Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Κώστας Περδίκης:

 


Η επανέκδοση

 

Μέσα στο αλαλούμ των ειδήσεων, που φτάνουν καθημερινά στ’ αυτιά μας, πόλεμοι, ανθρωποκτονίες, σκάνδαλα και πάει λέγοντας, άκουσα και ότι επανεκδόθηκε το αγαπημένο μου παιδικό περιοδικό, "Η ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ".

Δεν σας κρύβω ότι ξαφνιάστηκα ευχάριστα.

Είχα στεναχωρηθεί πολύ, θυμάμαι, όταν γύρω στο ’70 σταμάτησε να βγαίνει.

Σε κείνο το περιοδικό είχα στείλει και μου δημοσίευσε το πρώτο μου αφελές, αλλά τρυφερό ποιηματάκι, " Όταν τα φύλλα πέφτουν", το πρώτο μου διήγημα για ένα φανταστικό "Ναυάγιο" και τα πρώτα δειλά σκίτσα μου, φτιαγμένα με σινική μελάνη.

Και να ’μαι τώρα, στα 76 μου χρόνια, να ανηφορίζω με λαχτάρα για το πρακτορείο εφημερίδων και περιοδικών του πατέρα του Μίμη, του συμμαθητή μου.

Βλέποντάς με ο Μίμης, μου χαμογελάει με νόημα και πάει κουτσαίνοντας να μου το φέρει.

Είναι κι αυτός τώρα ασπρομάλλης, όπως κι εγώ, με αρκετά παραπανίσια κιλά και δυσκολία στο περπάτημα.

Ποιος να το ’λεγε, αυτός που κάποτε ήταν ο μεγαλύτερος γκολτζής του τοπικού Ολυμπιακού και ο μόνιμος παρτενέρ μου στα κάλαντα…

-Στο φύλαξα, μου λέει, γιατί σε θυμάμαι από τότε που το περίμενες πώς και πώς κάθε βδομάδα.

-Ήσουνα φανατικό Διαπλασόπουλο.

Πράγματι, αυτή είναι η αλήθεια.

Εκείνα τα χρόνια, στη μικρή πόλη που ζούσαμε, οι ευκαιρίες για να πληροφορηθούμε και να γνωρίσουμε κάτι περισσότερο, έξω από τα σχολικά μας βιβλία, ήσαν μηδαμινές.

Και τι δεν είχε στις σελίδες του το περιοδικό.

Άρχιζε με τη μόνιμη στήλη "Αθηναϊκαί επιστολαί", που την έγραφε στην αρχή ο Γρ. Ξενόπουλος και  που για πολλά χρόνια υπήρξε αρχισυντάκτης του περιοδικού.

Έκλεινε πάντα με τον χαιρετισμό "Σας ασπάζομαι Φαίδων".

Ακολουθούσαν μικρά διηγήματα και μυθιστορήματα σε συνέχειες, ελλήνων και ξένων συγγραφέων.

Είχε σελίδες με εκλαϊκευμένα επιστημονικά θέματα για φυσική, χημεία, για φανταστικά διαστημικά ταξίδια κ.ά.

Δεν έλειπαν οι γελιογραφίες, οι πνευματικές ασκήσεις και τα αθλητικά νέα.

Ενδιαφέρον είχαν η "Σελίς συνεργασίας αναγνωστών", "Οι μικρές αγγελίες" των παιδιών με χρήση ψευδώνυμων και "Η γωνιά μας για όσους ζωγραφίζουν".

Με λίγα λόγια "Η ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ" ήταν, τότε, η χαρά του παιδιού.

Με το καινούργιο τεύχος, λοιπόν, υπό μάλης γύρισα στο σπίτι, χωρίς να το ανοίξω στο δρόμο.

Ήθελα να το απολαύσω με την ησυχία μου.

Βολεύτηκα στον καναπέ και άρχισα να το φυλλομετρώ. 

Το εξώφυλλό του ήταν τώρα πολυτελές, ιλουστρασιόν. Δυο χαριτωμένα παιδιά ένα αγόρι και ένα κορίτσι, μπροστά στην οθόνη των Laptop τους, επικοινωνούσαν μέσω του internet από τις πόλεις που ζούσαν, το αγόρι στην Αλεξανδρούπολη και το κορίτσι στο Ρέθυμνο.

Το κλασσικό λογότυπο "Η ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ" τώρα συμπληρωνόταν με τη φράση, "Το περιοδικό σας στη νέα εποχή".

Η στήλη του Φαίδωνα ήταν και τώρα εκεί.

Εξακολουθούσε να μας "ασπάζεται", όπως παλιά.

Οι φωτογραφίες, οι γελιογραφίες και τα σχήματα πιο ζωηρά,  εντυπωσίαζαν.

Όπως και οι διάσπαρτες διαφημίσεις, για νέα μοντέλα smartfones, tamplets, videogames, drones, πλατφόρμες για  μουσική και για ταινίες.

Υπήρχαν βέβαια διηγήματα, αθλητικά νέα, πνευματικές ασκήσεις, με το Sudoku να είναι, τώρα, δίπλα στο σταυρόλεξο.

Τα πιο πολλά, που έβλεπα, μου θύμιζαν ευχάριστα το παλιό αγαπημένο μου περιοδικό.

Είδα, όμως, με κακό μάτι να λείπουν "Οι μικρές αγγελίες" των φίλων, με τα ψευδώνυμα.

Τα παιδιά τώρα, σκέφτηκα, επικοινωνούν  μεταξύ τους με άλλους τρόπους, να ’ναι καλά τα κινητά και τα laptops.

Άρχισα κάπως να δυσφορώ, αλλά ευτυχώς είδα να υπάρχει "Η σελίς συνεργασίας αναγνωστών".

Συνέχισα το ξεφύλλισμα, προσπερνώντας τις πολλές διαφημίσεις ανάμεσα στις  σελίδες του, φτάνοντας και στο οπισθόφυλλο.

Εκεί, ήταν που έχασα τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου.

Ολόκληρη η σελίδα είχε για φόντο μια εντυπωσιακή εικόνα ανατολής και πάνω, πάνω με έντονα γράμματα έγραφε:

Αγαπητά μας Διαπλασόπουλα, ανατέλει η νέα εποχή του περιοδικού.

Το τεύχος που έχετε στα χέρια σας είναι εξ’ ολοκλήρου δημιούργημα της τεχνητής νοημοσύνης ("AI").

Πιο κάτω, με μικρότερα γράμματα, προέτρεπε:

Λάβετε μέρος στο γκάλοπ ψηφίζοντας ΝΑΙ ή ΟΧΙ, ανάλογα με το αν σας άρεσε ή δεν σας άρεσε και στείλτε μας την επιλογή σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση: diaplasistonpaidon@gmail.com.

Δυο άδεια τετραγωνάκια ανέμεναν την ψήφο μας.

Στην αρχή, για να είμαι ειλικρινής,  δεν το πολυκατάλαβα.

Όταν όμως, απο τα λίγα που ήξερα, συνειδητοποίησα τι ήθελε να πει, άρχισα να σφίγγομαι.

Δηλαδή όλα όσα είχα δει, στις σελίδες του περιοδικού, ήσαν το αποτέλεσμα των εντολών, που κάποιοι έδωσαν στην "ΑΙ";

Τα δυο μικρά διηγήματα δεν τα είχαν γράψει γνωστοί συγγραφείς;

"Οι  συνεργασίες των αναγνωστών", μικρά διηγήματα και ποιήματα, δεν ήσαν τα πρωτόλεια μικρών επίδοξων συγγραφέων, που είχαν  τη λαχτάρα να τα δουν δημοσιευμένα;

Άρχισα να νοιώθω μια μικρή ταχυπαλμία, να μπερδεύομαι και να ζορίζομαι ποια απάντηση να επιλέξω.

Ασυναίσθητα έπιασα τον εαυτό μου να μουρμουρίζει κάτι σαν: 

-Kαι τώρα τι ψηφίζουμε;

-Κώστα ξύπνα, παραμιλάς, ακούω δίπλα μου την Κλειώ.

-Τι έπαθες; οι εκλογές αργούν ακόμη.

Άνοιξα τα μάτια μου στο σκοτάδι αναστατωμένος.

Όνειρο ήταν λοιπόν.

Μα τι όνειρο.

Άλλαξα πλευρό και λίγο πριν με ξαναπάρει ο ύπνος πρόλαβα να σκεφτώ.

Μα πώς την πάτησα έτσι;

Καλά όλα τα άλλα, μα το πρακτορείο εφημερίδων και περιοδικών είναι κλεισμένο εδώ και  πενήντα χρόνια …  

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Γιοχάνες Βερμέερ (1632-1675):

 








Ο Γιοχάνες Βερμέερ, γνωστός και ως Γιαν Βερμέερ (η σωστή προφορά είναι Φερμέιρ) (Johannes Vermeer, 31 Οκτωβρίου 1632 - 15 Δεκεμβρίου 1675), ήταν Ολλανδός ζωγράφος που ειδικεύτηκε στην απεικόνιση καθημερινών σκηνών από τη ζωή της μεσαίας τάξης. Έζησε και εργάστηκε στην περιοχή του Ντελφτ της Νότιας Ολλανδίας κατά τον 17ο αιώνα. Μαζί με τον Ρέμπραντ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους της "Χρυσής εποχής" στην ολλανδική ζωγραφική (1584-1702).

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Κώστας Περδίκης:







Το μανταρίνι

Ο Σέργιος είναι φίλος μου, και συνάδελφος.

Γεννήθηκε στην Τασκένδη, την πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν, που ήταν κομμάτι, της κραταιάς τότε Σοβιετικής Ένωσης (Ε.Σ.Σ.Δ).

Ο πατέρας του ήταν πολιτικός πρόσφυγας του εμφυλίου και η μητέρα του Ρωσίδα.

Επαναπατρίσθηκαν οικογενειακώς το 1979.

Ο Σέργιος είναι ενδιαφέρων τύπος. Έξυπνος, πολυμαθής και πολυπράγμων.

Μιλάει και γράφει τα ελληνικά άριστα και έχει πάθος με τη λεγόμενη νέα τεχνολογία της ψηφιακής εποχής και όχι μόνον.

Αν κάτι δεν μου πάει στον χαρακτήρα του είναι η μικρή εσωστρέφειά του.

Ακολουθώ, όμως, το "αγάπα τον φίλο σου με τα ελαττώματά του" και το αντιπαρέρχομαι, αν και το να είσαι εσωστρεφής δεν είναι νομίζω ελάττωμα.

Από τότε που γνωριστήκαμε, ο Σέργιος αποτέλεσε για μένα ανεξάντλητη πηγή γνώσεων και πληροφοριών για τη μακρινή εκείνη χώρα, το Ουζμπεκιστάν.

Τον ρωτούσα πιεστικά να μου πει για την εκεί ελληνική προσφυγική κοινότητα, για το πώς ζούσαν τότε και για το νέον εμφύλιο, που κατόρθωσαν να στήσουν μεταξύ τους, εκεί στον ξένο τόπο, σαν να μην τους έφταναν τα όσα είχαν μέχρι τότε  περάσει.

Του ζητούσα να μου πει για την παιδική του ηλικία, τους φίλους του, τις παρέες, τα παιχνίδια και τις γιορτές τους.

Τί μουσικές άκουγαν και τί ταινίες έβλεπαν.

Έμαθα για τις μετέπειτα σπουδές του, στο εκεί Πολυτεχνείο και για την υποχρεωτική εργασία, που έκαναν όλοι οι σπουδαστές στην ύπαιθρο γαι μερικές μέρες.

Εντυπωσιάστηκα μαθαίνοντας ότι τα καλοκαίρια πήγαινε όλη η οικογένεια για διακοπές και μπάνια από την Τασκένδη στη Γιάλτα με το τρένο,  τέσσερις μέρες ταξίδι.

 

Τώρα, πια, είμαστε και οι δυο μας συνταξιούχοι.

Καιρού επιτρέποντος, βρισκόμαστε σχεδόν κάθε βδομάδα σε ένα κοντινό μας παραλιακό πάρκο.

Παίρνουμε από έναν ελληνικό καφέ και ένα κρουασάν από το εκεί everest και πιάνουμε ένα παγκάκι.

Τηρούμε το ίδιο τελετουργικό, κάθε φορά, για χρόνια τώρα.

Ανταλλάσουμε  απόψεις επί παντός επιστητού.

Σχολιάζουμε τα τρέχοντα και όχι μόνο πολιτικά γεγονότα, εσωτερικά και παγκόσμια, πρόσωπα και καταστάσεις, ταινίες, μουσικές, διαδικτυακό και ψηφιακό κόσμο.

Θυμίζουμε, εν πολλοίς, τα δυο εκείνα γερόντια των Mupppet Show, σε πιο νεανική εκδοχή.

Στο τέλος, κάνουμε ένα μικρό περίπατο πλάι στη θάλασσα.

Με τον ήλιο και τη θαλάσσια αύρα να μας αναζωογονούν, καταλήγουμε  για μια ακόμη φορά στη κοινή διαπίστωση, ότι ζούμε σε μια ευλογημένη χώρα.

Προχθές, πριν αφήσω τον Σέργιο στο σπίτι του, κάπως τα ’φερε η κουβέντα για τις επερχόμενες γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.

«Άκου μια στιγμή κι αυτό», μου λέει:

«Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς οι γονείς  μας συνήθιζαν να μας κάνουν, οπωσδήποτε, το δώρο τους.

Ετοίμαζαν ένα μικρό δεματάκι, που μέσα του έβαζαν δυο τρία καλούδια, ένα ζαχαρωτό, ένα παιχνιδάκι και απαραιτήτως διπλωμένο σ’ ένα ασημόχαρτο ένα μανταρίνι.

Το μανταρίνι ήταν για μας ό, τι πολυτιμότερο μπορούσαμε να περιμένουμε.

Μια φορά το χρόνο είχαμε την τύχη και την ευκαιρία να θαυμάσουμε το χρώμα του, να μυρίσουμε το ιδιαίτερο άρωμά του και να γευτούμε τον εξαίσιο πλούσιο χυμό του».

Χωρίσαμε και οδηγώντας προς το σπίτι μου δεν έφευγε από το μυαλό μου μια εικόνα, που είχα δει χρόνια πριν.

Το λιμάνι της Χίου να είναι, για πολλές μέρες, κίτρινο  από τους τόνους των μανταρινιών που κατέληγαν εκεί, επειδή οι παραγωγοί τους δεν μπορούσαν να τα πωλήσουν.

Η ανταλλαγή γεωργικών προϊόντων, κυρίως με τη Σοβιετική Ένωση, το λεγόμενο κλήρινγκ, δεν θυμάμαι για ποιο λόγο είχε τότε σταματήσει…   
 

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Ομάρ Καγιάμ (1048-1131): Ο ποιητής των Ρουμπαγιάτ


ΟΜΑΡ ΚΑΓΙΑΜ έμαθε από πολύ νωρίς τον νόμο του εφήμερου, τη ματαιότητα των πραγμάτων, τη μεγαλοσύνη της στιγμής.

Σε ηλικία μικρότερη από τα τριάντα ήταν ήδη διάσημος ως «ασύγκριτος γνώστης», γεωμέτρης, αστρονόμος, μαθηματικός, φυσικός, φιλόσοφος και γιατρός, ένα ανοιχτό μυαλό που κατάφερε με ευκολία να συντάξει το «Εγχειρίδιο των Φυσικών Επιστημών» όπου στα κεφάλαια Ύπαρξη και Άτομο και Υποχρέωση προσπαθεί να ανακαλύψει μια μέθοδο για να ορίσει τον προσανατολισμό και την αιτία των ηθικών διαφορών μεταξύ των τόπων.

Γεννήθηκε το 1048 στην πόλη Νισαχπούρ του Χορασάν της Περσίας και πέθανε το 1131.

Τα Ρουμπαγιάτ (Τετράστιχα) αποτελούνται από ανεξάρτητες στροφές που η κάθεμια τους συντίθεται από τέσσερις στίχους ίσης αλλά ποικίλης προσωδίας. Κάποιες φορές όλοι ομοιοκαταληκτούν όμως συχνότερα ο τρίτος στίχος αναιρεί την ομοιοκαταληξία.


Για μένα που των μυστικών ανοιγοκλείνει η θύρα
Όμοια και λύπη και χαρά μαζί τα δυό τα επήρα
Μια και στον κόσμο αυτόν εδώ όλα ένα τέλος θα χουν,
Πάμε παιδιά στο καπηλειό να φέρουμε μια γύρα.

Συχνά μετάνοια ορκίστηκα με δακρυσμένα μάτια.
Κι είπα πως δεν θα ξαναϊδώ πια το κρασί στα μάτια.
Μα τότες ήρθε η Άνοιξη με τα ροδαγκαθά της
Και τη μετάνοια μου έσχισε σε χίλια δυό κομμάτια.

Ωιμένα! Φεύγει η Άνοιξη και κλειούν ένα προς ένα
Της νιότης τα χειρόγραφα τα μοσχοβολεμένα.
Τ' αηδόνι που τραγούδησε που θα πετάξει πάλι
Να πει τα τραγουδάκια του τα παραπονεμένα;

Κι αν ήρθα δεν εκέρδησε τίποτε η γη από μένα
Κι αν φύγω δεν θα ζημιωθεί τίποτε η γη από μένα
Μα ποιος μπορούσε να μου πει ποιο λόγο να χει ετούτος
Ο πηγαιμός κι ο ερχομός, ο θάνατος κι η γέννα;

Γιόρταζε, και τις λύπες σου αν θες να διώξεις, πίνε.
Στην αδικία παράδειγμα δικαιοσύνης δίνε.
Μια κι εδώ πέρα στο Μηδέν κατασταλάζουν όλα
Πάρε το κρασοκάνατο και στα ποτήρια χύνε.

Πηγή: Lifo