Πηγή: Lifo
Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2024
Άννα Τζώρτζη:
Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024
Μαρτυρία : Πώς σώθηκε ένας 25χρονος στη Θεσσαλονίκη με μόσχευμα από τον Καναδά
Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2024
IANOS: 7ος Διαγωνισμός Διηγήματος & Φωτογραφίας
Ο IANOS, για έβδομη συνεχή χρονιά, διοργανώνει Διαγωνισμό Διηγήματος και Φωτογραφίας με θέμα, αυτή τη φορά, το «Παρά θίν’ αλός».
Η ομηρική έκφραση παρά θίν’ αλός(Ιλιάδα, Α’, 326), σημαίνει στην ακρογιαλιά, στην παραλία (αλς=θάλασσα όπως φαίνεται από τη στεριά – θίνα=αμμουδιά, αμμόλοφος σε έρημο, άμμος στον βυθό της θάλασσας και, μεταφορικά, βάθος της καρδιάς).
Η ακρογιαλιά είναι τόπος και γίνεται χρόνος. Εδώ συμβασιλεύουν ο πλάγιος ήχος της μνήμης και ο ευθύς λόγος της σιωπής. «Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια» (Γιώργος Σεφέρης).
Εδώ η θάλασσα ξέρει να κάνει τραγούδι τη μοναξιά και σε εποχές κυμάτων απλώνει ραγισμένα όνειρα για ταξίδια που δεν άρχισαν και χαράζει δυσανάγνωστα επίθετα καημών. Άλλωστε, ο πόνος ξεκινάει πάντα από τα ονόματα.
Στην ακρογιαλιά, με συντροφιά τα θαλασσοπούλια, στήνονται πρωινοί χοροί υπό τον ήχο του φλοίσβου στην άκρη των ανέμων και δειλινοί χοροί των ερωτευμένων στη μέση της χαράς τους. Εδώ οι αγάπες παίζουν με τα χρώματα ανάμεσα στα βότσαλα και αφήνουν τα σημάδια τους, που όσο παλιώνουν, τόσο βαθαίνουν.Εδώ, εντέλει, λύνονται τα αινίγματα της φαντασίας και δένονται οι μύθοι.
Παρά θίν’ αλός πλάθονται ελευθερίες και δοκιμάζονται αλήθειες. Λόγια της αρμύρας, εικόνες της σκουριάς και της αντάρας, μελτέμια που λυγίζουν τις λαχτάρες του Αυγούστου, μορφές σε ανοιχτά κοχύλια από ταξίδια που δεν τέλειωσαν…
Παρά θίν’ αλός ορίζονται ο χρόνος της σκέψης, που μετράει κέρδη και ζημίες, σωστά και λάθη, αγώνες και αγωνίες, και ο τόπος της καρδιάς που διατηρεί την τρυφερή περιέργεια συγκίνησης και ομορφιάς.
Πρόκειται για μια δράση που δίνει κάθε χρόνο την ευκαιρία σε εκατοντάδες ανθρώπους να εκφραστούν, να γράψουν, να φωτογραφίσουν.
Έναρξη Διαγωνισμών Παρασκευή 15 Μαρτίου και λήξη ΚΥΡΙΑΚΗ 26 ΜΑΪΟΥ 2024
Πάρε μέρος στον διαγωνισμό διηγήματος με θέμα «Παρά θίν’ αλός»!
Τα διηγήματα θα αξιολογήσει μία επιτροπή έμπειρων και καταξιωμένων λογοτεχνών.
Επιτροπή:
- Ευτυχία Γιαννάκη – συγγραφέας
- Τέσυ Μπάιλα - συγγραφέας
- Κωνσταντίνος Μπούρας – ποιητής, κριτικός
Δηλώσεις συμμετοχής:
Για να συμμετάσχεις στο διαγωνισμό απαιτείται:
- Ένα διήγημα έως 400 λέξεις σε αρχείο μορφής word.
Ο τίτλος του αρχείου πρέπει να είναι της μορφής: επώνυμο_όνομα_τίτλος διηγήματος με λατινικούς χαρακτήρες (π.χ papadopoulos_nikos_titlos_diigimatos)
Στο ίδιο αρχείο, κάτω από το διήγημα, θα πρέπει να ακολουθεί ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα έως 100 λέξεις.
Κάθε συμμετέχων/ούσα στον Διαγωνισμό μπορεί να συμμετάσχει μια φορά στον Διαγωνισμό Διηγήματος και μια φορά στον Διαγωνισμό Φωτογραφίας.
Ανακοίνωση νικητών:
Οι νικητές θα ανακοινωθούν το Φθινόπωρο του 2024 μέσω ειδικής εκδήλωσης.
Βραβεία
- Το παμψηφεί άριστο διήγημα κερδίζει το βραβείο «Μάνος & Λιλή Ελευθερίου» που συνοδεύεται από το χρηματικό ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, δωρεά της Λιλής Ελευθερίου.
- To δεύτερο διήγημα θα κερδίσει μια δωρεάν συμμετοχή σε όποιο Σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής του ΙΑΝΟΥ επιθυμεί (περιόδου Φθινόπωρο 2024).
- Τα 50 καλύτερα διηγήματα θα κυκλοφορήσουν σε μία ειδική συλλεκτική συλλογή διηγημάτων των Εκδόσεων IANOS.
- Τα 10 καλύτερα διηγήματα θα διαβαστούν τη βραδιά ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων.
** Όλοι οι συμμετέχοντες στον διαγωνισμό διηγήματος δικαιούνται την έκπτωση που δικαιούνται οι φοιτητές, οι άνεργοι και οι παλιοί μας μαθητές στα φθινοπωρινά σεμινάρια του ΙΑΝΟΥ.
Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2024
Κώστας Περδίκης: Ο ποδηλάτης
Σάββατο 6 Ιουλίου 2024
Κώστας Περδίκης: Έκδοση νέου βιβλίου
Σάββατο 29 Ιουνίου 2024
Χαρούλα Λαμπράκη:
Οι ρεματιές βούιζαν στο χωριό από το τραγούδι μου. Βγαίναμε στα χωράφια και κουβαλάγαμε τις σταφίδες κι εγώ τραγουδούσα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Τότε, σε αυτά τα μέρη υπήρχε εκείνη η απόλυτη ησυχία και ακουγόταν η φωνή μου χιλιόμετρα μακριά. Αυτή, λοιπόν, ήταν η τρέλα μου από μικρό παιδί, το τραγούδι.
• Από τότε που ήμουν πέντε έχω την εικόνα του πατέρα μου που με είχε στα γόνατά του και μου μάθαινε τα δημοτικά τραγούδια. Μου μάθαινε τα κλέφτικα, τα τραγούδια του τραπεζιού, όπως τα λέγαμε εμείς. Αργότερα, τα ηχογράφησα σε έναν δίσκο αφιερωμένο σε αυτόν. Αν και οι γονείς μου ήταν γεωργοί, άνθρωποι των κτημάτων, είχαν ανοιχτό μυαλό. Ο πατέρας μου δεν έφερε ποτέ αντίρρηση στο να ακολουθήσω αυτό το επάγγελμα. Το μόνο που μου είχε πει, θυμάμαι, ήταν να μην τον ατιμάσω.
Και οι δύο μου γονείς είχαν πολύ καλή φωνή και ο αδελφός της μητέρας μου ήταν δεξιός ψάλτης στο χωριό. Έτσι, από πολύ μικρή είχα τους ψαλμούς στο αίμα μου. Ο ψαλμός, άλλωστε, είναι πολύ κοντά στο δημοτικό τραγούδι. Οι ρίζες μου είναι δημοτικές, άσχετα αν αργότερα τραγούδησα πολλά λαϊκά και ρεμπέτικα.
• Είχα μια θεία που ήταν πολύ καλή φίλη της μητέρας του Μπάμπη Μπακάλη, ενός από τους μεγαλύτερους λαϊκούς συνθέτες. Στην τελευταία τάξη του γυμνασίου, το 1963, ήρθα, λοιπόν, στην Αθήνα, με σκοπό να δοκιμάσω την τύχη μου στο τραγούδι και, αν δεν τα κατάφερνα, το σχέδιο ήταν να γίνω φιλόλογος.
