Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Κώστας Περδίκης:Μια βραδιά με φεγγαράδα

 





Μια βραδιά με φεγγαράδα

 

Ήταν μια μέρα, από κείνες τις τελευταίες του Αυγούστου, που η αφόρητη ζέστη σε συνδυασμό με την υγρασία μας είχε κάνει λωλούς.

Το βραδάκι, κατά τις εννιά, είπαμε με τον παλιό συμμαθητή μου, τον Μίμη, να πάμε κάπου για να τα πούμε, με την ελπίδα ότι θα βρίσκαμε εκεί λίγη δροσιά.

Διαλέξαμε το καφενεδάκι στον μικρό σταθμό του Καϊάφα.

Παρκάραμε, αμέσως μετά το δρομάκι, που πάει προς τα ξενοδοχεία.

Το φεγγάρι, αρκετά γεμάτο, έλαμπε πάνω μας καταυγάζοντας το ασημί του φως, κάπως απόκοσμα, παντού γύρω μας.

Έριξα μια κλεφτή ματιά προς τα ξενοδοχεία, μαύρο σκοτάδι.                      

Μόνο δύο ψόφιες λάμπες, ψηλά στους στύλους τους, μόλις που φώτιζαν το δρομάκι.

Είχα να πάω, εκεί,  πάνω από δέκα χρόνια.

Η χρόνια εγκατάλειψη και η απαξίωσή τους είχαν αφήσει πίσω τους ένα ρημαδιό, που με είχε απογοητεύσει και εξοργίσει.

Δεν ήθελα να πάω, τι να δω;

Το καφενεδάκι, όμως,  του παλιού σταθμού ήταν μια γλύκα.

Μεταλλικά στρογγυλά τραπεζάκια με ψάθινες καρέκλες ήσαν αραιά βαλμένα κάτω από τα πανύψηλα πεύκα και αρκετοί θαμώνες κάθονταν, εκεί, πριν από μας.

Πιάσαμε ένα τραπεζάκι ακριβώς δίπλα στις γραμμές.

Σκουριασμένες, ανάμεσα από αγριόχορτα επιμένουν να είναι εκεί, από το τελευταίο δρομολογιο, για να μας θυμίζουν άλλες, καλές εποχές.                                

Που και που,  από τη μεριά του Λαπίθα, ερχόταν μια ιδέα δροσερό αεράκι.

Παραγγείλαμε και έφτασαν πάραυτα δυο χοντρά ποτήρια με παγωμένη μπύρα και ο μεζές.

Πιάσαμε την κουβέντα, και τι δεν θυμηθήκαμε.

Σχολικές εκδρομές στον Καϊάφα, κούλουμα, πρωτομαγιές.

Η βραδιά με το φεγγάρι πάνω μας ήταν όμορφη και αυτό το έβλεπες στην εύθυμη διάθεση που είχαν και οι γειτονικές μας παρέες.

Παραγγείλαμε και άλλες μπύρες, είχαμε πολλά να θυμηθούμε.

Τα κάλαντα, που τα λέγαμε πάντα οι δυο μας, το απαγορευμένο ποδόσφαιρο, με τιμωρία τριήμερες και πενταήμερες αποβολές, τα πηλίκια.

Το μαγαζί του πατέρα του Μίμη, το πρακτορείο εφημερίδων και βιβλιοπωλείο, που ήταν ο μικρός μας παράδεισος.

Από κει παίρναμε τον Μικρό Ήρωα, τον Ταρζάν, τη Διάπλαση των Παίδων, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, τον Μίκυ Μάους, τις εφημερίδες.

Έλεγε ο ένας μας, ο άλλος διέκοπτε να συμπληρώσει και άρχιζε μετά τη δική του ιστορία.

Τα θέματα και οι θύμησες ατελείωτες, θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες.

Οι μπύρες είχαν ευεργετική επίδραση στη διάθεσή μας και περιέργως και στη μνήμη μας.

Κάποια στιγμή μου φάνηκε πως άκουσα σφύριγμα τραίνου, από τη μεριά του Πύργου.

Γύρισα παραξενεμένος και είδα στο βάθος ν’ άρχεται το ωτομοτρίς με αναμμένα τα φώτα του.

Έκοψε ταχύτητα και  σταμάτησε μπροστά από τον μικρό σταθμό, σχεδόν πλάι μας.

