Τετάρτη 23 Μαρτίου 2022

Φωλιά πελαργών στην Φιλιππιάδα:

 Ζωντανή 24ωρη βιντεοσκόπηση

 Eύα Στετς από Every Stork in Greece 

Όπως ξέρετε, έφτασε χθες (17 Μαρτίου 2022) ο πελαργός στην φωλιά στην Φιλιππιάδα. Είναι η γνωστή σε όλους φωλιά των πελαργών που παρακολουθούμε ζωντανά με την μετάδοση της κάμερας ιντερνέτ. Από τις πρώτες ώρες ο πελαργός ασχολήθηκε με την φωλιά και ταχτοποιούσε τα κλαδιά γύρο της. Σημαντική συμπεριφορά, γιατί μας δείχνει, ότι το πουλί νιώθει δική του την φωλιά και θέλει να παραμείνει σε αυτήν (οι επισκέπτες δεν ασχολούνται με την «τακτοποίηση» της φωλιάς). Ο πελαργός έμεινε την και την νύχτα στην φωλιά και σήμερα εκεί είναι. Λογικά τώρα θα περιμένει τον (την) σύντροφο του.
Για την ώρα η αναγνώριση, ότι είναι ο ίδιος πελαργός είναι εύκολη, μιας και είναι λίγο λερωμένος στην πλάτη . Με τον καιρό το «σημάδι» θα φύγει αλλά προς το παρόν, εύκολα θα ξεχωρίζουμε τον πρώτο πελαργό της φωλιάς (δείτε το κόκκινο βέλος στην φωτο).
Όσον αφορά (γενικά) την άφιξη του πελαργού στην συγκεκριμένη φωλιά - δεν υπήρχε καθυστέρηση. Συγκρίνοντας τον ερχομό από τις προηγούμενες χρονιές, θα έλεγα ότι έφτασε νωρίς. Τα πιο κάτω στοιχεία με τις αφίξεις των πελαργών τα έκανε ο ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΖΗΚΟΣ, που χάριν σε αυτόν έχουμε αυτήτην όμορφη μετάδοση. Ευχαριστούμε ! 🙂
  • 2018 στις 18 Απριλίου
  • 2019 στις 19 Μαρτίου
  • 2020 στις 13 Μαρτίου
  • 2021 στις 27 Μαρτίου
Εύχομαι καλές παρατηρήσεις και καλή αναπαραγωγική σεζόν σε όλους τους πελαργούς!

Κάντε ''κλικ'' εδώ: filoiko.gr

Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

Κώστας Περδίκης:

 




Ο τόπος μου

(ανάμεσα στα σημεία του ορίζοντα)

 

Ο τόπος μου στα Δυτικά

το Ιόνιο αγναντεύει

και χαίρεται το κύμα του

παρά θιν’ αλός αφρίζοντας να σκάει.

 

 Ευλογημένα λιόδεντρα μας ζώνουν

και ο κάμπος μας μέχρι τη Λίμνη φτάνει,

που απ’  το νερό της στον Βοριά

ο Λαπίθας ξεδιψάει.

 

H  Βουνούκα στην Ανατολή

κάθε αυγή τη μέρα ξημερώνει

και τα νερά της να χυθούν στο πέλαγος

με το ποτάμι στέλνει.

 

Δασιά βουνά την Αρκαδιά

στον Νότο αγκαλιάζουν

που απ’ το κάστρο τ’ αψηλό

το ''χαίρε'' της μας γνέφει.

(Αρκαδιά = Κυπαρισσία)


Τετάρτη 9 Μαρτίου 2022

Μανώλης Καλομοίρης (1883-1962):

 


Το πρώτο από τα πέντε πρελούδια γιά πιάνο που συνέθεσε ο Μανώλης Καλομοίρης το 1939.

 Ερμηνεύει η ελληνοαμερικανίδα πιανίστα Maria Choban.


Πηγή: ''Σκακιστικό καφενείο''

Σάββατο 5 Μαρτίου 2022

Μιχάλης Γκανάς (1944):


 Μαύρα Πιόνια


Μαύρα χρόνια άσπρα χιόνια
πότε πέρασαν τα χρόνια.
Άσπρισε η μαύρη κόμη
δεν μετάνιωσα ακόμη.

Γκρίζα χρόνια, άσπρα χιόνια
μου 'τυχαν τα μαύρα πιόνια,
η παρτίδα μου στη μέση,
τ' άλογα στην ίδια θέση.

Άσπρη κόμη σαν το χιόνι,
κι ούτε μου 'πανε συγγνώμη,
ούτε ο Χρόνος, ούτε ο Χάρος
πού το βρήκανε το θάρρος.



Πηγή: ''Σκακιστικό καφενείο''

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2022

Νίκος Δήμου (1935):

 



Το καμηλό παλτό

* Η κυρία στεκόταν όρθια έξω από έναν μεγάλο φούρνο στην Κηφισιά. Ήταν ντυμένη απλά αλλά καλόγουστα και φαινόταν σαν να περίμενε κάποιον. Προσπερνώντας, την άκουσα να μου ψιθυρίζει: «Συγγνώμη, πεινάμε».

* Σταμάτησα κατάπληκτος, βέβαιος πως δεν είχα ακούσει καλά. Όμως η κυρία, με χαμηλωμένο βλέμμα, επανέλαβε τη φράση.

* Μπήκα βιαστικός στον φούρνο, αγόρασα, έκανα ψιλά και, φεύγοντας, της έβαλα στο χέρι ένα μικρό χαρτονόμισμα. Δεν μου πήγε να δώσω κέρμα. Πρόσεξα το χέρι. Ήταν περιποιημένο. Το ψιθυριστό «ευχαριστώ» σχεδόν δεν ακούστηκε.

* Το συναπάντημα αυτό με συγκλόνισε σαν γροθιά στο στομάχι. Σίγουρα κάθε φτώχεια είναι οδυνηρή, αλλά η φτώχεια του νεόπτωχου αξιοπρεπούς αστού είναι πιο σκληρή. Δεν έχει μάθει την ένδεια, ζούσε μια καλή ζωή, και ξαφνικά τα χάνει όλα. Ο άλλος, που ζει χρόνια στη φτώχεια, έχει ξεδιπλώσει στρατηγικές και άμυνες τις οποίες ο νεόπτωχος δεν υποψιάζεται καν.

* Και ξαφνικά ο νους μου πήγε πολλά χρόνια πίσω. Στο τέλος της φοιτητικής μου ζωής στη Γερμανία συνεργάστηκα σε μια ταινία και είχα κερδίσει αρκετά. Από τα κέρδη μου είχα αγοράσει ένα μεγαλοπρεπές καμηλό παλτό.

* Γύρισα στην Ελλάδα, βρέθηκα μέσα σε μία οικογενειακή θύελλα - με αποτέλεσμα, ενώ υπηρετώ τη θητεία μου, να πρέπει ταυτόχρονα να κερδίσω τα προς το ζην. Όχι μόνο για μένα αλλά και για τη μητέρα μου.

* Πέρασα δύσκολα εκείνο τον χειμώνα και συχνά κοιμήθηκα νηστικός. Όταν δεν ήμουν υπηρεσία, φορούσα πολιτικά και χτυπούσα πόρτες για δουλειά. Έκανα τα πάντα: μεταφράσεις, μαθήματα, κείμενα, αλληλογραφία.

* Θυμάμαι τι ζημιά μου είχε κάνει το καμηλό παλτό. «Μα, τι ανάγκη έχεις εσύ;» ο ένας, «Α, θα παίρνεις ακριβά!» ο άλλος. Μέχρι που βρήκα να το πουλήσω και ησύχασα. Μαζί με όσα ξεπουλήσαμε τότε -χαλιά, σερβίτσια, κοσμήματα- έφυγε κι αυτό.

* Προσέξτε λοιπόν: η νέα φτώχεια φοράει συχνά καμηλό παλτό. Και ξεγελάει. Αφήστε που κρύβεται διότι ντρέπεται. Δεν έχει το θάρρος της ανάγκης της.

* Αναζητήστε την εκεί που δεν την περιμένετε. Δεν ζητιανεύει στις γωνίες, ούτε επαιτεί φανερά. Αλλά, ψάχνοντας, θα μάθετε για την οικογένεια του απολυμένου πενηντάρη στελέχους που στερείται που κρυώνει γιατί δεν μπορεί να πληρώσει θέρμανση, που δεν έχει για το χαράτσι και κινδυνεύει να μείνει χωρίς ρεύμα. Κι αν μπορείτε, βοηθήστε. Διακριτικά…

Πηγή: ''Σκακιστικό Καφενείο''

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2022

Αλέξανδρος Ίσαρης (1941-2022):

 




Προσκέφαλο με φύλλα λεμονιάς

   Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι το τηλεφώνημα που μου έκανε ο Χανς Βέμπερ, φίλος από το Βερολίνο, στα τέλη Μαΐου του 2000, θα είχε τόσες επιπτώσεις στη ζωή μου. Οι εκδόσεις Reclam, όπου εργαζόταν ως επιμελητής, είχαν αποφασίσει να εκδώσουν ένα πολυτελές, μεγάλου σχήματος λεύκωμα με τα εκατό ωραιότερα νεκροταφεία της Ευρώπης και ο Χανς είχε προτείνει εμένα για το νεκροταφείο που βρίσκεται στον Πύργο της Τήνου: «Πέντε σελίδες 24×29, με κείμενα, φωτογραφίες και σχέδια δικά σου», μου είπε στο τηλέφωνο. «Μια εβδομάδα στον Πύργο, όλα πληρωμένα, και η αμοιβή σου θα είναι 4.000 ευρώ. Τι λες;» 
  Στις 8 Ιουλίου βρισκόμουν στην Τήνο, που εξαιτίας της απωθητικής και θορυβώδους Χώρας της δεν είχα επισκεφθεί ποτέ. Η έκπληξή μου ήταν απερίγραπτη, όταν ακολουθώντας τον φιδωτό δρόμο που οδηγεί στον Πύργο είδα να ξεδιπλώνεται εμπρός μου ένα μοναδικό τοπίο, που με καλούσε να το αγαπήσω. Και πράγματι το αγάπησα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, αφού, ύστερα από εκείνη την πρώτη φορά, έχω μέχρι σήμερα επισκεφθεί την Τήνο πάμπολλες φορές, και έχω πάντοτε την αίσθηση ότι επιστρέφω στην πατρίδα. 
   Ο Πύργος με θάμπωσε με την εκκωφαντική λευκότητά του και όλες τις παραλλαγές του λευκού, του γκρίζου και του γαλάζιου, που συνθέτουν μια συμφωνία αρμονικών αναλογιών σχεδόν αβάσταχτη και οδυνηρή. Σαν μεθυσμένος, περιφερόμουν τις πρώτες μέρες ανάμεσα στα κάτασπρα κτίρια που σχηματίζουν αληθινό λαβύρινθο, τις μυρωδιές που κρέμονται ολόγυρα, τις ατέλειωτες σκάλες, τις εκκλησίες που ξεπροβάλλουν εκεί που δεν το περιμένεις, τους γελαστούς ανθρώπους που συναντάς στο δρόμο, τα ζωηρά παιδιά που καταλήγουν εξουθενωμένα στον Πλάτανο, μια πλατεία-σάλα έτοιμη να σε καλωσορίσει.  
   Από την επόμενη μέρα άρχισα να εργάζομαι οχτώ με δέκα ώρες στο νεκροταφείο, που βρίσκεται δίπλα στην επιβλητική εκκλησία του Αγίου Νικολάου, πίσω από τον Πλάτανο, σ’ ένα χώρο δυο στρεμμάτων με πολύ μεγάλη κλίση. Όταν ανοίξεις τη βαριά σιδερένια πόρτα, βρίσκεσαι μπροστά σε μια πολύ φαρδιά σκάλα, που οδηγεί στον ιερό ναό της Μεταμόρφωσης. Λόγω της μορφολογίας του εδάφους, το νεκροταφείο αναπτύσσεται σε τέσσερα επίπεδα, αριστερά και δεξιά της μαρμάρινης σκάλας. Στο χαμηλότερο επίπεδο βρίσκονται οι σύγχρονοι τάφοι, ενώ στα υπόλοιπα υπάρχουν μνήματα του δέκατου ένατου και του δέκατου όγδοου αιώνα.  
  Αποτύπωσα ολόκληρο το νεκροταφείο, την εκκλησία, το οστεοφυλάκιο, και κατόπιν σχεδίασα με μεγάλη λεπτομέρεια τις ανάγλυφες πλάκες που βρίσκονται στο τέταρτο επίπεδο, το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα. Η παλαιότερη από αυτές χρονολογείται στο 1772. Όλοι οι τάφοι του δέκατου όγδοου αιώνα είναι εσωτερικά χτιστοί και έχουν δυο πλάκες, από τις οποίες η μικρότερη είναι κινητή. 
 Όπως έμαθα από ντόπιους που γνώρισα, τον νεκρό τον σκεπάζουν ακόμα και σήμερα με άνθη ή φύλλα λεμονιάς, τον τυλίγουν μ’ ένα λευκό σεντόνι και για προσκέφαλο τού βάζουν ένα μαξιλάρι χωρίς κόμπους, γεμισμένο με λεμονόφυλλα!
   Τα θέματα που κυριαρχούν σ’ αυτές της μοναδικής ομορφιάς επιτύμβιες πλάκες είναι ο δικέφαλος αετός, ο ήλιος, η σελήνη, τα ψηλόλιγνα κυπαρίσσια, τα καράβια, καθώς και τα σύνεργα που σχετίζονται με το επάγγελμα του νεκρού: ψαλίδια, κουβαρίστρες, καλέμια, σφυριά, λαβίδες κ.λπ. Στο ωραιότερο ανάγλυφο, που μπήκε τελικά στο εξώφυλλο του βιβλίου, βλέπουμε δυο πουλιά καθισμένα στις κορυφές δυο κυπαρισσιών να πλαισιώνουν ένα ιστιοφόρο. 
   Μισοζαλισμένος από την πολύωρη δουλειά κάτω από τον ήλιο, έτρωγα βιαστικά στον πολύβουο Πλάτανο, ξεκουραζόμουν λίγη ώρα στο ευρύχωρο δωμάτιο που είχα νοικιάσει κοντά στην εκκλησία του Σταυρού, και ύστερα κατέβαινα στον Πάνορμο, στην Αγία Θάλασσα και από εκεί στον μυθικό κόλπο του Καβαλουρκού, όπου κολυμπούσα ως τη δύση του ήλιου βλέποντας να κατρακυλούν προς τη θάλασσα σαν ακίνητα τέρατα, χελώνες και δράκοντες οι βράχοι. 
  Την πέμπτη μέρα έφτασα στο πρώτο επίπεδο, όπου όλοι οι τάφοι κατασκευάστηκαν τον εικοστό αιώνα. Όταν έφτασα στους τελευταίους, είδα δυο άδειους λάκκους γεμάτους αγριόχορτα, τσουκνίδες και γαϊδουράγκαθα. Εκείνη τη στιγμή κάτι άστραψε στο μυαλό μου· μια σκέψη, που σε λίγο μετατράπηκε σε σφοδρή επιθυμία. Ήθελα να με θάψουν σ’ εκείνο το σημείο, στο ωραιότερο νεκροταφείο των Κυκλάδων, δίπλα στα περήφανα κυπαρίσσια, τυλιγμένο με άνθη λεμονιάς, μέσα σ’ ένα πάλλευκο σεντόνι! Είδα την ψυχή μου να φτερουγίζει πάνω από τη γη της Τήνου, να χαμηλώνει πάνω από τον Πλάτανο, να εκσφενδονίζεται ως τη θάλασσα και να κάθεται μεταμορφωμένη σε γλάρο πάνω στο φάρο του Πλανήτη· να αναβοσβήνει πεταρίζοντας κι ύστερα να διαχέεται πάνω από τα φαλακρά βουνά.
   Με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή, έτρεξα στο δημαρχείο και ρώτησα αν πουλιόντουσαν εκείνοι οι δυο τάφοι. Ένας ευγενέστατος υπάλληλος που με κοίταζε έντρομος, γιατί ήταν αδύνατον να κρύψω την ταραχή μου, μου είπε πως και βέβαια πουλιόντουσαν. Ήταν άλλωστε οι τελευταίοι διαθέσιμοι, γιατί το νεκροταφείο ήταν πλήρες, δεν χωρούσε άλλους! «Και πόσο στοιχίζει ο κάθε τάφος;» ρώτησα με αγωνία. «Τριακόσια ευρώ, κύριέ μου. Αλλά για όλ’ αυτά πρέπει να μιλήσετε με τον πατέρα Βελούδιο, που είναι υπεύθυνος για το νεκροταφείο». Και έγραψε το τηλέφωνό του σ’ ένα κίτρινο χαρτί. 
  Την επομένη ήπιαμε μαζί καφέ στον Πάνορμο, δίπλα στη θάλασσα. Ὁ πατήρ Βελούδιος, ένας συμπαθέστατος ιερέας με γελαστά, φωτεινά μάτια, μου έφερε τα απαραίτητα χαρτιά κι εγώ του έδωσα τα τριακόσια ευρώ. Εκείνη τη στιγμή ήταν ο πιο αξιαγάπητος παπάς της Ορθόδοξης Εκκλησίας! Σφίξαμε τα χέρια και σε λίγες μέρες επέστρεψα με οκτώ μποφόρ στον Πειραιά, ευτυχής που ήμουν επιτέλους ιδιοκτήτης ενός ακινήτου, στο λευκότερο σημείο του Αιγαίου! 
  Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε στις 10 Δεκεμβρίου, είχε μεγάλη επιτυχία. Έκανε ως τώρα δέκα εκδόσεις και έχει προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον για την Τήνο και τα νεκροταφεία της. Εγώ, στο μεταξύ, συνέχισα να επισκέπτομαι συχνά το νησί, που έχει γίνει δεύτερη πατρίδα μου. Όποτε κάνω ωτο-στοπ από τον Πάνορμο (όπου μένω πάντα στο ίδιο δωμάτιο) προς τον Πύργο, οι ντόπιοι συνήθως με ρωτούν όλο περιέργεια: «Εσείς δεν είστε που αγοράσατε έναν τάφο στον Πύργο;». Έμαθα από τον δήμαρχο ότι η μικρή κοινωνία του χωριού έχει αναστατωθεί από το γεγονός πως ένας ξένος αποφάσισε να ριζώσει στα δικά τους χώματα. Κάτι ανάλογο δεν έχει συμβεί ποτέ! 
   Πολλά απογεύματα του καλοκαιριού τα περνάω τριγυρνώντας στο νεκροταφείο του Πύργου, όπου θα εγκατασταθώ για τα καλά κάποτε στο μέλλον. Προς το βράδυ οι σκιές σφίγγονται γύρω από τα δέντρα που θροΐζουν τρυφερά και η ατμόσφαιρα γεμίζει ψιθύρους. Καθισμένος σε κάποιο πεζούλι, συλλογίζομαι τη ζωή που πέρασε. Τους ανθρώπους και τις θάλασσες που γνώρισα. Τις πληγές και τις ανθοφορίες που εναλλάσσονταν στο σώμα της ιστορίας μου. Τα νοσοκομεία που επισκέφθηκα. Τους έρωτες, τους χωρισμούς, τις ναυαγισμένες φιλίες. Τους κήπους των παιδικών μου χρόνων. Τις συναρπαστικές περιπέτειες στα στενά δωμάτια της Τέχνης. Τα ποιήματα, τα σχήματα, τα χρώματα, τις μουσικές. Τη μοναξιά μου σε μικρές και μεγάλες πολιτείες. Τη μοναξιά μου στην άκρη ενός βράχου, στην αίθουσα αναμονής κάποιου σταθμού, στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Τους φόβους που στοίχειωναν το κρεβάτι μου τις νύχτες. Τα καράβια που με πήγαιναν σε καινούργιες ερημιές. Τους βαρείς χειμώνες και τα καυτά καλοκαίρια… 
  Κατηφορίζοντας προς την πλατεία του Πύργου, με τυλίγουν πάλι οι ήχοι της ζωής. Παιδικές τσιρίδες, τσουγκρίσματα ποτηριών, τραγούδια, γέλια, προσφωνήσεις, άγνωστες γλώσσες, καβγάδες, πειράγματα, συνομιλίες από τα κινητά. 
   Παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής, σκέφτομαι διαρκώς πως όλα αυτά τα θαυμαστά, τα πολύχρωμα και μυρωδάτα, θα εξακολουθούν να υπάρχουν και μετά από μένα. Το κελάηδισμα του σπίνου, οι πρώτες ομιλίες το πρωί, το μουρμουρητό της λεύκας κοντά στο παράθυρο. «Τι υπέροχο αίνιγμα που είναι η ζωή!» αναλογίζομαι. 

Γεννήθηκε το 1941 στις Σέρρες και σπούδασε αρχιτεκτονική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο του Γκρατς στην Αυστρία. Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη όπου έμεινε από το 1962 έως το 1978. Το 1968 συνεργάστηκε με τον καθηγητή Νικόλαο Πλάτωνα στις ανασκαφές της Ζάκρου. Στη συνέχεια μετακόμισε στην Αθήνα όπου εργάστηκε ως γραφίστας, ενώ ασχολούνταν παράλληλα με τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία. Πραγματοποίησε ατομικές αλλά και ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες του εξωτερικού, και το 2017 την πρώτη του ατομική έκθεση φωτογραφίας. Στον λογοτεχνικό τομέα ασχολήθηκε με τη συγγραφή ποιημάτων, μελετών και μεταφράσεων, ενώ συνεργάστηκε και με λογοτεχνικά περιοδικά όπως τα ΔιαγώνιοςΔοκιμασίαΛωτόςΤραμΔέντρο και Χάρτης. Παράλληλα υπήρξε επιμελητής της ελληνικής έκδοσης του γερμανικού περιοδικού Ausblicke. Το 1982 συνεργάστηκε με το Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ για την παρουσίαση εκπομπών και το 1986 υπήρξε εκπρόσωπος της Ελλάδας στο θεατρικό φεστιβάλ του Μύλχαϊμ της Γερμανίας. Τα επόμενα χρόνια για σύντομα διαστήματα έμεινε στη Βιέννη μετά από πρόσκληση της Αυστριακής Λογοτεχνικής Εταιρείας και το 1997 ήταν εκ των ιδρυτών της Εταιρείας Τόμας Μπέρνχαρντ.[5][6][7]

Απεβίωσε σε ηλικία 81 ετών 24 Φεβρουαρίου 2022 μετά από επιπλοκές της COVID-19.[8]


Πηγή : Andro.gr