Η πρώτη ταινία μικρού μήκους του Λάκη Παπαστάθη (1972)
(αφηγητής ο Θόδωρος Κατσαδράμης)
Η πρώτη ταινία μικρού μήκους του Λάκη Παπαστάθη (1972)
(αφηγητής ο Θόδωρος Κατσαδράμης)
Ο επισκέπτης μας
Εμφανιζότανε
στην πόλη μας κάθε άνοιξη.
Τον
έλεγαν Βάγγο και έφτανε από το γειτονικό μας Γιαννιτσοχώρι με το τραίνο, νωρίς
το απόγευμα.
Μισομεθυσμένος,
τρεκλίζοντας, ανέβαινε τον δημόσιο δρόμο του σταθμού.
Άρχιζε
την επίσκεψή του λίγο πιο πάνω από το
Γυμνάσιο και έφτανε μέχρι το καφενείο του Καρδαρά, στην πάνω αγορά, κάτω
από το παλιό Δημαρχείο.
Όποιο
καφενείο ή καπηλειό κι αν συνάνταγε, έκανε στάση για να πιει ένα ακόμη
ποτηράκι.
Ξεκίναγε
να πει τραυλίζοντας μια κουβέντα, παίρνοντας τον ανάλογο στόμφο, αλλά νόημα δεν
έβγαινε.
Οι
θαμώνες, αραγμένοι έξω στα πεζοδρόμια των καφενείων, άλλο που δεν θέλανε.
Δεν
έχαναν την ευκαιρία.
Έσπαγαν
τη βαρεμάρα τους κοροϊδεύοντας και πειράζοντας αυτόν τον έρμο άνθρωπο.
Τον
βλέπαμε να παραπατάει και να σωριάζεται στον δρόμο.
Να
ξανασηκώνεται με τα χίλια ζόρια και να πασχίζει να σταθεί όρθιος.
Με
το βρώμικο σακάκι του ριγμένο στον ώμο, να κάνει μερικά βήματα, για να πέσει
και πάλι.
Έφτανε
και απ’ έξω από το βαγενάδικο του μπάρμπα Νικόλα, που ήξερε ότι πούλαγε δικό
του κρασί και έκανε μια στάση.
Τι
να κάνει και ο μπάρμπα Νικόλας για να τον ξεφορτωθεί τον κέρναγε ένα ποτήρι.
Φεύγοντας
ο Βάγγος, συνήθιζε να τον χαιρετάει με τον δικό του, ολίγον άκοσμο,
τρόπο:
«Νικόλα,
γράφτο στο μακρύτερο»…
Φτάνοντας μέχρι το παλιό Δημαρχείο δεν παρέλειπε,
απαραιτήτως, να περάσει και από το γειτονικό σπίτι των Τσιρωναίων. Ως πιστός
και φανατικός ψηφοφόρος τους θεωρούσε υποχρέωσή του να τους δώσει, για άλλη
μια φορά, τα διαπιστευτήριά του.
Μέχρι
να πάει στην πάνω αγορά και να γυρίσει του ’παιρναν ώρες.
Όταν
άρχιζε πια να σκοτεινιάζει, όπως εμφανιζόταν, έτσι και χανότανε.
Μόλις
και προλάβαινε το νυχτερινό τραίνο για να γυρίσει στο χωριό και στο σπιτικό
του.
Μονάχα, όμως, που ο επισκέπτης μας, φεύγοντας, άφηνε κάτι πίσω του στα παιδικά μου μάτια και στη ψυχούλα μου.
Εκείνη τη θλιβερή του εικόνα, που μόνον οίκτο αλλά και έναν αδιόρατο τρόμο μου ’φερνε…
Καλοκαίρι 1955:
Τα δυο αδελφάκια καθ’ οδόν για το πρώτο τους, ίσως, μπάνιο της χρονιάς.
Ποζάρουν μπροστά από τη ραποκαλύβα-καφενεδάκι των Καραίων.
Ο ευσταλής άνδρας, πίσω τους, είναι ο αείμνηστος Θανάσης Παπαδόπουλος, δωρητής του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ζαχάρως.
Ο ένστολος με το πηλίκιο, προφανώς, εκπρόσωπος κάποιας εξουσίας...
Πατήστε εδώ:Υστερόγραφο | Μικρές ιστορίες στην Πανεπιστημίου - ΕΡΤflix
Ο Λάκης Παπαστάθης γεννήθηκε στο Βόλο το 1943. Σπούδασε στο Κέντρο Σπουδών Κινηματογράφου (1963). Το 1972 πρωτοσκηνοθετεί τη μικρού μήκους ταινία Γράμματα από την Αμερική, η οποία βραβεύεται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Την περίοδο 1968-1971 εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη, κυρίως στην Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού. Τρία χρόνια αργότερα περνά στην τηλεόραση, όπου ως σκηνοθέτης-παραγωγός, δημιουργεί με τον Τάκη Χατζόπουλο τις σειρές Παρασκήνιο και Ιστορικό Αρχείο.
Σκηνοθέτησε τις μεγάλου μήκους ταινίες: Τον καιρό των Ελλήνων (1981), Θεόφιλος (1987), Το μόνον της ζωής του ταξείδιον (2001), Ταξίδι στη Μυτιλήνη (2010).
1968-1980
Σκηνοθέτησα 150 διαφημιστικές ταινίες.
1970-2006
Με το σκηνοθέτη Τάκη Χατζόπουλο ίδρυσα την εταιρεία CINETIC, η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα παράγοντας τηλεοπτικό πρόγραμμα και κινηματογραφικές ταινίες.
Γράμματα από την Αμερική
Βραβείο Καλύτερης Ταινίας μικρού μήκους στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1972.
1973
Θίασος Σκιών
Σκηνοθέτησα δέκα ταινίες μικρού μήκους που εντάχθηκαν στο ομότιτλο πολυθέαμα του Διονύση Σαββόπουλου.
1974
Μια ζωή Γκόλφω
Σκηνοθέτησα οκτώ ταινίες μικρού μήκους για την ομότιτλη παράσταση του Ελευθέρου Θεάτρου.
1974
Χαίρω πολύ Σαββόπουλος
Ωριαίο ντοκιμαντέρ για τον Διονύση Σαββόπουλο.
1975-1976
Ιστορικό αρχείο
Τηλεοπτική σειρά 24 επεισοδίων ημίωρης διάρκειας για την ΕΡΤ, εκ των οποίων σκηνοθέτησα τα εννέα.
1976
Το τραμ το τελευταίο
Σκηνοθέτησα οκτώ ταινίες μικρού μήκους για την ομότιτλη παράσταση του Ελευθέρου Θεάτρου.
1976-2006
Παρασκήνιο
Τηλεοπτική σειρά ωριαίων επεισοδίων για την ΕΤ-1, ΝΕΤ, παραγωγή CINETIC.
1981
Τον καιρό των Ελλήνων
Πρώτη ταινία μεγάλου μήκους (Βραβείο Σκηνοθεσίας και Σεναρίου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης).
1987
Θεόφιλος
Δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους. Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και επίσημη συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Βερολίνου.
1990-1997
Αναζητώντας τη Χαμένη Εικόνα
Σειρά σαράντα δύο επεισοδίων για την ΕΤ-2, που στηρίζονται αποκλειστικά σε κινηματογραφικά ντοκουμέντα.
1991
Εικόνες από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
Ωριαία επετειακή εκπομπή για την ΕΤ-1 που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
1997
Μπαρουτόμυλοι της Δημητσάνας
Ντοκιμαντέρ 20 λεπτών, για λογαριασμό του Πολιτιστικού Ιδρύματος της ΕΤΒΑ. (Βραβείο στη Διεθνή Συνάντηση Αρχαιολογικής Ταινίας Μεσογειακού Χώρου “ΑΓΩΝ”, 1998 / Συμμετοχή στη Διεθνή Συνάντηση Αρχαιολογικού Σινεμά του Ροβερέτο, Ιταλία, 1999).
1998
Η Αναβίωση του Αρχαίου Δράματος
Έξι ωριαία ντοκιμαντέρ για τη ΝΕΤ.
Ο Ποταμός Λούσιος
Ωριαίο ντοκιμαντέρ για λογαριασμό του Πολιτιστικού και Τεχνολογικού Ιδρύματος της ΕΤΒΑ.
Σταθμοί στην Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου
Ωριαίο ντοκιμαντέρ για την ΝΕΤ.
Πρώτη του 2000
Video clip για το τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου, από το δίσκο “Ο Χρονοποιός”.
1999
Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
Τρίτη ταινία μεγάλου μήκους. Βραβείο Καλύτερης Ταινίας και άλλα επτά βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.Τρία Διεθνή Βραβεία και επίσημη συμμετοχή στο Φεστιβάλ Τορόντο.
2002
Η νυχτερίδα πέταξε
συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις Νεφέλη.
2005
Η Ήσυχη και άλλα διηγήματα
Εκδόσεις Νεφέλη
2006
Όταν ο Δαμιανός γύριζε την Ευδοκία
Εκδόσεις Πατάκη
2011
Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα
Εκδόσεις Πόλις
2014
Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά
Εκδόσεις Πόλις
Μοιρολόγια της Μεσογείου για το θρήνο και τη λύτρωση
''Ένα κεράκι αφτούμενο...''
Ο Γεώργιος Δραμουντάνης (Ανώγεια Ρεθύμνου, 28 Ιανουαρίου 1951), γνωστός κυρίως με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Λουδοβίκος των Ανωγείων, είναι Έλληνας συνθέτης και τραγουδιστής.
Γεννήθηκε στα Ανώγεια Ρεθύμνου στην Κρήτη το 1951. Ο πατέρας του ονομάζεται Βασίλειος Δραμουντάνης και η μητέρα του Λουλουδιά. Έχει άλλα πέντε αδέρφια, το Νίκο, το Μανώλη, το Γιάννη, τη Μαίρη και το Δημήτρη. Σπούδασε οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ, αλλά δεν αποφοίτησε. Το 1979 γνωρίστηκε με το Μάνο Χατζιδάκι ο οποίος είχε έρθει στα Ανώγεια με το ΤΡΙΤΟ ΠΡΌΓΡΑΜΜΑ για τις μουσικές γιορτές που γίνονται εκεί κάθε χρόνο και ο οποίος τον ανέδειξε.[εκκρεμεί παραπομπή]
Έχει την καλλιτεχνική διεύθυνση των Υακινθείων, ως Πρόεδρος του Συλλόγου «Φίλοι των Υακινθείων εκδηλώσεων. Βλέμμα στους πολιτισμούς του Ιερού βουνού της Ίδης»[1]. Τα Υακίνθεια είναι τα πολιτιστικά δρώμενα που γίνονται κάθε χρόνο κατά τη διάρκεια του Ιουλίου στα Ανώγεια.
Ο Λουδοβίκος των Ανωγείων είναι επίσης ζωγράφος, έχοντας παρουσιάσει έργα του σε προσωπικές εκθέσεις στην Αθήνα και την Κρήτη[2][3].
Έχει λάβει θετικές κριτικές για το ιδιαίτερο ύφος της τραγουδοποιΐας του[4].
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ξεκίνησε τις
μουσικές της σπουδές σε νεαρή ηλικία, στη σχολή πιάνου του Ωδείου Αθηνών (τάξη
Λένιας Ερωδιάδου). Σπούδασε Μουσικολογία (BA Hons Music, Anglia University,
Cambridge) και ειδικεύτηκε στην Εθνομουσικολογία (MA Ethnomusicology, City
University, London). Εκπόνησε διπλωματική εργασία με θέμα τη μουσική των
Ελλήνων στα αστικά κέντρα της Μικράς Ασίας (ιστορική και αρχειακή μελέτη). Κατά
τη διάρκεια των μεταπτυχιακών της σπουδών παρακολούθησε για δυο συναπτά έτη
μαθήματα κλασσικού Περσικού τραγουδιού.
ĒCHOS είναι η πρώτη δισκογραφική δουλειά της Ελένης Μπράτσου.
Καλλιτέχνης με διττή ταυτότητα, τραγουδίστρια ειδικευμένη στην παλαιά μουσική
και παράλληλα εθνομουσικολόγος με μακρόχρονη εμπειρία και έρευνα στο πεδίο των
μουσικών παραδόσεων της Μεσογείου, η Ελένη Μπράτσου έχει αναπτύξει το προσωπικό
της φωνητικό ιδίωμα ερμηνεύοντας με συνέπεια και ευαισθησία τη μουσική που
επιλέγει.
Στο δίσκο αυτό παρουσιάζεται μια ανθολογία τραγουδιών που
έρχονται από το βάθος του χρόνου, διαγράφοντας έναν περίπλου όπου συναντώνται
οι πολιτισμοί της Ελλάδας, της Κύπρου, της Καστίλλης, της Εβραϊκής Ισπανίας,
της Προβηγκίας και της Αρμενίας. Το ρεπερτόριο αποτίει φόρο τιμής στον επώνυμο
και ανώνυμο βάρδο μέσα από Παραλογές, Σεφαραδίτικες και Αρμένικες Ρομάντζες,
Ελληνικά παραδοσιακά τραγούδια και λόγια και κοσμική μουσική του μεσαίωνα.
Ο τίτλος ĒCHOS παραπέμπει στην αισθητηριακή έννοια αλλά και στην
έννοια του πρώτου, αρχαϊκού ήχου καθώς και στην ονομασία της μεσαιωνικής
μουσικής κλίμακας.
Η μουσική και ερμηνευτική προσέγγιση από την Ελένη Μπράτσου και τους
εξαιρετικούς μουσικούς που την πλαισιώνουν αναδεικνύει μια κοινή μουσική γλώσσα
των φαινομενικά διαφορετικών τραγουδιών που έχουν επιλεγεί: Τραγούδια που
αντιμετωπίζονται ως αφηγήματα που διαδέχονται και συμπληρώνουν το ένα το άλλο,
δημιουργώντας ένα αισθητικό αποτέλεσμα διαυγές και ονειρικό, άλλοτε εύθραυστο
και άλλοτε διαπεραστικό, που σκιαγραφεί μια ποιητική της καθολικότητας του
έρωτα.
Τα παπαδάκια
Τις Κυριακές, μετά τη
λειτουργία, μόλις τέλειωνε και το μοίρασμα των αντίδωρων, τρέχαμε μέσα στο ιερό και ζητάγαμε από τον παπα Μήτσο ή
τον παπα Γιάννη να μας επιτρέψει να ντυθούμε την άλλη Κυριακή παπαδάκια.
Εκείνοι, κρατώντας μια
σειρά για να μην υπάρχουν μεταξύ μας
παράπονα και ζήλιες, όριζαν τα δυο παιδιά και τους παρέδιναν τις στολές.
Έπρεπε οι μητέρες μας να τις πλύνουν και να τις σιδερώσουν, ώστε να είναι
έτοιμες για την επόμενη λειτουργία.
Οι στολές συνήθως ήσαν
άσπρες με γαλάζιους μεγάλους σταυρούς κεντημένους πάνω τους. Ήσαν φαρδιοί
χιτώνες, σαν φουστάνια, που ’φταναν μέχρι κάτω. Το πιο όμως ενδιαφέρον στοιχείο
της στολής ήταν η μακριά ζώνη, από το ίδιο ύφασμα, που είχε ένα αρκετά
πολύπλοκο δέσιμο και χρειαζόταν το ένα παιδί τη βοήθεια του άλλου για να την
περάσει και να τη δέσει σωστά.
