|
|
Πάντα αναρωτιόμουν –φοβόμουν– πώς θα διαχειριστεί ο ένας από τους δύο την
απώλεια του άλλου. Το λογικό ήταν να φύγει πρώτα η μητέρα μου, ο πατέρας μου
ήταν ο δυνατός, εκείνος τη φρόντιζε τα τελευταία λίγα χρόνια όσο εκείνη έχανε
κάποιες από τις δυνάμεις της χωρίς ωστόσο να καταβληθεί εντελώς. Έτσι είχα μια
ησυχία μέσα μου ότι η μαμά μου είναι σε καλά χέρια κι όταν έκλεινε η πόρτα και
τους άφηνα με το χαμόγελο, στην κρυφή τους χαρά, πλημμύριζα ευγνωμοσύνη που της
πρόσφερε ασφάλεια και αγάπη μέχρι το τέλος, που ήρθε ξαφνικά ένα
μεσημέρι του Αυγούστου στο μπάνιο τους, μέσα στη θάλασσα, πριν από ενάμιση
χρόνο. Λένε πως οι γυναίκες είναι πιο ανθεκτικές στο πένθος. Δεν το ξέρω. Όλο
αυτό τον καιρό όμως, βλέποντας το πένθος του πατέρα μου που μόλις μετά τον ένα
χρόνο άρχισε να γλυκαίνει –σαν να φεύγει κάποιο από το βάρος, όχι όμως και η
μελαγχολία της έλλειψης–, σαν να μου αποκαλύφθηκε ένας άλλος άνθρωπος που τον
γνώρισα από την αρχή.
Το παρηγορητικό με τις προσωπικές ιστορίες είναι πως συναντιούνται σε ένα σύμπαν συναισθημάτων στο οποίο καθρεφτιζόμαστε. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που μέσα από τη δική του ιστορία συναισθάνθηκα τους μεγάλους ανθρώπους που προς το τέλος της ζωής τους μένουν μια μέρα μόνοι, παίρνοντας μια –συμπονετική– γεύση από τη μοναξιά τους που δεν μοιάζει με καμία, αόρατη όπως μένει στο περιθώριο του κύκλου της ζωής. Κάπως έτσι το σκέφτηκα και τον ρώτησα μια μέρα αν θα ήθελε να δώσουμε φωνή στους ανθρώπους σαν κι εκείνον. Σε ανύποπτο χρόνο, ένα πρωί, με φώναξε: Βάλε το κινητό να γράφει, τι θέλεις να με ρωτήσεις; Απάντησα: Να μου πεις για τη μοναξιά των ανθρώπων που πενθούν. Η συζήτησή μας έγινε σε ήρεμο κλίμα –το να καταφέρνεις να μιλάς για αυτά που έχεις μέσα σου είναι πάντοτε ανακουφιστικό–, διακόπηκε για το μεσημέρι και συνεχίστηκε το απόγευμα στο ίδιο αυτό τραπέζι της βεράντας που έχουμε πει τόσα και τόσα από τότε που έφυγε η γυναίκα του, το άλλο του μισό. Ο πατέρας μου, Μάρκος Γκρους, γεννημένος το 1936, ήταν καπετάνιος σε ποντοπόρα πλοία – κι ίσως έχει κάτι από τη σοφία των ανθρώπων που έχουν γυρίσει όλο τον κόσμο με φουρτούνες και ήρεμα νερά στους ωκεανούς. Τα λόγια του χρειάστηκαν ελάχιστη επιμέλεια μετά την απομαγνητοφώνηση. Μαζί μας ήταν η Μπλάκι, το σκυλάκι του που τον ακολουθεί όπου κι αν πάει, και το βλέμμα της μαμάς μου που δεν τον εγκαταλείπει ποτέ.
Σκέφτομαι ότι δεν θα την ξαναδώ, ότι δεν θα ξαναμιλήσω μαζί της, ότι δεν θα την ξαναπιάσω. Συμβιβάζομαι με το γεγονός ότι πέθανε ήρεμα. Δεν έζησε την αγωνία του θανάτου που έχει πολύς κόσμος στα κρεβάτια του νοσοκομείου. Με τους αγαπημένους της. Από τότε που άρχισαν τα προβλήματα ήμουν δίπλα της, έφευγα να πάω να ψωνίσω και κοιτούσα να γυρίσω γρήγορα. Μου ’λεγε, πήγαινε να πιεις καφέ, και της έλεγα, αφού περνάω πιο καλά μαζί σου… Δεν έμεινε καθόλου μόνη εκτός από τις ώρες που περνούσε στην κρεβατοκάμαρα ξαπλωμένη κι εγώ στην πολυθρόνα στο σαλόνι και βλέπαμε διαφορετικά κανάλια στην τηλεόραση. Κι είχα όμως τη συντροφούλα της. Από την άλλη, το ’βλεπα ότι η κακοκαιρία ερχόταν, το βαρόμετρο είχε πέσει πολύ και πόσο θα άντεχε δεν ξέρω, πώς θα το άντεχε αυτό το πράγμα, ενώ τώρα έφυγε στο φτερό, χωρίς να το καταλάβει. Πήγαμε, καθίσαμε εκεί, μπήκαμε στο νερό… έτσι έπρεπε ίσως, έτσι της έγραφε, που λένε.
― Είχαμε πει να μιλήσουμε για τη μοναξιά των μεγάλων ανθρώπων…
Η μοναξιά των ηλικιωμένων είναι ένα βίωμα που θα το ζήσετε όλοι. Τον παλιό
καιρό η διαμόρφωση της κοινωνίας ήταν τέτοια που οι νέοι κρατούσαν στα σπίτια
τους γονείς τους, στα μικρά μέρη συμβαίνει ακόμα. Στις μεγαλουπόλεις τους πάνε
στο γηροκομείο, αν δεν έχουν τη δυνατότητα να έχουν έναν άνθρωπο στο σπίτι να
τους φροντίζει. Αυτοί οι άνθρωποι είναι αόρατοι, οι άνθρωποι μεγάλης ηλικίας
που έχουν χάσει τον σύντροφό τους και ζουν στο περιθώριο της μοναξιάς. Απλώς
έχεις την ύπαρξή σου και τίποτα άλλο. Δεν έχεις ερεθισμούς, μόνο τις αναμνήσεις
σου, κι εκεί μετράει το πώς έχεις ζήσει τη ζωή σου. Υπάρχουν πολλοί, όπως εγώ, που
ήταν με τη σύντροφό τους για 60 χρόνια. Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν χώριζαν,
καλή ή κακή η σχέση, έμεναν μαζί.
