Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2023

Καφενείο Ζαχαράτου: Το πολιτικό στέκι της Αθήνας που άφησε ιστορία

 



 O Δημήτρη Ψαθάς έγραφε στα «Αθηναϊκά Νέα»:

«Ένα τραπεζάκι και ολόγυρα ένα μούσι, ένα μονόκλ, ένας τέως υπουργός, ένας τέως στρατηγός, ένας τέως βουλευτής, ένας ναύαρχος εν αποστρατεία. Πολλαπλασιάσατε την παρέα επί πέντε, επί δέκα, επί είκοσι και θα έχετε είκοσι τραπεζάκια ή αν θέλετε τριάντα.

-Γκαρσόν!
-Διαταγάς.
-Βαρύ και όχι
Το γκαρσόνι έχει συνήθως την εμφάνησιν μέλους του συμβουλίου επικρατείας, του ελεγκτικού συνεδρίου ή συνηθέστερα την εμβρίθειαν τμηματάρχου που ετοιμάζεται να εισηγηθή και να υπογράψη. Ο κ. τέως υπουργός δεν πρόκειται να επιβαρύνη τον προϋπολογισμόν του κράτους με καμμίαν πολυέξοδον παραγγελίαν, όπως εις τας ευκλεείς ημέρας της δόξης του. Περιορίζεται σ’ ένα βαρύ-γλυκόν. Ο τέως στρατηγός δεν θα διατάξη επιφυλακήν, ούτε στρατιωτικήν προέλασιν. Επιφυλακήν των μπρικιών να μη δεχθούν ίχνος ζαχάρεως στον «σκέτο» του επιθυμεί και αρκείται από παλαιάν συνήθειαν σε μια νευρική σύσταση.
-Γρήγορα!
-Αμέσως στρατηγέ.
-Χωρίς ελιγμούς.
-Μάλιστα, στρατηγέ.
Τρείς «τέως» και δύο «εν αποστρατεία», πολλαπλασιαζόμενοι επί πέντε, επί δέκα, επί είκοσι, να η πελατεία του Ζαχαράτου.

Η παραγγελία αποτελεί παρένθεσιν σε όλα τα τραπεζάκια. Η συζήτησις είνε η ουσία. Ξαναρχίζει λοιπόν από το σημείον της διακοπής της, πότε έντονος, πότε ήρεμος, πότε νευρική, πότε θυελλώδης, πότε μυστηριακή, με βοηθητικές χειρονομίες, επεξηγηματικά, κλεισίματα ματιών, χτυπήματα χεριών, υπονοούμενα, διφορούμενα, εξυπακουόμενα, υποτιθέμενα, συμπεραινόμενα, προκύπτοντα, αποκλειόμενα, για να επεκταθή σε όλα τα γεγονότα και όλες τις ειδήσεις της ημέρας πού θα περάσουν ασφαλώς από την εξονυχιστικήν διάθεσιν της κριτικής του τραπεζιού.
-Νομίζω, στρατηγέ μου…
-Δεν είνε έτσι, φίλε μου, διότι…
-Μα δεν είνε δυνατόν αυτό, για προσέξτε…
-Μια στιγμή, παρακαλώ.
-Σας παρακαλώ.
-Σας παρακαλώ, ένα λεπτό…
Και… καλά ξημερώματα…

Το λένε καφενείον. Αδικία. Η πελατεία του, του δίδει δικαίωμα άλλου χαρακτηρισμού δικαιοτέρου. Ο τίτλος της ακαδημίας πολιτικών επιστημών θα ήταν ο μόνος που θα εταίριαζε στου Ζαχαράτου. Γιατί δεν πηγαίνει εκεί ο οποιοσδήποτε. Η πελατεία είνε ωρισμένη. Ούτε κάθεται κανείς οπουδήποτε. Οι θέσεις είνε ωρισμένες. Ο στρατηγός θα κάτση εκεί, ο κ. τέως υπουργός θα κάτση παρά πέρα, ο κ. καθηγητής θα πιάση την γωνίτσα του, ο ναύαρχος, ο συγγραφεύς, ο νομάρχης, ο τμηματάρχης, ο πλοίαρχος, η ατελείωτη σειρά των «τέως» που αποτελεί το απόθεμα των διανοητικών δυνάμεων του έθνους, έχουν τα τραπεζάκια τους όπως σε ένα σώμα που λειτουργεί κανονικά.