Εννοείται ότι από το βράδυ
του Σαββάτου έπρεπε να έχουμε λουστεί και μπανιαριστεί στην τσίγκινη σκάφη της
μάνας μας, για να είμαστε καθαροί και να μπορούμε έτσι να φέρουμε εις πέρας
το ιερόν καθήκον, που μας είχε ανατεθεί. Με το πρώτο χτύπημα της καμπάνας
πεταγόμαστε, όλο αγωνία, από τα κρεβάτια μας και τρέχαμε να προλάβουμε να
δώσουμε το παρόν στους παπάδες, όταν εκείνοι άρχιζαν τη λειτουργία.
Τα παπαδάκια είχαν
συγκεκριμένα πράγματα να κάνουν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. Να ανάβουν
και να ετοιμάζουν το θυμιατό και να το δίνουν στον παπά για να θυμιατίσει
πρώτα την Αγία Τράπεζα, μετά τις εικόνες του τέμπλου και τελευταία το
εκκλησίασμα. Να κρατούν τις λαμπάδες, δεξιά και αριστερά, όταν ο παπάς έβγαινε
στην Ωραία Πύλη για να διαβάσει το ευαγγέλιο. Να βαδίζουν κρατώντας τις
λαμπάδες, μπροστά, μπροστά, όταν έβγαιναν τα Άγια και ο παπάς έλεγε την
μακρόσυρτη δέηση υπέρ πάντων, ζώντων και τεθνεόντων.
Να ετοιμάζουν και να δίνουν
στον παπά το Ζέον για τη Θεία Κοινωνία και να τον πλαισιώνουν όταν εκείνος
μεταλάβαινε τους πιστούς. Τέλος, να κρατούν το ψάθινο πανέρι με τα αντίδωρα,
για να παίρνει ένα, ένα ο ιερέας και να το προσφέρει σε όσους έσπευδαν με
κατάνυξη να το πάρουν, φιλώντας του το χέρι.
Το να ντυθείς, όμως,
παπαδάκι και να λάβεις μέρος στην περιφορά του Επιταφίου, τη Μεγάλη Παρασκευή,
ήταν σίγουρα κάτι πολύ πιο σημαντικό. Στον επιτάφιο ντυνόμαστε πολλά παιδιά
παπαδάκια κι αυτό γιατί έπρεπε να βρεθούνε χέρια για να κρατούν μια σειρά από
ιερά αντικείμενα. Τον Σταυρό, τα εξαπτέρυγα, τα ιερά λάβαρα, τις λαμπάδες και
τα χρωματιστά φανάρια.
Το ποιος θα κράταγε τι στην
περιφορά του Επιταφίου το κανόνιζε κατά αποκλειστικότητα εκείνη τη βραδιά ο
γιος του παπα Γιάννη, ο Γιώργος. Ο Γιώργος, ήταν αρκετά πιο μεγάλος από μας και
μαγκάκι. Διάλεγε και ανέθετε καθήκοντα
σύμφωνα με τις προσωπικές του συμπάθειες.
Εμένα, εκείνη τη
χρονιά, ευτύχησα να μου αναθέσει να
κρατάω ένα από τα φανάρια. Λέω ευτύχησα
γιατί ο Σταυρός, όπως και τα εξαπτέρυγα και τα λάβαρα με τα μακριά κοντάρια
είχαν μεγαλύτερο βάρος και κόπο να τα κρατάς τόση ώρα. Οι λαμπάδες και τα
φανάρια είχαν μικρά κοντάρια και ήσαν πολύ πιο ελαφριά.
Το φανάρι μάλιστα είχε και
μια ξεχωριστή γοητεία. Το φως από τη φλόγα του κεριού του, περνώντας μέσα από τα χρωματιστά τζαμάκια του, δημιουργούσε μια μοναδική, μαγική ατμόσφαιρα.