― Τι σημαίνει να ζεις στο περιθώριο της μοναξιάς;
Δεν έχεις προοπτική. Αν και αυτό δεν το πολυσκέφτεσαι. Δεν σε αφήνει η φύση
να το σκεφτείς, ότι είσαι κοντά στο αδιαπέραστο πλέον, εκεί που δεν μπορείς να
συνεχίσεις. Δεν σε απασχολεί ιδιαίτερα ο θάνατος. Αλλά δεν ζεις… Εγώ κάνω τα
ψώνια, μαγειρεύω, πηγαίνω στην καφετέρια, μετά έρχομαι να φάω, βλέπω ίσως
κάποιον από εσάς, μετά ξαπλώνω – το πιο δύσκολο είναι το απόγευμα, όταν κλείνει
η πόρτα. Ενδιάμεσα η μάνα σου είναι δίπλα μου, μαζί της ζω, για αυτό καμιά φορά
θέλω να είμαι μόνος. Δεν βλέπω να διαβάσω, αν δω κάτι στην τηλεόραση θα περάσω
τον χρόνο μου, δεν υπάρχει κάτι άλλο. Δεν με ενδιαφέρει η επόμενη μέρα – απλώς
υπάρχω. Υπάρχω γιατί δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, γιατί και να θέλεις να
τελειώσεις δεν είναι εύκολο.
Η αυτοκτονία δεν είναι κάτι που μπορείς να το κάνεις, θα πρέπει να σου έχει
σαλέψει το μυαλό ή να ζήσεις κάτι τόσο ακραίο που να πεις πάω να φουντάρω,
αλλιώς δεν έχεις το θάρρος – αν το είχαμε ο μισός κόσμος θα είχε φύγει έτσι, η
φύση όμως δεν σε αφήνει, ο Θεός, όπως το έχει ο καθένας μέσα του… Γιατί,
εντάξει, βιολογικά μπορεί από το κύτταρο να δημιουργήθηκε η ζωή, να φτιάχτηκε η
καρδιά, το συκώτι, τα νεφρά… από εκεί και πέρα; Η σκέψη; Το συναίσθημα; Η
αρμονία εκεί έξω; Ας πάρουμε τον ουρανό, μπορείς να υπολογίσεις ποια θα
είναι η σχετική θέση ήλιου και γης μετά από 10 χρόνια με ακρίβεια
δευτερολέπτων. Υπάρχει όμως μια απορία, πώς λειτουργεί όλο αυτό, από ένα
κύτταρο; Και βλέπεις ότι η φύση δεν σε αφήνει να κάνεις αυτό που θέλεις, έχει
κόκκινες γραμμές και σου λέει, ωπ, μέχρι εδώ πας. Είναι πολλά τα ερωτηματικά.
Από τη μια λες ότι έφυγε ο άνθρωπός μου, τα άφησε όλα εδώ. Από την άλλη, τι
είναι η ψυχή; Πού πηγαίνει;
― Και ο χρόνος;
Δεν υπάρχει χρόνος, όλα είναι σαν χθες. Τον χρόνο δεν τον μετράω ούτε με
τις συντάξεις μου γιατί μπαίνουν αυτόματα. Έχω την ανάγκη όμως να πάω να
πληρώσω, τότε καταλαβαίνω ότι πέρασε ο μήνας. Μετά σταματάει. Δεν έχω καμία
σχέση αυτή τη στιγμή εγώ με τον χρόνο. Τον ψάχνω πίσω. Βλέπω τις φωτογραφίες,
έρχονται στο μυαλό μου γεγονότα, η ζωή μας όλη. Ο τρόπος της ζωής μας δεν μας
άφηνε στην κανονικότητα, έλειπα εγώ στα ταξίδια κι εκείνη ερχόταν μαζί μου, σας
έπαιρνε κι εσάς…
― Επειδή ήσουν καπετάνιος ήταν ξεχωριστή η σχέση σας…
Εγώ είχα το προνόμιο να έχω μια γυναίκα που με ακολουθούσε, δεν ήταν εύκολο
για μια μάνα να αφήνει τα παιδιά της. Ερχόταν, την περίμενα, με περίμενε,
μεσολαβούσαν 4-5 μήνες, δεν είχαμε ρουτίνα όπως ένας δημόσιος υπάλληλος:
ξυπνάς, δουλεύεις, τρως, κοιμάσαι, μετά από χρόνια παθαίνεις κόπωση. Όταν δεν
έχεις αντικείμενο τριβής αρχίζουν τα προβλήματα διαχείρισης της ζωής σου, αυτό
εμείς δεν το είχαμε, μέχρι την τελευταία μέρα, το πρωί πριν φύγει, ήμασταν
αγκαλιά στο κρεβάτι πόση ώρα, με χάιδευε, λες και το ήξερε… Ήταν μια ζωή γεμάτη
ένταση, δεν έπληττα ποτέ, ύστερα κι εκείνη ήταν ένας άνθρωπος που δεν κούραζε,
ποτέ δεν μου είπε πού ήσουν, γιατί άργησες. Είχε βέβαια κι αυτή τα «δικά της»,
όπως όλοι.
― Ήσουν τυχερός, δηλαδή.
Ήμουν πολύ τυχερός, αυτά τα οποία είχα στοχεύσει σε ποσοστό 90% τα έκανα.
Δεν το καταλαβαίνεις όταν το ζεις, όταν είσαι ευτυχισμένος δεν δίνεις σημασία.
Ξαναγυρνώντας πίσω καταλαβαίνω ότι ήμασταν πολύ δεμένοι με τη σύντροφό μου, και
αυτό μου λείπει τώρα που την έχασα. Καμιά φορά λέω πως ίσως είναι μια ιδιαίτερη
επιτυχία το ότι δεν αισθάνθηκε ότι τελειώνει ο χρόνος της. Παρά την κατάστασή
της έκανε σχέδια, να φτιάξουμε το πάτωμα που έχει χαλάσει, να βάψουμε τη
βεράντα, δεν πρόλαβε να νιώσει τη δυσκολία, αυτόν τον φόβο για το πού πάω, ρε
παιδί μου; όπως το νιώθω εγώ τώρα. Την αγαπούσατε όλοι και όλα τα μετρούσε,
έλεγε στη φίλη της, ακόμα και τον τελευταίο καιρό, είμαι ευτυχισμένη.
Όλα αυτά στριφογυρίζουν στο μυαλό μου. Και δεν μοιάζει με τη στενοχώρια που
μπορείς να έχεις για κάποιο συμβάν, συνέβη κάτι, ακόμα και τραγικό, κάηκε το
σπίτι σου. Είναι μια ξεχωριστή στενοχώρια, της έλλειψης. Εκεί που λειτουργείς
κάπως φυσιολογικά, ξαφνικά σου έρχεται η θύμηση ότι σου έφυγε, ότι δεν θα την
ξαναδείς, κι είναι σαν να σου ρίχνουν μαχαιριές. Κατάλαβες; Φτάνεις σε ένα
σημείο να λες την έχασα, έφυγε, θα την ξανασυναντήσω κάποτε; Κάπου; Ακούγεται
ακραίο, αλλά το ψάχνεις κι αυτό, ελπίζεις. Από την άλλη σκέφτεσαι ότι τα άφησε
όλα εδώ, το κορμάκι της, την καρδιά της – και πώς θα είναι αν θα την ξαναδώ;
Γεννήθηκε στη Χαλκίδα. Σπούδασε Φιλοσοφία. Είναι στην
Athens Voice σχεδόν από την αρχή.
Πηγή: Athens Voice
« Τα χέρια δώσ ’ μου/ να κάψουμε τα σύνορα του κόσμου»
Η νομενκλατούρα της κουλτούρας, εκείνο το κύκλωμα των κριτικών, που υπήρχε ανέκαθεν, υπάρχει τώρα και θα υπάρχει πάντα, και που αποτελείται από καλοπροαίρετους και κακοπροαίρετους ανθρώπους οι οποίοι φτιάχνουν μεταξύ τους αρμούς της κριτικής αποτίμησης ενός έργου τέχνης, είτε είναι αυτό εικαστικό, κινηματογραφικό, είτε λογοτεχνικό, θεατρικό και ό, τι άλλο ανήκει στον χώρο της πνευματικής δημιουργίας, αποτελείται από μία τάξη για τον εαυτό της ανθρώπων που αποφαίνονται με τη σφραγίδα ενός Πάπα για κάθε καινούργιο έργο ενός δημιουργού.
Αυτή η νομενκλατούρα δεν έκανε δεκτά στους κόλπους της τα βιβλία του Αντώνη Σαμαράκη. Μπορεί να γράφτηκαν μερικές κριτικές, που μπορεί να ήταν και ενθουσιαστικές, ωστόσο, στο σύνολό της, όπως το έζησα εγώ, ο Σαμαράκης θεωρούνταν ήσσονος σημασίας πεζογράφος. Κι ενώ το έργο του είχε αγγίξει ένα ευρύτατο κοινό, ελληνικό και ξένο, παρ ’ όλα αυτά, η νομενκλατούρα αρνιόταν να του αναγνωρίσει το πολυδιαβασμένο και πολυμεταφρασμένο έργο του. Το λέω αυτό και εξ ιδίας πείρας, αλλά για μένα το χρεώνω στα πολλαπλά και αδιαβάθμητα βιβλία που έχω γράψει, ενώ ο Αντώνης δεν ήταν από τους πολυγραφότατους συγγραφείς. Και μπορεί να αδιαφορούσε για τη στάση της νομενκλατούρας αυτής, αλλά νομίζω ότι κατά βάθος θα τον πλήγωνε.
Όσο πιο δύστροπος και ιδιότυπος είναι ένας συγγραφέας ή ποιητής, τόσο η νομενκλατούρα τον αγκαλιάζει. Της προσφέρεται σαν είδος που της δίνει την ευκαιρία να πρωτοτυπήσει και η ίδια αναφερόμενη σε ξένους θεωρητικούς των τεχνών. Δυστυχώς γι ’ αυτούς, ο Σαμαράκης είναι δύο πράγματα ταυτοχρόνως και μόνο: λιτός στη γραφή, τηλεγραφικός στις προτάσεις, αντιλογοτεχνικός όσο γίνεται στις περιγραφές τόπων, καιρικών συνθηκών, ηλίου και φεγγαριού. Η ραχοκοκαλιά των βιβλίων του έχει πάντα έναν και μόνο σταθερό πυρήνα: τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος τον αφορά, σε όλες τις εκδοχές του. Κυρίως ο άνθρωπος που υποφέρει. Ο νέος άνθρωπος που δεν έχει ακόμη συμβιβαστεί. Που παλεύει για μια θέση στον ήλιο, χωρίς πυξίδα για να τον πλησιάσει. Αυτό το απέδειξε έμπρακτα σε όλη τη ζωή του. Όπου συναντούσε ανθρώπινη πληγή, έτρεχε να τη γιατρέψει. Οι νέοι τον λάτρευαν. Παντού σε κάθε αίτημά τους.
Αυτό τελικά είχε ως αποτέλεσμα να γίνει ο Έλληνας εκπρόσωπος της παγκόσμιας Unicef και ο δημιουργός από μόνος του της «Βουλής των Εφήβων». Τον έζησα ως άνθρωπο από πολύ κοντά. Από τα πρώτα μας βιβλία (1953-1954). Κολλήσαμε. Είχε ένα μυαλό περιστροφικό και μια ανεξάντλητη χαρά να δίνει, να δίνεται χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Μια φορά, που διάβασε σε μια γαλλική εφημερίδα για έναν νέο άνθρωπο που απέτυχε να αυτοκτονήσει, έτρεξε στην πόλη του, στη Γαλλία, να τον βρει. Μιαν άλλη φορά που με επισκέφθηκε στη Θεσσαλονίκη και του γνώρισα τον νεοαφιχθέντα εκεί φίλο μου Άγγελο Δεληβοριά, όταν είδε πού έμενε, σε ένα γιαπί ημιτελές που έκτιζε ο πατέρας του, έτρεξε του πήρε καρέκλες, τραπέζι και μια λάμπα για να μπορεί να διαβάζει τη νύχτα. Όμως, το δώρο αυτό του γύρισε μπούμερανγκ: ανησυχούσε από την Αθήνα, όπου είχε επιστρέψει, μήπως ο Άγγελος έπαθε καμιά ηλεκτροπληξία, καθώς η λάμπα δεν είχε γείωση. Κι έπαιρνε εμένα στο τηλέφωνο για να τον καθησυχάσω.
Ο Αντώνης ήταν σκέτη «ψυχούλα». Και η ψυχούλα αυτή βρήκε στον δρόμο της την ωραία Ελένη. Κι εκεί φρονίμεψε, χωρίς ν’ αλλάξει χαρακτήρα. Ο πάντα ανήσυχος, δεν ησύχασε αλλά γιάτρεψε την ανησυχία του (που την ανέπτυξε τόσο δυνατά στο Σήμα κινδύνου), με το επόμενο βιβλίο του, τη συλλογή διηγημάτων Αρνούμαι. Σε αυτό, ο απελπισμένος ήρωας του ομώνυμου διηγήματος, ενώ πάει να πέσει από τη γέφυρα, πέφτει στο ποτάμι για να σώσει έναν άγνωστο συνάνθρωπό του που πνίγεται.
Και μόλις το 2008 είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε, μαζί με τον γεννημένο πεζογράφο, και τον ποιητή που όλοι ξέραμε ότι υπήρξε, αλλά δεν είχαμε διαβάσει τα ποιήματά του. Εγώ όμως ήξερα ένα από τότε που πρωτογνωριστήκαμε και κράτησα μια ολόκληρη ζωή τον τελευταίο του στίχο: «Τα χέρια δώσ ’ μου να κάψουμε τα σύνορα του κόσμου».
2 Μαρτίου 2020
Ω! θαʼθελα τόσο πολύ να τις θυμάσαι
Τις μέρες τις ευτυχισμένες που ʼμασταν μαζί
Κείνη την εποχή τι όμορφα που ήταν
Κι ο ήλιος από σήμερα ήτανε πιο καυτός
Τα πεθαμένα φύλλα τα μάζευε το φτυάρι
Βλέπεις εγώ δεν τοʼχω ξεχασμένο
Oι αναμνήσεις παρέα με τις λύπες
Για να τις πάρει μακριά ο βορινός αέρας
Μέσα στην κρύα νύχτα και τη λησμονιά
Βλέπεις εγώ δεν τοʼχω ξεχασμένο
Το τραγούδι που μου τραγουδούσες
Ένα τραγούδι είναι που μας μοιάζει
Με αγαπούσες και σε αγαπούσα
Και ζούσαμε κι οι δυο μαζί
Μα όσους αγαπιούνται η ζωή τους χωρίζει
Αθόρυβα με τόση ηρεμία
Και η θάλασσα σβήνει πάνω στην αμμουδιά
Των ερωτευμένων τα βήματα που χάνονται
Ένα τραγούδι είναι που μας μοιάζει
Με αγαπούσες και σε αγαπούσα
Και ζούσαμε κι οι δυο μαζί
Με αγαπούσες και σε αγαπούσα
Αθόρυβα με τόση ηρεμία
Και η θάλασσα σβήνει πάνω στη αμμουδιά
Των ερωτευμένων τα βήματα που χάνονται
(Μετάφραση Κώστας Ριτσώνης)
****
Το «Les Feuilles mortes» («Τα πεθαμένα φύλλα») γράφτηκε το 1945. Τους στίχους έγραψε ο ποιητής, και σεναριογράφος, Jacques Prévert και τη μουσική ο Joseph Kosma. Ο Yves Montand, μαζί με την Irène Joachim, ερμηνεύουν το “Les feuilles mortes“ το 1946 στην ταινία «Les Portes de la Nuit». Aπό τη διασκευή αυτού του τραγουδιού προέκυψε το δημοφιλές «Autumn Leaves».
Το τραγούδι ακούγεται και στην ταινία ''Πεσμένα φύλλα'', 2023 του Άκι Κουαρισμάκι.
(Από το Ποιείν)
Έχουν περάσει περίπου εκατόν δέκα χρόνια αφότου ο Νικόλαος Πολίτης, προλογίζοντας τις Εκλογές από τα τραγούδια του ελληνικού λαού (1914), υπογράμμιζε ότι «ο εθνικός χαρακτήρ αποτυπώνεται ακραιφνής και ακίβδηλος εις τα τραγούδια και τας παραδόσεις». Αυτό δε σε αντιδιαστολή με τις παροιμίες, τους μύθους, τα παραμύθια και τα αινίγματα, «ων η μετάδοσις από λαού εις λαόν είναι ευχερής και συνήθης». Με αποτέλεσμα «τα παρεισδύσαντα πολυπληθή ξένα στοιχεία» να «καθιστούν δύσκολον την διάκρισιν του οθνείου από του ιθαγενούς».
Ο Νικόλαος Πολίτης υπήρξε ένας από τους κυριότερους υποστηρικτές της κατανόησης του δημοτικού τραγουδιού ως κατόπτρου, ως καθρέφτη που δωρίζει την πλήρη αλήθεια για το παρελθόν μας σε όποιον τον κοιτάζει προσεχτικά: «τα τραγούδια εγκατοπτρίζουν πιστώς και τελείως τον βίον και τα ήθη, τα συναισθήματα και την διανόησιν του ελληνικού λαού».
Γνωρίζουμε ωστόσο ότι ο καθρέφτης αυτός δεν μας παραδόθηκε άθικτος και απείραχτος. Ότι δηλαδή κατά την ανακατασκευή του ακολουθήθηκε συχνά, από εκδότες και ανθολόγους, και μελετητές ακόμα, το δόγμα που εισήγαγε ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος το 1852, στα Άσματα δημοτικά της Ελλάδος: «Μεταξύ των δημοσιευομένων ασμάτων υπάρχουσι πολλά πρωτοφανή, και έτερα συμπεπληρωμένα, τα οποία κρίνομεν εύλογον να μη διακρίνωμεν. Όταν κτήμα λαού επιστρέφει προς λαόν, εκδότου φιλαυτία δεν παρεμβάλλεται». Με άλλα λόγια, ο καθρέφτης ανακατασκευάστηκε βάσει σκοπιμοτήτων· και ανακατασκευάστηκε εθνοπρεπέστερος, ηρωικότερος, «λαϊκότερος», γλωσσικά καθαρότερος. Μονολεκτικά, κανονικότερος. Ή μάλλον, κανονικός. Κατά συνέπεια, τα είδωλα πάνω του δεν λένε πάντα την αλήθεια και μόνη την αλήθεια. Σε αρκετές περιπτώσεις, τραγουδιών ή και συλλογών ολόκληρων, λένε απλώς την αλήθεια που θα προτιμούσαμε ν’ ακούσουμε.
Οπωσδήποτε, τα τραγούδια του ανώνυμου, συλλογικού δημιουργού παραμένουν πολύτιμα και για τον σημερινό αναγνώστη-ακροατή τους. Και μακάρι να είναι και αναγνώστης τους και ακροατής τους, γιατί κάθε τραγούδι είναι και λόγος και μέλος. Επίσης μακάρι να προσπαθεί ο ενδιαφερόμενος να φτάσει έως τον πλούσιο κόσμο τους από πολλές και ποικίλες διαδρομές, χωρίς να προσκυνάει τοτέμ και να δεσμεύεται από ταμπού. Αν ακολουθήσει μονάχα τις «ασφαλείς» διαδρομές, όσες υποτίθεται ότι χάραξαν οι ελάχιστες συλλογές που θεωρούνται καθιερωμένες, παρότι τα προβλήματά τους εντοπίστηκαν και επικρίθηκαν πολύ νωρίς, θα αποκομίσει μιαν εικόνα φτωχή, μερική αλλά και σκιασμένη από τον φόβο της νόθευσης ή του «εμπλουτισμού».
Από το «μακάρι» στο «κρίμα»: Κρίμα που δεν έχει απαρτιστεί ακόμα (και πιθανότατα δεν θα απαρτιστεί ποτέ) το κόρπους των δημοτικών τραγουδιών, που θα διευκόλυνε σε πολλά τη μελέτη τους· ας πούμε, θα μας επέτρεπε να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα για τον πραγματικό αριθμό των τραγουδιών, έστω κατά προσέγγιση. Ώστε να πάψουμε να αριθμούμε σαν ξεχωριστά τραγούδια όλες μα όλες τις παραλλαγές (δεκάδες για αρκετά τραγούδια), για ν’ αβγατίσουμε εθνικώς υπερήφανοι τον ήδη μεγάλο αριθμό τους. Η αρχαιοελληνοκαπηλία σπρώχνει προς τα πίσω, κατά αιώνες ή και χιλιετίες, και με τη βία της αντιεπιστημοσύνης της, την ιστορία της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού γενικώς. Η νεοελληνοκαπηλία πειράζει και τους αριθμούς και τα γράμματα, τα κείμενα δηλαδή, για να εξαναγκάσει τα πράγματα να ταυτιστούν με τις φαντασιώσεις της.
Κρίμα δεύτερο που κάμποσες παλαιές συλλογές ή ανθολογίες επανεκδίδονται χωρίς τον παραμικρό σύγχρονο σχολιασμό, αναπαράγοντας με φωτομηχανική αμεριμνησία τα κάθε είδους λάθη τους και αδιαφορώντας για την κριτική που τους ασκήθηκε έγκαιρα και αυστηρά. Στην ουσία, η αγοραία ευκολία διαγράφει την ιστορία της φιλολογίας και της λαογραφίας, από πνευματική νωχέλεια ή, και πάλι, βάσει σκοπιμοτήτων. Κάπως έτσι, τραγούδια καταφανώς νόθα, του γραφείου, κατασκευασμένα, εξακολουθούν να αναδημοσιεύονται (και να διδάσκονται) σαν γνήσια. Κυρίως επειδή λένε όσα ηρωικά και «καθαρά», εθνοπρεπή, θα θέλαμε να λένε.
Μολαταύτα, τα δημοτικά τραγούδια, όσα έχουν εξακριβωμένη τη γνησιότητά τους, είναι μάρτυρες. Και μάλιστα μάρτυρες που δεν σχεδίασαν να μαρτυρήσουν, δεν πλάστηκαν με τον σκοπό να μιλήσουν και στους κατοπινούς. Εν αντιθέσει με την προσωπική ποίηση, που απευθύνεται εξίσου στο συγκαιρινό της κοινό και στο μελλοντικό, η δημοτική δημιουργείται για το εκάστοτε παρόν της, όπως το ορίζει η ιστορία αλλά και η γεωγραφία. Συνιστούν, λοιπόν, τα δημοτικά τραγούδια μαρτυρίες για τη γλώσσα των προπάππων και των προγιαγιάδων μας, για τη λαλιά τους, διακλαδισμένη σε ιδιώματα και διαλέκτους· για την ποίησή τους, ο ρυθμός παραγωγής της οποίας και η ποιότητά της επίσης εξέπλητταν τους Ευρωπαίους περιηγητές των περασμένων αιώνων· για την καθαυτό Ιστορία, τη μεγάλη, και για τα μικρά ή μεγάλα συμβάντα που τη συναποτέλεσαν· για το θρησκευτικό φρόνημα των παλαιότερων, για το πώς βίωναν τη σχέση τους με τα θεία και με τους εκπροσώπους της Εκκλησίας, και για τα στοιχεία «παγανισμού» που άντεξαν στο καθεστώς του ηγεμονικού χριστιανισμού. Και μάλιστα σε πείσμα των προσωπικοτήτων εκείνων της Εκκλησίας που αναθεμάτιζαν τα μεν λαϊκά όργανα σαν «όργανα του Σατανά», τα δε τραγούδια σαν «πορνικά». Μαρτυρούν τέλος για τις αντιλήψεις των Ελλήνων της Τουρκοκρατίας για τους περίοικους και σύνοικους λαούς, για τα εμπόδια στις ερωτικές σχέσεις μεταξύ αλλοεθνών και αλλοθρήσκων, και για τη λύση που έδινε κάθε περιοχή ή εποχή στο επαναλαμβανόμενο δράμα: τα τραγούδια και εδώ, ιστορούν ό,τι συνέβη, όχι ό,τι θα θέλαμε και «θα έπρεπε» να είχε συμβεί. Και γι’ αυτό συνήθως είναι πιο ανοιχτόκαρδα και ανοιχτόμυαλα από την προσωπική λογοτεχνία του 19ου αιώνα που καταπιάστηκε με ζητήματα αυτού του είδους.
Στα χρόνια που πέρασαν έκτοτε, ο πολιτισμός της προφορικότητας υποχώρησε ακόμα περισσότερο έναντι του πολιτισμού της γραφής. Επιπλέον, έχουν σχεδόν εξαλειφθεί οι αγροτοκτηνοτροφικές κοινότητες, τα νυχτέρια των οποίων λειτουργούσαν σαν ποιητικό εργαστήριο, σαν κοινωνικός μικροχώρος σύνθεσης και διαρκούς επεξεργασίας τραγουδιών.
Παρ’ όλα αυτά, και παρά την κατασκευή δημοτικοφανών κάθε είδους (ηπειρωτικοφανή, νησιωτικοφανή, ποντιακοφανή κλπ.), το δημοτικό τραγούδι εξακολουθεί να συγκινεί. Είτε με τις τρεις υποστάσεις του (λόγος – μέλος – χορός) σε συλλειτουργία, όπως συμβαίνει σε αρκετά πανηγύρια ανά την Ελλάδα που κρατούν αλώβητο τον χαρακτήρα τους, είτε μόνο με την υπόσταση του λόγου. Και μάλιστα του καταγεγραμμένου πλέον λόγου.
Έλληνες και ξένοι μελετητές συνεχίζουν να ερευνούν το δημοτικό, ως μαρτυρία ιστορική, γλωσσική και ηθολογική, αλλά και ως ποιητικό γεγονός. Από τα μουσικά σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έχουν αποφοιτήσει αρκετές γενιές μαθητών και μαθητριών που είναι πολύ καλοί γνώστες και ευαίσθητοι χειριστές των λαϊκών οργάνων, ενώ η λαϊκή μουσική διδάσκεται πια και σε πανεπιστημιακό επίπεδο. Αξιοσημείωτο είναι επίσης, και παραμυθητικό, το γεγονός ότι πληθαίνουν εντυπωσιακά τα μουσικά συγκροτήματα νέων ανθρώπων που αφιερώνονται με γνώση και μεράκι στον κόσμο του δημοτικού τραγουδιού και τον αναδεικνύουν με υψηλή ποιότητα και σεβασμό.
Θα έλεγα τη μισή αλήθεια αν ισχυριζόμουν πως ένιωσα «έτοιμος από καιρό», όταν ο Δημήτρης Καλοκύρης μού πρότεινε να δημοσιευτεί στον φιλόξενο ηλεκτρονικό Χάρτη ένα αφιέρωμα στο δημοτικό τραγούδι. Η άλλη μισή; Όσες φορές μού είχε περάσει από το μυαλό μια ανάλογη ιδέα ή επιθυμία, έσπευδε να τη σβήσει πριν καν λάβει σχήμα ένας διπλός φόβος: τι να πρωτοπείς, ένα το κρατούμενο· ο φόβος του χρόνου το δεύτερο, του χρόνου που πάντοτε μας λείπει, πάντοτε υπολείπεται των ποικίλων αναγκών μας.
Νιώθω λοιπόν βαθιά υποχρεωμένος απέναντι σε όσες και όσους δαπάνησαν ένα γερό τμήμα του χρόνου τους για να συμπράξουν στο παρόν αφιέρωμα, αναπτύσσοντας το θέμα της επιλογής τους και στην έκταση που οι ίδιες/ίδιοι έκριναν ικανή και αναγκαία. Υποχρεωμένος νιώθω επίσης απέναντι σε όσες/όσους δεν μπόρεσαν τελικά να υλοποιήσουν τη δηλωμένη επιθυμία τους να συμμετάσχουν. Τους ευχαριστώ όλους και όλες ολόψυχα και από εδώ.
Όσο για το «τι να πρωτοπείς», ψευδοπρόβλημα. Ο καθείς και ο λόγος του. Να θιγούν όλες οι πτυχές ενός τέτοιου θέματος είναι αδύνατο. Θέλω πάντως να πιστεύω ότι με το σύνολο των συμβολών ικανοποιήθηκε η επιθυμία μιας διπλής συνομιλίας. Να συνομιλήσουν οι διάφορες γενιές όσων έχουν ασχοληθεί και συνεχίζουν να ασχολούνται με το ανώνυμο λαϊκό τραγούδι. Αλλά να συνομιλήσουν και όσοι/όσες φτάνουν έως αυτό κυρίως διά της οράσεως, διαβάζοντάς το και μελετώντας το τυπωμένο στις υπάρχουσες συλλογές και ανθολογίες ή αποθησαυρισμένο σε αρχεία, με όσες/όσους ακολουθούν συστηματικά και αδιαλείπτως και την οδό της ακοής, υπηρετώντας το δημοτικό ως ερμηνευτές ή οργανοπαίκτες.
Το σύνολο των συμβολών ας εννοηθεί σαν ένα στεφάνι λέξεων στη μνήμη δύο ανθρώπων που μας πλούτισαν με τα γραπτά τους για το δημοτικό τραγούδι και μας φτώχυναν με τον θάνατό τους τη χρονιά που λήγει: του Γρηγόρη Σηφάκη (1935-2023) και του Μάρκου Δραγούμη (1934-2023).
(Λεσίνι Μεσολογγίου 1957). Έχει εκδώσει τα βιβλία ποίησης Αλγόρυθμος, Η εκδρομή της ευδοκίας, Ο μέσα πάνθηρας, Σήματα λυγρά, Ο μάντης, Οπόταν πλάτανος, Ρήματα (Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2010), Μηλιά μου αμίλητη και Ο Χριστός στα χιόνια: Εφτά νύχτες στον κόσμο του Αντρέι Ταρκόφσκι, τα θεατρικά Το μάγουλο της Παναγίας: Αυτοβιογραφική εικασία του Γεωργίου Καραϊσκάκη και Ο Πέτρος της Μάνης και το φάσμα των φατριών, και τέσσερις τόμους με δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι (Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου 2017). Είναι διδάκτορας της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Έχει μεταφράσει Αισχύλο, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, Σαπφώ, Θεόκριτο, Βίωνα, επιτύμβια και συμποτικά επιγράμματα της Παλατινής.
Πηγή: Χάρτης, 60
Ο Παναγιώτης
Γεννήθηκε στην Κυνουρία, στο χωριό Καράτουλα. Ήταν της κλάσεως του 1949. Το φθινόπωρο του '20, με έναχρόνο καθυστέρηση, τον κάλεσαν στον στρατό να γυμναστεί. Παρουσιάστηκε στο Ναύπλιο, αμέσως μετά τιςεκλογές του Νοεμβρίου —τις εκλογές που έχασε ο Βενιζέλος—, στα εμπόδια του 8ου πεζικού συντάγματος.
Σ' αυτά τον κράτησαν τρεις μήνες, τον έκαναν πυροβολητή και ύστερα μέσω Πειραιώς, τον έστειλαν να πολεμήσει στη Μικρά Ασία. Εκεί, από τον Μάρτιο του '21 ως τον Ιούλιο, έλαβε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις προς Εσκή Σεχίρ και διακρίθηκε. (Ο ίδιος ο στρατηλάτης Κωνσταντίνος, ο γιος του Αητού, στάθηκε μπροστά του στο αρχαίο Δορύλαιο και του κάρφωσε στο στήθος το Παράσημο.)
Δυο βδομάδες μετά είκοσι τριών χρονών, στο μεγάλο ελιγμό της στρατιάς για το αποφασιστικό χτύπημα, πέρασε την Αλμυρά Έρημο: Ημερόνυχτα πορεία μέσα στον μπουχό και τον ιδρώτα, χωρίς νερό αλλά με ακμαίο φρόνημα, μέχρι το Γόρδιον. Πήγαιναν για την Κόκκινη Μηλιά. Όταν έσπασε το μέτωπο, το '22, πολλά χιλιόμετρα πια δώθε από τον Σαγγάριο, στο Αλή Βεράν, πιάστηκε αιχμάλωτος μαζί με το στρατηγό Τρικούπη και τα υπολείμματα του Γ' Σώματος. Ήταν η τελευταία τους μάχη.
Από το στρατόπεδο του Ουσάκ επέζησε —ένας στους τρεις— και, κοπανώντας για δεκαοχτώ μήνες χαλίκι, έφτασε ως την Κιλικία. Στην ανταλλαγή, το '24, εντελώς ανέλπιστα, με άλλους καμιά τριακοσαριά ακόμα, τον κατέβασαν στη Σμύρνη. Μια επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού τούς περίμενε στο σταθμό Μπασμά Χανέ, τους παράλαβε χοντρικά, τους φόρτωσε στο ατμόπλοιο «Μαρίκα Τόγια» από τη Σιδερόσκαλα της Πούντας και, όσο το καράβι ανοιγόταν, ο Παναγιώτης όρθιος στο ψηλότερο κατάστρωμα κοίταζε πίσω του τη στεριά που μίκραινε.
Παρά τους εξευτελισμούς που είχε υποστεί και με όλα τα ράκη που τον σκέπαζαν, η μορφή του εξακολουθούσε να διατηρεί κάτι αρχαγγελικό. Η αρρώστια τού παρουσιάστηκε πολύ αργότερα, τέλη του '27. Άρχισε να τρέμει το δεξί του χέρι, ένα είδος Πάρκινσον. Άρχισε επίσης και να τραυλίζει. Οι γιατροί που τον εξέτασαν αποφάνθηκαν ότι ήταν από τις κακουχίες της αιχμαλωσίας. Ένας κομματάρχης, παλιός συμμαχητής του, τον έσπρωξε να γυρέψει σύνταξη. Τον βοήθησε έφτιαξαν τα χαρτιά του, τα έστειλε στο υπουργείο και περίμενε. Του απάντησαν σε εννέα μήνες αρνητικά.
Στο μεταξύ πέθανε η μάνα του και ένας μεγαλύτερος αδερφός του που συντηρούσε και τους δυο. Κάμποσο καιρό, για να τα βγάλει πέρα, ο Παναγιώτης έκανε θελήματα. Μετά αναγκάστηκε να επαιτεί. Περίεργη επαιτεία: Μάζευε και εμπορευόταν διάφορα χορτάρια, ρίγανη, φασκόμηλο — μικροποσότητες, πρόσχημα για όση περηφάνια τού είχε απομείνει. Μια γειτόνισσα μοδίστρα, παντρεμένη, παιδικός του έρωτας κάποτε, τον λυπήθηκε, και του έραψε μερικά ομοιόμορφα σακούλια από κάμποτο, με σούρα στο απάνω μέρος. Αυτός τα γέμιζε με υπομονή, τα φορτωνόταν και έπαιρνε τους δρόμους. Η μισή Πελοπόννησος τον έμαθε έτσι: Ο Παναγιώτης.
