Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Κώστας Περδίκης:


 

Τρεις μέρες του Νοέμβρη

Νοέμβρης 1973.

Μέναμε,  τότε,  με την αδελφή μου στο Πεδίον του Άρεως, πίσω από τη σχολή Ευελπίδων.

Το πρωί ξυπνάγαμε με την εγερτήρια  σάλπιγγα της σχολής.

Οδός Λιακαταίων 14, τηλ. 6435400.

Υπηρετούσα το τελευταίο κομμάτι της θητείας μου, ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, στο νεοϊδρυθέν Πολεμικό Μουσείο, σαν συντηρητής κτιρίου.

Τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο είχαν αρχίσει από την Τετάρτη, 15 του μήνα.

Νωρίς το πρωί, πηγαίνοντας στην υπηρεσία μου, περνούσα με το τρόλεϊ μπροστά από το Πολυτεχνείο.

Η κεντρική πύλη, στην οδό Πατησίων, ανοιχτή διάπλατα και κόσμος κυρίως φοιτητές  να μπαινοβγαίνουν.

Στα κάγκελα κρεμασμένα πανό  και συνθήματα:

"Ψωμί-παιδεία-ελευθερία", "έξω οι Αμερικάνοι", "κάτω η χούντα", "έξω το ΝΑΤΟ".

Από τα μεγάφωνα τραγούδια στη διαπασών , "αυτό το χώμα είναι δικό σου και δικό μας", "πότε θα κάνει ξαστεριά", "ένα το χελιδόνι", κ.ά.

Την Παρασκευή άρχιζε να σκοτεινιάζει όταν χτύπησε το τηλέφωνο.

Στην άλλη άκρη της γραμμής ο Νίκος Αλ., που έμενε τότε στο Γουδί.

-Δεν πιστεύω φίλε μου να ρίξεις απόψε στους φοιτητές, μου λέει.

Τι είπε ο άνθρωπος σκέφτηκα, πώς του πέρασε αυτή η τρελή ιδέα από το μυαλό του.

Σε λίγο φτάνει στο σπίτι μου ο Γιώργος Δ., ενθουσιώδης.

-Πάμε κάτω, μου λέει, γίνεται χαμός.

Φορώντας πολιτικά ρούχα εγώ, πιάσαμε την οδό  Ζωοδόχου Πηγής, κατηφορίζοντας προς το Πολυτεχνείο.

Κόσμος φωνάζοντας συνθήματα συνέρεε από τους κάθετους δρόμους σχηματίζοντας ένα βουερό ποτάμι.

Αριστερά και δεξιά στις πολυκατοικίες, από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες, οι τηλεοράσεις φαίνονταν να παίζουν βγάζοντας εκείνο το μπλε χρώμα.

Ο κόσμος φωνάζει "κατεβείτε κάτω", προτρέποντας κι άλλους να ενωθούν μαζί τους.

Φτάνουμε στα Εξάρχεια, στην οδό Στουρνάρη , μέχρι τη γωνία με τη Μπουμπουλίνας.

Εκεί συναντάμε κάποιους γνωστούς μας, δεν θυμάμαι όμως ποιους.

Από την πλαϊνή πόρτα της Στουρνάρη κόσμος μπαίνει και βγαίνει.

Στην κάτω πύλη, την κεντρική, δεν ξέραμε τι γίνεται γιατί δεν φτάσαμε μέχρι εκεί, ο κόσμος ήταν πάρα πολύς.

Ο Γιώργος είναι σε έξαψη, ασυγκράτητος.

-Πάμε να μπούμε μέσα, μου λέει.

Κώλωσα, τι πάω να κάνω σκέφτηκα, εγώ είμαι ακόμα στον στρατό, έτσι και με μπαγλαρώσουν την έβαψα.

Το λέω στον Γιώργο.

-Καλά μου απαντάει, εγώ πάντως θα μπω.

-Και αύριο μέρα είναι του είπα και τον έπεισα, προς στιγμή, να πάμε σπίτι, και μετά βλέπουμε.

 Φύγαμε και ανεβήκαμε την Λ. Αλεξάνδρας.

Λεωφορεία και τρόλεϊ είχαν τοποθετηθεί κάθετα στον δρόμο, εμποδίζοντας την κυκλοφορία.

Κόσμος συνέχιζε να κατεβαίνει φωνάζοντας, προς το Πολυτεχνείο.

Φτάνοντας στη Βαρβάκη χωριστήκαμε με τον Γιώργο.

Εκείνος θα γύριζε στο σπίτι του, στους Αμπελόκηπους.

Με το που μπαίνω στο σπίτι μου χτυπάει το τηλέφωνο, πάλι ο Νίκος από το Γουδί.

-Κατεβαίνουν τανκς, με πληροφορεί.

Δεν είχαμε, τότε, τηλεόραση ούτε ραδιόφωνο.

Τα νέα , για τα "έκτροπα", μας τα έλεγε κάθε τόσο η διπλανή μας, η κυρία Φούλα.

Είχε πιάσει φαίνεται και τον σταθμό του Πολυτεχνείου.

-Ο θεός να βάλει το χέρι του, έλεγε συνέχεια, θα γίνει μεγάλο κακό με τα ξεμυαλισμένα.

Βγήκαμε στο μπαλκόνι, που κοίταγε προς τα κει, μπας και καταλάβουμε τι γινόταν εκείνη την ώρα.

Καθήσαμε ώρα πολλή.

Η νύχτα προχώραγε, ενώ η γειτονιά τυλιγμένη στη σιωπή φαινόταν να κοιμάται ανύποπτη.

Κάποια ώρα κοιμηθήκαμε κι εμείς.

Θα 'ταν μεσάνυχτα όταν, μέσα στον ύπνο μας, ακούσαμε κάτι κρότους σαν πυροβολισμούς, από τη μεριά του Πολυτεχνείου.

Πρωί-πρωί έπρεπε να πάω στην υπηρεσία μου, στη Βασ. Σοφίας.

Πήρα όπως κάθε μέρα το τρόλεϊ, από την Αλεξάνδρας, που έκανε κυκλική πορεία.

Φτάνοντας στο Αρχαιολογικό Μουσείο άρχισα να καταλαβαίνω τον χαμό, που είχε συντελεστεί το περασμένο βράδυ.

Πατημένα αυτοκίνητα, λαμαρίνες, λάστιχα, σπασμένα δέντρα.

Η κεντρική πύλη σμπαράλια, τσακισμένη και πατημένη από το τανκ.

Τα πανό, κρεμασμένα ακόμα από τα κάγκελα, ενώ στην αυλή του Πολυτεχνείου άκρα του τάφου σιωπή.

Στη γωνία της Στουρνάρη με την Πατησίων μια αστυνομική κλούβα μάζευε τους τελευταίους, από τους εξεγερθέντες…

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Κώστας Περδίκης:


 

Η συναυλία

 

1974, ένα χρόνο μετά τη πτώση της χούντας.

 Ο Μίκης Θεοδωράκης δίνει την πρώτη του συναυλία   στο γήπεδο  Καραϊσκάκη.

Στις κατάμεστες κερκίδες του σταδίου παρόντες, εγώ με τον Γιώργο Δαϊκο..

Τι πανηγύρι ήταν αυτό, τι χαρά,τι ενθουσιασμός, πώς νοιώθαμε εκείνη τη βραδιά.

Πρωτόγνωρα συναισθήματα και βιώματα.

Ο πανύψηλος  Μίκης, ολόμαυρα ντυμένος, με τα τεράστια χέρια του, ανοιχτά σαν φτερούγες , διευθύνει και τραγουδάει:  "τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις", "η ζωή τραβάει την ανηφόρα".

Μαζί του ο Γιώργος  Νταλάρας, ο Νίκος Ξυλούρης , η Μαρία Φαραντούρη, ο Πέτρος Πανδής, ο Αντώνης Καλογιάννης, και άλλοι τραγουδούν: " ένα το χελιδόνι", "το γελαστό παιδί".

Ο κόσμος στις κερκίδες βράζει, όρθιοι όλοι τραγουδούν μαζί, δεν κρατιούνται.

Αρχίζουν να σκαρφαλώνουν στα ψηλά κάγκελα του σταδίου και να μπαίνουν στον αγωνιστικό χώρο, για να είναι πιο κοντά στην ορχήστρα.

-Πάμε να μπούμε μέσα, ακούω τον Γιώργο.

Σκαρφαλώνει σχετικά εύκολα τα κάγκελα και πέφτει στο χορτάρι.

-Έλα, μου φωνάζει, εύκολο είναι.

Εμένα μου φαίνεται πολύ δύσκολο, το επιχειρώ όμως και βρίσκομαι κι εγώ στον αγωνιστικό χώρο.

Καθόμαστε όλοι γύρω από την ορχήστρα, στο γρασίδι, και ζούμε από κοντά τη μαγεία της συναυλίας.

Μια στιγμή και ενώ ο ενθουσιασμός όλων μας είναι στα ύψη χάνεται ο ήχος και σβήνουν μερικά φώτα..

Αμηχανία και παγωμάρα.

Ο Μίκης παίρνει το μικρόφωνο και βροντοφωνάζει.

-Ορίστε φίλοι μου δολιοφθορά,  μας έκοψαν τα καλώδια, δεν θα τους περάσει όμως.

Ο κόσμος βρυχάται και κραυγάζει ,"δώστε τη χούντα στο λαό".

Οι τεχνικοί αποκαθιστούν τη βλάβη και η συναυλία ολοκληρώνεται χωρίς άλλο πρόβλημα.

Φεύγουμε γεμάτοι, νοιώθοντας τυχεροί γι’ αυτό που εκείνη τη βραδιά είχαμε ζήσει.

Ένα ιστορικό γεγονός, που έμελε να μείνει ζωντανό  στο μυαλό και στην καρδιά μας για πάντα…

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Πωλ Σεζάν (1839-1906):














Ο Σεζάν γεννήθηκε στην Αιξ-αν-Προβάνς της Γαλλίας όπου και πέρασε τα πρώτα του μαθητικά χρόνια. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος τραπεζίτης που σε όλη τη ζωή του καλλιτέχνη του παρείχε οικονομική ασφάλεια που δεν ήταν διαθέσιμη για τους περισσότερους συγχρόνους του καλλιτέχνες και τελικά του κληροδότησε μια μεγάλη περιουσία.[16]

Την περίοδο 1859-1861 σπούδασε νομικά ενώ παράλληλα παρακολουθούσε και μαθήματα ζωγραφικής. Παρά τις αντιδράσεις του πατέρα του, αποφάσισε να ακολουθήσει το καλλιτεχνικό στάδιο και για το σκοπό αυτό, το 1861 επισκέφτηκε το Παρίσι μαζί με τον συγγραφέα Εμίλ Ζολά, με τον οποίο συνδεόταν φιλικά.[17]

Ο Σεζάν χάραξε ένα πρωτοποριακό μονοπάτι για τις επόμενες γενιές καλλιτεχνών. Η σύνθετη προσέγγιση των θεμάτων του τον έκανε να ξεχωρίσει μέσα στον κύκλο των ιμπρεσιονιστών γι' αυτό και δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι συνάδελφοί του καλλιτέχνες ήταν από τους πρώτους που αναγνώρισαν την αξία των ιδιότυπων και ενίοτε παράδοξων προσεγγίσεών του στο χρώμα και την τεχνική. Θεωρείται, λοιπόν, «καλλιτέχνης των καλλιτεχνών», τον οποίο υπερασπίστηκαν οι Κλοντ Μονέ και Καμίλ Πισαρό τον 19ο αιώνα και οι Ματίς και Πικάσο τον 20ό αιώνα, που τον θεωρούσαν «πατέρα όλων μας». 

Πηγή: lifo

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Κώστας Περδίκης:

 


Σαν ανέκδοτο

 

Πάμε πίσω τριάντα (30) χρόνια, κάποια μακρινά Χριστούγεννα.

Ο Δημοσθένης με τον Γιώργο, τον κολλητό του φίλο, 8ετείς και οι δυο τους, έχουν βγει πρωί,  πρωί  για να πουν τα κάλαντα.

Κουβαλάνε μαζί τους και τις δυο μικρές τους κιθάρες.

Λένε τα λόγια δυνατά και γρατζουνώντας όπως, όπως τις χορδές παίζουν συγχρονισμένα τη μελωδία.

Το αποτέλεσμα είναι χαριτωμένο και οι πόρτες  των γειτονικών πολυκατοικιών ανοίγουν η μία μετά την άλλη.

Τα παιδάκια ανεβοκατεβαίνουν με λαχτάρα τους ορόφους και με τις χαρωπές φατσούλες τους κερδίζουν αμέσως τη συμπάθειά των νοικοκυραίων.

Ο  κουμπαράς τους όλο και γεμίζει.

Γύρω στις 12 αποφασίζουν ότι ήρθε η ώρα να γυρίσουν σπίτι και να μοιραστούν τις εισπράξεις.

Με  τις κιθάρες τους επ’ ώμου περνούν και μπροστά από την αυλή της κυρία Νούλας, της μοδίστρας.

Η κυρία Νούλα ήταν γνωστή της οικογένειας του Δημοσθένη και της άρεσε να τον πειράζει, όταν τον συναντούσε, για να γελάει, μετά, με τις αυθόρμητες και έξυπνες απαντήσεις του.

-Γεια σας παιδάκια, χρόνια πολλά τους λέει χαμογελώντας.

-Θα ρθείτε  να πείτε και σε μένα τα κάλαντα;

Τα πιτσιρίκια αλλάζουν ματιές και αναλαμβάνει ο Δημοσθένης, σαν γνώριμός της, να απαντήσει στο κάλεσμα.

-Α, τώρα πια τελειώσαμε, δεν μπορούμε γιατί φεύγουμε, της πετάει.

Η κυρία Νούλα μένει κάγκελο, εμβρόντητη.

Εμφανώς αμήχανη, με ένα παραπονιάρικο χαμόγελο ακούγεται να λέει.

-Καλά Δημοσθένη μου, δεν πειράζει, ελπίζω του χρόνου να περάσετε και από μένα πιο νωρίς, πριν σχολάσετε, και να μου τα πείτε.

Πριν μπει στο σπίτι της, στέκεται για λίγο χαζεύοντας τους δυο μπόμπιρες να απομακρύνονται χοροπηδώντας.

 Την ίδια ώρα, η κυρία Νούλα πασχίζει να εξηγήσει ορθολογικά την άρνηση, που μόλις είχε εισπράξει.

-Γιατί μου φαίνεται περίεργο, σκέφτηκε, το Super Market δεν έχει ένα ορισμένο ωράριο;

-Όταν κλείσει και κατεβάσει τα ρολά, μπορείς να μπεις και να ψωνίσεις;

 

Υ.Γ.

Ο Δημοσθένης, (πλήρες όνομα Παναγιώτης- Δημοσθένης), είναι ο μικρότερος από τους δυο γιους μου.

Δημοσθένη, τον φώναζαν στο σχολείο και στη γειτονιά, όταν ήταν μικρός.  


Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Κώστας Περδίκης:

 


Η επανέκδοση

 

Μέσα στο αλαλούμ των ειδήσεων, που φτάνουν καθημερινά στ’ αυτιά μας, πόλεμοι, ανθρωποκτονίες, σκάνδαλα και πάει λέγοντας, άκουσα και ότι επανεκδόθηκε το αγαπημένο μου παιδικό περιοδικό, "Η ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ".

Δεν σας κρύβω ότι ξαφνιάστηκα ευχάριστα.

Είχα στεναχωρηθεί πολύ, θυμάμαι, όταν γύρω στο ’70 σταμάτησε να βγαίνει.

Σε κείνο το περιοδικό είχα στείλει και μου δημοσίευσε το πρώτο μου αφελές, αλλά τρυφερό ποιηματάκι, " Όταν τα φύλλα πέφτουν", το πρώτο μου διήγημα για ένα φανταστικό "Ναυάγιο" και τα πρώτα δειλά σκίτσα μου, φτιαγμένα με σινική μελάνη.

Και να ’μαι τώρα, στα 76 μου χρόνια, να ανηφορίζω με λαχτάρα για το πρακτορείο εφημερίδων και περιοδικών του πατέρα του Μίμη, του συμμαθητή μου.

Βλέποντάς με ο Μίμης, μου χαμογελάει με νόημα και πάει κουτσαίνοντας να μου το φέρει.

Είναι κι αυτός τώρα ασπρομάλλης, όπως κι εγώ, με αρκετά παραπανίσια κιλά και δυσκολία στο περπάτημα.

Ποιος να το ’λεγε, αυτός που κάποτε ήταν ο μεγαλύτερος γκολτζής του τοπικού Ολυμπιακού και ο μόνιμος παρτενέρ μου στα κάλαντα…

-Στο φύλαξα, μου λέει, γιατί σε θυμάμαι από τότε που το περίμενες πώς και πώς κάθε βδομάδα.

-Ήσουνα φανατικό Διαπλασόπουλο.

Πράγματι, αυτή είναι η αλήθεια.

Εκείνα τα χρόνια, στη μικρή πόλη που ζούσαμε, οι ευκαιρίες για να πληροφορηθούμε και να γνωρίσουμε κάτι περισσότερο, έξω από τα σχολικά μας βιβλία, ήσαν μηδαμινές.

Και τι δεν είχε στις σελίδες του το περιοδικό.

Άρχιζε με τη μόνιμη στήλη "Αθηναϊκαί επιστολαί", που την έγραφε στην αρχή ο Γρ. Ξενόπουλος και  που για πολλά χρόνια υπήρξε αρχισυντάκτης του περιοδικού.

Έκλεινε πάντα με τον χαιρετισμό "Σας ασπάζομαι Φαίδων".

Ακολουθούσαν μικρά διηγήματα και μυθιστορήματα σε συνέχειες, ελλήνων και ξένων συγγραφέων.

Είχε σελίδες με εκλαϊκευμένα επιστημονικά θέματα για φυσική, χημεία, για φανταστικά διαστημικά ταξίδια κ.ά.

Δεν έλειπαν οι γελιογραφίες, οι πνευματικές ασκήσεις και τα αθλητικά νέα.

Ενδιαφέρον είχαν η "Σελίς συνεργασίας αναγνωστών", "Οι μικρές αγγελίες" των παιδιών με χρήση ψευδώνυμων και "Η γωνιά μας για όσους ζωγραφίζουν".

Με λίγα λόγια "Η ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ" ήταν, τότε, η χαρά του παιδιού.

Με το καινούργιο τεύχος, λοιπόν, υπό μάλης γύρισα στο σπίτι, χωρίς να το ανοίξω στο δρόμο.

Ήθελα να το απολαύσω με την ησυχία μου.

Βολεύτηκα στον καναπέ και άρχισα να το φυλλομετρώ. 

Το εξώφυλλό του ήταν τώρα πολυτελές, ιλουστρασιόν. Δυο χαριτωμένα παιδιά ένα αγόρι και ένα κορίτσι, μπροστά στην οθόνη των Laptop τους, επικοινωνούσαν μέσω του internet από τις πόλεις που ζούσαν, το αγόρι στην Αλεξανδρούπολη και το κορίτσι στο Ρέθυμνο.

Το κλασσικό λογότυπο "Η ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ" τώρα συμπληρωνόταν με τη φράση, "Το περιοδικό σας στη νέα εποχή".

Η στήλη του Φαίδωνα ήταν και τώρα εκεί.

Εξακολουθούσε να μας "ασπάζεται", όπως παλιά.

Οι φωτογραφίες, οι γελιογραφίες και τα σχήματα πιο ζωηρά,  εντυπωσίαζαν.

Όπως και οι διάσπαρτες διαφημίσεις, για νέα μοντέλα smartfones, tamplets, videogames, drones, πλατφόρμες για  μουσική και για ταινίες.

Υπήρχαν βέβαια διηγήματα, αθλητικά νέα, πνευματικές ασκήσεις, με το Sudoku να είναι, τώρα, δίπλα στο σταυρόλεξο.

Τα πιο πολλά, που έβλεπα, μου θύμιζαν ευχάριστα το παλιό αγαπημένο μου περιοδικό.

Είδα, όμως, με κακό μάτι να λείπουν "Οι μικρές αγγελίες" των φίλων, με τα ψευδώνυμα.

Τα παιδιά τώρα, σκέφτηκα, επικοινωνούν  μεταξύ τους με άλλους τρόπους, να ’ναι καλά τα κινητά και τα laptops.

Άρχισα κάπως να δυσφορώ, αλλά ευτυχώς είδα να υπάρχει "Η σελίς συνεργασίας αναγνωστών".

Συνέχισα το ξεφύλλισμα, προσπερνώντας τις πολλές διαφημίσεις ανάμεσα στις  σελίδες του, φτάνοντας και στο οπισθόφυλλο.

Εκεί, ήταν που έχασα τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου.

Ολόκληρη η σελίδα είχε για φόντο μια εντυπωσιακή εικόνα ανατολής και πάνω, πάνω με έντονα γράμματα έγραφε:

Αγαπητά μας Διαπλασόπουλα, ανατέλει η νέα εποχή του περιοδικού.

Το τεύχος που έχετε στα χέρια σας είναι εξ’ ολοκλήρου δημιούργημα της τεχνητής νοημοσύνης ("AI").

Πιο κάτω, με μικρότερα γράμματα, προέτρεπε:

Λάβετε μέρος στο γκάλοπ ψηφίζοντας ΝΑΙ ή ΟΧΙ, ανάλογα με το αν σας άρεσε ή δεν σας άρεσε και στείλτε μας την επιλογή σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση: diaplasistonpaidon@gmail.com.

Δυο άδεια τετραγωνάκια ανέμεναν την ψήφο μας.

Στην αρχή, για να είμαι ειλικρινής,  δεν το πολυκατάλαβα.

Όταν όμως, απο τα λίγα που ήξερα, συνειδητοποίησα τι ήθελε να πει, άρχισα να σφίγγομαι.

Δηλαδή όλα όσα είχα δει, στις σελίδες του περιοδικού, ήσαν το αποτέλεσμα των εντολών, που κάποιοι έδωσαν στην "ΑΙ";

Τα δυο μικρά διηγήματα δεν τα είχαν γράψει γνωστοί συγγραφείς;

"Οι  συνεργασίες των αναγνωστών", μικρά διηγήματα και ποιήματα, δεν ήσαν τα πρωτόλεια μικρών επίδοξων συγγραφέων, που είχαν  τη λαχτάρα να τα δουν δημοσιευμένα;

Άρχισα να νοιώθω μια μικρή ταχυπαλμία, να μπερδεύομαι και να ζορίζομαι ποια απάντηση να επιλέξω.

Ασυναίσθητα έπιασα τον εαυτό μου να μουρμουρίζει κάτι σαν: 

-Kαι τώρα τι ψηφίζουμε;

-Κώστα ξύπνα, παραμιλάς, ακούω δίπλα μου την Κλειώ.

-Τι έπαθες; οι εκλογές αργούν ακόμη.

Άνοιξα τα μάτια μου στο σκοτάδι αναστατωμένος.

Όνειρο ήταν λοιπόν.

Μα τι όνειρο.

Άλλαξα πλευρό και λίγο πριν με ξαναπάρει ο ύπνος πρόλαβα να σκεφτώ.

Μα πώς την πάτησα έτσι;

Καλά όλα τα άλλα, μα το πρακτορείο εφημερίδων και περιοδικών είναι κλεισμένο εδώ και  πενήντα χρόνια …  

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Γιοχάνες Βερμέερ (1632-1675):

 








Ο Γιοχάνες Βερμέερ, γνωστός και ως Γιαν Βερμέερ (η σωστή προφορά είναι Φερμέιρ) (Johannes Vermeer, 31 Οκτωβρίου 1632 - 15 Δεκεμβρίου 1675), ήταν Ολλανδός ζωγράφος που ειδικεύτηκε στην απεικόνιση καθημερινών σκηνών από τη ζωή της μεσαίας τάξης. Έζησε και εργάστηκε στην περιοχή του Ντελφτ της Νότιας Ολλανδίας κατά τον 17ο αιώνα. Μαζί με τον Ρέμπραντ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους της "Χρυσής εποχής" στην ολλανδική ζωγραφική (1584-1702).

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Κώστας Περδίκης:







Το μανταρίνι

Ο Σέργιος είναι φίλος μου, και συνάδελφος.

Γεννήθηκε στην Τασκένδη, την πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν, που ήταν κομμάτι, της κραταιάς τότε Σοβιετικής Ένωσης (Ε.Σ.Σ.Δ).

Ο πατέρας του ήταν πολιτικός πρόσφυγας του εμφυλίου και η μητέρα του Ρωσίδα.

Επαναπατρίσθηκαν οικογενειακώς το 1979.

Ο Σέργιος είναι ενδιαφέρων τύπος. Έξυπνος, πολυμαθής και πολυπράγμων.

Μιλάει και γράφει τα ελληνικά άριστα και έχει πάθος με τη λεγόμενη νέα τεχνολογία της ψηφιακής εποχής και όχι μόνον.

Αν κάτι δεν μου πάει στον χαρακτήρα του είναι η μικρή εσωστρέφειά του.

Ακολουθώ, όμως, το "αγάπα τον φίλο σου με τα ελαττώματά του" και το αντιπαρέρχομαι, αν και το να είσαι εσωστρεφής δεν είναι νομίζω ελάττωμα.

Από τότε που γνωριστήκαμε, ο Σέργιος αποτέλεσε για μένα ανεξάντλητη πηγή γνώσεων και πληροφοριών για τη μακρινή εκείνη χώρα, το Ουζμπεκιστάν.

Τον ρωτούσα πιεστικά να μου πει για την εκεί ελληνική προσφυγική κοινότητα, για το πώς ζούσαν τότε και για το νέον εμφύλιο, που κατόρθωσαν να στήσουν μεταξύ τους, εκεί στον ξένο τόπο, σαν να μην τους έφταναν τα όσα είχαν μέχρι τότε  περάσει.

Του ζητούσα να μου πει για την παιδική του ηλικία, τους φίλους του, τις παρέες, τα παιχνίδια και τις γιορτές τους.

Τί μουσικές άκουγαν και τί ταινίες έβλεπαν.

Έμαθα για τις μετέπειτα σπουδές του, στο εκεί Πολυτεχνείο και για την υποχρεωτική εργασία, που έκαναν όλοι οι σπουδαστές στην ύπαιθρο γαι μερικές μέρες.

Εντυπωσιάστηκα μαθαίνοντας ότι τα καλοκαίρια πήγαινε όλη η οικογένεια για διακοπές και μπάνια από την Τασκένδη στη Γιάλτα με το τρένο,  τέσσερις μέρες ταξίδι.

 

Τώρα, πια, είμαστε και οι δυο μας συνταξιούχοι.

Καιρού επιτρέποντος, βρισκόμαστε σχεδόν κάθε βδομάδα σε ένα κοντινό μας παραλιακό πάρκο.

Παίρνουμε από έναν ελληνικό καφέ και ένα κρουασάν από το εκεί everest και πιάνουμε ένα παγκάκι.

Τηρούμε το ίδιο τελετουργικό, κάθε φορά, για χρόνια τώρα.

Ανταλλάσουμε  απόψεις επί παντός επιστητού.

Σχολιάζουμε τα τρέχοντα και όχι μόνο πολιτικά γεγονότα, εσωτερικά και παγκόσμια, πρόσωπα και καταστάσεις, ταινίες, μουσικές, διαδικτυακό και ψηφιακό κόσμο.

Θυμίζουμε, εν πολλοίς, τα δυο εκείνα γερόντια των Mupppet Show, σε πιο νεανική εκδοχή.

Στο τέλος, κάνουμε ένα μικρό περίπατο πλάι στη θάλασσα.

Με τον ήλιο και τη θαλάσσια αύρα να μας αναζωογονούν, καταλήγουμε  για μια ακόμη φορά στη κοινή διαπίστωση, ότι ζούμε σε μια ευλογημένη χώρα.

Προχθές, πριν αφήσω τον Σέργιο στο σπίτι του, κάπως τα ’φερε η κουβέντα για τις επερχόμενες γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.

«Άκου μια στιγμή κι αυτό», μου λέει:

«Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς οι γονείς  μας συνήθιζαν να μας κάνουν, οπωσδήποτε, το δώρο τους.

Ετοίμαζαν ένα μικρό δεματάκι, που μέσα του έβαζαν δυο τρία καλούδια, ένα ζαχαρωτό, ένα παιχνιδάκι και απαραιτήτως διπλωμένο σ’ ένα ασημόχαρτο ένα μανταρίνι.

Το μανταρίνι ήταν για μας ό, τι πολυτιμότερο μπορούσαμε να περιμένουμε.

Μια φορά το χρόνο είχαμε την τύχη και την ευκαιρία να θαυμάσουμε το χρώμα του, να μυρίσουμε το ιδιαίτερο άρωμά του και να γευτούμε τον εξαίσιο πλούσιο χυμό του».

Χωρίσαμε και οδηγώντας προς το σπίτι μου δεν έφευγε από το μυαλό μου μια εικόνα, που είχα δει χρόνια πριν.

Το λιμάνι της Χίου να είναι, για πολλές μέρες, κίτρινο  από τους τόνους των μανταρινιών που κατέληγαν εκεί, επειδή οι παραγωγοί τους δεν μπορούσαν να τα πωλήσουν.

Η ανταλλαγή γεωργικών προϊόντων, κυρίως με τη Σοβιετική Ένωση, το λεγόμενο κλήρινγκ, δεν θυμάμαι για ποιο λόγο είχε τότε σταματήσει…