• Στην Columbia πήγα φορώντας τη σχολική μου ποδιά. Στην αρχή με άκουσε ο Μπακάλης και μετά με έστειλε στον διευθυντή της εταιρείας, τον Τάκη Λαμπρόπουλο. Για να μην τα πολυλογώ, με ενέκριναν κι έτσι υπέγραψα το πρώτο μου συμβόλαιο. Δυστυχώς, ήταν επταετές. Και λέω δυστυχώς, διότι μέχρι να τελειώσει αυτό το συμβόλαιο ήμουν δέσμια, χωρίς δικαιώματα και χωρίς ποσοστά. Πού να τα ξέρω αυτά εγώ, μικρό κορίτσι, όταν έβαζα την υπογραφή μου. Βέβαια, στην Columbia ήταν που είπα τις πολύ μεγάλες επιτυχίες με τον Τσιτσάνη, τον Χιώτη, τον Πλέσσα, τον Πάνου και άλλους.
Κανονικά, το επώνυμό μου ήταν Λαμπροπούλου. Το έκανα Λαμπράκη μετά την παρότρυνση του Μπακάλη. Μου είχε πει: «Άλλαξέ το καλύτερα, διότι θα πας στον Λαμπρόπουλο και θα νομίζουν ότι έχεις την εύνοιά του λόγω ονόματος».
• Ο Λαμπρόπουλος με έστειλε σε πολλούς συνθέτες. Ο πρώτος ήταν ο Νίκος Δαλέζιος, ο οποίος μου έδωσε το ζεϊμπέκικο «Ανάθεμά σε, βρε ζωή». Ο δεύτερος ήταν ο Απόστολος Καλδάρας, που μου έδωσε το τραγούδι «Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά» και με αυτό το κομμάτι βγήκα από την ανωνυμία.
Ήταν τέλη του '65, αρχές του '66. Κάποια στιγμή με έστειλε και σε ένα μαγαζί στις Τζιτζιφιές -τότε, όλα τα καλά λαϊκά μαγαζιά ήταν εκεί-, όπου εμφανιζόταν ο Πάνος Γαβαλάς. Με ρωτάει ο Γαβαλάς «ποιο τραγούδι θες να πεις;» κι εγώ του απάντησα τα «Ξένα Χέρια». Κάπου εκεί ήταν, λοιπόν, που τελείωσε για μένα το όνειρο της καθηγήτριας Φιλολογίας. Φυσικά, ποτέ δεν έπαψε να μου αρέσει το διάβασμα.
• Λίγους μήνες μετά βρέθηκα να τραγουδάω μαζί με τον Γαβαλά στην Τριάνα του Χειλά, στη λεωφόρο Συγγρού, ένα θρυλικό μαγαζί. Από κει είχαν περάσει ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης, η Μαρινέλλα, η Πάνου, η Μοσχολιού. Για να σταθεί ένα μικρό κορίτσι δίπλα σε τέτοια ονόματα έπρεπε να έχει είτε μεγάλη τύχη είτε μεγάλη φωνή. Εγώ είχα και από τα δυο, όπως είχε πει ο Γαβαλάς.
• Μια μέρα έρχεται ο Λαμπρόπουλος και μου λέει: «Θα πας στην οδό Αχαρνών 1 να συναντήσεις τον Τσιτσάνη, που θέλει να σε γνωρίσει». Πάω, λοιπόν, και του χτυπάω το κουδούνι πολύ κομπλαρισμένη. Μου ανοίγει και με πηγαίνει σε ένα δωματιάκι που είχε διαμορφώσει σαν στούντιο, παίρνει το μπουζούκι και μου λέει: «Πάμε ένα τραγουδάκι;».
Ήταν το «Δεν ρωτώ ποια είσαι». Το είπαμε, το ξαναείπαμε και μέσα σε δέκα μέρες κυκλοφόρησε σε δισκάκι και έγινε η πιο μεγάλη επιτυχία. Από τότε ο Τσιτσάνης για επτά ολόκληρα χρόνια έγραφε τραγούδια πάνω στη φωνή μου. Πρέπει να έχω πει τουλάχιστον 25 τραγούδια του.
• Δεν ήθελε να τον φωνάζω κύριο Τσιτσάνη αλλά Τσίλια, όπως τον έλεγαν και οι φίλοι του. Κι εμένα δεν με φώναζε ποτέ με το όνομά μου. Με έλεγε νινί. Ήταν πολύ φιλικός και αρκετά προστατευτικός, θα έλεγα. Για μένα δεν ήταν δεύτερος πατέρας, ήταν πατέρας μου, στα χέρια του μεγάλωσα.
• Πολλοί από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα έφυγαν, δυστυχώς, νέοι. Ο Μανώλης Χιώτης, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Στράτος Διονυσίου. Όταν φεύγουν από τη ζωή οι άνθρωποι που είναι πολύ κοντά σου, νιώθεις ένα τεράστιο κενό. Εγώ είχα την ατυχία να χάσω αυτούς τους όχι μόνο πολύ καλούς συνεργάτες αλλά και σπουδαίους φίλους.
• Για πρώτη φορά στην Αμερική πήγα με τον Στράτο Διονυσίου, το 1969. Ξεκινήσαμε από τον Καναδά και μετά περάσαμε στη Νέα Υόρκη. Τότε συνειδητοποίησα πόσο πολύ μου αρέσουν τα ταξίδια κι έτσι, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία -πάντα μέσα από τη δουλειά μου-, ταξιδεύω όπου και αν με φωνάξουν. Έχω γυρίσει όλη την Αμερική, την Αυστραλία και τη μισή Ευρώπη.
Έχω ταξιδέψει, βέβαια, και σε όλη την Ελλάδα. Όταν με καλούν οι τοπικοί σύλλογοι στα πανηγύρια τους, τρέχω σαν την τρελή. Μου αρέσουν πολύ γιατί βλέπω τα γλέντια που κάνουν στον κάθε τόπο κι έτσι καταλαβαίνω τη διαφορετική κουλτούρα του κάθε μέρους. Κάθε χωριό, πόλη και χώρα είναι κι ένα τραγούδι.
• Αν με ρωτήσει κάποιος ποιο τραγούδι υπήρξε σταθμός στη καριέρα μου, θα δυσκολευτώ να απαντήσω, διότι όλα έπαιξαν εξίσου σημαντικό ρόλο, κάθε συνθέτης που μου εμπιστευόταν το τραγούδι του ήταν σταθμός. Παρ' όλα αυτά, νομίζω ότι το «Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά» του Καλδάρα υπήρξε καθοριστικό, γιατί με αυτό άρχισε να με γνωρίζει ο κόσμος. Πολλοί, επίσης, μπερδεύονται και νομίζουν ότι πρόκειται για ερωτικό τραγούδι.
Θυμάμαι, όταν είχα πάει να το κάνω πρόβα, παρατήρησα στο δωμάτιο τη φωτογραφία ενός παιδιού, ενός κοριτσιού συγκεκριμένα, και δίπλα ακουμπισμένα λίγα λουλούδια και ένα καντηλάκι. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, αλλά έπειτα, όταν ο Καλδάρας άρχισε να παίζει το τραγούδι στην κιθάρα, άρχισε να κλαίει γιατί το είχε γράψει για το παιδί του που έχασε.
Οι στίχοι λένε: «Αν υπάρχουνε αγάπες και στην άλλη τη ζωή, η δική μου η αγάπη θα είσαι πάλι μόνο εσύ. Μες στου Άδη τα σκοτάδια σαν ακούσεις στεναγμό, μην τρομάξεις αγαπούλα, θα είμαι εγώ να σε ζητώ». Θα έλεγα, λοιπόν, πως ναι, με έχει στιγματίσει αυτό το τραγούδι.
• Όταν κάποια στιγμή σταματήσω να τραγουδάω θα έχω να λέω ότι κέρδισα πάρα πολλά από αυτήν τη δουλειά, ότι γνώρισα πολλούς ανθρώπους και πολλά μέρη.
Από το Lifo
Κυριακή 23 Ιουνίου 2024
Μαρίνα Καραγάτση (1936-2024): ''Το ευχαριστημένο''
Σταυρούλα Παπασπύρου
«Θα προσπαθήσω να κοιμηθώ καμιά ωρίτσα, αλλά κι αν
δεν κοιμηθώ δεν χάλασε κι ο κόσμος. Με τη θανατερή τοξικότητα της φαντασίας
μου, θ’ αρχίσω να ονειρεύομαι ξύπνιος τα όνειρα που θέλω. Άραγε πέρασε ποτέ απ’
το μυαλό της αγαπητής μου θυγατέρας πως ο πατέρας της δεν είναι παρά ένας
δειλός φυγάς της δυσάρεστης πραγματικότητας, που αυτοχασισώνεται σαν δερβίσης
τις ώρες που γράφει κι όχι μόνο τότε; Δυστυχώς, όμως, δεν υπάρχει κατανόηση.
Μοναξιά. Απέραντη μοναξιά…»
Για
να μπει κανείς στο κεφάλι του Καραγάτση, να του δώσει φωνή και να εκθέσει σε
κοινή θέα την εκρηκτική ιδιοσυγκρασία του και τον κυκλοθυμικό του χαρακτήρα,
δεν απαιτείται μόνο τόλμη, βέβαια, αλλά και αφηγηματικό ταλέντο. Το πιθανότερο
είναι πως ο συγγραφέας του «Γιούγκερμαν» –ο κατά κόσμον Δημήτρης Ροδόπουλος–
πίστευε ότι η αγαπημένη του θυγατέρα στερούνταν και τα δύο. Έστω και κατόπιν
εορτής, όμως, εκείνη τον διέψευσε.
Πέρα
από εξαιρετική διαχειρίστρια των πνευματικών δικαιωμάτων του, η Μαρίνα
Καραγάτση στάθηκε ικανή ν’ αναπλάσει πειστικά τα βιώματα και τους κρυφούς
συλλογισμούς του πατέρα της, τοποθετώντας τον ως ήρωα στο οικογενειακό τους
σύμπαν, σ’ ένα βιβλίο που μοιάζει με σπονδυλωτό μυθιστόρημα αλλά δεν παύει να
είναι σπαρταριστή και από πρώτο χέρι μαρτυρία.
Όσο
για το μονόπρακτο, αυτό εκτυλίσσεται την άνοιξη του 2006 στον παράδεισο, έναν
παράδεισο ολόιδιο με το «αυλιδάκι» του σπιτιού της γιαγιάς στην Άνδρο. Εκεί,
όπου τα πεθαμένα μέλη της οικογένειας, συμφιλιωμένα, αναπολούν το παρελθόν και
σχολιάζουν την απόφαση της Μαρίνας να γράψει βιβλίο για κείνους, λίγο πριν
έρθει στη συντροφιά τους και η ίδια.
Χάρη
στον σύντομο μονόλογο που αναλογεί στον Καραγάτση, γινόμαστε μάρτυρες της
καθημερινότητας που βίωνε η έφηβη τότε κόρη του και η στωική σύζυγός του, η
ζωγράφος Νίκη Καραγάτση, αντιμέτωπες με τις αϋπνίες που τον ταλάνιζαν, τα
τεντωμένα νεύρα του, τα σεξουαλικά του παραστρατήματα και την υπεροψία που του
έδινε ο δημιουργικός του οίστρος.
Ο Καραγάτσης που ζωντανεύει εδώ, είναι πολύ εκνευρισμένος. Έχει αρχίσει να μπαφιάζει με τα τσαλίμια της «κυρίας Γιώτας» με την οποία διατηρεί δεσμό κοντά έξι χρόνια, η «παθητική αντίσταση» της γυναίκας του από τη διπλανή κρεβατοκάμαρα κάθε άλλο παρά τον ανακουφίζει, κι η υποψία ότι η κόρη του τον έχει δει να κουτουπώνει βιαστικά τη Λασκαρώ, όσο να ΄ναι τον αναστατώνει.
