Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2020

Μίμης Φωτόπουλος (1913-1986):

 

                                                                                      

"Δεν γράφω για να με πούνε λογοτέχνη. Γράφω, γιατί μόνο η δημιουργία μου γεμίζει τη ζωή μου. Εγώ, αντί να πηγαίνω στα καζίνα και στις κοσμικές συγκεντρώσεις, προτιμώ να γράφω και να ζωγραφίζω…”

Ένα επίκαιρο ποίημα από τον αγαπημένο ΜΙΜΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟ για τους άνεργους ηθοποιούς που το επάγγελμα τους πλήττεται φοβερά τους τελευταίους μήνες. Ανήκει στην ποιοτική του συλλογή ''Μπουλούκια'' που δεν είχε απήχηση επειδή η κυκλοφορία της συνέπεσε τότε με την 28η Οκτωβρίου 1940!

Περιγράφει τις δυσκολίες του επαγγέλματος των ηθοποιών, που χωρίς δεκάρα θεωρούνταν άνθρωποι του περιθωρίου, και ολοένα περίμεναν κάποιο θιασάρχη να τους προσφέρει δουλειά.

Στέκι τους το παλιό καφενείο στην Ομόνοια με το όνομα ''Στέμμα''. Εκεί ακριβώς ο Αλέκος Σακελλάριος ''ανακάλυψε'' τη Γεωργία Βασιλειάδου που για χρόνια ήταν παροπλισμένη και σκεφτόταν ν ' αποσυρθεί...

 

ΟΙ ΧΩΡΙΣ ΦΙΡΜΑ

Μήνες τώρα κάθονται στο “Στέμμα”

και ζούνε με μια χίμαιρα

και κάποιο ψέμα.

Προσμένουν ένα θιασάρχη

να τους αγκαζάρει

για κάποια μακρινή επαρχία

και να συνεχιστεί η θλιβερή τους ιστορία.

Τα δυο, που οικονομήσανε για σήμερα

τσιγάρα, τάχουν καπνίσει,

κι έχουν αρχίσει

τα νεύρα τους να σπάνε.

Το γκαρσόνι τους κοιτάζει αυστηρά

– τους ρώτησε όλους στη σειρά –

δεν πήρε κανένας τους πιοτό.

Κι είναι σωστό

να πιάνουν αδίκως το τραπέζι;

Μια γριά θεατρίνα

– είχε παίξει κάποτε και στην Αθήνα –

με παράπονο κοιτάζει

τις καινούριες. Τα μάτια της σκεπάζει,

κι ονειροπολεί περασμένες ιστορίες

που όλες έχουν γραφτεί στις επαρχίες.

Κι είν’ όλοι τους σα να μη ζούνε

τους κυκλώνουν τόσοι πόνοι!

Κι όλο προσμένουν κάποιο θεατρώνη.

 

Γεννήθηκε στη Ζάτουνα Γορτυνίας και ήταν γιος του Νικολάου Φωτόπουλου και της Άννας Παπαδοπούλου από το Αίγιο. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και παρακολούθησε μαθήματα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (μέχρι το β΄ έτος, 1933). Συμμετείχε στο ΕΑΜ, και για τη δράση του εξορίστηκε στην Ελ Ντάμπα, κατά τα Δεκεμβριανά.

Εργάσθηκε ως ηθοποιός - θιασάρχης από το 1952 και σκηνοθέτης από το 1960. Έγραψε 7 βιβλία (4 ποιητικές συλλογές: «Μπουλούκια» 1940, «Ημιτόνια» 1960, «Σκληρά τριολέτα» 1961 και ο «θάνατος των ημερών» 1976) και 3 αυτοβιογραφικά («25 χρόνια θέατρο» 1958, «Το ποτάμι της ζωής μου» και «Ελ Ντάμπα - Όμηρος των Εγγλέζων» 1965) και 2 θεατρικά έργα («Ένα κορίτσι στο παράθυρο» 1966 και «Πελοπίδας ο καλός πολίτης» 1976) που έχουν παιχτεί. Οργάνωσε 5 εκθέσεις ζωγραφικής (ιδιότυπης τεχνικής κολάζ γραμματοσήμων).

Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Ελευθέρου Θεάτρου και Πρόεδρος του Δ. Σ. Άρματος Θέσπιδος. Έκανε θεατρικές περιοδείες στην ΑμερικήΓερμανίαΑίγυπτοΤουρκία και Κύπρο. Τιμήθηκε με τα παράσημα Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α΄ και Σταυρό του Αποστόλου Μάρκου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.

Ο Μίμης Φωτόπουλος ασχολήθηκε για πολλά χρόνια και με αξιοσημείωτη επιτυχία με την τεχνική του κολάζ και μάλιστα με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, τη χρήση «ψηφίδων» από γραμματόσημα με τις οποίες έφτιαξε μεγάλο αριθμό ζωγραφικών πινάκων.

Σημαντικότερες συμμετοχές του ήταν στο «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ, στις «Αγριόπαπιες» του Ίψεν στο θέατρο Τέχνης, στο «Όνειρο καλοκαιρινής νύκτας» του Σαίξπηρ στο θέατρο του Βασιλικού Κήπου (1956) και για πολλά χρόνια συνεργάστηκε με τον Ντίνο Ηλιόπουλο. Εμφανίστηκε σε δεκάδες κωμωδίες φάρσες αλλά και δραματικούς ρόλους. Χαρακτηριστικές ερμηνείες στο «Ο καλός στρατιώτης Σβέικ» και «Δον Καμίλλο». Επίσης σε περισσότερες από 100 ταινίες με κωμικούς ρόλους όπως «Η Κάλπικη λίρα», «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», «Τα κίτρινα γάντια», «Το σωφεράκι», «Ο Εμίρης και ο Κακομοίρης» (στην ταινία αυτή η Ελένη Προκοπίου αποτέλεσε την κινηματογραφική του κόρη), «Ο γρουσούζης» κ.ά.

Χαρακτηριστική του κινηματογραφική ατάκα που βρίσκουμε στην ταινία «Ο ουρανοκατέβατος»: «Και μετά θα κάααθεσαι!»

Απεβίωσε ηλικία 73 ετών στην Αθήνα στις 29 Οκτωβρίου 1986.

 



Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2020

Άρης Σφακιανάκης (1958):


Το μαύρο χάπι

Ο πατέρας μου ζει (;) στην Κρήτη. Είναι 90 χρονών, κατάκοιτος, ζωσµένος µε πάνες ακράτειας και δέχεται τροφή αλεσµένη στο µπλέντερ από µια Ρουµάνα 24ώρου φροντίδας. Από τον θάνατο της µάνας µου και µετά κατέρρευσε ολοκληρωτικά. Κάποτε ένας λεβεντάντρας, τώρα ένας µελαγχολικός γέρος. ∆υστυχώς ή ευτυχώς, διατηρεί το µυαλό του καθαρό από αµυλώδεις ασβεστώσεις – ήγουν, δεν έχει άνοια. Έχει βέβαια άλλα νοσήµατα.

Όποτε κατεβαίνω στο Ηράκλειο να τον δω και να του κρατήσω λίγη συντροφιά, σέρνοντας µια καρέκλα πλάι στο κρεβάτι του και χαµηλώνοντας τον ήχο στην τηλεόραση, εκείνος µιλάει αχνά και µε κόπο. Μου δείχνει το σώµα του κάτω από τα σκεπάσµατα: «Είναι ζωή αυτή;» µε ρωτάει. Είναι µια ερώτηση που κάνει πρωτίστως στον εαυτό του. Κάθε τόσο µπαίνει στο δωµάτιο η Ρουµάνα και του δίνει ένα χάπι. Ο πατέρας µου παίρνει δεκαπέντε λογιών χάπια σε διαφορετικές ώρες. Αν έλειπε µια µέρα η Ρουµάνα, κανείς δεν θα ήξερε τι να κάνει µε τις δοσολογίες.

Ο πατέρας µου µε κοιτάζει και περιµένει µιαν απάντηση. «Είναι ζωή αυτή;» επαναλαµβάνει. «Όχι», του λέω, «αυτή δεν είναι ζωή». Στρέφει το βλέµµα του προς τα πάνω. «Το όπλο είναι ακόµα στο πατάρι;» µε ρωτάει. Κάθε τίµιο κρητικό σπίτι έχει ένα –τουλάχιστον– όπλο στο πατάρι. «Το όπλο είναι στη θέση του, το ίδιο και οι σφαίρες», τον βεβαιώνω. «Θέλω να µου το κατεβάσεις εδώ», λέει. «Να το έχω δίπλα µου».Ο πατέρας µου πάσχει από Πάρκινσον. «Μα δεν έχεις σταθερό χέρι», του λέω. «Θα µπορούσε να γίνει κάποιο ατύχηµα. Άσε που βάψαµε πρόσφατα τους τοίχους». «∆εν µπορώ άλλο αυτή τη µη-ζωή», λέει.

Καθηλωµένος στο κρεβάτι, υποχείριο των φαρµάκων και της Ρουµάνας, νιώθει αιχµάλωτος µέσα σ’ ένα σώµα που τον έχει εγκαταλείψει από καιρό. «Μακάρι να είχα να σου δώσω το µαύρο χάπι», λέω. «Τι είναι το µαύρο χάπι;» µε ρωτάει. «Ένα χάπι που σου εξασφαλίζει ήσυχο θάνατο», µονολογώ κοιτάζοντας πέρα, στην αυλή. «Θέλω να µου βρεις αυτό το µαύρο χάπι», λέει. «∆υστυχώς, δεν υπάρχει», αναστενάζω. «Λέω επίµονα στους φίλους µου γιατρούς ότι το µαύρο χάπι θα ήταν µια σπουδαία εφεύρεση, ίσως πιο σπουδαία κι από τη θεραπεία της φαλάκρας». Ο πατέρας µου χαµογελάει θλιµµένα.

Είναι φαλακρός – κι εγώ µε τη σειρά µου κληρονόµησα αυτό το άθλιο γονίδιο. «Τώρα γέρασες κι εσύ», µου λέει. «Τι να τα κάνεις τα µαλλιά;» Εξανίσταµαι φουρκισµένος. «Αν είχα µαλλιά θα φαινόµουν δέκα χρόνια νεότερος», λέω.

Ο πατέρας µου µοιάζει να βαρέθηκε ξαφνικά την κουβέντα µας και βυθίζεται σ’ έναν λήθαργο. Έτσι είναι την υπόλοιπη µέρα –κάθε µέρα–, µε φωτεινά διαλείµµατα τις ώρες του φαγητού και των χαπιών. Ο πατέρας µου δεν είναι πια ένας ευτυχής ένοικος της ζωής, είναι ένας δυστυχισµένος πελάτης της φαρµακοβιοµηχανίας. Η κοινωνία θα έπρεπε κάποτε να συζητήσει ανοιχτά για το δικαίωµα του ανθρώπου στον θάνατο. Να διαβάσει ξανά την Απολογία του Σωκράτη. Και να απαιτήσει από την επιστηµονική κοινότητα το Μαύρο Χάπι.


Ο Άρης Σφακιανάκης γεννήθηκε το 1958 στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα. Το πρώτο του βιβλίο με διηγήματα, "Όταν βρέχει και φορά παπούτσια κόλετζ", κυκλοφόρησε το 1981 από τις εκδόσεις Κέδρος. Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησε το 1984 το δεύτερο βιβλίο του, "Οι παράξενες συνήθειες της οικογένειας Μόρφη", το 1990 το τρίτο βιβλίο του "Ο τρόμος του κενού", και το 1993 το τέταρτο βιβλίο του, "Η νόσος των κινέζικων εστιατορίων". To 1998 κυκλοφόρησε το πέμπτο βιβλίο του, με τον τίτλο "Δεν ήξερες... δεν ρώταγες!". Το μυθιστόρημα αυτό υπήρξε το πρώτο μιας τριλογίας που συνεχίστηκε με το "Μπέιμπι Σίτινγκ". Ακολούθησαν τα βιβλία "Το περσικό φιλί" (2004), "Μητροπόλεις, ιστορίες, παράδεισοι" (Ελληνικά Γράμματα, 2006) "Η μοναξιά δεν μου ταιριάζει" (2008) και "Ου μπλέξεις (2011)". Συνέχισε με το "Παντρεμένες" (2013), Έξοδος", (2016), και "Η σκιά του Κυβερνήτη" (2019). Έχει ασχοληθεί με τη μετάφραση και το σενάριο.

Πηγή: Athens Voice


 

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

Γιώργος Μανουσάκης (1914-2003):

 







Ο Γιώργος Μανουσάκης, γεννήθηκε το 1914 στο Ηράκλειο Κρήτης, όπου πέρασε τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια.
Ήταν ζωγράφος, χαράκτης, επιμελητής εκδόσεων, συγγραφέας, ιστορικός, φωτογράφος,  κινηματογραφιστής και κριτικός.  Άρχισε από πολύ μικρός να ζωγραφίζει, καθώς είχε στη διάθεσή του χρώματα ζωγραφικής από το μαγαζί του εμπόρου πατέρα του.
Ο Γιώργος Μανουσάκης ένας από τους αξιολογότερους ζωγράφους της γενιάς του ’30, σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών με δασκάλους τον Ο. Αργυρό, τον Κ. Παρθένη και τον Γ. Κεφαλληνό.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2020

«Αντρέι Ταρκόφσκι: Σινεμά σαν Προσευχή»

 Μια ταινία για τον σπουδαίο Ρώσο σκηνοθέτη από τον γιο του 

O Αντρέι Ταρκόφσκι υιός, σε μια συναρπαστική συνέχεια με τα ίδια ακριβώς αρχικά του ποιητή πατέρα του, Αντρέι, αλλά και του παππού του, επίσης ποιητή, Αρσένι, ένωσε τις παλάμες του κι άφησε τον τόσο πρόωρα εκλιπόντα Ταρκόφσκι του κινηματογράφου μας να έρθει ξανά κοντά μας, να τον ακούσουμε, να τον δούμε, να μιλήσουν τα κάδρα και οι ποιήσεις του.

Έστω για 97 λεπτά. Χρόνος όμως τελικά, όπως και στο σινεμά του, πολλαπλασιαζόμενος, εκτεινόμενος σ' ένα πέρα για πέρα αισθητό άπειρο.

Η Τέχνη για τον Ταρκόφσκι υφίσταται σε αξιωματική συνάρτηση με τον Θεό, με την ευλαβική αναγνώριση του πεπερασμένου μας, την εκ βαθέων ανάγκη να μεταφραστεί το προσωπικό οικουμενικά και στην υπηρεσία της εσωτερικής ανθρώπινης ελευθερίας. Προφητικό, υψηλόφρον και πνευματικά συναρπαστικό






Γεννημένος το 1932 στο χωριό Ζαβράγιε (Zavraje), ήταν γιος του σημαντικού ποιητή Αρσένυ Ταρκόφσκι (Arseniy Tarkovsky). Σπούδασε μουσικήζωγραφικήγλυπτική και αραβικά, ενώ για ένα διάστημα συμμετείχε σε γεωλογική αποστολή στην ανατολική Σιβηρία. Από το 1956 φοίτησε για περίπου τέσσερα χρόνια στην κινηματογραφική σχολή VGIK (Ινστιτούτο κινηματογράφου της Σοβιετικής Ένωσης), υπό τις οδηγίες του Μιχαήλ Ρομ[14]. Στις τελικές εξετάσεις παρουσίασε την πτυχιακή του εργασία, που αποτελεί την πρώτη του ουσιαστικά κινηματογραφική δουλειά, με τίτλο Ο βιολιστής και ο οδοστρωτήρας, διάρκειας 46 λεπτών (1960).

Η διεθνής αναγνώριση του Ταρκόφσκι ήρθε με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν (1962), η οποία κέρδισε τρεις "Χρυσούς Λέοντες" στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας, μεταξύ των οποίων το βραβείο σκηνοθεσίας και καλύτερης ταινίας. Επόμενη κινηματογραφική ταινία του Ταρκόφσκι αποτέλεσε η επική παραγωγή Αντρέι Ρουμπλιόφ (1969), η οποία αντιμετώπισε τον εξονυχιστικό έλεγχο και πολλές παρεμβάσεις εκ μέρους των σοβιετικών αρχών, με αποτέλεσμα η δημόσια προβολή της στη Ρωσία να καθυστερήσει για αρκετά χρόνια μέχρι το 1971[15]. Η ταινία προβλήθηκε στο φεστιβάλ των Καννών, αποκομίζοντας τελικά το βραβείο FIPRESCI.

Ο Ταρκόφσκι σκηνοθέτησε τις περισσότερες ταινίες του στη Ρωσία. Το 1983 πραγματοποίησε για πρώτη φορά γυρίσματα εκτός της Ρωσίας, στην Τοσκάνη της Ιταλίας, για τις ανάγκες της ταινίας Νοσταλγία και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ιταλία και αργότερα στη Γαλλία.

Η τελευταία του ταινία Η Θυσία, γυρίστηκε στη Σουηδία το 1986 κερδίζοντας τέσσερα βραβεία στις Κάννες. Πέθανε την ίδια χρονιά στην Γαλλία από καρκίνο.

Πηγή:cinema

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

Ελένη Βερναδάκη:






 Η κορυφαία Ελληνίδα κεραμοπλάστρια σε μια σπάνια συνέντευξη με τη LIFO Γεννήθηκε στην Κρήτη το 1933 και ζει στην Αθήνα. Τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια δούλευε, αν όχι στο πιο όμορφο, τουλάχιστον σε ένα από τα ομορφότερα εργαστήρια κεραμικής της χώρας, που σχεδίασε για εκείνην ο Τάκης Ζενέτος. Σίγουρα είναι η πλέον αναγνωρισμένη προσωπικότητα του καιρού μας σε αυτόν τον κλάδο. 

Πηγή: www.lifo.gr



Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2020