Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Γιώργος Ιωάννου (1926-2017):

 









Ο Γιώργος Ιωάννου ήταν Έλληνας ζωφράφος και χαράκτης. 

Θεωρείται ο βασικός εκπρόσωπος και πρωτοπόρος της Ποπ Αρτ στην Ελλάδα.

Στο έργο του έχει δημιουργήσει ένα χαρακτηριστικό προσωπικό ιδίωμα. Ενδιαφερόμενος για το τοπίο, τη νεκρή φύση, τα εσωτερικά αλλά και την ανθρώπινη μορφή, ακολούθησε στα πρωιμότερα έργα του τις αντιλήψεις του ιμπρεσιονισμού. Στη συνέχεια, υιοθετώντας χαρακτηριστικά της Ποπ Αρτ και χρησιμοποιώντας την τεχνική των κόμικς, στράφηκε στη σάτιρα της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, δημιουργώντας συνθέσεις με σουρεαλιστική ατμόσφαιρα και συμβολικούς υπαινιγμούς.


Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Κώστας Περδίκης:


 

Κλειστόν

 

Κάθε πρωί, κατά τις δέκα, πιάνει το ακριανό τραπεζάκι, έξω από τον καφενέ του μικρού νησιού, για να τον βαράει ο ήλιος.

Ο καπετάν Νικήτας, κοντά στα ενενήντα του, πίνει το τσιπουράκι του μονάχος, τις περισσότερες μέρες, από τότε που ‘’έχασε’’ τον πιο καλό του φίλο.

Πάντα με την ξεβαμμένη ναυτική τραγιάσκα στραβά στο άσπρο του κεφάλι, αξύριστος και με μεγάλο μουστάκι.

Κάθεται με τις ώρες εκεί  χαζεύοντας τους περαστικούς και τη θάλασσα.

Λίγα μέτρα πιο μπροστά του, στο μικρό μουράγιο, το πρωινό μελτεμάκι κάνει τις ψαρόβαρκες να σαλεύουν με χάρη.

Μια ζωή, ο καπετάν Νικήτας την έφαγε στη θάλασσα, στο ψάρεμα.

Ο καθημερινός του  μόχθος ξέρανε τα χέρια του και έσκαψε το πρόσωπό του με βαθιές χαρακιές.

 Είχε, κάποτε, δικό του καϊκι, ένα  καλοδουλεμένο σκαρί, φτιαγμένο σε Συριανό ταρσανά.

Όταν πήρε την απόφαση να σταματήσει και να βγει στη σύνταξη θέλησε να το πουλήσει σε κάποιον από τους ντόπιους συναδέλφους του, αλλά εις μάτην.

Δεν υπήρξε ενδιαφέρον.

Με μαύρη καρδιά το ‘δωσε για απόσυρση και καταστροφή για να πάρει την κρατική επιδότηση, συμμορφούμενος  με την Ευρωπαϊκή νόρμα.

Χήρος, εδώ και κάμποσα χρόνια, μένει σε ένα μεγάλο σπίτι αυτός και η σκιά του.

Τα κουτσοφέρνει πέρα μόνος του και με τη λίγη βοήθεια μιας μικρότερής του ξαδέρφης, που ‘μένει στο διπλανό του σπίτι.

Ο μοναχογιός του μένει στη πόλη, παντρεμένος με τρία παιδιά.

Ο γέροντας δεν έχει παράπονα από τον γιο του.

Τον φροντίζει έστω και από μακριά όσο μπορεί.

Του στέλνει έγκαιρα, κάθε μήνα,  τα φάρμακά του με το ταχυδρομείο και μιλάνε τακτικά στο τηλέφωνο.

Όταν βρίσκει ευκαιρία από τη δουλειά του κατεβαίνει στο νησί να τον δει.

Ο Παντελής, ο παλιός υπάλληλος του ταχυδρομείου, κάθε μήνα του δίνει τη σύνταξή του και φροντίζει για την εξόφληση του ρεύματος, του τηλεφώνου, κ.λ.π.

Έχει κι αυτός μεγαλώσει πια και περιμένει σε δυο, τρία χρόνια να πάρει σύνταξη.

Στο διπλανό τραπέζι μια παρέα από νέα παλικάρια τα πίνει , χασκογελώντας, λέγοντας μεταξύ τους χωρατά.

Κάποια στιγμή ο καπετάν Νικήτας  σηκώθηκε, πήρε το μπαστούνι του και χαιρέτησε με νεύμα την παρέα.

-Για πού το ‘βαλες καπετάν Νικήτα τον αντιχαιρέτησε ένας που τον ήξερε από τη γειτονιά του.

-Πάω μέχρι τον Παντελή, στο ταχυδρομείο, για να πάρω τη σύνταξή μου, κοντεύει να βγει ο μήνας, είπε.

-Καπετάν  Νικήτα το ταχυδρομείο μας έκλεισε, δεν τα ‘μαθες; τον άκουσε να του λέει.

-Ρε καλόπαιδα με βρήκατε γεροξεκούτη και με δουλεύετε, τους πέταξε χαμογελώντας.

-Καλά βρε καπετάν Νικήτα εδώ έχει βουίξει ο τόπος και συ δεν άκουσες τίποτα. Η τηλεόραση από προχθές το λέει συνέχεια στις ειδήσεις.

-Εγώ δεν πιστεύω τίποτα απ’ όσα λένε, από το πρωί μέχρι το βράδυ μας φλομώνουν στα ψέματα, τους το ξέκοψε, συμπληρώνοντας.

-Ο Παντελής τόσα χρόνια τώρα μας βολεύει ο άνθρωπος, να ‘ναι καλά, δεν έχουμε παράπονο.

-Ποιος Παντελής καπετάν Νικήτα, τον σχολάσανε, του δώσανε άδεια και του είπαν ότι θα τον ειδοποιήσουν πού θα τον πάνε.

-Εσείς βαλθήκατε να με τρελάνετε, τους είπε φανερά θυμωμένος ο γέροντας.

Τους προσπερνάει επιδεικτικά και κουτσαίνοντας παίρνει τον δρόμο για το ταχυδρομείο.

Εκατό μέτρα πιο μπροστά, ένα μαγαζάκι τρία επί τρία, με ξεθωριασμένο το  σήμα των ΕΛΤΑ ,έχει κατεβασμένο το ρολό και μια μικρή ταμπέλα κρεμασμένη στραβά γράφει:

ΚΛΕΙΣΤΟΝ…  

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Κώστας Περδίκης:


 

Τρεις μέρες του Νοέμβρη

Νοέμβρης 1973.

Μέναμε,  τότε,  με την αδελφή μου στο Πεδίον του Άρεως, πίσω από τη σχολή Ευελπίδων.

Το πρωί ξυπνάγαμε με την εγερτήρια  σάλπιγγα της σχολής.

Οδός Λιακαταίων 14, τηλ. 6435400.

Υπηρετούσα το τελευταίο κομμάτι της θητείας μου, ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, στο νεοϊδρυθέν Πολεμικό Μουσείο, σαν συντηρητής κτιρίου.

Τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο είχαν αρχίσει από την Τετάρτη, 15 του μήνα.

Νωρίς το πρωί, πηγαίνοντας στην υπηρεσία μου, περνούσα με το τρόλεϊ μπροστά από το Πολυτεχνείο.

Η κεντρική πύλη, στην οδό Πατησίων, ανοιχτή διάπλατα και κόσμος κυρίως φοιτητές  να μπαινοβγαίνουν.

Στα κάγκελα κρεμασμένα πανό  και συνθήματα:

"Ψωμί-παιδεία-ελευθερία", "έξω οι Αμερικάνοι", "κάτω η χούντα", "έξω το ΝΑΤΟ".

Από τα μεγάφωνα τραγούδια στη διαπασών , "αυτό το χώμα είναι δικό σου και δικό μας", "πότε θα κάνει ξαστεριά", "ένα το χελιδόνι", κ.ά.

Την Παρασκευή άρχιζε να σκοτεινιάζει όταν χτύπησε το τηλέφωνο.

Στην άλλη άκρη της γραμμής ο Νίκος Αλ., που έμενε τότε στο Γουδί.

-Δεν πιστεύω φίλε μου να ρίξεις απόψε στους φοιτητές, μου λέει.

Τι είπε ο άνθρωπος σκέφτηκα, πώς του πέρασε αυτή η τρελή ιδέα από το μυαλό του.

Σε λίγο φτάνει στο σπίτι μου ο Γιώργος Δ., ενθουσιώδης.

-Πάμε κάτω, μου λέει, γίνεται χαμός.

Φορώντας πολιτικά ρούχα εγώ, πιάσαμε την οδό  Ζωοδόχου Πηγής, κατηφορίζοντας προς το Πολυτεχνείο.

Κόσμος φωνάζοντας συνθήματα συνέρεε από τους κάθετους δρόμους σχηματίζοντας ένα βουερό ποτάμι.

Αριστερά και δεξιά στις πολυκατοικίες, από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες, οι τηλεοράσεις φαίνονταν να παίζουν βγάζοντας εκείνο το μπλε χρώμα.

Ο κόσμος φωνάζει "κατεβείτε κάτω", προτρέποντας κι άλλους να ενωθούν μαζί τους.

Φτάνουμε στα Εξάρχεια, στην οδό Στουρνάρη , μέχρι τη γωνία με τη Μπουμπουλίνας.

Εκεί συναντάμε κάποιους γνωστούς μας, δεν θυμάμαι όμως ποιους.

Από την πλαϊνή πόρτα της Στουρνάρη κόσμος μπαίνει και βγαίνει.

Στην κάτω πύλη, την κεντρική, δεν ξέραμε τι γίνεται γιατί δεν φτάσαμε μέχρι εκεί, ο κόσμος ήταν πάρα πολύς.

Ο Γιώργος είναι σε έξαψη, ασυγκράτητος.

-Πάμε να μπούμε μέσα, μου λέει.

Κώλωσα, τι πάω να κάνω σκέφτηκα, εγώ είμαι ακόμα στον στρατό, έτσι και με μπαγλαρώσουν την έβαψα.

Το λέω στον Γιώργο.

-Καλά μου απαντάει, εγώ πάντως θα μπω.

-Και αύριο μέρα είναι του είπα και τον έπεισα, προς στιγμή, να πάμε σπίτι, και μετά βλέπουμε.

 Φύγαμε και ανεβήκαμε την Λ. Αλεξάνδρας.

Λεωφορεία και τρόλεϊ είχαν τοποθετηθεί κάθετα στον δρόμο, εμποδίζοντας την κυκλοφορία.

Κόσμος συνέχιζε να κατεβαίνει φωνάζοντας, προς το Πολυτεχνείο.

Φτάνοντας στη Βαρβάκη χωριστήκαμε με τον Γιώργο.

Εκείνος θα γύριζε στο σπίτι του, στους Αμπελόκηπους.

Με το που μπαίνω στο σπίτι μου χτυπάει το τηλέφωνο, πάλι ο Νίκος από το Γουδί.

-Κατεβαίνουν τανκς, με πληροφορεί.

Δεν είχαμε, τότε, τηλεόραση ούτε ραδιόφωνο.

Τα νέα , για τα "έκτροπα", μας τα έλεγε κάθε τόσο η διπλανή μας, η κυρία Φούλα.

Είχε πιάσει φαίνεται και τον σταθμό του Πολυτεχνείου.

-Ο θεός να βάλει το χέρι του, έλεγε συνέχεια, θα γίνει μεγάλο κακό με τα ξεμυαλισμένα.

Βγήκαμε στο μπαλκόνι, που κοίταγε προς τα κει, μπας και καταλάβουμε τι γινόταν εκείνη την ώρα.

Καθήσαμε ώρα πολλή.

Η νύχτα προχώραγε, ενώ η γειτονιά τυλιγμένη στη σιωπή φαινόταν να κοιμάται ανύποπτη.

Κάποια ώρα κοιμηθήκαμε κι εμείς.

Θα 'ταν μεσάνυχτα όταν, μέσα στον ύπνο μας, ακούσαμε κάτι κρότους σαν πυροβολισμούς, από τη μεριά του Πολυτεχνείου.

Πρωί-πρωί έπρεπε να πάω στην υπηρεσία μου, στη Βασ. Σοφίας.

Πήρα όπως κάθε μέρα το τρόλεϊ, από την Αλεξάνδρας, που έκανε κυκλική πορεία.

Φτάνοντας στο Αρχαιολογικό Μουσείο άρχισα να καταλαβαίνω τον χαμό, που είχε συντελεστεί το περασμένο βράδυ.

Πατημένα αυτοκίνητα, λαμαρίνες, λάστιχα, σπασμένα δέντρα.

Η κεντρική πύλη σμπαράλια, τσακισμένη και πατημένη από το τανκ.

Τα πανό, κρεμασμένα ακόμα από τα κάγκελα, ενώ στην αυλή του Πολυτεχνείου άκρα του τάφου σιωπή.

Στη γωνία της Στουρνάρη με την Πατησίων μια αστυνομική κλούβα μάζευε τους τελευταίους, από τους εξεγερθέντες…

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Κώστας Περδίκης:


 

Η συναυλία

 

1974, ένα χρόνο μετά τη πτώση της χούντας.

 Ο Μίκης Θεοδωράκης δίνει την πρώτη του συναυλία   στο γήπεδο  Καραϊσκάκη.

Στις κατάμεστες κερκίδες του σταδίου παρόντες, εγώ με τον Γιώργο Δαϊκο..

Τι πανηγύρι ήταν αυτό, τι χαρά,τι ενθουσιασμός, πώς νοιώθαμε εκείνη τη βραδιά.

Πρωτόγνωρα συναισθήματα και βιώματα.

Ο πανύψηλος  Μίκης, ολόμαυρα ντυμένος, με τα τεράστια χέρια του, ανοιχτά σαν φτερούγες , διευθύνει και τραγουδάει:  "τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις", "η ζωή τραβάει την ανηφόρα".

Μαζί του ο Γιώργος  Νταλάρας, ο Νίκος Ξυλούρης , η Μαρία Φαραντούρη, ο Πέτρος Πανδής, ο Αντώνης Καλογιάννης, και άλλοι τραγουδούν: " ένα το χελιδόνι", "το γελαστό παιδί".

Ο κόσμος στις κερκίδες βράζει, όρθιοι όλοι τραγουδούν μαζί, δεν κρατιούνται.

Αρχίζουν να σκαρφαλώνουν στα ψηλά κάγκελα του σταδίου και να μπαίνουν στον αγωνιστικό χώρο, για να είναι πιο κοντά στην ορχήστρα.

-Πάμε να μπούμε μέσα, ακούω τον Γιώργο.

Σκαρφαλώνει σχετικά εύκολα τα κάγκελα και πέφτει στο χορτάρι.

-Έλα, μου φωνάζει, εύκολο είναι.

Εμένα μου φαίνεται πολύ δύσκολο, το επιχειρώ όμως και βρίσκομαι κι εγώ στον αγωνιστικό χώρο.

Καθόμαστε όλοι γύρω από την ορχήστρα, στο γρασίδι, και ζούμε από κοντά τη μαγεία της συναυλίας.

Μια στιγμή και ενώ ο ενθουσιασμός όλων μας είναι στα ύψη χάνεται ο ήχος και σβήνουν μερικά φώτα..

Αμηχανία και παγωμάρα.

Ο Μίκης παίρνει το μικρόφωνο και βροντοφωνάζει.

-Ορίστε φίλοι μου δολιοφθορά,  μας έκοψαν τα καλώδια, δεν θα τους περάσει όμως.

Ο κόσμος βρυχάται και κραυγάζει ,"δώστε τη χούντα στο λαό".

Οι τεχνικοί αποκαθιστούν τη βλάβη και η συναυλία ολοκληρώνεται χωρίς άλλο πρόβλημα.

Φεύγουμε γεμάτοι, νοιώθοντας τυχεροί γι’ αυτό που εκείνη τη βραδιά είχαμε ζήσει.

Ένα ιστορικό γεγονός, που έμελε να μείνει ζωντανό  στο μυαλό και στην καρδιά μας για πάντα…

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Πωλ Σεζάν (1839-1906):














Ο Σεζάν γεννήθηκε στην Αιξ-αν-Προβάνς της Γαλλίας όπου και πέρασε τα πρώτα του μαθητικά χρόνια. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος τραπεζίτης που σε όλη τη ζωή του καλλιτέχνη του παρείχε οικονομική ασφάλεια που δεν ήταν διαθέσιμη για τους περισσότερους συγχρόνους του καλλιτέχνες και τελικά του κληροδότησε μια μεγάλη περιουσία.[16]

Την περίοδο 1859-1861 σπούδασε νομικά ενώ παράλληλα παρακολουθούσε και μαθήματα ζωγραφικής. Παρά τις αντιδράσεις του πατέρα του, αποφάσισε να ακολουθήσει το καλλιτεχνικό στάδιο και για το σκοπό αυτό, το 1861 επισκέφτηκε το Παρίσι μαζί με τον συγγραφέα Εμίλ Ζολά, με τον οποίο συνδεόταν φιλικά.[17]

Ο Σεζάν χάραξε ένα πρωτοποριακό μονοπάτι για τις επόμενες γενιές καλλιτεχνών. Η σύνθετη προσέγγιση των θεμάτων του τον έκανε να ξεχωρίσει μέσα στον κύκλο των ιμπρεσιονιστών γι' αυτό και δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι συνάδελφοί του καλλιτέχνες ήταν από τους πρώτους που αναγνώρισαν την αξία των ιδιότυπων και ενίοτε παράδοξων προσεγγίσεών του στο χρώμα και την τεχνική. Θεωρείται, λοιπόν, «καλλιτέχνης των καλλιτεχνών», τον οποίο υπερασπίστηκαν οι Κλοντ Μονέ και Καμίλ Πισαρό τον 19ο αιώνα και οι Ματίς και Πικάσο τον 20ό αιώνα, που τον θεωρούσαν «πατέρα όλων μας». 

Πηγή: lifo

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Κώστας Περδίκης:

 


Σαν ανέκδοτο

 

Πάμε πίσω τριάντα (30) χρόνια, κάποια μακρινά Χριστούγεννα.

Ο Δημοσθένης με τον Γιώργο, τον κολλητό του φίλο, 8ετείς και οι δυο τους, έχουν βγει πρωί,  πρωί  για να πουν τα κάλαντα.

Κουβαλάνε μαζί τους και τις δυο μικρές τους κιθάρες.

Λένε τα λόγια δυνατά και γρατζουνώντας όπως, όπως τις χορδές παίζουν συγχρονισμένα τη μελωδία.

Το αποτέλεσμα είναι χαριτωμένο και οι πόρτες  των γειτονικών πολυκατοικιών ανοίγουν η μία μετά την άλλη.

Τα παιδάκια ανεβοκατεβαίνουν με λαχτάρα τους ορόφους και με τις χαρωπές φατσούλες τους κερδίζουν αμέσως τη συμπάθειά των νοικοκυραίων.

Ο  κουμπαράς τους όλο και γεμίζει.

Γύρω στις 12 αποφασίζουν ότι ήρθε η ώρα να γυρίσουν σπίτι και να μοιραστούν τις εισπράξεις.

Με  τις κιθάρες τους επ’ ώμου περνούν και μπροστά από την αυλή της κυρία Νούλας, της μοδίστρας.

Η κυρία Νούλα ήταν γνωστή της οικογένειας του Δημοσθένη και της άρεσε να τον πειράζει, όταν τον συναντούσε, για να γελάει, μετά, με τις αυθόρμητες και έξυπνες απαντήσεις του.

-Γεια σας παιδάκια, χρόνια πολλά τους λέει χαμογελώντας.

-Θα ρθείτε  να πείτε και σε μένα τα κάλαντα;

Τα πιτσιρίκια αλλάζουν ματιές και αναλαμβάνει ο Δημοσθένης, σαν γνώριμός της, να απαντήσει στο κάλεσμα.

-Α, τώρα πια τελειώσαμε, δεν μπορούμε γιατί φεύγουμε, της πετάει.

Η κυρία Νούλα μένει κάγκελο, εμβρόντητη.

Εμφανώς αμήχανη, με ένα παραπονιάρικο χαμόγελο ακούγεται να λέει.

-Καλά Δημοσθένη μου, δεν πειράζει, ελπίζω του χρόνου να περάσετε και από μένα πιο νωρίς, πριν σχολάσετε, και να μου τα πείτε.

Πριν μπει στο σπίτι της, στέκεται για λίγο χαζεύοντας τους δυο μπόμπιρες να απομακρύνονται χοροπηδώντας.

 Την ίδια ώρα, η κυρία Νούλα πασχίζει να εξηγήσει ορθολογικά την άρνηση, που μόλις είχε εισπράξει.

-Γιατί μου φαίνεται περίεργο, σκέφτηκε, το Super Market δεν έχει ένα ορισμένο ωράριο;

-Όταν κλείσει και κατεβάσει τα ρολά, μπορείς να μπεις και να ψωνίσεις;

 

Υ.Γ.

Ο Δημοσθένης, (πλήρες όνομα Παναγιώτης- Δημοσθένης), είναι ο μικρότερος από τους δυο γιους μου.

Δημοσθένη, τον φώναζαν στο σχολείο και στη γειτονιά, όταν ήταν μικρός.