Η περιφορά του Επιταφίου
άρχιζε από τον Άγιο Σπυρίδωνα και
κατηφόριζε τον κεντρικό δρόμο. Φτάνοντας στην πλατειούλα, κάτω από το
παλιό Δημαρχείο, έκανε την πρώτη στάση και οι παπάδες έψελναν τη σχετική δέηση.
Συνέχιζε, ύστερα, διασχίζοντας την πάνω αγορά, με πολλούς να έχουν βγει στα
μπαλκόνια, αριστερά και δεξιά και να έχουν ανάψει κεριά.
Λίγο πριν φτάσει μπροστά από
το σπίτι μας η μάνα μας έσπευδε να στρώσει στον δρόμο το πιο καλό της
ανδρομίδι, για να περάσει πάνω του ο Επιτάφιος και να πάρει το σπιτικό μας την
ευχή του. Να έχει υγεία και προκοπή.
Λίγο πιο κάτω, μπροστά στο
περίπτερο του μπάρμπα Γιάννη, του Μπελέκα, έκανε άλλη μια στάση για μια ακόμη
δέηση. Μετά έστριβε αριστερά και
ανηφόριζε τον δρόμο μέχρι την Κορδόρουγα, περνώντας μπροστά από το παλιό
Τηλεγραφείο, το Ειρηνοδικείο και τη
Χωροφυλακή.
Ήταν λίγο πριν φτάσουμε στο
τέλος της ανηφόρας, όταν ο φουκαράς έπαθα εκείνο το χουνέρι.
Κράταγα όλο καμάρι το φανάρι
μου όταν ξαφνικά ένοιωσα ένα δυνατό φύσημα να ’ρχεται από τη μεριά της γράνας
και να προσπαθεί να μου το αρπάξει από τα χέρια. Μπόρεσα, βάζοντας τα δυνατά
μου να το συγκρατήσω, όχι όμως και να γλιτώσω και τη φλόγα του κεριού του, που
έσβησε πάραυτα.
Μαύρο σκοτάδι έπεσε γύρω
μου, εκεί που λίγο πριν απλωνόταν το πολύχρωμο φως του φαναριού. Τα
χρειάστηκα, ένοιωσα ντροπιασμένος και άχρηστος. Ευτυχώς, για καλή μου τύχη, με
πλησίασε τότε ένας άντρας και με σβέλτες κινήσεις ξανάναψε με τον αναπτήρα του
το κερί του φαναριού. Ήρθε η καρδιά μου στη θέση της.
Όμως μετά, μέχρι να κάνουμε
την επόμενη στάση, μια σκέψη και απορία βασάνιζαν το μυαλό μου. Το φως του κεριού, ύστερα
από το άναμμά του με τον αναπτήρα, να ήταν άραγε το ίδιο ιερό και άγιο με κείνο
που είχε βγαίνοντας από την εκκλησία;
Με αναπάντητη την απορία
μου, ύστερα και από την τελευταία στάση που κάναμε στο σταυροδρόμι της
Κορδόρουγας, μπροστά στο τρίφατσο σπίτι της Συλογιαννούλας, ο Επιτάφιος
έφτανε και έμπαινε στην εκκλησία μας.
Πριν γυρίσουμε στα σπίτια
μας έπρεπε να κάνουμε κάτι ακόμη, σαν τάμα, που σύμφωνα με τα λόγια των γονιών
μας θα μας προστάτευε όλη τη χρονιά. Να
περάσουμε κάτω από τον επιτάφιο. Μποσουλώντας, αγόρια και κορίτσια σμίγαμε εκεί αποκάτω, ανταλλάσοντας με νόημα
φευγαλέες ματιές. Μια διαφορετική, παράξενη, αλλά και τόσο γλυκιά αίσθηση νοιώθαμε
τότε μέσα μας.
Η άνοιξη, που είχε μπει για τα καλά, μαζί με τα χρώματα και τα αρώματα έφερνε, αναπόφευκτα, στις παιδικές μας καρδιές και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα…