Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2022

ΦΑΝΟΣΤΑΤΗΣ: Έβδομα γενέθλια

 Σήμερα συμπληρώνονται επτά (7) χρόνια ζωής του Φανοστάτη.

Ευχαριστούμε τις φίλες και τους φίλους του.

Συνεχίζουμε...




Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

Αρκάς και το μυστήριο γύρω από την ύπαρξή του:

 



Το πραγματικό όνομα του Αρκά είναι Αντώνης Ευδαίμων. Γενηθηκε στην Τρίπολη το 1953 και κατάγεται από τη Μυγδαλιά Αρκαδίας, τέκνο του Αποστόλου (Λούλη) Ευδαιμων και της κυρίας Παπαθεοδώρου.
Σπούδασε αρχιτεκτονική και ιστορία της τέχνης στο Α.Π.Θ και αυτοδιδάχτικε στη σκιτσογραφία. Πήρε το δίπλωμα του την άνοιξη του 1977. Στα πρώτα του βήματα συνεργάστηκε ως σκηνογράφος στα θέατρα στοάς και τέχνης.
Ο Αρκάς μεγάλωσε σε σοβαρό περιβάλλον. Ο κόσμος του ήταν λίγο κλειστός. Όταν ήρθε σε επαφή με τη βρωμιά της εποχής, και ήταν βρωμιά σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες και το περιβάλλον του Αρκά, τον γοήτευσε. Μια ζωή παρουσίαζε στα έργα του την πάλη με τον ηδονισμό, την κατεργαριά, το δε βαριέσαι και την ευκολία. Σήμερα μπορεί να μην είναι όπως τότε, αλλά παραμένει ένας θρύλος για το έργο που επιτέλεσε.

Πηγή: Phorum.gom.gr


Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2022

Κώστας Περδίκης:




"Ντομάτα Ζαχάρως"

 ένα θρυλικό προϊόν

 

Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του ’50.

Όλος ο κάμπος μας, τότε, μια απέραντη πράσινη θά­λασσα.

Όλη η εύφορη γη, παραδομένη αποκλειστικά στην καλλιέργεια της μαύρης κορινθιακής σταφίδας, του "μαύ­ρου χρυσού" της εποχής.

Για χάρη της, μέχρι και εθνικό πρόβλημα προέκυψε, το λεγό­μενο "σταφιδικό ζήτημα", όταν για κάποια συνεχόμενα χρόνια, η τιμή της είχε κατρακυλήσει στα τάρταρα.

Πότε από τα καπρίτσια του καιρού και πότε από την εξευτελι­στική τιμή, το όφελος της μιας χρονιάς, την άλλη γινόταν κα­πνός.

Οι έρμοι αγρότες είδαν κι απόειδαν και τελικά πείστηκαν ότι από τη σταφίδα, όσο και να πάλευαν, δεν θα ’χαν προκοπή.

Έτσι, μέσα σε μια πενταετία, χρόνο με το χρόνο, τις ξερίζωσαν απ’ άκρη σ’ άκρη και τις αντικατέστησαν με το νέο είδος της εποχής, την όψιμη ντομάτα, που υποσχότανε πολλά.

Η καλλιέργεια της όψιμης ντομάτας άρχιζε στα τέλη του Μάη με τα φυτώρια.

Έσπερναν τον σπόρο σε ειδικά διαμορφωμένα μικρά ορθογώνια παρτέρια, με εύφορο κοσκινισμένο χώμα, στα λεγόμενα  "τηγάνια", ποτίζοντάς τα  τακτικά.

Σε κανά δυο, τρεις βδομάδες και αφού τα νέα φυτάδια έφταναν, περίπου, τους είκοσι πόντους ύψος, τα  μεταφύτευαν στο χωράφι, που ήταν χωρισμένο σε συμμετρικές αυλακιές.

Από το φύτεμα στο χωράφι και μετά, καθώς οι ντοματιές μεγάλωναν θέλανε συνεχή φροντίδα και κόπο.

Πότισμα, περίπου, κάθε τρίτη μέρα, τειάφισμα, ρέντισμα με γαλαζόπετρα, σκάλισμα και δέσιμο στις καλαμένιες φουρκάδες, καθώς ψήλωναν και κλάρωναν πάνω τους.

Αρχές του Αυγούστου άρχιζε το κόψιμο των πρώτων ώριμων  καρπών.

Τα πρώτα χρόνια, στο ξεκίνημα της καλλιέργειας, οι παραγόμενες ντομάτες ήσαν μεγάλες με ακανόνιστο σχήμα και τις λέγανε  "μπατάλες".

Αργότερα, όσο η παραγωγή και η ζήτηση μεγάλωναν επικράτησε ο νέος σπόρος, που έδινε ομοιόμορφες και  στρογγυλές ντομάτες, τα "μήλα".

Το νερό ήταν εκείνο, που οι ντοματιές  το είχαν ανάγκη, πιο πολύ απ’ όλα.

Κάθε χωράφι είχε το δικό του πηγάδι ή το δικό του αρτεσιανό.

Ο κάμπος είχε γίνει διάτρητος, σαν κεφαλοτύρι, από τα πολλά πηγάδια και τα αρτεσιανά, που έδιναν το πολύτιμο νερό τους.

Το πότισμα άρχιζε το απόγευμα, μόλις έφευγε η καλοκαιριάτικη κάψα και τέλειωνε με το πρώτο σκοτάδι.

Η υγρασία, τότε, σε ολόκληρη την περιοχή ανέβαινε στα ύψη.

Άνοιγες για να διαβάσεις την εφημερίδα και τα φύλλα της  ήσαν σαν να τα ’χεις μουσκέψει.

Την παραγωγή της ντομάτας την απορροφούσε, σχεδόν  αποκλειστικά, η κεντρική λαχαναγορά του Ρέντη, στη Αθήνα.

Για το σκοπό αυτό φτάνανε, νωρίτερα, κάθε χρόνο, οι χοντρέμποροι για να βρουν τοπικούς αντιπρόσωπους και να οργανώσουν το μάζεμα, τη συσκευασία και την αποστολή του προϊόντος στην Αθήνα.

Ο Γιάννης ο Ζαχαρόπουλος, ο Κοτσανάδας, ο Γιάννης ο Τσόπελας, αλλά και ο περίφημος Τέλης της Μαριγώς ήσαν μερικοί απ’ αυτούς.

Στην αρχή, πριν περάσει ο εθνικός δρόμος, η αποστολή της μικρής ακόμη ποσότητας ντομάτας, γινόταν σιδηροδρομικώς, με τα κάρα να μεταφέρουν και να φορτώνουν τα τελάρα στα βαγόνια των τραίνων των ΣΠΑΠ.

Αργότερα, με τη διάνοιξη του εθνικού δρόμου, την μεταφορά της στη Αθήνα ανέλαβαν τα φορτηγά.   

Το τελάριασμα της ντομάτας γινόταν, αμέσως μετά το κόψιμό της, επί τόπου στο χωράφι.

Οι ντομάτες έμπαιναν στα τελάρα σε δυο στρώσεις, με τις πιο μικρές στην κάτω στρώση και τις πιο μεγάλες στην πάνω, για μόστρα.

Τα τελάρα τυλίγονταν με χαρτί χρωματιστό και δένονταν με σπάγκο.

Μετά, είχε σειρά το ζύγισμα με το καντάρι και το φόρτωμα στα κάρα.

Από τα κάρα, γινόταν η μεταφόρτωση στα φορτηγά, που ήσαν αραγμένα στον κεντρικό δρόμου του σταθμού, το ένα πίσω από το άλλο, έξω από το γυμνάσιο.

Αριστερά και δεξιά του δρόμου, από το Μπιλιωναίικο και κάτω, οι ντάνες από τα άδεια τελάρα σχημάτιζαν τείχος, τέσσερα  μέτρα ύψος.

Καθώς σουρούπωνε, όλο το σχετικό νταραβέρι, συνεννοήσεις, παζάρια, παραγγελίες ,πληρωμές, κ.λ.π. γινότανε εκεί, στο κομμάτι της αγοράς, από την Ηλεκτρική και κάτω, μέχρι το Γυμνάσιο.

Έμποροι, εργάτες, καρολόγοι και οδηγοί είχαν για στέκι τους το μαγέρικο της Λουκουματζούς και εκείνο των αδελφών Φώτη και Βλάση Μπολιάρη, λίγο παραπάνω.

Μόλις έπεφτε το σκοτάδι, τα τεράστια φορτηγά, ΜΑΝ, Βόλβο και Σκάνια φορτωμένα, μέχρι πάνω, με τα τελάρα, ξεκίναγαν το μεγάλο ταξίδι για την Αθήνα.

Ο παλιός δρόμος, τότε,  πέρναγε από την Κακιά Σκάλα, που ήταν ένα πολύ επικίνδυνο σημείο.

Δυο φορές πρωί, πρωί, έφτασε και σε μας, το κακό μαντάτο, ότι γκρεμίστηκε στην Κακιά Σκάλα ένα φορτηγό, από τα δικά μας  και σκοτώθηκε ο οδηγός του.

Η ποιότητα της παραγόμενης όψιμης ντομάτας μας, όπως και η νοστιμιά της ήταν άριστη.

Το ήπιο κλίμα της περιοχής μας σε συνδυασμό , με το εύφορο έδαφός της βοηθούσαν, φαίνεται, σ’ αυτό.

Δεν άργησε η φήμη της να τιναχθεί στα ύψη.

Σε όλη την κεντρική λαχαναγορά, στις συνοικιακές λαϊκές αγορές και στα μανάβικα αντιλαλούσε η φράση "ντομάτα Ζαχάρως", προσδίνοντας στο προϊόν μας μυθικές διαστάσεις.

Η τιμή της, όμως, δεν ακολούθαγε πάντα τη φήμη της.

Υπήρχαν φορές, που λόγω της μεγάλης προσφοράς, η τιμή της έπεφτε  χαμηλά και ο κόπος μιας χρονιάς πήγαινε, σχεδόν, χαμένος.

Η μαζική καλλιέργεια της ντομάτας κράτησε μέχρι τις αρχές του ’70.

Η αναπόφευκτη κόπωση των χωραφιών έκανε, χρόνο με το χρόνο, την απόδοσή τους να φθίνει, με αποτέλεσμα η παραγωγή της όψιμης ντομάτας, σχεδόν, να μηδενιστεί.

Στην αποθήκη του εξοχικού μας σπιτιού, στο κτήμα που φυτεύαμε ντομάτα, έχουν ξεμείνει από τότε, δυο, τρία τελάρα.

Τα φυλάμε για να μας θυμίζουν εκείνα τα χρόνια και μαζί τους την περίφημη "ντομάτα Ζαχάρως", με την υπέροχη γεύση, χρώμα και άρωμα.

Όπως, άλλωστε, κρατάμε ακόμη άσβηστη και τη μυρουδιά, πού ’παιρναν τα χέρια μας, μόλις ακουμπάγαμε τα φύλλα μιας από κείνες τις ντοματιές…  

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2022

Κώστας Περδίκης:

 




Κάρα, καρολόγοι

και

Σωματείο Φορτοεκφορτωτών

 

Τα χρόνια, γύρω στο ’60, πριν ακόμη περάσει ο εθνικός δρόμος από την πόλη μας και ακόμη πιο παλιά, η διακίνηση όλων των αγαθών, όπως τα εμπορεύματα των μαγαζιών, τα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, τα λιπάσματα, καθώς και τα οικοδομικά υλικά, γινόταν αποκλειστικά με τα κάρα.

Οι νοικοκυραίοι μόνο μικρές ποσότητες μπορούσαν να μεταφέρουν με τα ζώα τους, άλογα και γαϊδούρια.

Για τον  λόγο αυτόν τα κάρα, τότε, ήσαν πολλά, όπως άλλωστε και οι καρολόγοι.

Αναφέρω μερικούς:

Ο Μήτσος ο Κακαβούλης, ο Γιαννάκος ο Περδίκης, ο Περικλής ο Δαμικούκας, ο Γιώρης ο Τερζής ή Μπαρέλας, ο Κώστας ο Σάσσαλος, ο Χρήστος ο Σαριδέλης ή Κοψοχείλης, ο Αντρέας ο Δρακόπουλος, ο Άγης ο Κάκας, ο Νιόνιος ο Χριστοδουλόπουλος ή Τζίμης, ο Νιόνιος ο Νικολόπουλος ή Γατζούνης, ο Σπύρος ο Μπολιάρης ή Κούλης, ο Κυριακόπουλος ή Ψούλης, ο Θεμιστοκλής ο Γεωργούλιας ή Μούστος κ.ά.

Τότε, οι εξαγωγές και οι εισαγωγές προϊόντων, από και προς την πόλη μας, γίνονταν με τα τραίνα.

Εκεί, στον σταθμό, περίμεναν τα κάρα για να φορτώσουν και να φέρουν στην αγορά τα εμπορεύματα που έφθαναν.

Οι περισσότεροι δρόμοι, εκτός του κεντρικού της αγοράς, που ήταν μισοστρωμένος με άσφαλτο, ήσαν χωματένιοι και υπήρχαν και μερικά καλντερίμια.

Τους χειμωνιάτικους μήνες, με τις πολλές βροχές, οι ρόδες των κάρων και τα πόδια των αλόγων ήσαν χωμένα στη λάσπη μέχρι τη μέση, τους δε καλοκαιρινούς μέσα στον μπουχό.

Τα κάρα τα σέρνανε μεγαλόσωμα, όμορφα, άλογα με φουντωτές ουρές και πλατιά πέλματα.

Όλη τη μέρα,  αγόγγυστα, πήγαιναν εδώ και κει κουβαλώντας τα βαριά φορτία τους.

Όταν το κάρο ήταν ξεφόρτωτο και ο καρολόγος είχε κέφια χτύπαγε με τη βίτσα το άλογο για να τρέξει καλπάζοντας.

Στα παιδικά μας μάτια, τότε,  το όλον θέαμα φάνταζε σαν  σκηνή από καουμπόικη ταινία.

Που και που οι καρολόγοι, μας έκαναν το χατίρι στα πολλά παρακάλια μας και μας ανέβαζαν στη καρότσα, γλυτώνοντάς μας, έτσι, από λίγο ποδαρόδρομο.

Αργότερα, όταν πέρασε ο εθνικός δρόμος, στη διακίνηση των αγαθών προστέθηκαν φορτηγά και τρίκυκλα.

Θυμάμαι το πρώτο φορτηγό, μάρκας Ντόιτς, που το είχε, νομίζω, ο Γιάννης ο Σώκας.

Όταν έπαψε πια να λειτουργεί, ήταν παρατημένο για χρόνια στη γειτονιά μου και πάνω του περνάγαμε ώρες ατέλειωτες, έχοντάς το για το καλύτερό μας παιχνίδι.

Το φόρτωμα και ξεφόρτωμα των μεγάλων φορτίων, όπως λιπάσματα, σακιά με τσιμέντο, τσουβάλια με σταφίδα, τελάρα με ντομάτα κ.ά. διεκπεραίωνε το "Σωματείο Φορτοεκφορτωτών, Ξηράς, Ζαχάρως", όπως ήταν ο πλήρης τίτλος  του.

Προϊστάμενος του σωματίου, για την εύρυθμη λειτουργία του, ήταν ο εκάστοτε Διοικητής του τοπικού τμήματος της Χωροφυλακής.

Το σωματείο είχε καταστατικό, σφραγίδα και Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών.

Αποτελείτο από μόνιμα μέλη και κατά κάποιο τρόπο ήταν "κλειστό".

Για να προστεθεί ένα νέο μέλος έπρεπε οι υπόλοιποι να το αποφασίσουν με μεγάλη φειδώ και περίσκεψη.

Ας θυμηθούμε μερικούς του σωματείου:

Ο Νίκος ο Κοκώνης, πρόεδρος για πολλά χρόνια, ο Γιάννης ο Αθούλης ή Τσάος, ο Χρήστος ο Αποστολόπουλος ή Κοψοχείλης, ο Γιώρης ο Γεωργακόπουλος ή Ρόκας, ο Νέγκας,  ο Σταύρος Νικολόπουλος ή Κολοκύθης, ο Δήμος Νικολόπουλος ή Καλύβας, ο Χρήστος Κοτσανάδας ή Ντίντας, ο Γιώρης και Τάκης ο Φάκαλος και προς το τέλος ο Μήτσος ο Γκότσης.

Μόλις τέλειωναν ένα φόρτωμα ή ένα ξεφόρτωμα τους βλέπαμε να κατευθύνονται εν πομπή, ο ένας πίσω από τον άλλον, στην ταβέρνα της Σώκαινας ή στο υπόγειο κρασοπουλειό του Γιώργαρου, κάτω από το καφενείο του Μανιάτη, στη πίσω του  μεριά.

Πήγαιναν εκεί για να πάρουν μιαν ανάσα, πίνοντας κανά ποτηράκι.

Μεταξύ τους δεν έλειπαν τα καλαμπούρια και τα πειράγματα.

Χρησιμοποιούσαν, μάλιστα, κωδικές λέξεις και φράσεις, όπως "ίσα ρε μάγκες", "ξηγιέσαι σακούλα" κ.λ.π. 

Στη δουλειά τους είχαν ριγμένο στους ώμους τους από ένα άδειο τσουβάλι, για να μην λερώνουν τα ρούχα τους και μερικοί έδεναν στη μέση τους, δυο τρεις γύρες, ένα πλατύ ζωνάρι.

Το ζωνάρι τους βόηθαγε, φαίνεται, να σηκώνουν μεγάλα βάρη και ταυτόχρονα να προστατεύουν τη μέση τους από λουμπάγκο.

Με τα χρόνια, η χρήση νέων τρόπων και μηχανημάτων στο φόρτωμα και ξεφόρτωμα μεγάλων φορτίων, όπως κλαρκς κ.ά., περιόρισε την αναγκαιότητα ύπαρξης του σωματίου και κάποια μέρα, μοιραία, ήλθε το τέλος του, φέρνοντας μαζί του και τη συνταξιοδότηση των μελών του…

 

Υ.Γ. Θέλω να ευχαριστήσω τους συμπολίτες μου Βασίλη Στολάκη και Αντώνη Κόντο, που με τις πληροφορίες τους με βοήθησαν στη σύνταξη του παρόντος κειμένου.


Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2022

Κώστας Περδίκης:



 Ήταν κι αυτός εκεί…

 στη μνήμη τους

14η Σεπτεμβρίου 1922, η μέρα της καταστροφής της Σμύρνης και το τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας.

14η Σεπτεμβρίου 2022, εκατό (100) χρόνια μετά.

Η συγκίνησή μου είναι μεγάλη.

Σήμερα, ύστερα από επίμονη προσπάθεια και με τη βοήθεια του Κ.Ε.Π. Ζαχάρως, έφθασε στα χέρια μου, μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το Πιστοποιητικό Στρατολογικής Κατάστασης του μακαρίτη του πατέρα μου, από τη Στρατολογική Υπηρεσία Δυτικής Ελλάδας.

Το Πιστοποιητικό περιλαμβάνει όλες τις μεταβολές, σχετικά με την υπηρεσία του στον στρατό, από την κατάταξή του μέχρι την απόλυσή του. 

Ο πατέρας μου, σύμφωνα με το Πιστοποιητικό, γεννήθηκε το 1893.

Την 4η Δεκεμβρίου 1912, (19 ετών), απαλλάχθηκε από τη στράτευση, ως πρεσβύτερος υιός γυναίκας, που διατελεί σε χηρεία.

Την 4η Δεκεμβρίου 1913, κατατάχθηκε στο 9ο Σύνταγμα Πεζικού, με έδρα την Καλαμάτα.

Από τότε μέχρι την 9η Νοεμβρίου 1921, που απολύθηκε, ύστερα από οκτώ (8) ολόκληρα χρόνια, μεσολάβησαν διαδοχικές κατατάξεις, μεταθέσεις και απολύσεις.

Στο διάστημα αυτό και τι δεν συνέβη στον κόσμο μας.

Βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913)

Α’ Παγκόσμιος πόλεμος (1914-1918).

Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή (1919-1922).

Για όλα αυτά τα χρόνια του στρατού το μόνο, που είχαμε ακούσει από τον ίδιο να λέει, ήταν ότι είχε λάβει κι αυτός μέρος στην Μικρασιατική εκστρατεία και ότι είχε φθάσει μέχρι το Αφιόν Καραχισάρ, στα βάθη της Τουρκίας.

Εκεί, πάντα κατά τα λεγόμενά του, αρρώστησε και χρειάσθηκε να νοσηλευτεί στο εκεί νοσοκομείο.

Την περίοδο, μάλιστα, της νοσηλείας του συνέπεσε να περάσει από το Αφιόν Καραχισάρ και ένας από τους αδελφούς του, ο Μήτσος, που είχε λάβει μέρος στην εκστρατεία σαν μόνιμος ανθυπολοχαγός, άρτι αποφοιτήσας από τη σχολή Ευελπίδων.

Ο πατέρας, μέχρι που πέθανε, δεν παρέλειπε να παραπονιέται στον αδελφό του, ότι πέρασε από κει και δεν πήγε στο νοσοκομείο να τον δει.

Μάταια, ο Μήτσος πάσχιζε να δικαιολογηθεί, χωρίς αποτέλεσμα, λέγοντάς του ότι αγνοούσε, μέσα σε κείνον το χαμό, ότι ήταν άρρωστος και νοσηλευόταν  στο νοσοκομείο.

Από στοιχεία, που άντλησα από τον ‘’Στρατιωτικό Κανονισμό-Ιστορία του Πεζικού’’, Αθήνα Δεκέμβριος 2014, Τυπογρ. Ελλην. Στρατού, σε συσχετισμό και με εκείνα του Πιστοποιητικού, προκύπτουν τα παρακάτω.

Την παραμονή της έναρξης  των εαρινών επιχειρήσεων του 1921 οι ελληνικές δυνάμεις ήταν χωρισμένες σε δύο μέτωπα, χωρίς δυνατότητα συνδέσμου μεταξύ τους.

Το βόρειο μέτωπο (Προύσα),στο οποίο επιχειρούσε το Γ΄ Σώμα Στρατού (Γ΄Σ.Σ.) και το νότιο μέτωπο (Ουσάκ), όπου επιχειρούσε το Α΄ Σώμα Στρατού (Α΄Σ.Σ.). Μεταξύ τους παρεμβάλλονταν η οροσειρά του Ολύμπου και απείχαν 200 χιλιόμετρα, σε ευθεία γραμμή.

Την μεταξύ των δύο Σωμάτων Στρατού ζώνη και πίσω από αυτά, εξασφάλιζε το Β΄ Σώμα Στρατού (Β΄Σ.Σ.).

Στο Β΄ Σώμα Στρατού, με έδρα την Πάτρα, υπαγόταν και η XIV Μεραρχία Πεζικού, με έδρα την Καλαμάτα, στην οποία , σύμφωνα με το πιστοποιητικό, κατατάχθηκε ο πατέρας την 26η  Μαρτίου 1921.

Προκύπτει, λοιπόν, ότι έλαβε μέρος στην Μικρασιατική εκστρατεία, όντας απλός φαντάρος της Μεραρχίας αυτής.

Την 8η Αυγούστου 1921 τα συντάγματα Πεζικού, περνώντας τη φοβερή Αλμυρά έρημο, διάβηκαν τον Σαγγάριο και μέχρι την 24η Αυγούστου 1921, είχαν προωθηθεί «διά της λόγχης», ανατολικά του ποταμού, ανατρέποντας διαδοχικά με σκληρούς αγώνες τις τουρκικές αντιστάσεις, που πλέον αμύνονταν λυσσαλέα καθόσον ο ελληνικός στρατός πλησίαζε στην Άγκυρα.

Απείχαν τότε 700 περίπου χιλιόμετρα από το Αιγαίο.