Τα βαγόνια του ήσαν κατάφωτα και πολλοί  επιβάτες είχαν βγάλει τα κεφάλια τους, έξω από τα παράθυρα, για να κόψουν κίνηση.

Την  ίδια στιγμή, προς τη μεριά της θάλασσα, στη μισογκρεμισμένη  καζάρμα άναψαν  γιρλάντες με πολύχρωμα λαμπιόνια, ενώ ταυτόχρονα φωτίστηκε, απέναντί μας, ο μπερτές του Καραγκιόζη.

Από δυο μεγάλα χωνιά άρχισε να ακούγεται η γνώριμη μουσική της έναρξης του έργου, με τις αγαπημένες φιγούρες του Καραγκιόζη, του Χατζιαβάτη κ.ά. να βγαίνουν στο πανί.

Είχα μείνει εμβρόντητος.

Από  το ωτομοτρίς κατέβηκαν μερικοί καλοβαλμένοι επιβάτες, άντρες και γυναίκες με δερμάτινες βαλίτσες και άλλες  καρώ, υφασμάτινες.

Ήρθαν, μέχρι εδώ,  μετά την προτροπή του προσωπικού τους γιατρού για λουτροθεραπεία στα  θερμά και ιαματικά λουτρά.

Η σάλα του διπλανού εστιατορίου, ολόφωτη, με τραπέζια στρωμένα με άσπρα τραπεζομάντηλα και πάνω τους αναποδογυρισμένα κολονάτα ποτήρια, περίμεναν πανέτοιμα  τους βραδινούς θαμώνες.

Ο εστιάτορας, ο θεόρατος κυρ Τάσης, εμφανώς ικανοποιημένος, έστεκε στην  είσοδο για την υποδοχή, πλαισιωμένος από δυο μικρά γκαρσόνια.

Απέναντι, το μικρό ξύλινο περίπτερο, φωτισμένο κι αυτό, με την πραμάτεια του κρεμασμένη απ’ έξω, μπάλες, παιδικά σωσίβια, παιχνίδια, κ.ά.

Τι μαγικά πράγματα συνέβαιναν μπροστά μου.

Μικροπωλητές , διαλαλώντας το εμπόρευμά τους, ψημένα καλαμπόκια και μύγδαλα, πάσχιζαν κάτω από τα παράθυρα του ωτομτρίς  να πείσουν τους ταξιδιώτες να αγοράσουν.

Άλλοι πούλαγαν περίτεχνα πλεχτά καλαθάκια, φτιαγμένα από βέργες λιγαριάς.

Γέλια, χαρούμενες φωνές παιδιών, κόσμος.

Ένα πραγματικό πανηγύρι.

Και τότε το ωτομοτρίς σφύριξε μια, δυο φορές για την αναχώρηση.

Σιγά, σιγά ξεκίνησε και άρχισε να μακραίνει, σέρνοντας πίσω του  όλη εκείνη τη μαγεία.

Τα φώτα χαμήλωσαν, ο μπερτές του Καραγκιόζη βουβαθηκε και έσβησε, όπως και οι χρωματιστές γιρλάντες της καζάρμας.

Το εστιατόριο άδειασε και τα τραπέζια έμειναν μόνα τους.

--Πού είσαι ρε φίλε, ακούω τον Μίμη.

--Πού ταξιδεύεις; Σου μιλάω και δεν με προσέχεις.

--Φαίνεται σε πείραξε η μπύρα, δεν τη σηκώνεις.

Άρχισα να συνέρχομαι.

Η φεγγαράδα είχε κάνει το θαύμα της, φτιάχνοντας εκείνο το μαγευτικό σκηνικό.

Με είχε πάει πίσω πάνω από εξήντα χρόνια.

Τι μπορούσα να πω στον Μίμη, θα με ’παιρνε σίγουρα για φευγάτο.

--Ας πάμε, του λέω, ωραία περάσαμε, σηκωθήκαμε.

Το φεγγάρι, συνέχιζε να είναι από πάνω μας, πάντα λαμπερό και πάντα πρόθυμο να φτιάχνει, δοθείσης  ευκαιρίας, τέτοιες μαγευτικές καταστάσεις…

-------------------------------------

καζάρμα = παλιός πύργος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου