Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Κώστας Περδίκης:Μια βραδιά με φεγγαράδα

 





Μια βραδιά με φεγγαράδα

 

Ήταν μια μέρα, από κείνες τις τελευταίες του Αυγούστου, που η αφόρητη ζέστη σε συνδυασμό με την υγρασία μας είχε κάνει λωλούς.

Το βραδάκι, κατά τις εννιά, είπαμε με τον παλιό συμμαθητή μου, τον Μίμη, να πάμε κάπου για να τα πούμε, με την ελπίδα ότι θα βρίσκαμε εκεί λίγη δροσιά.

Διαλέξαμε το καφενεδάκι στον μικρό σταθμό του Καϊάφα.

Παρκάραμε, αμέσως μετά το δρομάκι, που πάει προς τα ξενοδοχεία.

Το φεγγάρι, αρκετά γεμάτο, έλαμπε πάνω μας καταυγάζοντας το ασημί του φως, κάπως απόκοσμα, παντού γύρω μας.

Έριξα μια κλεφτή ματιά προς τα ξενοδοχεία, μαύρο σκοτάδι.                      

Μόνο δύο ψόφιες λάμπες, ψηλά στους στύλους τους, μόλις που φώτιζαν το δρομάκι.

Είχα να πάω, εκεί,  πάνω από δέκα χρόνια.

Η χρόνια εγκατάλειψη και η απαξίωσή τους είχαν αφήσει πίσω τους ένα ρημαδιό, που με είχε απογοητεύσει και εξοργίσει.

Δεν ήθελα να πάω, τι να δω;

Το καφενεδάκι, όμως,  του παλιού σταθμού ήταν μια γλύκα.

Μεταλλικά στρογγυλά τραπεζάκια με ψάθινες καρέκλες ήσαν αραιά βαλμένα κάτω από τα πανύψηλα πεύκα και αρκετοί θαμώνες κάθονταν, εκεί, πριν από μας.

Πιάσαμε ένα τραπεζάκι ακριβώς δίπλα στις γραμμές.

Σκουριασμένες, ανάμεσα από αγριόχορτα επιμένουν να είναι εκεί, από το τελευταίο δρομολογιο, για να μας θυμίζουν άλλες, καλές εποχές.                                

Που και που,  από τη μεριά του Λαπίθα, ερχόταν μια ιδέα δροσερό αεράκι.

Παραγγείλαμε και έφτασαν πάραυτα δυο χοντρά ποτήρια με παγωμένη μπύρα και ο μεζές.

Πιάσαμε την κουβέντα, και τι δεν θυμηθήκαμε.

Σχολικές εκδρομές στον Καϊάφα, κούλουμα, πρωτομαγιές.

Η βραδιά με το φεγγάρι πάνω μας ήταν όμορφη και αυτό το έβλεπες στην εύθυμη διάθεση που είχαν και οι γειτονικές μας παρέες.

Παραγγείλαμε και άλλες μπύρες, είχαμε πολλά να θυμηθούμε.

Τα κάλαντα, που τα λέγαμε πάντα οι δυο μας, το απαγορευμένο ποδόσφαιρο, με τιμωρία τριήμερες και πενταήμερες αποβολές, τα πηλίκια, τα πρώτα μας φλερτ.

Το μαγαζί του πατέρα του Μίμη, το πρακτορείο εφημερίδων και βιβλιοπωλείο, που ήταν ο μικρός μας παράδεισος.

Από κει παίρναμε τον Μικρό Ήρωα, τον Ταρζάν, τη Διάπλαση των Παίδων, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, τον Μίκυ Μάους, τις εφημερίδες.

Έλεγε ο ένας μας, ο άλλος διέκοπτε να συμπληρώσει και άρχιζε μετά τη δική του ιστορία.

Τα θέματα και οι θύμησες ατελείωτες, θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες.

Οι μπύρες είχαν ευεργετική επίδραση στη διάθεσή μας και περιέργως και στη μνήμη μας.

Κάποια στιγμή μου φάνηκε πως άκουσα σφύριγμα τραίνου, από τη μεριά του Πύργου.

Γύρισα παραξενεμένος και είδα στο βάθος ν’ άρχεται το ωτομοτρίς με αναμμένα τα φώτα του.

Έκοψε ταχύτητα και  σταμάτησε μπροστά από τον μικρό σταθμό, σχεδόν πλάι μας.

Τα βαγόνια του ήσαν κατάφωτα και πολλοί  επιβάτες είχαν βγάλει τα κεφάλια τους, έξω από τα παράθυρα, για να κόψουν κίνηση.

Την  ίδια στιγμή, προς τη μεριά της θάλασσα, στη μισογκρεμισμένη  καζάρμα άναψαν  γιρλάντες με πολύχρωμα λαμπιόνια, ενώ ταυτόχρονα φωτίστηκε, απέναντί μας, ο μπερτές του Καραγκιόζη.

Από δυο μεγάλα χωνιά άρχισε να ακούγεται η γνώριμη μουσική της έναρξης του έργου, με τις αγαπημένες φιγούρες του Καραγκιόζη, του Χατζιαβάτη κ.ά. να βγαίνουν στο πανί.

Είχα μείνει εμβρόντητος.

Από  το ωτομοτρίς κατέβηκαν μερικοί καλοβαλμένοι επιβάτες, άντρες και γυναίκες με δερμάτινες βαλίτσες και άλλες  καρώ, υφασμάτινες.

Ήρθαν, μέχρι εδώ,  μετά την προτροπή του προσωπικού τους γιατρού για λουτροθεραπεία στα  θερμά και ιαματικά λουτρά.

Η σάλα του διπλανού εστιατορίου, ολόφωτη, με τραπέζια στρωμένα με άσπρα τραπεζομάντηλα και πάνω τους αναποδογυρισμένα κολονάτα ποτήρια, περίμεναν πανέτοιμα  τους βραδινούς θαμώνες.

Ο εστιάτορας, ο θεόρατος κυρ Τάσης, εμφανώς ικανοποιημένος, έστεκε στην  είσοδο για την υποδοχή, πλαισιωμένος από δυο μικρά γκαρσόνια.

Απέναντι, το μικρό ξύλινο περίπτερο, φωτισμένο κι αυτό, με την πραμάτεια του κρεμασμένη απ’ έξω, μπάλες, παιδικά σωσίβια, παιχνίδια, κ.ά.

Τι μαγικά πράγματα συνέβαιναν μπροστά μου.

Μικροπωλητές , διαλαλώντας το εμπόρευμά τους, ψημένα καλαμπόκια και μύγδαλα, πάσχιζαν κάτω από τα παράθυρα του ωτομτρίς  να πείσουν τους ταξιδιώτες να αγοράσουν.

Άλλοι πούλαγαν περίτεχνα πλεχτά καλαθάκια, φτιαγμένα από βέργες λιγαριάς.

Γέλια, χαρούμενες φωνές παιδιών, κόσμος.

Ένα πραγματικό πανηγύρι.

Και τότε το ωτομοτρίς σφύριξε μια, δυο φορές για την αναχώρηση.

Σιγά, σιγά ξεκίνησε και άρχισε να μακραίνει, σέρνοντας πίσω του  όλη εκείνη τη μαγεία.

Τα φώτα χαμήλωσαν, ο μπερτές του Καραγκιόζη βουβαθηκε και έσβησε, όπως και οι χρωματιστές γιρλάντες της καζάρμας.

Το εστιατόριο άδειασε και τα τραπέζια έμειναν μόνα τους.

--Πού είσαι ρε φίλε, ακούω τον Μίμη.

--Πού ταξιδεύεις; Σου μιλάω και δεν με προσέχεις.

--Φαίνεται σε πείραξε η μπύρα, δεν τη σηκώνεις.

Άρχισα να συνέρχομαι.

Η φεγγαράδα είχε κάνει το θαύμα της, φτιάχνοντας εκείνο το μαγευτικό σκηνικό.

Με είχε πάει πίσω πάνω από εξήντα χρόνια.

Τι μπορούσα να πω στον Μίμη, θα με ’παιρνε σίγουρα για φευγάτο.

--Ας πάμε, του λέω, ωραία περάσαμε, σηκωθήκαμε.

Το φεγγάρι, συνέχιζε να είναι από πάνω μας, πάντα λαμπερό και πάντα πρόθυμο να φτιάχνει, δοθείσης  ευκαιρίας, τέτοιες μαγευτικές καταστάσεις…

-------------------------------------

καζάρμα = παλιός πύργος



Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Κώστας Περδίκης: Ο χαιρετισμός μου

 Για την παρουσίαση δυο (2) βιβλίων μου, που τελικά δεν έγινε...



Φίλες και φίλοι, αγαπητοί μου συμπολίτες καλησπέρα.

 Ύστερα από το τρίτο βιβλίο μου, που η παρουσίασή του είχε γίνει εδώ, στον ίδιο χώρο τον Αύγουστο του 2019, πολλοί ήσαν εκείνοι που με ρωτούσαν αν γράφω και αν ετοιμάζω κάτι καινούργιο.

Ιδού λοιπόν, που απόψε έχω τη χαρά της παρουσίασης δύο νέων βιβλίων μου, του τέταρτου και πέμπτου, κατά σειρά.

Η εφιαλτική πανδημία με τους αναγκαστικούς της εγκλεισμούς λειτούργησε στην περίπτωσή μου καταλυτικά.

Κατέφευγα για πολλές ώρες στο γράψιμο και έτσι διασκέδαζα την όλη κατάσταση,  βρίσκο­ντας μέσα σε κείνη τη μαυρίλα μια  σημαντική ευχαρίστηση και ικανοποίηση. 

Το ένα βιβλίο έχει τίτλο «Τέρμα Φραγκοκκλησιάς» και είναι μία συλλογή είκοσι πέντε (25) διηγημάτων.

Για το βιβλίο αυτό τη μόνη αναφορά που εγώ επιθυμώ να κάνω είναι σχετικά με  την αφιέ­ρωσή του στους κεκοιμημένους μας.

Όπως θα διαπιστώσετε οι ιστορίες μου, σχεδόν όλες, έχουν σαν απαρχή ένα γεγονός που συ­νέβη εδώ ή κάπου αλλού, με πρωταγωνιστή κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο που δυστυχώς έχει περάσει στο επέκεινα.

Οι ιστορίες μου αυτές  ολοκληρώνονται και παίρνουν την τελική τους μορφή και με άλλα πρόσθετα φαντασιακά στοιχεία.

Έτσι με το βιβλίο μου θέλησα να κρατήσω ζωντανή τη μνήμη αυτών των απόντων και κατά κάποιον τρόπο να τους κάνω να εξακολουθούν να ζουν ανάμεσα μας.

Τη  γνωστή φράση, «οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους», αρνούμαι να την αποδεχθώ, γιατί σε μένα τουλάχιστον, αποστερεί και την παραμικρή παρη­γορία.

Το άλλο βιβλίο έχει τίτλο, «Μικρό Γλωσσάρι» και αποτελεί μια προσπάθεια καταγραφής των ιδιωματικών λέξεων που συναντώνται στην ευρεία γεωγραφική μας περιοχή, στην πρώην επαρχία Ολυμπίας.

Η αγάπη για τη γλώσσα μας και ιδιαίτερα για τη ντοπιολαλιά μας, η οποία περνώντας τα χρό­νια τείνει να ξεχαστεί, κυοφόρησε το παρόν βιβλιαράκι.

Θέλω κι από εδώ να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στους συμπολίτες μου, που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μου και συμπλήρωσαν το γλωσσάρι με τις δικές τους λέξεις, που μας γνωστοποίησαν.  

Το «Μικρό Γλωσσάρι» το έχω αφιερώσει, που αλλού, στον γενέθλιο τόπο μου.

Τα  βιβλία απόψε θα μου κάνει την τιμή να τα παρουσιάσει η αγαπητή μου Νία Γεντίμη-Πα­παχρυσοστόμουe, καθηγήτρια φιλολογίας.

Με τη Νία έχουμε κοινή πορεία πολλών χρόνων, από την πρώτη τάξη του Δημοτικού.

Η αποψινή παρουσίαση έγινε η  ευκαιρία να ξαναβρεθούμε, με μεγάλη αμοιβαία συγκίνηση, ύστερα από πολλά χρόνια.

Νία σε ευχαριστώ, για την αποδοχή της πρότασής μου, από καρδιάς.

Από καρδιάς ευχαριστώ και όλους εσάς, που για άλλη μια φορά με τιμάτε με την εδώ προσέ­λευσή σας.




Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Κώστας Περδίκης: Βραχύ σχόλιο για το βιβλίο ‘’Ο Πύργος του Καϊάφα’’ του Νίκου Αλεξανδρόπουλου


 

Ο συμμαθητής μου Νίκος Αλεξανδρόπουλος, ο συγγραφέας του βιβλίου ‘’Ο Πύργος του Καϊάφα’’, είναι Αρχιτέκτονας και όχι Ιστορικός.

Το βιβλίο του, όμως, είναι το αποτέλεσμα και ο καρπός της αγάπης του για την Ιστορία και της επίπονης και μακροχρόνιας έρευνάς του για τους πλείστους όσους αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, κατά κύριο λόγο, του τόπου μας, δηλαδή της περιοχής που ορίζεται στα βόρεια από τον Αλφειό, στα Νότια από τη Νέδα, στα ανατολικά από τη Μίνθη και το Λύκαιο όρος και δυτικά από το Ιόνιο πέλαγος.

Συσχετίζει όμως την παραπάνω περιοχή και τα γεγονότα, που έλαβαν χώρα σ’ αυτήν και με άλλες πόλεις και τοποθεσίες της Πελοποννήσου, αλλά και του υπόλοιπου Ελλαδικού χώρου.

Η σφοδρή επιθυμία και επιδίωξη του συγγραφέα είναι να αναδείξει στο ευρύ κοινό τη μεγάλη ιστορία και τη συμβολή του τόπου μας στη εξέλιξη του Ελληνικού πολιτισμού, που είναι τόσο σημαντική, αλλά και σχεδόν άγνωστη.

Βλέπετε η λάμψη της γειτονικής μας Ολυμπίας είναι κυρίαρχη και κατά κάποιο τρόπο ‘’κλέβει’’και  βάζει σε δεύτερη μοίρα την αξία των υπολοίπων αρχαιολογικών ευρημάτων και την ιστορία τους.

Τα λεγόμενα ιστορικά μυθιστορήματα είναι ένα λογοτεχνικό είδος πολύ αγαπητό στους αναγνώστες τους, γιατί συνδυάζει ιστορικά στοιχεία με μυθοπλασία. Η τριλογία του μακαρίτη Νίκου Θέμελη είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα  της κατηγορίας αυτής.

Το βιβλίο του ο συγγραφέας το χαρακτηρίζει κι αυτός ως ιστορικό μυθιστόρημα. Συγκροτείται από 23 μεγάλα κεφάλαια, 5 παραρτήματα, λεξιλόγιο και βιβλιογραφία. Είναι πολυσέλιδο, 576 σελίδων, και διατρέχει το χρονικό διάστημα από την προΟμηρική Ερατεινή Αρήνη  μέχρι το 1912, τη δημιουργία της νέας Ελλάδας.

Αρχίζει με τους προΟμηρικούς χρόνους, συνεχίζει με τους Ιστορικούς  και ακολουθούν τα χρόνια του Μ. Αλεξάνδρου, η Ρωμαϊκή κυριαρχία, η Φραγκοκρατία, η Ενετοκρατία, η Τουρκοκρατία, η επανάσταση του 1821 κ.λ.π. φτάνοντας μέχρι το 1912.

Απ΄ όλες αυτές τις ιστορικές περιόδους ο συγγραφέας επιλέγει και αντλεί από την υπάρχουσα πλούσια βιβλιογραφία στοιχεία και αναφορές, που αφορούν ή σχετίζονται με τον τόπο μας.

Το κάθε κεφάλαιο μπορεί να διαβαστεί ξεχωριστά, κάνοντας έτσι πιο ξεκούραστη την ανάγνωση του βιβλίου, δεδομένου άλλωστε ότι τα κεφάλαια συσχετίζονται μεταξύ τους καθώς το ένα διαδέχεται το άλλο.

Στο κάθε κεφάλαιο, π.χ. για τον Καϊάφα,  ο συγγραφέας, αρχίζοντας, παραθέτει τα ιστορικά στοιχεία που βρήκε με την έρευνά του και αφορούν το θέμα του και μετά βάζει ένα ‘’πρόσωπο’’ όπως ο ‘’Πελασγός’’ να εξιστορεί γεγονότα, συνήθειες, τρόπο ζωής, περιπέτειες κ.λ.π., που βασίζονται μεν σε ιστορικά δεδομένα, αλλά είναι απότοκα της καλπάζουσας φαντασίας του συγγραφέα.

Σε άλλα κεφάλαια ο ίδιος ο συγγραφέας, αφού έχει διαβάσει την ιστορία, που αφορά ας πούμε το Πριγκιπάτο του Μοριά, γίνεται ο ίδιος παραμυθάς ή μυθοπλάστης, όπως προτιμάτε, και παραθέτει ζωντανές εικόνες και περιγραφές από τη ζωή και τις συνήθειες των τότε κατοίκων, αλλά και προσώπων που πέρασαν από τα μέρη μας, από τον στρατηγό και ιστορικό Ξενοφώντα, την πριγκίπισσα Ιζαμπώ, τον Γονδεφρείδο Βιλεαρδουίνο, τον Στράβωνα, τον Παυσανία κ.ά..

Κατορθώνει έτσι, χρησιμοποιώντας μια πλούσια γλώσσα με πολλές ιδιωματικές λέξεις, τα γραφόμενά του να είναι ζωντανά και ελκυστικά. Ο αναγνώστης διαβάζοντάς τα  μεταφέρεται και ο ίδιος, νοερά, στις διάφορες τοποθεσίες, σε διάφορες  χρονικές στιγμές συμμετέχοντας και αυτός σε συζητήσεις, γεύματα, περιπέτειες, νίκες και ήττες.

Μη έχοντας προλάβει να διαβάσω λεπτομερώς το βιβλίο, περιορίζομαι να εκφράσω την πρώτη εντύπωση και την αύρα που ένιωσα διατρέχοντάς το και, αν θέλετε, τη γνώμη μου γι αυτό.

Πρόκειται, νομίζω, για ένα σημαντικό βιβλίο, που αξίζει να διαβαστεί όχι μόνον από τους άμεσα σχετιζόμενους  με τον ευρύ γεωγραφικό τόπο που αναφέρεται, αλλά και απ΄ όσους αγαπούν και ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν όσο γίνεται περισσότερο για τη διαχρονική εξέλιξη του πολιτισμού μας.

Τελειώνοντας, θέλω να ευχηθώ, το βιβλίο να έχει καλή πορεία και πολλούς, πολλούς αναγνώστες. Τέτοια βιβλία για να γραφούν απαιτούν αφοσίωση, μακροχρόνια έρευνα και μόχθο, που ο Νίκος Αλεξανδρόπουλος τα διέθεσες απλόχερα.   

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Μίμης Κατσαρός: Μια φωτογραφία

τα α


Από τον Μίμη Κατσαρό μαζί με τα παραπάνω λάβαμε, προκαταβολικά, και τις ευχαριστίες του για τη δημοσίευσή τους στον Φανοστάτη.



 

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Κώστας Περδίκης: Τα μπάνια μας κάποτε






Τα μπάνια μας κάποτε


 

Η θάλασσά μας,

όταν ο καιρός έχει τις καλές του και δεν φυσάει, είναι χάρμα ιδέσθαι.

Το απέραντο γαλάζιο της χάνεται στο βάθος, προς τα δυτικά και σμίγει με εκείνο του ουρανού, στη γραμμή του ορίζοντα.

Κατά μήκος της ακρογιαλιάς απλώνεται η χρυσή αμμουδιά, που ανηφορίζει απαλά σχηματίζοντας μικρούς αμμόλοφους.

Εκεί φυτρώνουν κάθε χρόνο τα πανέμορφα λευκά κρινάκια, με το ξεχωριστό τους λεπτό άρωμα.

Λίγο πιο μακριά αρχίζει το πευκοδάσος.

Που και που στην υγρή άμμο, εκεί που σκάει το κύμα, βρίσκεις μικρά χρωματιστά βότσαλα και αχιβάδες.

Τις μέρες, όμως, που έχει δυνατόν αέρα, η θάλασσα αγριεύει και γίνεται φοβιστική.

Σηκώνονται τεράστια κύματα, που το ένα διαδέχεται το άλλο και καθώς πλησιάζουν στην ακτή σκάζουν αφρίζοντας, με υπόκωφη βουή.

Ο βυθός ανακατεύεται και η επιφάνειά του γίνεται ανώμαλη, με λακκούβες και τούμπια και τότε, αλλού πατάς και αλλού  βρίσκεσαι.

Οι ντόπιοι μιλούν για  ρουφήχτρες.

Όσοι κολυμπούν εδώ, για πρώτη  φορά, δεν ξέρουν τα μυστικά της και ένας-δυο κάθε χρόνο πέφτουν θύματα πνιγμού.

Το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, κατά τη διάρκεια της μέρας, έκανε αρκετά δρομολόγια, από την πόλη μέχρι την παραλία, κουβαλώντας πολύ κόσμο.

Το ίδιο και τα λιγοστά ταξί.

Αυτοκίνητα ΙΧ κυκλοφορούσαν ελάχιστα, τότε, και σχεδόν όλα ανήκαν σε παραθεριστές.

Άλλοι, για τη μεταφορά τους, επιστράτευαν όποιο υποζύγιο διέθεταν, γαϊδούρι ή άλογο.

Ήσαν εκείνοι που πάλευαν με τις δουλειές τους στα χωράφια, σταφίδες και ντομάτες και ξεκαλοκαίριαζαν εκεί, σε πρόχειρα καταλύματα.

Φτάνοντας ο κόσμος σκορπούσε και ξάπλωνε στην αμμουδιά, φτιάχνοντας μικρές παρέες.

Οι πατεράδες μας, όχι και τόσο φανατικοί με τα μπάνια, έπιαναν τον ίσκιο, κάτω από τη παράγκα των Καρραίων και  απολάμβαναν το ούζο τους στη δροσιά.

Τη δική μας εποπτεία και φροντίδα την παραχωρούσαν στις μανάδες μας.

Εκείνες, φορώντας ψάθινες καπελαδούρες και μαντίλια, συνεχώς μας φώναζαν να βάζουμε τα καπέλα μας, για να μην πάθουμε ηλίαση.

Αντηλιακά φυσικά ούτε για δείγμα.

Μερικές άνοιγαν μαύρες ομπρέλες, εκείνες του χειμώνα, για να προστατευθούν από τον ανηλεή ήλιο.

Οι ομπρέλες θαλάσσης ήταν άγνωστο είδος ακόμη.  

Εμείς, πιτσιρίκια τότε, δεν χορταίναμε το παιχνίδι, μπαινοβγαίνοντας στο νερό.

Τα ξεφωνητά μας, ανάκατα με κλάματα μωρών και μουσικές από τρανζιστοράκια, μόδα της εποχής, ακούγονταν παντού.

Η ξύλινη παράγκα, με στέγη από ράπι, των αδελφών Καρρά και αργότερα εκείνη του Σουλίμη, ήσαν τα μοναδικά κτίσματα εκεί.

Στέγαζαν πρόχειρα καφενεδάκια, που σέρβιραν, εκτός από δροσερό νερό, ούζα, λεμονοπορτοκαλάδες, γκαζόζες και υποβρύχια.

Ο πατέρας τους,  ο μπάρμπα-Γιώρης ο Καρράς,  τα προμήθευε  με δροσερό νερό, που το κουβάλαγε από το πηγάδι του κοντινού σπιτιού του με το άλογό του και δυο βουτσέλες.

Μερικές χρονιές εμφανίζονταν, για μερικές μέρες τσούχτρες, μεγάλες διάφανες, που κάθε άλλο παρά μας τρόμαζαν.

Για παιχνίδι, τις πιάναμε από το πάνω τους μέρος και τις βγάζαμε έξω στην αμμουδιά.

Τρόμο πραγματικό, όμως, μας σκόρπιζε η εμφάνιση που και που, στα βαθιά, κοπαδιού μεγάλων ψαριών, τριών ως έξι, που με χορευτικές διαδοχικές βουτιές, κολυμπώντας το ένα πίσω από το άλλο, περνούσαν από μπροστά μας τραβώντας για τον Καϊάφα.

Βγαίναμε λαχταρισμένοι έξω με τον φόβο ότι είναι καρχαρίες.

Ήσαν, όμως, άκακα, παιχνιδιάρικα δελφίνια.

Άλλες φορές τύχαινε η νυχτερινή θαλασσοταραχή να ξεβράσει μια τεράστια θαλάσσια χελώνα, που το άλλο πρωί αποτελούσε πολύ αξιοπερίεργο θέαμα για τα τότε παιδικά μας μάτια.

Άλλο πανηγύρι γινόταν όταν ένα, δυο εκπαιδευτικά αεροπλάνα πέταγαν χαμηλά, κατά μήκος της παραλίας για να μας τρομάξουν, αλλά και για να μας εντυπωσιάσουν.

Τη μισή μας μέρα, σχεδόν, την περνάγαμε στη θάλασσα.

Κολύμπι, μακροβούτια, βουτηχτές, παιχνίδια, αθώα αγγίγματα, φλερτ και τι δεν είχε το ρεπερτόριο.

-Ελάτε λοιπόν φίλοι μου:

Δήμητρα, Κώστα, Γιάννη, Μιμίκα, Λύσανδρε, Ελισάβετ, Νικόδημε, Μίμη, Τάση, Λίτσα και ακόμα Ευτύχη, Ιφιγένεια, Ευγενία, Σοφία, που "φύγατε" νωρίς, να ξαναθυμηθούμε.

Σε τούτη δω τη θάλασσα, τη θάλασσά μας, πόσα και πόσα ευτυχισμένα καλοκαίρια ζήσαμε.

Πόση χαρά και πόση αγάπη χορτάσαμε.

Τι κι αν πέρασαν τα χρόνια, τι κι αν άσπρισαν τα μαλλιά μας.

Για όλους εμάς, καλοκαίρι θα σημαίνει πάντα τούτη η θάλασσα, με την απέραντη χρυσή αμμουδιά, τους απαλούς αμμόλοφους, τα πανέμορφα κρινάκια, τα πεντακάθαρα νερά.

Με τη γαλήνη της, αλλά και με την αφρισμένη αγριάδα της, με τα μαγευτικά της ηλιοβασιλέματα.

Η καρδιά μας, όσο ζούμε,  εκεί θα αναζητάει να βρει λίγη δροσιά…

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Ουρουγουάη 1930: Το πρώτο Μουντιάλ!

 


Δεξιά, αυθεντικό αντίγραφο του Κυπέλλου Ζιλ Ριμέ που απονεμήθηκε στην πρωταθλήτρια εθνική ομάδα της Ουρουγουάης (στο μέσον της φωτογραφίας) τo 1930. Εκτίθεται στο μουσείο που λειτουργεί κάτω από το Estadio Centenario, όπου είχε διεξαχθεί ο μεγάλος τελικός – το στάδιο κτιζόταν τότε, κατά τη διάρκεια των αγώνων.

Tο πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιστορίας, αυτό που ο προπονητής της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ είχε αποκαλέσει «παγκόσμιο πρωτάθλημα soccer», υπήρχαν μόλις 13 φιναλίστ. Περισσότερες από τις μισές ήταν από τη Νότια Αμερική: η οικοδέσποινα Ουρουγουάη (η καλύτερη ομάδα εκείνης της εποχής, που είχε κατακτήσει τα ποδοσφαιρικά τουρνουά στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1924 και του 1928), η Αργεντινή, η Παραγουάη, το Περού, η Χιλή, η Βολιβία (οι παίκτες αγωνίζονταν φορώντας σκούφους, και ποτέ δεν μάθαμε το γιατί) και η Βραζιλία, το μόνο έθνος που έχει εμφανιστεί σε όλα τα Μουντιάλ (το εφετινό θα είναι το 23ο της). Οι υπόλοιπες έξι ήταν το Μεξικό, οι ΗΠΑ και τέσσερις ομάδες από την Ευρώπη: Γαλλία, Βέλγιο, Ρουμανία και Γιουγκοσλαβία. Θα υπήρχε και 14η φιναλίστ αν η Αίγυπτος δεν έχανε –λόγω κακοκαιρίας– το καράβι με το οποίο θα κατευθυνόταν στη Μασσαλία. Από εκεί θα ταξίδευε προς το Μοντεβιδέο παρέα με τη Γιουγκοσλαβία, με την οποία είχαν συμφωνήσει να μοιραστούν τα έξοδα. 

Ο τελικός Ουρουγουάης – Αργεντινής… μύριζε μπαρούτι. Ο βέλγος διαιτητής είχε δεχθεί απειλές για τη ζωή του και ήταν κατατρομαγμένος. Πριν αρχίσει το ματς ζήτησε ισχυρή αστυνομική προστασία και ένα καράβι έτοιμο να τον πάρει μακριά από το Μοντεβιδέο αμέσως μετά τη λήξη του αγώνα. Στον σωματικό έλεγχο των αργεντινών οπαδών που έμπαιναν στο γήπεδο βρέθηκαν πιστόλια και μαχαίρια. Οι ομάδες δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν ούτε για την μπάλα με την οποία θα έπαιζαν. Στο πρώτο μέρος χρησιμοποιήθηκε η μπάλα των Αργεντινών και στο δεύτερο εκείνη των Ουρουγουανών. Η Ουρουγουάη νίκησε με 4-2 μπροστά σε 68.000 θεατές, με σκόρερ του τέταρτου γκολ έναν μονόχειρα, τον περίφημο εκείνα τα χρόνια Εκτορ Κάστρο, ο οποίος είχε χάσει το χέρι του στα 13 σε ατύχημα με ηλεκτρικό πριόνι. Κάθε ποδοσφαιριστής των θριαμβευτών έλαβε ως δώρο από την κυβέρνηση ένα σπίτι. 

Πηγή: Protagon.gr





Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Χρήστος Μποκόρος (1956): «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο ίσκιος του»

Ωδή στον μεγάλο συγγραφέα  






Πηγή: iefimerida.gr

Ο Χρήστος Μποκόρος σπούδασε αρχικά στη Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης στην Κομοτηνή (1974-1979) και αργότερα ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ) στην Αθήνα (1983-1989), με δάσκαλο τον Δ. Μυταρά. Όντας φοιτητής, παρουσίασε την πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα (1987, Γκαλερί Σύγχρονης Τέχνης). Έχει παρουσιάσει τη δουλειά του σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έργα του υπάρχουν στην Εθνική Πινακοθήκη και σε ιδιωτικές συλλογές. Εκτός από τη ζωγραφική έχει ασχοληθεί και με την σκηνογραφία. Έχει διακριθεί σε διεθνείς διοργανώσεις για το έργο του και σε συνεδρίαση της Ρωσικής Ακαδημίας των Τεχνών στις 13.12.2016, ο Χρήστος Μποκόρος αναγορεύτηκε επίτιμο μέλος της.