Τέλη Αυγούστου 1921, την 30η - 31η, άρχισε η υποχώρηση και η μετέπειτα κατάρρευση του βόρειου μετώπου, με τελικό τραγικό αποτέλεσμα την καταστροφή της Σμύρνης, την 14η Αυγούστου 1922.

Ένα άλλο πολύτιμο, για την αναφερόμενη χρονική περίοδο, στοιχείο  είναι η επιστολή και η φωτογραφία, που έστειλε ο αδελφός του πατέρα μου, ο Μήτσος, από το μέτωπο στον θείο του, τον Σχολάρχη.

Η επιστολή έχει ημερομηνία 16η Νοεμβρίου 1921 και έχει σταλεί από το Ουσάκ, το οποίο είναι δυτικότερα από το Αφιόν Καραχισάρ και η φωτογραφία, πάλι από το Ουσάκ, έχει ημερομηνία Δεκέμβριος 1921.

Η επιστολή είναι γραμμένη με άψογη καλλιγραφία και ορθογραφία και με πολύ σεβασμό και αγάπη προς τον θείο του.

Ο Μήτσος μιλάει για την μεγάλη κούραση από τις ανάγκες της υπηρεσίας και για τον φόβο του επερχόμενου χειμώνα, με το πολύ χιόνι και κρύο.

Δεν κάνει καμία απολύτως αναφορά και δεν φαίνεται να έχει κάποια ανησυχία για τη συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων.

Χαριεντιζόμενος, μάλιστα, υπόσχεται επιστρέφοντας να φέρει στον  Γιώργο, τον μεγαλύτερο ξάδελφό  του, ένα Τουρκόπουλο για να το έχει σκλάβο και στον άλλο, τον μικρότερο, τον Θανάση ένα χανουμάκι, για σκλάβα.

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι, λόγω της μη δυνατότητας επικοινωνίας με το βόρειο μέτωπο, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, η είδηση της οπισθοχώρησης και η έναρξη της κατάρρευσης του μετώπου δεν είχε φθάσει ακόμη μέχρι το Ουσάκ.

Από την ημερομηνία της επιστολής, τέλος, προκύπτει ότι άδικα παραπονιόταν ο  πατέρας στον αδελφό του για το ότι δεν τον επισκέφθηκε όταν ήταν άρρωστος στον Αφιόν Καραχισάρ.

Ο πατέρας απολύθηκε την 6η Νοεμβρίου 1921 ο δε Μήτσος την 16η Νοεμβρίου 1921 ήταν ακόμη στο Ουσάκ και λογικά θα έφθασε στο Αφιόν Καραχισάρ αρκετά αργότερα.

 

Αυτά, τα ελάχιστα, είναι όσα μπόρεσα να ανιχνεύσω από τα στοιχεία του Πιστοποιητιού του πατέρα μου και από τις ιστορικές καταγραφές των γεγονότων εκείνων των χρόνων.

Τα πολλά ερωτηματικά, όμως, θα συνεχίσουν να μένουν αναπάντητα.

Δεν θα μάθω ποτέ αν πατέρας μου, εκείνος ο σοβαρός, ο λιγομίλητος, ο καλοκάγαθος άντρας, ο καταγόμενος από μια κωμόπολη της Ηλείας, που έφθασε μέχρι τα βάθη της Τουρκίας, στο Αφιόν Καραχισάρ, ντουφέκισε και ντουφεκίστηκε από Τούρκους, αν έζησε αφάνταστες ταλαιπωρίες, αν είδαν τα μάτια του τρομερές και αποτρόπαιες εικόνες.

Όσο για τον αδελφό του, τον Μήτσο, λίγο μετά την επιστροφή του, παραιτήθηκε από τον στρατό και αναζήτησε μια καλύτερη τύχη, πολύ μακριά από την πατρίδα του, στο τότε Βελγικό Κονγκό.