Είπαν του Ζαχαράτου ακόμη γερουσίαν! Όχι δα! Τι ήταν η γερουσία; Ένα σώμα νομοθετικόν πού ημπορεί να ιδρυθή και να καταργηθή κατά τις περιστάσεις. Φθαρτή υπόθεσις. Ζήτημα κυβερνητικής αντιλήψεως που περιλαμβάνεται σε μίαν συνταγματικήν διάταξιν. Ή υπάρχει ή δεν υπάρχει.

Του Ζαχαράτου όμως αποτελεί σώμα ιδιόρρυθμον, καθαρώς ελληνικόν πού πηγάζει από τα βάθη της πολιτικολογικής ιδιοσυγκρασίας του Έλληνος, όπως πηγάζει ο καφές από το μπρίκι. Δεν μπορεί να περιληφθή τόσον εύκολα σε ένα χαρακτηρισμόν, να υποβληθή εις συγκρίσεις και παραλληλισμούς. Η αρμοδιότης του βγαίνει από τα καθιερωμένα όρια των σωμάτων του είδους. Μάλλον δεν έχει όρια καθώς υψώνεται εις το επίπεδον παναρμοδιότητος. Η αποστολή του είνε πολύπλοκη, συμβουλευτική, εισηγητική, νομοθετική αλλά προ παντός πληροφοριακή.
Η ενδιαφέρουσα είδησις εκεί θα φθάση πρώτα. Μυστηριώδης, γεμάτος πληροφορίας «εξ ασφαλούς πηγής» θα μπή ο κ. τέως πού διατηρεί πάντα άμεσον επαφήν με την πολιτικήν ζωήν, και θα πάρη την θέσιν του στο τραπεζάκι.
-Λοιπόν; Τι μαθαίνεις;
-Ψί-ψί-ψί-ψί…
-Μπά; Τι λές αδελφέ;
-Ψί-ψί-ψί-ψί…
-Δεν είνε δυνατόν. Για στάσου… από πού τώμαθες;
-Ψί-ψί-ψί-ψί…
Πότε αναλαμβάνεις;
-Ψί-ψί-ψί. Γκαρσόν, ένα γλυκύ βραστόν…»

Πηγή: enikos.gr

Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2023

Κώστας Περδίκης: Όγδοα γενέθλια

 Σήμερα συμπληρώνονται οκτώ (8) χρόνια ζωής του Φανοστάτη.

Ευχαριστούμε τις φίλες και τους φίλους του!

Συνεχίζουμε...



Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2023

Κώστας Περδίκης: Παρωνύμια ( παρανόμια, παρατσούκλια) του τόπου μας

 

(Διορθωμένος και συμπληρωμένος κατάλογος) 

Α

Άγριος

Αδαμάκος

Αλαπάκης

Αλμπάνης

Άντζας

Αλούπης

Αμαρτίας

Ασπρούλης

Β

Βαθρακοίλας

Βάκης

Βαρελάς

Βελής

Βλάχος

Βίτος

Βουρλιάς

Γ

Γαλάνης

Γάλλος

Γατζούνης

Γιαγκούλας

Γιατράκος

Γίδας

Γιώργαρος

Γκάκστερ

Γκαρίλος

Γκέκας

Γκουτζαβός

Γκούφης

Γλόμπος

Γλου

Γραφάκος

Γυαλάκιας

Γυφτοβασιλάκης

Γύφτος

Δ

Δημητρίκας

Δόλιος

Ζ

Ζαγκλακάς

Ζυγούρης

Κ

Καβαλάρης

Καδρόνας

Καλατζής

Καλόγερος

Καλύβας

Κανατάς

Καντιλιέρης

Καραβίδας

Καραμπαμπάμ

Κάρκαλης

Καρκαλέτσος

Καρούτας

Καρτινός

Καρράς

Κασόλος

Καφίρας

Καψόκωλας

Καλαμπάκας

Καπαρός

Καπελής                              

Κατσάκος

Κατσακούρης

Κατσικοφονιάς

Κατσιφώλης

Κατσούλας

Καραπιπέρης

Κάρτας

Καρτινός

Κατσακλής

Κλίγκος

Κόκκινος

Κοκοβιός

Κοκόσης

Κολοκύθης

Κομάν

Κοντύλης

Κόρδας

Κορδελής

Κορδόγιαννης

Κορέλας

Κοροκοκιός

Κότσαλος

Κοτσάφτης

Κρούσιας

Κουγιούφας

Κούκιος

Κούκλινος

Κουκουβάγιας

Κούλης

Κούνος

Κουτσόγιαννης

Κουτοκανέλλος

Κουτσουνέλος

Κουτσοχρήστος

Κουφαηδόνης

Κουφός

Κοψοχείλης

Κρανίτης

Κρεμύδας

Κύκλωπας

Κωλαράς

Κωλοπιλάλας

Κωστάρας

Κωτσαρέλος

Λ

Λαράς

Λέου

Λιγδής                                  

 Λιμάς

Λουκουματζού

Λουμπούσκης

Μ

Μάγος

Μαγιός

Μάλιος

Μαμούτης

 Μανέτας

Μαρκεζίνης

Μασόνος

Ματζαβίνας

Ματσούκας

Μελισσοκόμος

Μερεκεκές

Μητσαράς

Μιτσινάς

Μουγκός

 Μούκας

 Μουλιάρας

Μούργος

Μουρούζενα

Μουρτζοβασίλω

Μούρτζος

Μούστος

Μουτράς

Μουτσούλας

Μπαγλάνης

Μπακαντώνης

Μπάκας

Μπάκουλας

Μπαλασκάς

Μπαμίτσας

Μπαρέλας

Μπαρζελάς

Μπάτσινας

Μπελοχόνιας

Μπελέκας

Μπεμπέκα

Μπενέτος

Μπήκας

Μπίζας

Μπίκιος

Μπιλιλής

Μπιτζήλας

Μπλαμ

Μπόγρης

Μπόμπιρας

Μπότης

Μπουγάς

Μπουζιώτης

Μπούρης

Μπρίκης

Ν

Νέγκας

Νεροχύτης

Νικάκης

Νικολούλιας

Νινής

Νούρος                             

Νταβέλης

Ντάλας

Νταλεφώτης

Νταντούλας

Ντίντας

Ντόντος

Ντούντουνας

Ντούτσος

Ντουφεκάς

Νύσιος

Ξ

Ξιφαράς

Ξιφέας

Ξυδιάς

Ξυμυτούλιας

Ξύστρας

Π

Παγάνης

Παπάκης

Πατάκης

Πατέρας

Πατσαβούρας

Πατσέτας

Πατσολιάς

Πατσούρης

Παχής

Πίπας

Πλιάκος

Ποντίκας

Πούλιας

Πράπας

Πυτούρης

Ρ

Ρέγγος

Ρέπας

Ρόκας

Σ

Σαμπρής

Σαρδελόγιαννης

Σαμάρας

Σγαρτσής

Σελέτος

Σκαπέτας

Σκέτζος

Σκούνα

Σκουράτζος

Σκουριάς

Σκουριασμένος

Σκουτζούρης

Σκορδοβραγιάς

Σμαίλακας

Σούκος

Σουλίμης

Σούφης

Σπαής

Σπόρος

Σπυρολιάς

Σταβάρας

Σταθούλης

Σφήκας

Τ

Τασιός

Τεμπούλης

Τζαχιώτης

Τζίμης

Τομαράς

Τούντας

Τραγουλός

Τσαβλής

Τσαγκάρης

Τσάκαλος

Τσαλδάρης

Τσάος

Τσαπαρίκος

Τσαφούλας

Τσέλιος

Τσέχος

Τσιγαρίδας

Τσιγκάρης

Τσιπάς

Τσίτας

Τσορέλας

Τσουρούλιας

Τσούρας

Φ

Φαναράς

Φιλοσόφ

Φράγκος

Φυσαέρης

Χ

Χαλής

Χάπας

Χατζηανέστης

Χέζας

Χελώγιαννης

Χειλάς

Ψ

Ψούλης

Ψόφιος  

 

 

Υ.Γ.

Θέλω να εκφράσω τις ευχαριστίες μου σε όλους τους συμπολίτες μου, που με τη βοήθειά τους, συνετέλεσαν στο να διορθωθεί και να συμπληρωθεί, κατά το δυνατόν, ο αρχικός κατάλογος με τα παρατσούκλια του τόπου μας.

Ήδη, ο παρών κατάλογος ξεπέρασε τα τριακόσια (300).

Απομένει βέβαια μια άλλη ενδιαφέρουσα, αλλά και δύσκολη εργασία, εκείνη που θα εξηγεί και θα δικαιολογεί τη σημασία, αλλά και το πώς προέκυψε το κάθε παρατσούκλι… 


Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2023

Κώστας Περδίκης:

 

Παρωνύμια ( παρανόμια,  παρατσούκλια)

του τόπου μας


Α

Άγριος

Αδαμάκος

Αλαπάκης

Αλμπάνης

Β

Βαρελάς

Βλάχος

Βίτος

Γ

Γαλάνης

Γατζούνης

Γεραμούτσος

Γιατράκος

Γίδας

Γιώργαρος

Γκαρίλος

Γλόμπος

Γυαλάκιας

Γυφτοβασιλάκης

Γύφτος

Ζ

Ζαγκλακάς

 

Κ

Καβαλάρης

Καδρόνας

Καλατζής

Καλόγερος

Καλύβας

Καρδαράς

Κάρκαλης

Καρούτας

Καρτινός

Καρράς

Κασόλος

Καφίρας

Καψόκωλας

Καλαμπάκας

Καπαρός

Καπελής                              


Κατσάκος

Κατσακούρης

 Καραπιπέρης

Κάρτας


Καρτινός

Κατσακλής

Κλίγκος

Κόκκινος

Κολοκύθης

Κοντύλης

Κορδελής

Κορέλας

Κοροκοκιός

Κότσαλος

Κοτσάφτης

Κουγιούφας

Κούκιος

Κούκλινος


Κούλης

Κουτσουνέλος

Κουφαηδόνης

Κουφός

Κοψοχείλης

Κύκλωπας

Κρανίτης

Κρεμύδας

Κωλαράς

Κωστάρας

Κωτσαρέλος

Λ

Λαράς                                  

 Λιμάς

Λουμπούσκης

Λουριδάς

Μ

Μαγιός

Μάλιος

 Μανέτας

Μαρκεζίνης

Μερεκεκές

Μιτσινάς

 Μούκας

 Μουλιάρας

Μουρτζοβασίλω

Μούρτζος

Μούστος

Μουτράς

Μουτσούλας

Μπαγλάνης

Μπάκουλας

Μπαλασκάς

Μπαμίτσας

Μπαρέλας

Μπάτσινας

Μπελέκας

Μπήκας

Μπίζας

Μπόγρης

Μπότης

Μπούρης

Μπρίκης

Ν

Νέγκας

Νικολούλιας

Νινής

Νούρος                             

Νταβέλης

Ντάλας

Νταντούλας

Ντίντας

Ντούντουνας

Ξ

Ξακουζάς

Ξυδιάς

Π

Παπάκης

Πατέρας

Πατσαβούρας

Πατσέτας

Πατσολιάς

Παχής

Πλιάκος

Ποντίκας

Πούλιας

Πυτούρης

Ρ

Ρέπας

Ρόκας

Σ

Σαμπρής

Σαρδελόγιαννης

Σαμάρας

Σγαρτσής

Σελέτος

Σκέτζος

Σκούνα

Σκουράτζος

Σκουριάς

Σκουτζούρης

Σκορδοβαγιάς

Σμαίλακας

Σπόρος

Σπυρολιάς

Σταθούλης

Σφήκας

Τ

Τεμπούλης

Τζαχιώτης

Τομαράς

Τσαβλής

Τσαγκάρης

Τσάκαλος

Τσαλδάρης

Τσάος

Τσαπαρίκος

Τσαφούλας

Τσιγαρίδας

Τσιγκάρης

Τσιπάς

Τσίτας

Τσόπελας

Τσορέλας

Τσούρας

Φ

Φαναράς

Φιλοσόφ

Φυσαέρης

Χ

Χαλής

Χατζηανέστης

Χέζας

Ψ

Ψούλης

Ψόφιος                          


 

*Ευπρόσδεκτη η συνδρομή των φίλων κα με άλλα παρατσούκλια, για την συμπλήρωση του καταλόγου.

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2023

Παυλίνα Παμπούδη:

 Μνήμη Γιώργου Σεφέρη (29/2/1900 – 20/9/1971)


 

  • Post author:

Ποιος – τι ήταν ο Γιώργος Σεφέρης;

* Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα

* Κράτησε τη ζωή του ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή

*Του άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά κι οι ζωγραφιές της θάλασσας

* Είδε τις φλέβες των ανθρώπων

 σαν ένα δίχτυ των θεών όπου μας πιάνουν σαν τ’ αγρίμια

 προσπάθησε να το τρυπήσει

* Κι είχε στα μάτια ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης.

 

Τον περιγράφω όπως τον είδα τελικά με τα χρώματα και το μαύρο των στίχων του, όπως τελικά τον ανακάλυψα.

Διάβασα τα ποιήματα του, πολύ νεαρή, με σεβασμό (αλλά όχι με ταραχή, όπως τα αντίστοιχα του Ελύτη που συνέβη να ανακαλύπτω επίσης εκείνη την εποχή…)

Μετά τον διάβαζα, βεβαίως, συχνά – όμως απλώς τον διάβαζα: δεν κατέφευγα σ’ αυτόν – δεν τον ένιωθα «ποιητένιο» ποιητή.

Θεωρούσα πάντα την ποίηση άνθος ή καρπό μιας παράξενης κατάστασης χάριτος, τη συνέδεα με τα μεγάλα πετάγματα, τις εξάρσεις και τις εκστάσεις μιας εφηβείας στο διηνεκές. Η δική του ποίηση, όμως, βρισκόταν ανέκαθεν σε ηλικίωση, εξέπεμπε σε άλλες συχνότητες.

Ο Γιώργος Σεφέρης ήταν για μένα πολύ «καθώς πρέπει»: σοβαρός αστός, αυστηρός, βαρύς (με τούτο το μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια), μπορούσα αβασάνιστα να ταυτίζω την αίσθηση που απέπνεε η ποιητική του μ’ εκείνη τη μελαγχολία ενός ευαίσθητου φαρμακοποιού που διανυκτερεύει.

Τη δεύτερη απόπειρα προσέγγισης στο έργο του την έκανα μετά το θάνατό του. Ο λόγος του νομπελίστα ποιητή αδιάκοπα αναδυόταν στο νου μου

σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας

 μέσα στα χάσματα της αστραπής –  μια λάμψη καθοδηγητική.

Ακόμα όμως δεν ήμουν έτοιμη: πάλι δεν άγγιζε την καρδιά μου. Το περισσότερο που μπορούσα να κάνω ήταν μια «φιλολογική» προσέγγιση – όπως άρμοζε σ’ ένα έργο που δεν το αντιλαμβανόμουν ως ζωντανό αλλά ως «μνημειωμένο»…

 

Ο Γιώργος Σεφέρης, αντικειμενικά, είχε όλες τις αρετές: ήταν απαλλαγμένος από περιττό φόρτο κοσμητικών και περιφράσεων, ήταν άμεσος, λιτός πυκνός… Τους στίχους του, ενορχηστρωμένους με τραγικότητα χορικών, τους διέτρεχαν φλέβες ρυθμών: αλλού ο δεκαπεντασύλλαβος, αλλού ο δεκατρισύλλαβος, ακόμα και επτασύλλαβος και εννεασύλλαβος… Υπήρχε μια   πολυσύνθετη,  οργανωμένη, κινησιολογία των λέξεων – έδειχνε πόσο τον απασχολούσε η μορφή καθώς έκτιζε το ποίημα.

Αυτού του είδους ο διαυγής λόγος, άριστο όχημα σε δοκιμιακό πεδίο (δύσβατο για μένα), φαινόταν να αποσκοπεί και στην εξερεύνηση κάποιων απόκρυφων τοπίων μιας βαθιάς, καθολικής μυθολογίας – ταξίδευε στην ιστορία, στο χρόνο, διαπλέοντας τις Συμπληγάδες της μοίρας του ανθρώπου – αλλά εμένα δεν με οδηγούσε πουθενά. Παρέμενα καχύποπτη. Αυτές οι «αρετές» με έκαναν επιφυλακτική, μου φαινόταν ότι το ποίημα ήταν «υπερσυνειδητό υποσυνείδητο» τέχνημα,  δεν του είχε δοθεί – το είχε εκβιάσει, το είχε επεξεργαστεί εξαντλητικά  και η  εφηβική μου αντίληψη περί ποίησης (την οποία διατηρούσα), αντιδρούσε. (Τ’ είναι ποιητής , τι μη ποιητής / και τι τ’ ανάμεσό τους; αναρωτιόμουν, παραφράζοντας δικό του στίχο (!)…)*

