Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Κώστας Περδίκης: Τα μπάνια μας κάποτε






Τα μπάνια μας κάποτε


 

Η θάλασσά μας,

όταν ο καιρός έχει τις καλές του και δεν φυσάει, είναι χάρμα ιδέσθαι.

Το απέραντο γαλάζιο της χάνεται στο βάθος, προς τα δυτικά και σμίγει με εκείνο του ουρανού, στη γραμμή του ορίζοντα.

Κατά μήκος της ακρογιαλιάς απλώνεται η χρυσή αμμουδιά, που ανηφορίζει απαλά σχηματίζοντας μικρούς αμμόλοφους.

Εκεί φυτρώνουν κάθε χρόνο τα πανέμορφα λευκά κρινάκια, με το ξεχωριστό τους λεπτό άρωμα.

Λίγο πιο μακριά αρχίζει το πευκοδάσος.

Που και που στην υγρή άμμο, εκεί που σκάει το κύμα, βρίσκεις μικρά χρωματιστά βότσαλα και αχιβάδες.

Τις μέρες, όμως, που έχει δυνατόν αέρα, η θάλασσα αγριεύει και γίνεται φοβιστική.

Σηκώνονται τεράστια κύματα, που το ένα διαδέχεται το άλλο και καθώς πλησιάζουν στην ακτή σκάζουν αφρίζοντας, με υπόκωφη βουή.

Ο βυθός ανακατεύεται και η επιφάνειά του γίνεται ανώμαλη, με λακκούβες και τούμπια και τότε, αλλού πατάς και αλλού  βρίσκεσαι.

Οι ντόπιοι μιλούν για  ρουφήχτρες.

Όσοι κολυμπούν εδώ, για πρώτη  φορά, δεν ξέρουν τα μυστικά της και ένας-δυο κάθε χρόνο πέφτουν θύματα πνιγμού.

Το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, κατά τη διάρκεια της μέρας, έκανε αρκετά δρομολόγια, από την πόλη μέχρι την παραλία, κουβαλώντας πολύ κόσμο.

Το ίδιο και τα λιγοστά ταξί.

Αυτοκίνητα ΙΧ κυκλοφορούσαν ελάχιστα, τότε, και σχεδόν όλα ανήκαν σε παραθεριστές.

Άλλοι, για τη μεταφορά τους, επιστράτευαν όποιο υποζύγιο διέθεταν, γαϊδούρι ή άλογο.

Ήσαν εκείνοι που πάλευαν με τις δουλειές τους στα χωράφια, σταφίδες και ντομάτες και ξεκαλοκαίριαζαν εκεί, σε πρόχειρα καταλύματα.

Φτάνοντας ο κόσμος σκορπούσε και ξάπλωνε στην αμμουδιά, φτιάχνοντας μικρές παρέες.

Οι πατεράδες μας, όχι και τόσο φανατικοί με τα μπάνια, έπιαναν τον ίσκιο, κάτω από τη παράγκα των Καρραίων και  απολάμβαναν το ούζο τους στη δροσιά.

Τη δική μας εποπτεία και φροντίδα την παραχωρούσαν στις μανάδες μας.

Εκείνες, φορώντας ψάθινες καπελαδούρες και μαντίλια, συνεχώς μας φώναζαν να βάζουμε τα καπέλα μας, για να μην πάθουμε ηλίαση.

Αντηλιακά φυσικά ούτε για δείγμα.

Μερικές άνοιγαν μαύρες ομπρέλες, εκείνες του χειμώνα, για να προστατευθούν από τον ανηλεή ήλιο.

Οι ομπρέλες θαλάσσης ήταν άγνωστο είδος ακόμη.  

Εμείς, πιτσιρίκια τότε, δεν χορταίναμε το παιχνίδι, μπαινοβγαίνοντας στο νερό.

Τα ξεφωνητά μας, ανάκατα με κλάματα μωρών και μουσικές από τρανζιστοράκια, μόδα της εποχής, ακούγονταν παντού.

Η ξύλινη παράγκα, με στέγη από ράπι, των αδελφών Καρρά και αργότερα εκείνη του Σουλίμη, ήσαν τα μοναδικά κτίσματα εκεί.

Στέγαζαν πρόχειρα καφενεδάκια, που σέρβιραν, εκτός από δροσερό νερό, ούζα, λεμονοπορτοκαλάδες, γκαζόζες και υποβρύχια.

Ο πατέρας τους,  ο μπάρμπα-Γιώρης ο Καρράς,  τα προμήθευε  με δροσερό νερό, που το κουβάλαγε από το πηγάδι του κοντινού σπιτιού του με το άλογό του και δυο βουτσέλες.

Μερικές χρονιές εμφανίζονταν, για μερικές μέρες τσούχτρες, μεγάλες διάφανες, που κάθε άλλο παρά μας τρόμαζαν.

Για παιχνίδι, τις πιάναμε από το πάνω τους μέρος και τις βγάζαμε έξω στην αμμουδιά.

Τρόμο πραγματικό, όμως, μας σκόρπιζε η εμφάνιση που και που, στα βαθιά, κοπαδιού μεγάλων ψαριών, τριών ως έξι, που με χορευτικές διαδοχικές βουτιές, κολυμπώντας το ένα πίσω από το άλλο, περνούσαν από μπροστά μας τραβώντας για τον Καϊάφα.

Βγαίναμε λαχταρισμένοι έξω με τον φόβο ότι είναι καρχαρίες.

Ήσαν, όμως, άκακα, παιχνιδιάρικα δελφίνια.

