Κλειστόν
Κάθε πρωί, κατά τις δέκα, πιάνει το ακριανό τραπεζάκι, έξω από τον καφενέ του μικρού νησιού, για να τον βαράει ο ήλιος.
Ο καπετάν Νικήτας, κοντά στα ενενήντα του, πίνει το τσιπουράκι του μονάχος, τις περισσότερες μέρες, από τότε που ‘’έχασε’’ τον πιο καλό του φίλο.
Πάντα με την ξεβαμμένη ναυτική τραγιάσκα στραβά στο άσπρο του κεφάλι, αξύριστος και με μεγάλο μουστάκι.
Κάθεται με τις ώρες εκεί χαζεύοντας τους περαστικούς και τη θάλασσα.
Λίγα μέτρα πιο μπροστά του, στο μικρό μουράγιο, το πρωινό μελτεμάκι κάνει τις ψαρόβαρκες να σαλεύουν με χάρη.
Μια ζωή, ο καπετάν Νικήτας την έφαγε στη θάλασσα, στο ψάρεμα.
Ο καθημερινός του μόχθος ξέρανε τα χέρια του και έσκαψε το πρόσωπό του με βαθιές χαρακιές.
Είχε, κάποτε, δικό του καϊκι, ένα καλοδουλεμένο σκαρί, φτιαγμένο σε Συριανό ταρσανά.
Όταν πήρε την απόφαση να σταματήσει και να βγει στη σύνταξη θέλησε να το πουλήσει σε κάποιον από τους ντόπιους συναδέλφους του, αλλά εις μάτην.
Δεν υπήρξε ενδιαφέρον.
Με μαύρη καρδιά το ‘δωσε για απόσυρση και καταστροφή για να πάρει την κρατική επιδότηση, συμμορφούμενος με την Ευρωπαϊκή νόρμα.
Χήρος, εδώ και κάμποσα χρόνια, μένει σε ένα μεγάλο σπίτι αυτός και η σκιά του.
Τα κουτσοφέρνει πέρα μόνος του και με τη λίγη βοήθεια μιας μικρότερής του ξαδέρφης, που ‘μένει στο διπλανό του σπίτι.
Ο μοναχογιός του μένει στη πόλη, παντρεμένος με τρία παιδιά.
Ο γέροντας δεν έχει παράπονα από τον γιο του.
Τον φροντίζει έστω και από μακριά όσο μπορεί.
Του στέλνει έγκαιρα, κάθε μήνα, τα φάρμακά του με το ταχυδρομείο και μιλάνε τακτικά στο τηλέφωνο.
Όταν βρίσκει ευκαιρία από τη δουλειά του κατεβαίνει στο νησί να τον δει.
Ο Παντελής, ο παλιός υπάλληλος του ταχυδρομείου, κάθε μήνα του δίνει τη σύνταξή του και φροντίζει για την εξόφληση του ρεύματος, του τηλεφώνου, κ.λ.π.
Έχει κι αυτός μεγαλώσει πια και περιμένει σε δυο, τρία χρόνια να πάρει σύνταξη.
Στο διπλανό τραπέζι μια παρέα από νέα παλικάρια τα πίνει , χασκογελώντας, λέγοντας μεταξύ τους χωρατά.
Κάποια στιγμή ο καπετάν Νικήτας σηκώθηκε, πήρε το μπαστούνι του και χαιρέτησε με νεύμα την παρέα.
-Για πού το ‘βαλες καπετάν Νικήτα τον αντιχαιρέτησε ένας που τον ήξερε από τη γειτονιά του.
-Πάω μέχρι τον Παντελή, στο ταχυδρομείο, για να πάρω τη σύνταξή μου, κοντεύει να βγει ο μήνας, είπε.
-Καπετάν Νικήτα το ταχυδρομείο μας έκλεισε, δεν τα ‘μαθες; τον άκουσε να του λέει.
-Ρε καλόπαιδα με βρήκατε γεροξεκούτη και με δουλεύετε, τους πέταξε χαμογελώντας.
-Καλά βρε καπετάν Νικήτα εδώ έχει βουίξει ο τόπος και συ δεν άκουσες τίποτα. Η τηλεόραση από προχθές το λέει συνέχεια στις ειδήσεις.
-Εγώ δεν πιστεύω τίποτα απ’ όσα λένε, από το πρωί μέχρι το βράδυ μας φλομώνουν στα ψέματα, τους το ξέκοψε, συμπληρώνοντας.
-Ο Παντελής τόσα χρόνια τώρα μας βολεύει ο άνθρωπος, να ‘ναι καλά, δεν έχουμε παράπονο.
-Ποιος Παντελής καπετάν Νικήτα, τον σχολάσανε, του δώσανε άδεια και του είπαν ότι θα τον ειδοποιήσουν πού θα τον πάνε.
-Εσείς βαλθήκατε να με τρελάνετε, τους είπε φανερά θυμωμένος ο γέροντας.
Τους προσπερνάει επιδεικτικά και κουτσαίνοντας παίρνει τον δρόμο για το ταχυδρομείο.
Εκατό μέτρα πιο μπροστά, ένα μαγαζάκι τρία επί τρία, με ξεθωριασμένο το σήμα των ΕΛΤΑ ,έχει κατεβασμένο το ρολό και μια μικρή ταμπέλα κρεμασμένη στραβά γράφει:
ΚΛΕΙΣΤΟΝ…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου