Σάββατο 25 Μαΐου 2024

Κώστας Περδίκης: Η πεπoνόφλουδα

 


Η  πεπονόφλουδα

 

Για να μπούμε στο Γυμνάσιο, τότε, τελειώνοντας το Δημοτικό, δώσαμε εξετάσεις. Τον Φεβρουάριο γράψαμε τα πρώτα μας διαγωνίσματα.

Μαθηματικά μας έκανε ένας καλός μαθηματικός, αλλά και μέγας είρων. Τους "αδύνατους", στα μαθηματικά, μαθητές, τενεκέδες τους ανέβαζε και τενεκέδες τους κατέβαζε.

Μας έβαλε λοιπόν ένα  πρόβλημα, που ήταν κάπως έτσι:

"Ένας εργαζόμενος παίρνει μεροκάματο 35 δραχμές και  εργάζεται όλες τις μέρες, εκτός της Κυριακής. Για φαγητό δίνει 15 δραχμές τη μέρα και για άλλα μικροέξοδα 35 δραχμές τη βδομάδα. Πόσες δραχμές του περισσεύουν να διαθέτει για ενοίκιο τη μέρα";

Μου φάνηκε πολύ εύκολο και τελειώνοντας γρήγορα παρέδωσα την κόλλα μου και βγήκα έξω. Η μόνη μου αμφιβολία για το αποτέλεσμα ήταν ότι το νούμερο που έβγαλα δεν ήταν "σρογγυλό".

Πριν από μένα είχε τελειώσει η Τερψιχόρη, πολύ καλή μαθήτρια, στην οποία έσπευσα για να επαληθεύσω το αποτέλεσμα.

«Την πάτησες», μου λέει, «δεν υπολόγισες ότι ο εργαζόμενος τρώει και την Κυριακή». Το σωστό αποτέλεσμα ήταν 10 δραχμές κι εγώ είχα βγάλει 12,14.

Ζεματίστηκα, όχι τόσο για τον βαθμό που θα έπαιρνα, όσο για το ότι το λάθος μου θα χάλαγε την καλή  εικόνα μου σαν μαθητή, στα μάτια του καθηγητή μου.

Εκείνο το λάθος, όμως, από τότε μου έγινε μάθημα. Στις άπειρες εξετάσεις που επακολούθησαν, στο Γυμνάσιο, Λύκειο, Εισιτήριες, Πολυτεχνείο δεν παρέδινα τη κόλλα μου πριν  κάνω πολλούς ελέγχους και πριν λήξει ο χρόνος.

Έχουν περάσει τόσα χρόνια.

Το μοιραίο μου λάθος το θυμάμαι ακόμη, όπως δεν μπορώ να ξεχάσω και το ειρωνικό γελάκι εκείνου του Μαθηματικού μας, μόλις διαπίστωσε ότι είχα πατήσει την πεπονόφλουδα, που ο πονηρός μας είχε ρίξει…


Σάββατο 18 Μαΐου 2024

Άκης Παπαντώνης (1978): Τριάντα χρόνια πριν, τριάντα χρόνια μετά

 


«Πόσα χρόνια είχες να έρθεις;» ρώτησε η γυναίκα με το χέρι αντήλιο.

Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα, λες και μετρούσε από μέσα του ένα ένα τα χρόνια: «Τριάντα χρόνια. Ακριβώς τριάντα».

Πρόφερε τον αριθμό χαμογελαστός, μα η φωνή του είχε το βάρος πολύχρονης λύπης.

«Το σπίτι ήταν κάπου εκεί, μετά τη γωνία», συνέχισε, βοήθησε το ένα πόδι του να διπλώσει επάνω στο άλλο και ίσιωσε τα μαύρα γυαλιά του.

Η γυναίκα κοιτούσε μια εκείνον, μια τον ορίζοντα. Μιλούσαν αγγλικά, οι προφορές τους όμως μαρτυρούσαν πως δεν ήταν κανενός η μητρική γλώσσα· δεν ήταν η γλώσσα στην οποία σκέφτονται ή στην οποία παραμιλούν στον ύπνο τους. Ο ήλιος ήταν ψηλά, δυνατός – τέλη Απρίλη και το πάρκο γεμάτο γονείς με κοντομάνικα και μικρά παιδιά πασαλειμμένα αντηλιακό.

«Χαίρομαι πολύ που είσαι εδώ», είπε η γυναίκα χωρίς να τραβήξει στιγμή το βλέμμα της από τον ορίζοντα.

Ο άντρας γέλασε, κοιτώντας κι εκείνος ευθεία μπροστά: «Μου έλειψε. Και η πόλη και εμείς. Τίποτα δεν άλλαξε».

Η γυναίκα τού έπιασε στιγμιαία το χέρι.

Ο άντρας συνέχισε: «Τότε έφερνα συχνά τους μικρούς εδώ. Ή ίσως στο άλλο πάρκο, το μικρότερο… δεν θυμάμαι».

«Δεν πειράζει», είπε η γυναίκα, μα εκείνος συνέχισε: «Και είχα και τότε αυτή την αίσθηση πως εδώ κάτι σε καλεί να είσαι πού και πού ράθυμος».

Η γυναίκα συγκατένευσε κι ανακάθισε στο παγκάκι με δυσκολία.

«Ποτέ μου όμως δεν το θεώρησα δεδομένο αυτό. Αυτό το δικαίωμα στη ραθυμία· το να κάθεσαι στον ήλιο και απλώς να κοιτάζεις τον ορίζοντα και τα μικρά να παίζουν στα πόδια σου», είπε ο άντρας.

«Κοίτα αυτόν τον πατέρα», είπε η γυναίκα λες κι ήθελε να αλλάξει γρήγορα κουβέντα, «πόσο βίαια σπρώχνει την κούνια».

«Κι εγώ έτσι δεν έκανα; Ετσι έκανα, να λέμε αλήθεια», είπε χαμογελαστά ο άντρας.

«Είναι επικίνδυνο, θα έπρεπε να του κάνω παρατήρηση. Κοίτα πώς τραντάζεται ο λαιμός της μικρής», επέμεινε η γυναίκα και η φόρμα της στραφτάλιζε στο έντονο φως.

«Οι άντρες –γονιδιακά, θα έλεγε κανείς, ε;– έλκονται από τον κίνδυνο», είπε ο άντρας χαμογελώντας ακόμα.

«Είναι επικίνδυνο. Ολα έχουν τον χρόνο και τον χώρο τους», απάντησε η γυναίκα με ύφος που διαρκώς σκοτείνιαζε.

«Ολα έχουν τον χρόνο και τον χώρο τους, Ντίνα», είπε εκείνος πιο σοβαρά τώρα και αναζήτησε το χέρι της.

Την άγγιξε και το ύφος της γλύκανε, μα εκείνη απέσυρε το χέρι της προσεκτικά, λες κι ήταν γυάλινο και κινδύνευε με το παραμικρό να γίνει θρύψαλα.

«Δες, τώρα σπρώχνει την κούνια η μητέρα. Ας κάνουμε το πείραμα», την προέτρεψε ο άντρας.

Γύρισαν λίγο κι οι δυο τους προς τη μεριά που ήταν οι κούνιες, και στα σώματά τους, κάτω από τις φαρδιές φόρμες, διαγραφόταν σαφώς το πώς τα είχε οργώσει ο χρόνος που μεσολάβησε από την τελευταία τους συνάντηση.

«Σπρώχνει, αλλά κοιτάζει μόνο το τηλέφωνό της», επισήμανε ο άντρας, μα η γυναίκα δεν αποκρίθηκε.

Εμειναν εκεί σιωπηλοί για ώρα: εκείνος πίσω από τα σκούρα γυαλιά του και με το δεξί χέρι μόνιμα χαμηλά στην πλάτη της· εκείνη με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και τα μάτια μισόκλειστα, έτσι που να μην μπορεί να πει κανείς αν ονειρευόταν ή αν την ενοχλούσε το φως. Μπροστά τους παρήλαυναν παιδιά με μεγάλα παιχνίδια στα χέρια, γονείς που έσερναν μικρά ποδήλατα ή πατίνια, σκυλιά με τη γλώσσα να κρέμεται έξω από το στόμα.

«Θα άλλαζες κάτι σε αυτά τα τριάντα χρόνια;» ρώτησε τελικά η γυναίκα γυρνώντας με κόπο προς το μέρος του.

Εκείνος ανασηκώθηκε και αναστέναξε θεατρικά: «Εκανα πολλά λάθη, όχι μόνο αυτά τα τριάντα χρόνια, Ντίνα. Εχω όμως υπάρξει τυχερός, δεν νομίζεις κι εσύ; Τυχερός γιατί τα όποια λάθη τα έκανα με όλη μου την καρδιά».

Στο πρόσωπο της γυναίκας στριμώχτηκαν εκείνη τη στιγμή οι εκφράσεις της έκπληξης, της χαράς, της αβεβαιότητας για το αν θα έπρεπε να φωνάξει από ευτυχία ή από εκνευρισμό.

«Και συχνά με κακή κρίση», πρόσθεσε τελικά, κι ο άντρας ξέσπασε σε τέτοια γέλια που τον έπιασε βήχας.

Η γυναίκα τον χτύπησε στην πλάτη με την ανησυχία νεαρής μητέρας κι εκείνος της έκανε νόημα πως είναι όλα ΟΚ.

«Φυσικά με κακή κρίση, Ντίνα», της είπε με το πλατύτερο χαμόγελό του και πλησίασε λες κι ήθελε να τη φιλήσει.

«Ξέρεις τι έχει επηρεάσει την κρίση σου τώρα, Καρλ;» ρώτησε αυστηρά η γυναίκα. «Η ιδέα του ψητού αρνιού που μας περιμένει στο σπίτι».

«Κι εκείνων των πολύχρωμων αβγών που έβαφες το Πάσχα», συμπλήρωσε ο άντρας. «Θα κάνουμε αυτό που τα τσουγκρίζουμε;» τη ρώτησε αρπάζοντάς της το χέρι.

Κι εκείνη, χωρίς να αντισταθεί, απάντησε: «Τριάντα χρόνια πέρασαν, Καρλ, θα κάνουμε όσα επιτρέπει η κακή κρίση και των δυο μας. Πάμε». Και καθώς ο άντρας τη βοηθούσε να σηκωθεί, εκείνη έκανε βιαστικά τον σταυρό της.

Ο Άκης Παπαντώνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Είναι καθηγητής Επιγενετικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν· γράφει και μεταφράζει λογοτεχνία. Τα βιβλία του, η νουβέλα «Καρυότυπος» (2014, Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του περιοδικού «Ο Αναγνώστης»), το μυθιστόρημα «Ρηχό νερό, σκιές» (2019) και η ποιητική συλλογή «bildungsroman» (2021) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κίχλη.

Πηγή: efsyn

Σάββατο 11 Μαΐου 2024

Σταύρος Ζουμπουλάκης (1953): Για τον Πολ Όστερ




Το βάρος του καπνού



Θέλω να ξοφλήσω σήμερα, μέρες που είναι, ένα παλιό προσωπικό κινηματογραφικό χρέος, που χρόνια και χρόνια λέω να το κάνω κι όλο το αναβάλλω: να γράψω δυο λόγια για την ταινία των Γουέιν Γουάνγκ και Πολ Oστερ «Ο καπνός» (Smoke, 1995). Την έχω δει αμέτρητες φορές, με την ίδια πάντα αμείωτη χαρά και συγκίνηση, για αισθητικούς και εξωαισθητικούς λόγους. Έγινα από την πρώτη στιγμή λάτρης της. Για ένα διάστημα αγόραζα, μία φορά τον χρόνο, εγώ που δεν είμαι καπνιστής, λεπτά πούρα Schimmelpennick, αυτά που καπνίζει ο συγγραφέας της ταινίας, και κρατούσα το μεταλλικό κουτί για τα στυλό και τα μολύβια μου.

Το ψέμα του Oγκι ήταν μια μεγάλη πράξη καλοσύνης, και ας λένε ό,τι θέλουν οι καντιανοί.

Ο Oστερ δημοσίευσε στους New York Times, τα Χριστούγεννα του 1990, το διήγημα «Auggie Wren’s Christmas Story». Ο σκηνοθέτης Γουέιν Γουάνγκ του ζήτησε να το γυρίσει ταινία, και από εκεί ξεκίνησε η συνεργασία τους που οδήγησε στον «Καπνό» και σχεδόν ταυτόχρονα στη συνέχειά του, το «Brooklyn Boogie». Η ταινία είναι σπονδυλωτή, σε πέντε μέρη, και κάθε μέρος έχει για τίτλο το όνομα ενός από τους ήρωές της. Διαλυμένες οικογενειακές σχέσεις, γιοι που αναζητούν τον πατέρα (όπως ο Τόμας, που τα ψέματά του είναι προπέτασμα καπνού για να κρύψει την οδυνηρή αλήθεια, ή ο ήρωας του έργου που γράφει ο Πολ, εκείνος ο σκιέρ που βλέπει μέσα στα χιόνια, άθικτο, το πρόσωπο του πεθαμένου από χρόνια πατέρα του), τοξικομανείς, κλέφτες, μοναξιασμένοι άνθρωποι, βασανισμένες ψυχές. Ο πατέρας του Τόμας (τον ερμηνεύει ο μεγαλύτερος μαύρος ηθοποιός της Αμερικής σήμερα, ο Φόρεστ Γουίτακερ) κατατρώγεται από την ενοχή για τον θάνατο της πρώτης γυναίκας του και μητέρας του Τόμας, ενώ ο Πολ έχει χάσει την έγκυο γυναίκα του σε ένοπλη ληστεία σε μια τράπεζα της γειτονιάς. Oλοι γυρεύουν λίγα ψίχουλα αγάπης. Ο τίτλος της τελευταίας ενότητας είναι «Oγκι», το όνομα του κύριου ήρωα της ταινίας, του καπνοπώλη Auggie Wren (τον υποδύεται ο Χάρβεϊ Καϊτέλ σε μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του). Θεωρώ πως όλες οι προηγούμενες ενότητες προλογίζουν και προετοιμάζουν αυτή την τελευταία. Ο συγγραφέας Πολ Μπέντζαμιν, καλοντυμένος τούτη τη φορά, μπαίνει στο μαγαζί του Oγκι και αγοράζει ένα πακέτο πουράκια Σιμελπένικ, αντί δύο που αγόραζε συνήθως. Υπάρχει κάποια γυναίκα πια στη ζωή του που νοιάζεται για την υγεία του. Ενόσω βγαίνει σιγά σιγά και από την προσωπική δημιουργική κρίση του, δέχεται πρόταση από τους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» να γράψει ένα διήγημα για το φύλλο των Χριστουγέννων. Δεν του έρχεται καμιά ιστορία στον νου. Ο Oγκι όμως έχει πολλές, αληθινές μάλιστα, όπως ισχυρίζεται. Θα του διηγηθεί μία από αυτές, μια θαυμάσια επινοημένη αληθινή ιστορία. Μπαίνει μια μέρα στο καπνοπωλείο του ένας μαύρος πιτσιρικάς και κλέβει ένα περιοδικό πορνό, ο Oγκι τον κυνηγάει, και καθώς ο μικρός τρέχει του πέφτει το πορτοφόλι. Ο Oγκι το παίρνει και βρίσκει μέσα τα στοιχεία του, αλλά δεν θα τον καταγγείλει στην αστυνομία, γιατί βλέποντας τις φωτογραφίες που είχε στο πορτοφόλι τον συμπονάει. Υστερα από καιρό, ανήμερα Χριστούγεννα, ο Oγκι, μόνος, μη έχοντας τι άλλο να κάνει, αποφασίζει να πάει να επιστρέψει το πορτοφόλι. Από το σημείο αυτό και μετά εξελίσσεται μια εκπληκτική ιστορία. Χτυπάει το κουδούνι και του ανοίγει η υπέργηρη γιαγιά του μικρού κλέφτη, τυφλή, και του λέει πως ήταν βέβαιη ότι θα ερχόταν σήμερα να περάσουν μαζί τα Χριστούγεννα. Του αποδίδει τον ρόλο του εγγονού της και ο Oγκι αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη, τον αναλαμβάνει. Η γιαγιά ξέρει την αλήθεια, αλλά η τυφλότητα της εξασφαλίζει το πρόσχημα να προσποιείται ότι δεν κατάλαβε, και παίζουν και οι δυο τους την παράσταση, με πλήρη προσχώρηση στον ρόλο του ο καθένας. Η γιαγιά δεν έχει τίποτε σπίτι της, εκτός από κρασί, και ο Oγκι θα αγοράσει ψητό κοτόπουλο και άλλα εδέσματα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Η γιαγιά είναι ευτυχισμένη! Ο Oγκι θα βρει στην τουαλέτα μια στοίβα φωτογραφικές μηχανές, μέσα στα κουτιά τους, προφανώς κλεμμένες. Θα πάρει μία και θα φύγει, χωρίς να αποχαιρετήσει, γιατί η γιαγιά κοιμάται εν τω μεταξύ στον καναπέ. Επειτα από τρεις τέσσερις μήνες θα ξαναπεράσει για να επιστρέψει τη μηχανή, μα δεν θα βρει τη γιαγιά. Αυτά ήταν μάλλον τα τελευταία Χριστούγεννα της ζωής της, και τα πέρασε μέσα στη χαρά! Το ψέμα του Oγκι ήταν μια μεγάλη πράξη καλοσύνης, και ας λένε ό,τι θέλουν οι καντιανοί. Μετά το τέλος της διήγησης του Oγκι, βλέπουμε στην οθόνη την ίδια ιστορία, ασπρόμαυρη, βουβή, υπό τους ήχους του θαυμάσιου τραγουδιού του Tom Waits «Innocent when you dream». Η κορυφαία στιγμή της ταινίας! Η λατινική λέξη innocens σημαίνει αυτόν που δεν κάνει κακό σε άλλον (in-noceo), αθώος δεν είναι ο αφελής αλλά ο άκακος. Ο Ογκι μπαίνει στο ψέμα, επειδή δεν μπορεί να κάνει κακό, επειδή είναι innocens, με την κυριολεκτική σημασία.

Ο Ογκι δεν έχει τραβήξει ποτέ φωτογραφία στη ζωή του, τώρα όμως που βρέθηκε με μια φωτογραφική μηχανή στα χέρια θα γίνει ένας ιδιότυπος φωτογράφος: φωτογραφίζει κάθε μέρα, έξω από το μαγαζί του, από το ίδιο σημείο, την ίδια ώρα, για πέντε λεπτά. Είναι η καθημερινή προσευχή του. Ολα φαίνονται ίδια σε αυτές τις φωτογραφίες, αν τις κοιτάξεις όμως προσεχτικά και χωρίς βιασύνη, σου αποκαλύπτουν πράγματα που δεν φανταζόσουν (όπως εκείνη που έκανε τον συγγραφέα να βάλει τα κλάματα). Οπως οι φωτογραφίες του Ογκι, το ίδιο και κανείς από τους ήρωες της ταινίας δεν είναι αυτό που φαίνεται με ένα βιαστικό και επιπόλαιο κοίταγμα – όπως ακριβώς και στην πραγματική ζωή.

Βιογραφικό

Ο Πολ Μπέντζαμιν Όστερ (αγγλικάPaul Benjamin AusterΝιούαρκ, 3 Φεβρουαρίου 1947 - Νέα Υόρκη, 30 Απριλίου 2024) ήταν Αμερικανός συγγραφέας και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς παγκοσμίως. Ήταν µέλος της Αµερικανικής Ακαδηµίας Τεχνών και Γραµµάτων και τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα γλώσσες[11][12].

Ανάμεσα στα μυθιστορήματά του είναι Η Τριλογία της Νέας Υόρκης (1987), Το Παλάτι του Φεγγαριού (1989), Ο Ίλιγγος (1994), Το Βιβλίο των Ψευδαισθήσεων (2002), Αόρατος (2009) και 4 3 2 1 (2017). Ήταν επίσης ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, σεναριογράφος και σκηνοθέτης.

Πηγή: Καθημερινή

Παρασκευή 3 Μαΐου 2024

Κώστας Περδικης: Μια περιφορά Επιταφιου


 Εκείνη τη χρονιά επρόκειτο να ντυθώ παπαδάι και να λάβω μέρος στην περιφορά του Επιταφίου, το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής. Θα ήταν για μένα, σίγουρα, ένα πολύ σημαντικό γεγονός.

Στον επιτάφιο ντυνόμαστε πολλά παιδιά παπαδάκια κι αυτό γιατί έπρεπε να βρεθούνε χέρια για να κρατούν μια σειρά από ιερά αντικείμενα. Τον Σταυρό, τα εξαπτέρυγα, τα ιερά λάβαρα, τις λαμπάδες και τα χρωματιστά φανάρια.

Το ποιος θα κράταγε τι, στην περιφορά του Επιτα­φίου, το κανόνιζε κατ’ αποκλειστικότητα ο γιος του παπα-Γιάννη, ο Γιώργος. Ο Γιώργος, ήταν αρκετά πιο μεγάλος από μας και μαγκάκι. Διά­λεγε και ανέθετε καθήκοντα σύμ­φωνα με τις προσω­πικές του συμπάθειες.

Εμένα, εκείνη τη χρονιά,  ευτύχησα να μου αναθέ­σει να κρατάω ένα από τα  φανάρια. Λέω ευτύχησα, γιατί ο Σταυρός, όπως και τα εξαπτέρυγα και τα λά­βαρα με τα μακριά κοντάρια είχαν μεγαλύτερο βάρος και κόπο να τα κρατάς τόση ώρα. Οι λαμπάδες και τα φανάρια είχαν μικρά κοντάρια και ήσαν πολύ πιο ελαφριά.

Το φανάρι μάλιστα είχε και μια ξεχωριστή γοητεία. Το φως, από τη φλόγα του κεριού του, περνώντας μέσα από τα χρωμα­τιστά τζαμάκια του, δημιουργούσε μια μοναδική,  μαγική ατμόσφαιρα.

 Η περιφορά του Επιταφίου άρχιζε από τον Άγιο Σπυρίδωνα και  κατηφόριζε τον κεντρικό δρόμο. Φτά­νοντας στην πλα­τειούλα, κάτω από το παλιό Δημαρ­χείο, έκανε την πρώτη στάση και οι παπάδες έψελναν τη σχετική δέηση. Συνέχιζε, ύστερα, διασχίζοντας την πάνω αγορά, με πολλούς να έχουν βγει στα μπαλκό­νια, αριστερά και δεξιά και να έχουν ανάψει κεριά.

Λίγο πριν φτάσει μπροστά από το σπίτι μας, η μάνα μας έσπευδε να στρώσει στον δρόμο το πιο καλό της αντρομίδι, για να περάσει πάνω του ο Επιτάφιος και να πάρει το σπιτικό μας την ευχή του. Να έχει υγεία και προκοπή.

Λίγο πιο κάτω, μπροστά στο περίπτερο του μπάρ­μπα Γιάννη, του Μπελέκα, έκανε άλλη μια στάση για μια ακόμη δέηση. Μετά, έστριβε  αριστερά και ανη­φόριζε τον δρόμο μέχρι την Κορδόρουγα, περνώντας μπροστά από το παλιό Τηλεγρα­φείο,  το Ειρηνοδικείο και τη Χωροφυλακή.

Ήταν λίγο πριν φτάσουμε στο τέλος της ανηφόρας, όταν ο φουκαράς έπαθα εκείνο το χουνέρι.

Κράταγα όλο καμάρι το φανάρι μου, όταν ξαφνικά ένοιωσα ένα δυνατό φύσημα να ’ρχεται από τη μεριά της γράνας και να προσπαθεί να μου το αρπάξει από τα χέρια. Μπόρεσα, βάζο­ντας τα δυνατά μου να το συ­γκρατήσω, όχι όμως και να γλι­τώσω και τη φλόγα του κεριού του, που έσβησε πάραυτα.

Μαύρο σκοτάδι έπεσε γύρω μου, εκεί που λίγο πριν απλω­νόταν το πολύχρωμο φως του φαναριού. Τα χρει­άστηκα, ένοιωσα ντροπιασμένος και άχρηστος. Ευτυ­χώς, για καλή μου τύχη, με πλησίασε τότε ένας άντρας και με σβέλτες κινήσεις ξανάναψε με τον αναπτήρα του το κερί του φαναριού. Ήρθε η καρδιά μου στη θέση της.

Όμως μετά, μέχρι να κάνουμε την επόμενη στάση, μια σκέψη και απορία βασάνιζαν το μυαλό μου. Το φως του κεριού, ύστερα από το άναμμά του με τον αναπτήρα, να ήταν άραγε το ίδιο ιερό και άγιο με κείνο που είχε βγαίνοντας από την εκκλη­σία;

Με αναπάντητη την απορία μου, ύστερα και από την τελευ­ταία στάση που κάναμε στο σταυροδρόμι της Κορδόρουγας, μπροστά στο τρίφατσο σπίτι της Συλο­γιαννούλας, ο Επιτά­φιος έφτανε  και έμπαινε στην εκ­κλησία μας.

Πριν γυρίσουμε στα σπίτια μας έπρεπε να κάνουμε κάτι ακόμη, σαν τάμα, που σύμφωνα με τα λόγια των γονιών μας θα μας προστάτευε όλη τη χρονιά.  Να πε­ράσουμε κάτω από τον επιτάφιο. Μποσουλώντας, αγόρια και κορίτσια  σμίγαμε εκεί αποκάτω, ανταλλά­σοντας με νόημα φευγαλέες ματιές. Μια διαφορετική, παράξενη, αλλά και τόσο γλυκιά αίσθηση νοιώθαμε τότε μέσα μας.

Η άνοιξη, που είχε μπει για τα καλά, μαζί με τα χρώ­ματα και τα αρώματα έφερνε, αναπόφευκτα, στις παι­δικές μας καρ­διές και τα πρώτα ερωτικά σκιρτή­ματα…