Σάββατο 8 Ιουλίου 2023

Τ. Μωραϊτίνη (1875-1952): Η Αθήνα που έρχεται-Ένα προφητικό χρονογράφημα («ΕΘΝΟΣ», 1936)

 

Περπατώντας κανείς στο ιστορικό κέντρο της πόλης μας θλίβεται, όταν αναλογίζεται πόσο διαφορετικό θα ήταν αν διατηρούσε την παλιά του, ενιαία κλασική εικόνα. 


«Η Αθήνα που έρχεται. Παλαιός Αθηναίος μου γράφει για την Αθήνα που φεύγει και την Αθήνα που έρχεται. Και ευρίσκει πως η Αθήνα που έρχεται με τις πολυώροφες πολυκατοικίες, μοιάζει με ξιππασμένη νεόπλουτο που φορτώνεται τα μεταξωτά της και τα λιλιά της για να βγη στον περίπατο.  Δεν έχει άδικο ο άνθρωπος. Όλα τα παλαιά αρχοντικά σπίτια με την σεμνή και επιβλητικήν όψιν τους, με το λευκόν τους μάρμαρον που εταίριαζε τόσο με το φως της αττικής ημέρας, γκρεμίζονται για να μπουν στη θέσι τους οι τεράστιοι, οι βαρείς και άκομψοι όγκοι των πολυκατοικιών και δεν είνε τα ιστορικά σπίτια που κατεδαφίζονται –αυτά δεν τα εσεβάσθημεν ποτέ-, είνε τα ωραία παλαιά, αλλά άριστα διατηρούμενα μέγαρα της οδού Πατησίων, της οδού Κηφισίας, της οδού Πανεπιστημίου.

Τουλάχιστον, αν εγκρεμίζοντο οι παληάτσες ή αν εκτίζοντο οι μάνδρες. Αλλά δεν συμβαίνει αυτό. Οι μάνδρες και οι παληάτσες μένουν και γκρεμίζονται τα αρχιτεκτονικά κομψοτεχνήματα που ήσαν τα στολίδια της πρωτευούσης.

Και έτσι η Αθήνα, η αρχοντική Αθήνα με την ευγένειαν που της έδινε η λιτή γραμμή της παλαιάς αρχιτεκτονικής, φεύγει για να παραχωρήσει τη θέσι της εις την πλουτήσασαν, αιφνιδίως, πλύντριαν, στους ξιππασμένους αντιαισθητικούς όγκους που ανεβαίνουν προς ένα ουρανόν, που δεν είνε ούτε αμερικανικός, ούτε γερμανικός, αλλά αττικός και δεν ανέχεται την αυθάδειαν του ουρανοξύστου.

Αλλά σας λέγουν: Είνε η αρχιτεκτονική της ανάγκης. Το παλαιόν σπίτι δεν αποδίδει. Το οικόπεδον πρέπει να χρησιμοποιηθή ολόκληρον, δεν πρέπει να μείνη ούτε ρούπι άκτιστο. Δένδρα πουθενά, φύλλο πράσινο πουθενά. Αναπνοή πουθενά, χαρά πουθενά. Όλα πρέπει να γίνουν εισόδημα. Αλλ’αυτό λέμε και εμείς. Είνε η Αθήνα που έρχεται με την μπακάλικη αντίληψη για να διαδεχθή την Αθήνα που φεύγει…».


Πηγή: Η παλιά Αθήνα

Σάββατο 1 Ιουλίου 2023

Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011):


 

                                      Εσπερινός της αγάπης


Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;


Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές


Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί – ξεχασμένοι έστω –
εκεί έρχεται το μαντάτο τους. 

Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά. 

Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται. 

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.



Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι 


    Μεγαλώσαμε και είμαστε
    πολύ πικραμένοι.

    Δεν μας παρηγορεί η υγεία:
    μια πλήξη πια
    υγιείς εμείς
    μόνο για να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.

    Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα
    Εχομε τόσα
    που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

    Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:
    μάς παραδίδονται αφειδώς
    γιατί το σφρίγος πάντοτε
    ποθούσε τη σοφία.

    Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
    Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ
    πικραμένοι.

    Αυτό μονάχα μάς παρηγορεί.


    Ο Γιάννης Βαρβέρης (Αθήνα1955 - 25 Μαΐου 2011) ήταν Έλληνας ποιητής της γενιάς του '70, κριτικός, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών.[3] Στράφηκε στη λογοτεχνία, εκδίδοντας επτά ποιητικά έργα και μεταφράσεις από την Αττική Κωμωδία και την ξένη λογοτεχνία. Ανθολογημένη η ποίησή του έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, όπως είναι η αγγλική, η γαλλική, η γερμανική, η ιταλική, η ισπανική και η ρουμανική.[4]

    Για το συνολικό του έργο απέσπασε σειρά βραβείων:

    ·         1996, Κρατικό βραβείο Κριτικής – Δοκιμίου.

    ·         2001, Βραβείο Καβάφη για την ποιητική συλλογή Ποιήματα 1975-1996 (Κέδρος, 2000).

    ·         2002, Βραβείο Ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω» για την ποιητική συλλογή Στα ξένα (Κέδρος, 2001)

    ·         2010, Βραβείο Ποιήσεως του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του ποιητικού του έργου[4]

    Πηγές: Μονόκλ, Andro 



    Τετάρτη 21 Ιουνίου 2023

    Σάββατο 17 Ιουνίου 2023

    Κώστας Περδίκης:

     



    Οι μικρές  μας ,τότε, αξέχαστες γευστικές απολαύσεις…


    Λοιπόν, έχουμε και λέμε:

    Σαλίγκια (σαλιγκάρια) , μικρά, βρασμένα με αλάτι και  ρίγανη , μετρημένα με το κρασοπότηρο.

    Αγριοαγκιναροκέφαλα, μικρά, βρασμένα με αλάτι και  ρίγανη.

    Φιστίκι αράπικο  και  μύγδαλα, καβουρδισμένα με αλάτι, μέσα σε χωνάκια από εφημερίδα. 

    Τα παραπάνω, όπως άλλωστε και τα μανουσάκια, τα εμπορεύονταν κατ΄ αποκλειστικότητα μερικά μικρά φτωχόπαιδα, που έμεναν κοντά στη λίμνα και τα έφερναν στην αγορά μέσα σε κανίστρες.

    Ο Χρήστος  ο Καρτινός πούλαγε στο σχολείο, στα διαλλείματα, σάμαλι και γρι-γρι και από την Άνοιξη και μετά, με το αυτοσχέδιο ποδήλατό του,  παγωτό κρέμα, φτιαγμένο από τον ίδιο και σερβιρισμένο σε χωνάκι.

    Τα πρώτα παγωτά ΕΒΓΑ  φτάνανε στην πόλη μας  με ένα μεγάλο φορτηγό-ψυγείο, που  στάθμευε στην πάνω αγορά, κάτω από το παλιό Δημαρχείο.

    Τρέχαμε. εκεί, με λαχτάρα, κρατώντας σφιχτά το αντίτιμο στη φούχτα μας να τα αγοράσουμε.

    Το  ξυλάκι κρέμα-σοκολάτα έκανε 1,50 δρχ. το ένα και  ήταν μέσα σε χάρτινο σακουλάκι, που το φυσούσαμε με το στόμα μας για να ξεκολλήσει.

    Ο γερο-Πετράκος πούλαγε σουβλάκια, γυρίζοντας με ένα αξιοπερίεργο μικρό τροχόσπιτο, που η τσίκνα από το φουγάρο του μας έσπαγε τη μύτη.

    Ο Δημητράκης ο Τάγαρης , όπως και ο Τάκης ο Μαστορόπουλος   έψηναν  και πούλαγαν καλαμπόκια (κούκλες) έξω από το θερινό σινεμά ΟΛΥΜΠΙΑ.

    Ο πρώτος, που άρχισε να ψήνει και να πουλάει καλαμπόκια, ήταν ο μπαρμπα-Κώστας, ο κουτσός μπαλωματής, έξω από το μπακάλικο του Μήτσου του Κόντου.

    Φόρτωνε την πραμάτεια του και τις πατερίτσες του σε ένα συμπαθητικό γαϊδουράκι, που τον περίμενε υπάκουα να ανέβει κι ο ίδιος για να ξεκινήσει.

    Κάστανα ψημένα δεν υπήρχαν, τη φιγούρα εκείνου του καστανά, να ψήνει κάστανα στη φουφού, τη ξέραμε μόνο από τη γνωστή ζωγραφιά του αναγνωστικού μας.

    Μερικές φορές, ένας ξένος πούλαγε στα διαλλείματα βρασμένα κάστανα, από ένα σακί.

    Την άνοιξη ερχόταν και  ένα γεροντάκι , ο πατέρας του πιο πάνω Τάκη, που πούλαγε κουκουνάρι, ξεσπινισμένο και καφουρδισμένο, μέσα σε μικρά χάρτινα σακουλάκια,  μαζεμένο από τις κουκουναριές του δάσους της Στροφυλιάς.

    Στραγάλια και πασατέμπος από το μικρό ψιλικατζίδικο του μπάρμπα-Ρήγα του Γρηγορόπουλου. 

    Μας τα μέτραγε με ένα κρασοπότηρο και μας τα 'ριχνε στις τσέπες μας. 

    Σοκολάτες, ΙΟΝ, Παυλίδη και ΜΕΛΟ, αλλά και καραμέλες, ροζ του φιλιού, πράσινες μέντας και τυλιχτές  γάλακτος, από τα τρία περίπτερα, του μπαρμπα-Φώτη του Διονυσόπουλου (Πατσέτα) στην πάνω αγορά, του μπαρπα-Γιάννη του Περδίκη (Μπελέκα) και του μπάρμπα- Γιάννη του Μπαμπή στην κάτω.

    Με ένα πενηνταράκι παίρναμε πέντε καραμέλες.

    Στα καφενεία, για μας τα παιδιά ευτυχώς που υπήρχαν το ''υποβρύχιο'' και τα γλυκά κουταλιού.

    Καμια φορά, αν τα οικονομικά μας το επέτρεπαν, τρώγαμε και κανένα από τα υπέροχα  γαλακτομπούρεκα, στο ένα και μοναδικό ζαχαροπλαστείο μας, του μπαρμπα-Γιώργη του Ζαφειρόπουλου.

    Τέλος να μη ξεχάσουμε και τα θαυμάσια γλυκά των μανάδων μας, κουραμπιέδες, μπακλαβά, γαλόπιτες, αμυγδαλωτά, αλλά και τις λαλαγγίδες με το πετιμέζι.

    Οι τυρόπιτες, τα τοστ, τα κρουασάν, κ.ά. ήταν άγνωστα, τότε, είδη για μας… 


    Υ.Γ. Ευχαριστώ πολύ τον συμπολίτη μου Βασίλη Στολάκη, για τη συνδρομή του στην σύνταξη του παρόντος κειμένου.



    Σάββατο 10 Ιουνίου 2023

    Κώστας Περδίκης:

    Θεόδωρος Πάγκαλος (1938-2023)



     Για τον Θεόδωρο Πάγκαλο, που ''αναχώρησε'' πρόσφατα, γράφτηκαν πολλά κείμενα, 

    με αναφορά στην προσωπικότητά του και εν γένει στον βίο και την πολιτεία του.

    Το παρόν μικρό σημείωμά του, που είχε την ευγένεια να μου στείλει μαζί με το βιβλίο του,

    το αφιερώνω στη μνήμη του... 






    Σάββατο 27 Μαΐου 2023

    Κώστας Περδίκης:

     


    Μια μικρή αναδρομή

     

    Όλα άρχισαν πολλά χρόνια πριν.

    Δεν είχα πάει, ακόμη, σχολείο και η πρώτη μου θύμηση είναι όταν μου διάβασαν εκείνο το ποιηματάκι του Ζαχαρία Παπαντωνίου, Η κατάρα του πεύκου, που άρχιζε:

    Γιάννη γιατί έκοψες το πεύκο;

    Γιατί; Γιατί;

    Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης

    και περπατεί.

     Θυμάμαι να ένιωσα στη ψυχούλα μου μια λύπη ανάκατη με έναν αδιόρατο φόβο.

    Μετά, στο αναγνωστικό της Α’ δημοτικού υπήρχαν μικρά ποιήματα, όπως Το Φθινόπωρο, του Γεωργίου Δροσίνη:

    Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά.

    Γοργά ο πελαργός τα πελαγώνει

    Και η φλύαρη χελιδονοφωλιά

    Χορτάριασε παντέρημη και μόνη.

     Ακολούθησαν τα διηγήματα και τα ποιήματα, που ήσαν στα Αναγνωστικά βιβλία των μεγαλύτερων τάξεων του δημοτικού και των αντίστοιχων του Γυμνασίου και Λυκείου.

    Ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με τους λογοτέχνες:

    Γιάννη Βλαχογιάννη, Κώστα Κρυστάλλη, Ανδρέα Καρκαβίτσα, Μιχαήλ Μητσάκη, Χρήστο Χρηστοβασίλη, Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, Διονύσιο Σολωμό, Ανδρέα  Κάλβο, Κωστή Παλαμά, Κωνσταντίνο Καβάφη, Λορέντζο Μαβίλη, κ.ά. και γλυκάθηκα με τα κείμενά τους.

    Για τις εργασίες των Νέων Ελληνικών μου αγόρασαν οι γονείς μου τους τέσσερις (4) τόμους της σειράς Αγαπημένα Διηγήματα, μιας ανθολογίας, που περιλάμβανε  ένα χαρακτηριστικό διήγημα του κάθε συγγραφέα, μαζί με το συνοπτικό βιογραφικό του.

    Παράλληλα άρχισα να διαβάζω ό, τι εξωσχολικό (περιοδικά, εφημερίδες) υπήρχε τότε:

    Ελληνόπουλο, Η Διάπλασις των παίδων, Κλασσικά εικονογραφημένα, Μικρός ήρως, Υπεράνθρωπος, Μίκυ Μάους, Ταρζάν, Γκαούρ Ταρζάν, Μικρός Σερίφης, Μπράβο και αργότερα Εικόνες, Ταχυδρόμος, Μεσημβρινή.

    Μαθητής στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου έστειλα και μου δημοσίευσε η Διάπλασις των παίδων την πρώτη μου ποιητική απόπειρα και το πρώτο μου διηγηματάκι, καθώς και μερικά σκίτσα μου.

    Η Μάσκα και Το μυστήριο ήταν απαγορευμένα, ως "ακατάλληλα δι’ ανηλίκους".

    Καθώς το ραδιόφωνο άργησε να μπει στο σπίτι μας, εκτός από τα παιχνίδια στις γειτονιές, το διάβασμα λογοτεχνικών βιβλίων ήταν η δεύτερή μου χαρά και απόλαυση, η πολύτιμη καταφυγή μου.

    Με τα Κλασσικά εικονογραφημένα, έστω και μ’ αυτόν τον περιληπτικό τρόπο, εικόνες και μικρές λεζάντες, πρωτογνώρισα έργα της παγκόσμιας  λογοτεχνίας:

    Οι άθλιοι, Η παναγία των Παρισίων, Οι Τρεις Σωματοφύλακες, Έγκλημα και Τιμωρία, Άμλετ, Τομ Σώγιερ, Οι ιππότες της στρογγυλής τραπέζης, Το νησί των θησαυρών, Χριστουγεννιάτικη ιστορία, Νταβίντ Κόπερφιλντ, Όλιβερ Τουίστ, Ρομπέν των δασών, Γουλιέλμος Τέλλος κ.ά.

    Αργότερα τα έργα αυτά θα τα διαβάσω, στην ολοκληρωμένη τους μορφή, στα βιβλία που αγόρασα ο ίδιος, αλλά κι σε άλλα που μου προμήθευσε ο, μεγαλύτερος από μένα, πρωτοξάδελφός μου.

    O αείμνηστος Κώστας, ο  ξάδελφός μου, ήταν και ο μέντοράς μου. Του οφείλω πάρα πολλά.

    Όλα εκείνα τα βιβλία εξακολουθούν, μέχρι σήμερα, να βρίσκονται σε περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη μου.

    Ο Ιβανόης, Η καλύβα του μπάρμπα θωμά, Ο Ροβινσών Κρούσος, Ο Μιχαήλ Στρογκώφ, Τα τέκνα του πλοιάρχου Γκραν, Από τη γη στη σελήνη, 20000 λεύγες υπό την θάλασσα, Ταξίδι στο κέντρο της γης, Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ κ.ά.

    Στην εφημερίδα Μεσημβρινή, που διάβαζα τότε, με κέρδισε αμέσως ο πρωτοεμφανιστείς  Φρέντυ Γερμανός και τα μικρά του χρονογραφήματα, με το ιδιαίτερο στιλ και χιούμορ τους.

    Όταν αποκτήσαμε το πρώτο ραδιόφωνο, άκουγα ανελλιπώς Το θέατρο στο μικρόφωνο και Το θέατρο της Κυριακής του Αχιλλέα Μαμάκη, όπως επίσης μου άρεσαν και Οι αστυνομικές ιστορίες μυστηρίου.

    Το καλοκαίρι του ’65, στο σπίτι του ξαδέλφου μου στην Ελευσίνα, ανακάλυψα τα βιβλία του Αντώνη Σαμαράκη και μαγεύτηκα.

    Το λάθος, Ζητείται ελπίς, Αρνούμαι

    Με επηρέασαν τόσο πολύ, με τον ανθρωπισμό τους, τον κοφτό τους λόγο, καθώς και με το χιούμορ και με το αναπάντεχο τελείωμά τους, που πολλά χρόνια αργότερα, όταν δοκίμασα να γράψω κάτι δικό μου, αυτά είχα στο μυαλό μου σαν πρότυπο.

    Ακολούθησαν, μετά, τα χρόνια των σπουδών μου στο Ε.Μ.Π. (1967-1972) με τις πολύωρες παρακολουθήσεις των μαθημάτων και τον μεγάλο φόρτο των εργασιών, με αποτέλεσμα να αρκεστώ στο διάβασμα, σχεδόν, μόνο εφημερίδων και περιοδικών, Επίκαιρα κ. ά.

    Το ίδιο και στη περίοδο της στρατιωτικής μου θητείας (1972-1975), που κράτησε είκοσι οκτώ (28) μήνες.

    Αμέσως μετά τον στρατό, στη μεταπολίτευση πλέον, μαζί με τον φίλο μου τον Αποστόλη, γνωρίσαμε στο γραφείο των εκδόσεων Διογένης τον σπουδαίο άνθρωπο των γραμμάτων Κώστα Κουλουφάκο, που μας σύστησε ορισμένα βιβλία, αριστερών κυρίως συγγραφέων:

    Το τέλος της μικρής μας πόλης, Η φωτιά, Οι ανυπεράσπιστοι του Δημήτρη Χατζή  και Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα του Μενέλαου Λουντέμη.

    Παράλληλα, κάθε δεκαπέντε μέρες αγόραζα και διάβαζα ανελλιπώς το περιοδικό αντί.

    Στη συνέχεια, το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε κυρίως στη Ελληνική λογοτεχνία:

    Κωνσταντίνος Καβάφης, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Νίκος Καζαντάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, οι εκπρόσωποι της γενιάς του  ’30 (Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Γιάννης Ρίτσος, Ανδρέας Εμπειρίκος, Νίκος Εγγονόπουλος, Νίκος Γκάτσος, Νίκος Καβαδίας, Γιώργος Θεοτοκάς,  Άγγελος Τερζάκης, Στρατής Μυριβίλης,  Ηλίας Βενέζης, Μ. Καραγάτσης, Κοσμάς Πολίτης),

    αλλά και νεώτεροι όπως:

    Κώστας Καρυωτάκης, Κώστας Ταχτσής, Γιώργος Ιωάννου, Στρατής Τσίρκας, Μάριος Χάκας, Ασημάκης Πανσέληνος,  Ηλίας Πετρόπουλος, Άρης Αλεξάνδρου, Θανάσης Βαλτινός, Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Μένης Κουμανταρέας, Χριστόφορος Μηλιώνης, Ανδρέας Φραγκιάς, Βασίλης Βασιλικός, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Θοδωρής Γκόνης, Ζυράνα Ζατέλη,  Θοδωρής Καλλιφατίδης, Νίκος Δήμου, Γιάννης Ξανθούλης, Τάκης Δόξας, Γιώργης Παυλόπουλος, Τάκης Σινόπουλος, Μιχάλης Κατσαρός, Κική Δημουλά, Μιχάλης Γκανάς, Γιώργος Χρονάς, Χρήστος Λάσκαρης, Γιώργος Μαρκόπουλος, Βαγγέλης Αποστολόπουλος κ.ά.

    Δεν μπορώ, όμως, να μην αναφέρω το πόσο μεγάλη εντύπωση μου έκαναν, όταν πρωτοδιάβασα, τα διηγήματα του Άντον Τσέχωφ.

    Σπούδασα μια θετική επιστήμη, εκείνη του πολιτικού μηχανικού στο Ε.Μ.Π. και άσκησα ένα καθαρά τεχνικό επάγγελμα, που ουδεμία σχέση έχει με τη λογοτεχνία και τη συγγραφή βιβλίων.

    Η αγάπη μου όμως για τη λογοτεχνία και τα βιβλία, από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου, δεν έπαψε να υπάρχει μέσα μου και η καταφυγή μου σ΄ αυτά  μου έκανε πιο όμορφη τη ζωή μου.

    Κάποια στιγμή, στα 60 μου πια, επιχείρησα να γράψω κάτι για τον αγαπημένο μου παππού, που έζησε μια μακρά και πολυτάραχη ζωή, που κράτησε έναν αιώνα και κάτι.

    Το έκανα, περισσότερο, για να γνωρίσω αυτόν τον άνθρωπο στα παιδιά μου και σε ένα μικρό κύκλο φίλων μου.

    Αυτό αποτέλεσε και την αρχή.

    Δειλά, δειλά, το ένα διήγημα έφερε το άλλο, αβίαστα, από μια εσωτερική μου ανάγκη να εξωτερικέψω δικές μου πολύτιμες θύμησες και βιώματα, έχοντας μια κρυφή ελπίδα ότι θα αγγίξουν κι άλλους ανθρώπους, βρίσκοντάς τα ενδιαφέροντα και θα τους κερδίσω σαν αναγνώστες μου.

    Έτσι προέκυψαν από το 2014 μέχρι το 2021 τέσσερις (4) συλλογές διηγημάτων και ένα μικρό γλωσσάρι, με εφτακόσιες (700) περίπου ιδιωματικές λέξεις, που ακούγονταν κάποτε στην ευρεία περιοχή μας, στην πρώην επαρχία Ολυμπίας και σήμερα έχουν σχεδόν ξεχαστεί.

    Φτάνοντας στο τέλος της μικρής αυτής αναδρομής μου, νομίζω ότι δίνεται, τώρα, μια κάποια εξήγηση στο ερώτημα, που δικαιολογημένα θα μπορούσε κάποιος να μου απευθύνει:

    --Τι γυρεύεις εσύ, ένας πολιτικός μηχανικός, ένας τεχνοκράτης, στα χωράφια της λογοτεχνίας;

    Kατά το γνωστό:

    --Tι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;…