Σάββατο 9 Μαρτίου 2024

Γράμμα προς νεοσύλλεκτον:


                            Ζαχάρω 6-11-1972, Δευτέρα   

 

 Αγαπητέ Κωστάκη.

Ευχόμεθα Στρατιωτάκι να είσαι πάντοτε καλά και ο καιρός αφού θα συνηθήσεις την καινούργια ζωή θα περάση γρήγορα και άμα γίνεις αξιωματικός τόσο το καλύτερο.

Όταν ήμουν εγώ στρατιώτης τα καζάνια τα καθάριζαν οι μάγειροι, τους τιμωρημένους έβαζαν, τώρα δεν ηξεύρω τι νόμος είναι.

Η μητέρα σου ήλθε από το Σάββατον.

Την Δήμητρα την επήραμε χθες τηλέφωνον, όταν ήλθε από την Κόρινθο.

Μας είπε ότι είσαι καλά και ότι σου μοιάζουν τα στρατιωτικά και του Χριστού θα σας δώσουν άδεια.

Γιατί να μην έλθεις με τα στρατιωτικά, όπως βλέπουμε στην φωτογραφία σου παν ωραία, ποίοι συνάδελφοι είνε αυτοί δεν τους γνωρίζουμε, εσένα σε έχουν πάει ωραία.

Ο Θανάσης θα έλθη του Χριστού με άδεια επομένως θα τον ιδούμε και θα ειπούμε.

Την υποτροφία το έχεις ειπεί της Δημητρούλας να παρακολουθεί και ό, τι άλλο σε αφορά.

Στον ύπνο περνάς καλά, μου λεν ότι σας δίδουν και στρωματάκι αφρολέξ, δεν ηξεύρω αν οι κουβέρτες σε φθάνουν, να σκεπάζεσε καλά και να πιστρώνεσε καλά δια να μην κρυώσεις τώρα που χειμώνιασε και άμα δεν έχεις υπηρεσία να πέφτης ενωρίς δι’ ύπνον να μην κακονυχτάς ασκόπως, αφού σηκώνεστε γρήγορα.

Πρόσεξε στον χειρισμό του όπλου μήπως έχει βάλει κανείς φυσίγγι κατά λάθος, θα σου γράφω ανά 2-3 ημέρες.

Το στρατιωτικό να το πάρης διασκέδασιν, αφού το δίπλωμά σου το πήρες, όλοι θα το περάσουν, όλοι.

Δεν τους έλεγες ότι έχεις πλατιποδία μήπως γλυτώσεις τα Γυμνάσια και όταν κουράζεσαι να ζητάς να σε αφήνουν καμία μέρα ελεύθερον και να εξετάσουμε μήπως έχει ψηφισθή τώρα κοντά κανένας νόμος δια τους προστάτας τους ανικάνους, αλλά μας τρώει που παίρνουμε αυτήν την λίγην σύνταξιν και το κολάζουν εκεί, έχω δια συντήρησιν κ.λ.π.

Άλλο δεν έχω

Σε φιλούμεν

Οι Γονείς σου  




                   

Σάββατο 2 Μαρτίου 2024

Μιχάλης Γκανάς(1980):

   

                                           



Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός                                         στη Ζυράννα Ζατέλη

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.
Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό
μα στο Ντομπρίνοβο του Σκουρογιάννη
(Ντουμπρίνοβο το λεν οι χωριανοί
κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)

αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό
και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.
Νύσταξε κι η αρκούδα του Χατζή
μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι

αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί
κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη
γραμμένο της στο Γράμμο να καεί 
κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.
Το 'στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι.

Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2007

                                                                                         


Γεννήθηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944 και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως βιβλιοπώλης, ως επιμελητής τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών και ως κειμενογράφος. Πολλά ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από σημαντικούς Έλληνες και ξένους μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Νίκος Ξυδάκης, o Ara Dinkjian, κ.ά. Το 1994 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης για το έργο του Παραλογή και το 2011 βραβεύτηκε για το σύνολο του ποιητικού του έργου από την Ακαδημία Αθηνών.

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

Δημήτρης Φύσσας (1956-2024):


 

Η Σπασμένη Πόρτα

Στους Οπλατζήδες και στους Ελασίτες

μίλησε έτσι ο Κωνσταντινίδης Δημήτριος:

"Γιατί μού σπάσατε την πόρτα, αντί να μου χτυπήσετε -

Αφού το ξέρετε, ποτέ δεν κρύφτηκα

Εγώ δεν έφυγα να πάω στη Σκομπία

Δεν ήμουνα για στρωματσάδα Κολωνάκι εγώ

Γιατί ποτέ δεν πείραξα κανένα

Ήμουνα βασιλόφρων, είμαι ακόμα, και λοιπόν;

Κι αν σας ματώσαν Χίτες, Ταγματασφαλίτες

Τραβάτε να ζητήσετε σ'  αυτούς τα ρέστα

Εγώ έπαθα κρυοπαγήματα στην Αλβανία

και μπήκα πολεμώντας Κοριτσά -

Πού ήσασταν τότε, αμούστακα παιδάκια;

Για αυτό δεν έφυγα να πάω στη Σκομπία

Γιατί δεν είχα τίποτα να φοβηθώ

-Ήμουνα βασιλόφρων, και λοιπόν;-

Στη γειτονιά μου όλοι με ξέρανε

Ξέραν ποιός ήτανε ο Μήτσος ο ψηλός

Και ότι δεν πείραξα κανέναν

Και οι ντόπιοι αριστεροί εδώ φίλοι μου όλοι

(Μάλιστα ενίοτε φίλοι ευεργετημένοι)-

Εσείς δεν ήσασταν όχι απ' την Κυπριάδη

Καν Πατησιώτες δεν υπήρξατε, άγνωστες φάτσες

Ποιοί ήσασταν και πούθε ήρθατε;

Και σπάσατε την πόρτα, αντί να μου χτυπήσετε.

Μόνο και μόνο γιατί είχ' άλλα μυαλά.

Ενώ ποτέ δεν πείραξα κανέναν

Δεν είχα λόγο να κρυφτώ, δεν κρύφτηκα -

Στην ίδια μου τη γειτονιά με φυλακίσατε

Στη βίλα που ξεδιαλέγατε τον κόσμο για την Ούλεν

(Με το παιδί και τη γυναίκα αγάλματα στο σπίτι)

Κι ύστερα με τραβολογούσατε στα χιόνια, στα βουνά

Γύρω μου αίματα, κουρέλια, γκάβαλα, διαταγές

Κι όπως μας σέρνατε ξανάπαθα κρυοπαγήματα -

Για να γυρίσω άρρωστος μετά τη Βάρκιζα

Και να πεθάνω λιγάκι πιο μετά

Έχοντας ίσα επισκευάσει τη σπασμένη πόρτα".-

  

Ο Δημήτρης Φύσσας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1956 και σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία και Πολιτική Επιστήμη. Όπως ανέφερε ο ίδιος, βρέθηκε «στην πιάτσα του ιδιωτικού τομέα με ποικίλα επαγγέλματα από το 1974». Υπήρξε συγγραφέας, δημοσιογράφος και μέλος της ΑΛΕΦ, της Ένωσης των Άθεων, της Εταιρείας Συγγραφέων και του Συλλόγου «Αναγέννηση» περιοχής Κυπριάδη. Εκατοντάδες κείμενα και εκατοντάδες ραδιοφωνικές εκπομπές για θέματα βιβλίου, λογοτεχνικά, αθηναιολογικά, πολιτικά έφεραν την υπογραφή του. Όπως και δεκάδες βιβλία. Ο Δημήτρης Φύσσας πέθανε σήμερα 23 Φεβρουαρίου 2024. 

Πηγή: Athens Voice

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2024

Δημήτρης Κουκουλάς (1947): Μητέρες

 






Ο Δημήτρης Κουκουλάς γεννήθηκε στη Μεσσηνία το 1947. Σπούδασε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Γνωστός και πολυγραφότατος blogger με το ψευδώνυμο navarino-s, όπου καταπιάνεται με ποικιλία θεμάτων από κινηματογράφο και λογοτεχνία μέχρι αθλητισμό, μαγειρική και λαογραφία. Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με το έργο του "Τα φορτηγά και άλλες ιστορίες".
Ακολούθησαν ''Οι Αριστεριστές'', ''Βαρκαρόλα''.




Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2024

Paul Arène (1843-1896): «Η Πρωτοχρονιά του Νέγρου» (Μετάφραση: Καίτη Κάστρο)

 


Ο ήλιος δεν είχε φανεί τούτο το πρωινό, ούτε το προηγούμενο, ούτε και κανένα άλλο πρωινό, όλες τις μελαγχολικές τούτες μέρες, ενός ακόμη πιο μελαγχολικού τέλους του χρόνου. Ένας ήλιος γκρίζος σ΄ έναν πιο γκρίζο και πιο μουντό ουρανό. Από τον φουσκωμένο Σηκουάνα που τα κιτρινισμένα νερά του παράσερναν θάμνους και πλημμύριζαν υδατοφράκτες και αποβάθρες, αναδύονταν μια ομίχλη που τον έκανε να φαντάζει ακόμη πιο πλατύς, μια πυκνή ομίχλη –σκιά και φάντασμα του ποταμού- που υπερπηδώντας το περίφραγμα, πότιζε τα σπίτια με τ΄ απαλά της κύματα και γιόμιζε με μελαγχολία τις χαρούμενες μικρές προθήκες.