Τα όσα άγρια είδε και έζησε εκεί, στη Μικρασιατική εκστρατεία, φαίνεται, τον έκαναν να πάρει εκείνη την απόφαση μια ώρα γρηγορότερα…

 

 

Υ.Γ. Θέλω να ευχαριστήσω τον κ. Κώστα Τσαούση, προϊστάμενο του Κ.Ε.Π. Ζαχάρως, που με ευγένεια και προθυμία με βοήθησε να αποκτήσω το παρόν Πιστοποιητικό.



            
 




                                                                                  

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022

Κώστας Περδίκης:

 


Παρεούλα με τη Φροσύνη

 

Ξεκαλοκαιριάζαμε στο μικρό μας εξοχικό σπιτάκι στον Παλιόκαμπο.

Κάθε απόγευμα, μετά τον μεσημεριανό μας υπνάκο, στηνόμαστε και οι δυο μας, εγώ και αδελφή μου, στη βεράντα κοιτάζοντας προς το στρατόνι, που ’βγαζε στο δημόσιο δρόμου του σταθμού.

Περιμέναμε πώς και πώς να δούμε να ξεμυτίζει στο βάθος η Φροσύνη με τα γαλιά της.

Η Φροσύνη έμενε κοντά στο εξοχικό μας, το πολύ πεντακόσια μέτρα μακριά.

Το σπίτι της ήταν στο Πλατανούλι, δίπλα στο γεφύρι της γράνας.

Ήτανε, τότε, στα δεκατέσσερά της και μεις είχαμε πάνω, κάτω, τα μισά της χρόνια.

Μόλις έπεφτε η μεσημεριάτικη κάψα έφερνε τα πέντε, έξι γαλιά της για να φάνε ό,τι βρούνε  στο διπλανό μας χωράφι, που ήταν χέρσο.

Κρατώντας ένα μακρύ καλάμι, τα είχε μάθει να περπατάνε μπροστά της υπάκουα, ένα, ένα στη σειρά.

Φτάνοντας μπροστά στην αυλόπορτά του εξοχικού, μας εύρισκε να την περιμένουμε πανέτοιμοι.

Η μητέρα μας φρόντιζε και έβαζε σε ένα καραβανάκι δυο φέτες ψωμί, λίγο τυρί και μια ντομάτα, μπας και πάρουμε κανένα δράμι, μίζερα καθώς είμαστε στο φαϊ.

Το γειτονικό μας χωράφι , στη μέση περίπου, είχε μια μικρή καρυδιά.

Εκεί, στον ίσκιο της πηγαίναμε και καθόμαστε με τη Φροσύνη, ενώ τα γαλιά της τσιμπολογούσαν αναγύρω μας, χωρίς να απομακρύνονται.

Η Φροσύνη, με τον τρόπο της, έφτιαχνε για χάρη μας κάθε απόγευμα έναν μικρό Παράδεισο.

Πότε μας διάβαζε παραμύθια, πότε μας έλεγε ιστορίες από το μυαλό της και πότε μας τραγούδαγε.

Ακόμη και τα γαλιά της άφηναν που και που το φαϊ τους για να την ακούσουν. 

Βλέποντάς την να τρώει το κολατσιό της παρακινούμαστε και μεις και τρώγαμε το δικό μας με όρεξη.

Η μικρή μας εκδρομή και η διασκέδαση δεν κράταγε πάνω από μιάμιση ώρα.

Η Φροσύνη γύριζε με τα γαλιά της στο σπιτικό της και μεις στο δικό μας.

Πέρασαν τα χρόνια.

Μεγάλωσε η Φροσύνη, μεγαλώσαμε και μεις.

Φέτος, στο ξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής, την παραμονή της γιορτής, στον εσπερινό, τη συνάντησα, ύστερα από πολύ καιρό και τη χαιρέτησα.

Η κόρη της, που τη συνόδευε, έσπευσε να της εξηγήσει ποιος είμαι.

Σήκωσε το κεφάλι της και με ένα ανεπαίσθητο λυπημένο χαμόγελο με κοίταξε στα μάτια.

Την κοίταξα κι εγώ, με τη ματιά μου να τη ρωτάει και να προσπαθεί να μαντέψει την απάντησή της:

‘’Φροσύνη,  θυμάσαι εκείνα τα απογεύματα;’’ …