Καμιά φορά στις δημοσιές, μέσα στην καλοκαιριάτικη ζέστη, οι ατσίδες οδηγοί των φορτηγών σταμάταγαν, τον ανέβαζαν δίπλα τους και για να σπάνε πλάκα στη διαδρομή, του άνοιγαν χοντρή κουβέντα. Ακόμα και τα αλάνια στις μικροπολιτείες που διανυκτέρευε τον πείραζαν. Άλλοτε του κρέμαγαν ντενεκέδες, άλλοτε κουρελόχαρτα και του έβαζαν φωτιά. Δέχτηκε τα πάντα, όχι σα μοίρα — καλόκαρδα. Ίσως να το γλένταγε κι ο ίδιος από μέσα του.
Το '57, στρατιώτης, κατέβαινα με άδεια από τη Μακεδονία και τον τράκαρα στο Άργος, στις «γυναίκες». Τους πούλαγε σερνικοβότανο. Είχαμε κάποια μακρινή συγγένεια εξ αγχιστείας και όταν με είδε κοκκίνισε, θα κόντευε τότε εξηντάρης. Το 1973 αποτραβήχτηκε οριστικά στο χωριό του. Είχε γεράσει πια, το φως του είχε αρχίσει να θαμπώνει, τα πόδια του δεν τον βάσταγαν να κάνει τη γύρα όπως άλλοτε. Τον περιμάζεψαν κάτι μικρανίψια του. Του έδιναν ένα πιάτο φαΐ και μια από τις νυφάδες τού ζεμάταγε κάθε δεκαπέντε τη μοναδική αλλαξιά τα εσώρουχα. Για ανταμοιβή τούς έβοσκε δυο τρεις γίδες που είχαν στο κατώι.
Πέθανε την ίδια χρονιά τον Αύγουστο μήνα. Είχε βγει έξω με
τα ζωντανά, δίψασε, κάπου έσκυψε να πιει σ' ένα λάκκο, γλίστρησε — τέσσερα
δάχτυλα νερό— και πνίγηκε.
Γεννήθηκε το 1932 στο χωριό Καράτουλα της Κυνουρίας του Ν. Αρκαδίας. Μεγάλωσε στη Σπάρτη, στο Γύθειο και στην Τρίπολη. Φοίτησε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και παρακολούθησε μαθήματα κινηματογραφίας. Ζει στην Αθήνα. Έργα του: Η κάθοδος των εννέα (1963), Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη (Μέρος πρώτο: Αμερική) (1972), Τρία ελληνικά μονόπρακτα (1978), Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο (1985), Στοιχεία για τη 94 / 314 δεκαετία του '60 (1989), Φτερά μπεκάτσας (1992), Ορθοκωστά (1994), Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη (βιβλίο δεύτερο: Βαλκανικοί-22) (2000). Έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1990.
Το 2012 του απονεμήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων και της Λογοτεχνίας από τη Διεύθυνση Γραμμάτων της Γενικής Διεύθυνσης Σύγχρονου Πολιτισμού του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, για το σύνολο του έργου του.Πολλά από τα έργα του έχουνε μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες μεταξύ των οποίων τα Αγγλικά, τα Ιταλικά, τα Γαλλικά, τα Γερμανικά, τα Ρώσικά κ.α.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ
Κ ε ί μ ε ν α Ν ε ο ε λ λ η ν ι κ ή ς Λ ο γ ο τ ε χ ν ί α
Μυστηριώδες θέλγητρον απέπνεεν η νυξ
αύτη της 3ης Ιανουαρίου του 1911. Εις τον μικρόν οικίσκον της οικίας
Παπαδιαμάντη, το παλαιόν πρεσβυτέριον, το λάδι εσώνετο εις την κανδήλαν, η
οποία εφώτιζε αμυδρώς την μικράν κάμαραν.
Ο Αλέξανδρος, όστις έκειτο επί της
κλίνης πυρέσσων, εζήτησε με τρεμάμενη φωνήν εν βιβλίον. Αυτό που το έδωκαν δεν
ήτο εκείνο που εζήτη. Εκράτησεν ωστόσο το μικρόν τομίδιον ανά χείρας και το
εθώπευσεν έχων κλειστούς τους οφθαλμούς.
Τι να εζήτει άραγε και τι να επόθει η
ψυχή του;
Μήπως τον Όμηρον, τον Θουκυδίδην, το
Ευαγγέλιον ή το μέγα ωρολόγιον;
Εγύρισε προς τον τοίχον και ήρχισε να
ψάλλει χαμηλοφώνως το δοξαστικόν της ενάτης ώρας των Θεοφανείων: «Την χείραν
σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου, έπαρον υπέρ ημών προς αυτόν
Βαπτιστά…».
Ω ναι, ήτο η φωνή του κυρ-Αλέξανδρου…που
έγινε ένα με τον άνεμον και περιέτρεχεν τα οδούς και τας ρύμας της μικράς
πολίχνης, εν είδει αποχαιρετισμού.
Η νυξ προέκοψεν και τότε ο κυρ-βοριάς
εκόπασε αισθητώς. Μία γολέττα ήτο σηκωμένη στα πανιά κι έτοιμη να βγει εκ του
λιμένος.Μία βόσκουσα φώκη εκεί πλησίον, ήκουσε προφανώς το μοιρολόγι της γραίας
Φραγκογιαννούς και το εσυντρόφευσε και αυτή. Ο αέρας τώρα έπνεε ηρέμα και η
λαμπάδα μέσα στο πρεσβυτέριο, προ της εικόνος της γλυκοφιλούσης εσβύστη. Το
λάδι είχεν σωθεί εις την κανδήλαν.
Ο κυρ-Αλέξανδρος εσταύρωσε τας χείρας
και έγειρε την κεφαλήν ως εις αγκάλην τινά. Ο ύπνος ήλθεν γλυκύς, ήτο όμως ένας
ύπνος άνευ ονείρων. Ένας ύπνος όχι εις την αγκάλην του Μορφέως, αλλ΄εις την
αγκάλην του δικαίου Κριτού, του Παλαιού των ημερών, του Τρισαγίου, όστις
αναστάς εκ νεκρών απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο.
Καλή σου νύχτα κυρ-Αλέξανδρε.
Ο Τρύφων Τσομπάνης γεννήθηκε στο Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης το 1956, όπου και διαμένει.
Είναι αναπληρωτής Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ.
Πηγή: ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