Η προκυμαία ήταν έρημη∙ μονάχα κάποιος νέγρος στεκόταν ακίνητος μπροστά σε μια βιτρίνα και κοίταζε κάτι μικροσκοπικές σέρες με κάτι ακόμη πιο μικροσκοπικά φυτά, που με τις αιχμηρές τους άκρες και τους ελικοειδείς κορμούς τους φάνταζαν μικρογραφία τροπικού τοπίου. Με τα παιδιάστικα μάτια του, όπου η ξενιτιά είχε σταλάξει τόση θλίψη, ο κακόμοιρος γέρο-νέγρος, τουρτουρίζοντας από το κρύο, φανταζόταν πως έβλεπε, ανάμεσα από τα φύλλα του καχεκτικού κάκτου και της ραχιτικής αλόης, τους ανάλαφρους λόφους κάποιας όασης της πατρίδας του να αχνοφαίνονται σε κάποιον μακρινό αντικατοπτρισμό και την απέραντη κοιλάδα να τελειώνει ΄κει κάτω στον ορίζοντα σε μια λευκή γραμμή, που ΄ρχονταν σε τέλεια αντίθεση με το βαθύ γαλάζιο ουρανό.


Έμεινε ΄κει ώρα πολλή, σαν σε έκσταση, ο κακόμοιρος ο νέγρος∙ ύστερα απομακρύνθηκε λιγάκι, για να σταθεί και πάλι σε κάποιαν άλλη βιτρίνα, όπου πίσω από το γυαλιστερό πλέγμα των μεγάλων κλουβιών πετούσαν και ξεφώνιζαν χαρούμενα κάθε είδους πολύχρωμα πουλιά, που πάνω στις φτερούγες τους ήταν χαραγμένη η χαρά κάποιας ηλιόλουστης χώρας.

Ο Paul-Auguste Arène ήταν Προβηγκιανός ποιητής και Γάλλος συγγραφέας.

Πηγή: Ποιείν

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2024

Κώστας Περδίκης: Μικρό Ερωτικό

 


Στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού, ο δάσκαλος με έβαζε να μοιράζω στα άλλα παιδιά το περιοδικό "Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός Νεότητος".

Το περιοδικό, αν θυμάμαι καλά, έβγαινε κάθε μήνα και έκανε 1,50 δραχμές.

Εκείνη τη χρονιά καθόμουνα μπροστά, στη πρώτη σειρά, στο ίδιο θρανίο με τον Γιώρη.

Δίπλα μας άρχιζαν τα θρανία των κοριτσιών.

Μόλις κάνει διάλειμμα, δίνω ένα τεύχος του περιοδικού στην πλαϊνή μου συμμαθήτρια και κείνη βγάζει τα κέρματα και απλώνει το χέρι της προς τα μένα για να τα πιάσω.

Βάζει στη φούχτα μου τις 1,50 δραχμές, αλλά για λίγα δευτερόλεπτα δεν αφήνει το χέρι μου.

Το σφίγγει μέσα στο δικό της και την ίδια στιγμή, με το πιο γλυκό της χαμόγελο, καρφώνει τα μάτια της, ίσια, στα δικά μου.

Το βλέμμα της εκείνο, ήταν ολοφάνερο ότι κάτι ήθελε να πει, είχε ένα  τελείως ξεχωριστό νόημα.

Θα γελάσετε βέβαια, το ξέρω, αλλά εγώ θα το πω.

Ύστερα από τόσα χρόνια, το θυμάμαι ακόμη.

Όπως άλλωστε δεν ξεχνώ και το σφίξιμο του χεριού μου, για λίγα δευτερόλεπτα, μέσα στο ζεστό δικό της χέρι.

Για μένα, αυτό το "μικρό" συμβάν ήταν, ίσως, το πρώτο μου ερωτικό σκίρτημα.

Δεν έμαθα ποτέ αν και για κείνη τη συμμαθήτριά μου ήταν το ίδιο.

Πάντα πίστευα ότι τα κορίτσια στα ερωτικά ήσαν πιο μπροστά από μας, τ’ αγόρια…