«Μυστήριο αυτό το κορίτσι», λέει για τη
Μαρίνα. «Είναι σοβαρή, είναι του καθήκοντος, αλλά της λείπει ο
ενθουσιασμός, η φαντασία… Πίσω από το απλανές βλέμμα διακρίνει κανείς την
απουσία κάθε αισθήματος. Μια νέκρα, μια παγωμάρα…».
Οι «μελιστάλαχτες ηθογραφικές περιγραφές» των
σχολικών της εκθέσεων τον κάνουν έξαλλο με την αφέλειά τους. Το ίδιο και ο
θαυμασμός της για τον «επαρχιώτη, ψιλοαριστερό δασκαλάκο» που
έφερε στο σπίτι τις προάλλες, ανύποπτη για τη μεταχείριση που θα του
επιφυλασσόταν.
Ανακαλώντας όμως τις μέρες των Δεκεμβριανών, αυτός που
ούτε αριστερός ούτε δεξιός δήλωνε –«εγώ είμαι ένας καλλιτέχνης»– ζώνεται
από τύψεις για το ότι άφησε τα θηλυκά της οικογένειας να διακινδυνεύουν στους
δρόμους για να φέρουν φαγώσιμα. Κι η ανάμνηση της μακαρίτισσας αδελφής του
Ροδόπης, του στοιχειώνει το μυαλό, καθώς φοβάται μήπως και τα δικά του νεύρα
τον οδηγήσουν στη μελαγχολία και την παραίτηση.witterook
Μια
αποκαλυπτική εικόνα για την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο σπιτικό των
Ροδόπουλων τα πρώτα μετακατοχικά χρόνια είχε δώσει κι ο Μένης
Κουμανταρέας στο διήγημά του «Οδός Σπάρτης 14» από τη συλλογή «Η μέρα για τα
γραπτά κι η νύχτα για το σώμα» (Κέδρος, 1999). Υλικό είχε αντλήσει από τη
μαρτυρία μιας παλιάς δασκάλας της Μαρίνας, η οποία αδυνατούσε να διαχειριστεί
το σοκ που είχε δεχτεί βλέποντας από κοντά την ανθρώπινη, τυραννική
σχεδόν για τους οικείους του, πλευρά του συγγραφέα.
Ανάλογο
τράνταγμα περιμένει και τον αναγνώστη του «Ευχαριστημένου», στο μέτρο τουλάχιστον
που αυταπατάται ότι οι πνευματικοί άνθρωποι διαφέρουν από τους κοινούς θνητούς
και ζουν αμόλυντοι από αδυναμίες και πάθη, μέσα σε γυάλινους πύργους.
Ωστόσο, το «Ευχαριστημένο» είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα πορτρέτο του πιο ερωτικού και του πιο πολυδιαβασμένου συγγραφέα της Γενιάς του ΄30 που έφερε σε αμηχανία τους καθωσπρέπει λογίους της εποχής του. Ένα σημαντικό μέρος του βιβλίου, άλλωστε, είναι αφιερωμένο στη Λασκαρώ: τη γυναίκα που ανάθρεψε τη Μαρίνα λειτουργώντας πάντα σαν αποκούμπι της, εκείνη που την αποκαλούσε «ευχαριστημένο», αυτήν που της πρόσφερε την αγάπη που λογικά θα καρπώνονταν τα δικά της παιδιά, αν η ζωή τής είχε φερθεί πιο γενναιόδωρα. Στην ανδριώτισσα Λασκαρώ, που στάλθηκε στα δεκαετρία της ως δουλικό στην Αλεξάνδρεια, επέστρεψε στο νησί βιασμένη, παντρεύτηκε με το ζόρι έναν μισότυφλο μεσήλικα κάνοντας μαζί του δυο γιούς, και κάποια στιγμή, απηυδισμένη από τα ξυλοφορτώματα του άντρα της, «φυγαδεύτηκε» στους Ροδόπουλους στην Αθήνα, την πόλη όπου εγκλωβίστηκε μέχρι να πεθάνει εγκαταλελειμμένη απ’ όλους σε νοσοκομείο, μόνη σαν το σκυλί.
