένα δάκρυ που κύλισε στο μάγουλο, πίσω από το σκοτεινιασμένο βλέμμα, κάτω από ένα λυπημένο μειδίαμα που μόλις διακρίνεται στις άκρες των χειλιών.

Η δε ποίηση είναι μια μετουσίωση των συναισθημάτων πρώτα σε στοχασμό και κατόπιν ο στοχασμός γίνεται λέξεις, στίχοι.

Θεωρώ ότι κανείς, ούτε και ο ίδιος πολλές φορές, δεν μπορεί να πει με ακρίβεια τι γράφει ένας ποιητής, ή τι είναι αυτό που τον κάνει να γράφει.

Ίσως περισσότερο θα πρέπει να σταθούμε στο σκοπό και σε τι προσφέρει ή βοηθά η ποίηση.

Η ποίηση είναι ίδια η ζωή, όπως κι ο έρωτας, που κρύβει περίτεχνα αυτό που μας κάνει ερωτευμένους. Έχει τη δυνατότητα να είναι πράξη ερωτική, πράξη απόγνωσης, μαγεία, διαφυγή, απόδραση. Ακροβατεί και είναι αυτό που χαρίζει ίσως συγκίνηση.

Σε ανεβάζει στον ουρανό, σε κατεβάζει στη κόλαση, σε κάνει να χαίρεσαι ή να λυπάσαι.

Είναι σαν να λέμε τι συναισθήματα σου προκαλεί το άκουσμα ενός κελαϊδισμού αηδονιού, κοκκινολαίμη ή κοτσυφιού τώρα το χειμώνα.

Είναι το απροσδιόριστο ευλαβικό συναίσθημα ενός μη θρησκόληπτου, όταν μπαίνει σε ένα έρημο εκκλησάκι της Σκύρου, πλάι στη θάλασσα ή στο βουνό, με τις μισοσβησμένες - ξεθωριασμένες τοιχογραφίες από την υγρασία και το χρόνο.

Η αγαλλίαση που προσφέρει το άναμμα ενός φτηνού κεριού στο μανουάλι από άμμο...


Ο Παναγιώτης Κ. Γεωργακόπουλος γεννήθηκε στη Ζαχάρω Ηλείας το 1962.
Απόφοιτος της στρατιωτικής σχολής Ικάρων.
Σήμερα Αντιπτέραρχοες ε.α.