Σαν ανέκδοτο
Πάμε πίσω τριάντα (30) χρόνια, κάποια μακρινά Χριστούγεννα.
Ο Δημοσθένης με τον Γιώργο, τον κολλητό του φίλο, 8ετείς και οι δυο τους, έχουν βγει πρωί, πρωί για να πουν τα κάλαντα.
Κουβαλάνε μαζί τους και τις δυο μικρές τους κιθάρες.
Λένε τα λόγια δυνατά και γρατζουνώντας όπως, όπως τις χορδές παίζουν συγχρονισμένα τη μελωδία.
Το αποτέλεσμα είναι χαριτωμένο και οι πόρτες των γειτονικών πολυκατοικιών ανοίγουν η μία μετά την άλλη.
Τα παιδάκια ανεβοκατεβαίνουν με λαχτάρα τους ορόφους και με τις χαρωπές φατσούλες τους κερδίζουν αμέσως τη συμπάθειά των νοικοκυραίων.
Ο κουμπαράς τους όλο και γεμίζει.
Γύρω στις 12 αποφασίζουν ότι ήρθε η ώρα να γυρίσουν σπίτι και να μοιραστούν τις εισπράξεις.
Με τις κιθάρες τους επ’ ώμου περνούν και μπροστά από την αυλή της κυρία Νούλας, της μοδίστρας.
Η κυρία Νούλα ήταν γνωστή της οικογένειας του Δημοσθένη και της άρεσε να τον πειράζει, όταν τον συναντούσε, για να γελάει, μετά, με τις αυθόρμητες και έξυπνες απαντήσεις του.
-Γεια σας παιδάκια, χρόνια πολλά τους λέει χαμογελώντας.
-Θα ρθείτε να πείτε και σε μένα τα κάλαντα;
Τα πιτσιρίκια αλλάζουν ματιές και αναλαμβάνει ο Δημοσθένης, σαν γνώριμός της, να απαντήσει στο κάλεσμα.
-Α, τώρα πια τελειώσαμε, δεν μπορούμε γιατί φεύγουμε, της πετάει.
Η κυρία Νούλα μένει κάγκελο, εμβρόντητη.
Εμφανώς αμήχανη, με ένα παραπονιάρικο χαμόγελο ακούγεται να λέει.
-Καλά Δημοσθένη μου, δεν πειράζει, ελπίζω του χρόνου να περάσετε και από μένα πιο νωρίς, πριν σχολάσετε, και να μου τα πείτε.
Πριν μπει στο σπίτι της, στέκεται για λίγο χαζεύοντας τους δυο μπόμπιρες να απομακρύνονται χοροπηδώντας.
Την ίδια ώρα, η κυρία Νούλα πασχίζει να εξηγήσει ορθολογικά την άρνηση, που μόλις είχε εισπράξει.
-Γιατί μου φαίνεται περίεργο, σκέφτηκε, το Super Market δεν έχει ένα ορισμένο ωράριο;
-Όταν κλείσει και κατεβάσει τα ρολά, μπορείς να μπεις και να ψωνίσεις;
Υ.Γ.
Ο Δημοσθένης, (πλήρες όνομα Παναγιώτης- Δημοσθένης), είναι ο μικρότερος από τους δυο γιους μου.
Δημοσθένη, τον φώναζαν στο σχολείο και στη γειτονιά, όταν ήταν μικρός.