Άλλες φορές τύχαινε η νυχτερινή θαλασσοταραχή να ξεβράσει μια τεράστια θαλάσσια χελώνα, που το άλλο πρωί αποτελούσε πολύ αξιοπερίεργο θέαμα για τα τότε παιδικά μας μάτια.

Άλλο πανηγύρι γινόταν όταν ένα, δυο εκπαιδευτικά αεροπλάνα πέταγαν χαμηλά, κατά μήκος της παραλίας για να μας τρομάξουν, αλλά και για να μας εντυπωσιάσουν.

Τη μισή μας μέρα, σχεδόν, την περνάγαμε στη θάλασσα.

Κολύμπι, μακροβούτια, βουτηχτές, παιχνίδια, αθώα αγγίγματα, φλερτ και τι δεν είχε το ρεπερτόριο.

-Ελάτε λοιπόν φίλοι μου:

Δήμητρα, Κώστα, Γιάννη, Μιμίκα, Λύσανδρε, Ελισάβετ, Νικόδημε, Μίμη, Τάση, Λίτσα και ακόμα Ευτύχη, Ιφιγένεια, Ευγενία, Σοφία, που "φύγατε" νωρίς, να ξαναθυμηθούμε.

Σε τούτη δω τη θάλασσα, τη θάλασσά μας, πόσα και πόσα ευτυχισμένα καλοκαίρια ζήσαμε.

Πόση χαρά και πόση αγάπη χορτάσαμε.

Τι κι αν πέρασαν τα χρόνια, τι κι αν άσπρισαν τα μαλλιά μας.

Για όλους εμάς, καλοκαίρι θα σημαίνει πάντα τούτη η θάλασσα, με την απέραντη χρυσή αμμουδιά, τους απαλούς αμμόλοφους, τα πανέμορφα κρινάκια, τα πεντακάθαρα νερά.

Με τη γαλήνη της, αλλά και με την αφρισμένη αγριάδα της, με τα μαγευτικά της ηλιοβασιλέματα.

Η καρδιά μας, όσο ζούμε,  εκεί θα αναζητάει να βρει λίγη δροσιά…

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Ουρουγουάη 1930: Το πρώτο Μουντιάλ!

 


Δεξιά, αυθεντικό αντίγραφο του Κυπέλλου Ζιλ Ριμέ που απονεμήθηκε στην πρωταθλήτρια εθνική ομάδα της Ουρουγουάης (στο μέσον της φωτογραφίας) τo 1930. Εκτίθεται στο μουσείο που λειτουργεί κάτω από το Estadio Centenario, όπου είχε διεξαχθεί ο μεγάλος τελικός – το στάδιο κτιζόταν τότε, κατά τη διάρκεια των αγώνων.

Tο πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιστορίας, αυτό που ο προπονητής της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ είχε αποκαλέσει «παγκόσμιο πρωτάθλημα soccer», υπήρχαν μόλις 13 φιναλίστ. Περισσότερες από τις μισές ήταν από τη Νότια Αμερική: η οικοδέσποινα Ουρουγουάη (η καλύτερη ομάδα εκείνης της εποχής, που είχε κατακτήσει τα ποδοσφαιρικά τουρνουά στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1924 και του 1928), η Αργεντινή, η Παραγουάη, το Περού, η Χιλή, η Βολιβία (οι παίκτες αγωνίζονταν φορώντας σκούφους, και ποτέ δεν μάθαμε το γιατί) και η Βραζιλία, το μόνο έθνος που έχει εμφανιστεί σε όλα τα Μουντιάλ (το εφετινό θα είναι το 23ο της). Οι υπόλοιπες έξι ήταν το Μεξικό, οι ΗΠΑ και τέσσερις ομάδες από την Ευρώπη: Γαλλία, Βέλγιο, Ρουμανία και Γιουγκοσλαβία. Θα υπήρχε και 14η φιναλίστ αν η Αίγυπτος δεν έχανε –λόγω κακοκαιρίας– το καράβι με το οποίο θα κατευθυνόταν στη Μασσαλία. Από εκεί θα ταξίδευε προς το Μοντεβιδέο παρέα με τη Γιουγκοσλαβία, με την οποία είχαν συμφωνήσει να μοιραστούν τα έξοδα. 

Ο τελικός Ουρουγουάης – Αργεντινής… μύριζε μπαρούτι. Ο βέλγος διαιτητής είχε δεχθεί απειλές για τη ζωή του και ήταν κατατρομαγμένος. Πριν αρχίσει το ματς ζήτησε ισχυρή αστυνομική προστασία και ένα καράβι έτοιμο να τον πάρει μακριά από το Μοντεβιδέο αμέσως μετά τη λήξη του αγώνα. Στον σωματικό έλεγχο των αργεντινών οπαδών που έμπαιναν στο γήπεδο βρέθηκαν πιστόλια και μαχαίρια. Οι ομάδες δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν ούτε για την μπάλα με την οποία θα έπαιζαν. Στο πρώτο μέρος χρησιμοποιήθηκε η μπάλα των Αργεντινών και στο δεύτερο εκείνη των Ουρουγουανών. Η Ουρουγουάη νίκησε με 4-2 μπροστά σε 68.000 θεατές, με σκόρερ του τέταρτου γκολ έναν μονόχειρα, τον περίφημο εκείνα τα χρόνια Εκτορ Κάστρο, ο οποίος είχε χάσει το χέρι του στα 13 σε ατύχημα με ηλεκτρικό πριόνι. Κάθε ποδοσφαιριστής των θριαμβευτών έλαβε ως δώρο από την κυβέρνηση ένα σπίτι. 

Πηγή: Protagon.gr