Φτάνοντας στην καρδιά του «Ευχαριστημένου», η σκυτάλη
της αφήγησης περνά στη γιαγιά Μίνα, κι εμείς, από την πλατεία Αγάμων όπως
λεγόταν η πλατεία Αμερικής παλιότερα, μεταφερόμαστε στην Άνδρο, στα ενδότερα
ενός μεγάλου εφοπλιστικού σογιού από το οποίο καταγόταν η Νίκη Καραγάτση. Σ’
έναν κόσμο στραμμένο προς τη Δύση, με πνευματικές ανησυχίες και άφθονο χρήμα,
και ταυτόχρονα, έναν κόσμο βουτηγμένο στη μεγαλοαστική υποκρισία, γεμάτο
ανοιχτές πληγές. ebook witter
Δεκάδες
πρόσωπα παρελαύνουν τώρα μπροστά μας. Πανίσχυροί ή αδέξιοι καπεταναίοι,
αρχόντισσες δυναμικές αλλά στεγνές, Γαλλίδες γκουβερνάντες και δουλικά, άλλοι
σφηνωμένοι στον κορσέ της κοινωνικής τους τάξης κι άλλοι έτοιμοι να τα τινάξουν
όλα στον αέρα για ν’ ακολουθήσουν τον δρόμο των ενστίκτων ή της καρδιάς.
Η
Μαρίνα Καραγάτση σκαλίζει οικογενειακές έριδες και μυστικά, δείχνει πώς
φτιάχνονταν και πώς εξανεμίζονταν περιουσίες, ρίχνει φως στον μελαγχολικό
ψυχισμό της μητέρας της αναδεικνύοντας και την καθαρή της ματιά, και, φυσικά,
δεν παραλείπει να δει τον «ομορφονιό» μπαμπά της, το «Χόλιγουντ» όπως τον
αποκαλούσε κι ο δικός του αυταρχικός πατέρας, με τα γυαλιά της Μίνας, της
αυστηρής πεθεράς του:
«Ο γαμπρός μου -είναι κωμικοτραγικόν αλλά αυτή είναι η
πραγματικότης- πιστεύει ακραδάντως ότι διαθέτει εξαιρετικά επιχειρηματικά
προσόντα και ότι αν του εδίδετο η ευκαιρία θα ημπορούσε να γίνει μέγας
εφοπλιστής… Προ μηνών που έλεγε ότι σκοπεύει να γράψει ένα μυθιστόρημα όπου ο
ήρως είναι μέγας συγγραφεύς -έχει πάρει και το βραβείο Νομπέλ- είναι και
μεγαλοβιομήχανος, είναι και μεγαλοεφοπλιστής. "Μπράβο Δημητράκη μου, πολύ
ωραία η ιδέα σου" του είπα εγώ. Ας βγάλει κι αυτός ο κακομοίρης το άχτι
του στα βιβλία, μήπως και ηρεμήσει, και μας αφήσει και εμάς λιγάκι στην ησυχία
μας»…
Μισό αιώνα αργότερα, στο παραδεισένιο αυλιδάκι, οι
ήρωες της Καραγάτση αστειεύονται, πειράζουν ο ένας τον άλλο τρυφερά, ζυγίζουν
ακριβοδίκαια τα όσα τους ένωναν ή τους χώριζαν εν ζωή, προβαίνουν σε
εξομολογήσεις. «Πράγματι, και καβγαδίζαμε και στενοχωρούσαμε ο ένας τον
άλλο» λέει ο Καραγάτσης στη Νίκη. «Ναι. Ήμουν δύστροπος,
στραβοκέφαλος, ανοικονόμητος, ανυπόφορος. Όχι όμως ψεύτης και κάλπης. Αυτό
τουλάχιστον πρέπει να το παραδεχτείς…».
Πηγή: Lifo

.jpg)
.jpg)
.jpg)