Αδυνατούσα να μεθέξω συγκινησιακά στο έργο του, όσο στο έργο του Ελύτη λ.χ. Αλλά, βέβαια «δεν μπορούμε να μετρούμε το ένα έργο με το άλλο –να πούμε πως ο Παλαμάς είναι ένα ελαττωματικό είδος Σολωμού, ο Σικελιανός ένα ελαττωματικό είδος Παλαμά, ο Καβάφης ένα ελαττωματικό είδος Σικελιανού» – όπως λέει ο ίδιος ο Γιώργος  Σεφέρης. Εκείνος, ήταν είδος από μόνος του και ο μόνος από το είδος του – και αυτό τελικά μετράει, όχι ο βαθμός συγγενείας που περιμένεις να αναγνωρίσεις…

Το ανάστημά του, το μέγεθός του, το βάρος του, ο ίσκιος του, εμπόδιζαν τότε τη χαμηλή βλάστηση της σκέψης μου ολόγυρά του…

Χρόνια ολόκληρα ο αμφίβιος πεζός / ρυθμικός λόγος του αργόπλεε μισοβυθισμένος στον νου μου, προσεχτικά, κρατώντας ισορροπία και αποστάσεις από κάθε άλλον.

Αυτός ο Λόγος, όμως, με είχε διαποτίσει ερήμην, η ηχώ του με ακολουθούσε από την εφηβεία μου – από τότε που τον μισοάκουσα απρόσεχτα. Και μόνο στην πραγματική Ποίηση:

σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό.

Τώρα καταλαβαίνω. Τα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, συμπυκνωμένα σχεδιάσματα μεγάλης πνευματικής δυναμικότητας ή βαριά ολόγλυφα σήματα -κάτι στέρεο που διαρκεί στο χρόνο-, αυτά που έβλεπα ως «σχολαστικά ποιητικά», ως επιτύμβια, μουσειακά, ποιήματα αγάλματα, μάρμαρα σπασμένα, κολόνες, πέτρες, ήταν τα δομικά υλικά με τα οποία εκείνος αρχιτεκτονούσε την αθανασία.

Τη δική του και της φυλής:

Τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα

Τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα

Τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.

Κι αυτό συνέβαινε, ίσως, γιατί ήξερε κάτι άρρητο:

Οι άγγελοι είναι λευκοί

πυρωμένοι λευκοί

και το μάτι μαραίνεται που θα τους αντικρίσει

και δεν υπάρχει άλλος τρόπος

πρέπει να γίνεις σαν την πέτρα όταν γυρεύεις τη συναναστροφή τους…

 

Ο χρόνος είναι άσχετος. Ο ίδιος ο ποιητής, ταξιδεύοντας πάντα παρά δήμον ονείρων,  γνέφει μεγαλόψυχα:

…κι είναι δικό σου αυτό το τριαντάφυλλο είναι δικό σου

 μπορείς να το πάρεις τώρα ή αργότερα, όταν θελήσεις.

 

Εγώ το παίρνω λοιπόν τώρα (τόσο αργότερα), και το ασπάζομαι.

Τώρα γνωρίζω πως όποτε κι αν αφεθείς, βρίσκεσαι ξαφνικά μέσα στην ποίησή του σαν 

σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά

 τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα,

μην ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα,

 γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα

καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών

 θ’ αδειάσει η θάλασσα,

θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο

 θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας

πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

 

*Σ.Σ: Ο στίχος “τι ο θεός, τι μη θεός και τι τ’ ανάμεσό τους” ό, τι θεός ή μη θεός ή το μέσον / τις φησ΄ερευνήσας βροτών “είναι από την ΕΛΕΝΗ του Ευριπίδη – Τον είχε παραφράσει και ο Γ. Σεφέρης…

Η Παυλίνα Παμπούδη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1948, όπου ζει και εργάζεται. Η καταγωγή της είναι από το Ηράκλειο Κρήτης και τη Χαλκίδα. Τελείωσε τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών (τμήμα Ιστορικό Αρχαιολογικό), παρακολούθησε μαθήματα στην ΑΣΚΤ( Ανώτατη Σχολή, στο κολέγιο Byam Shaw School of Art του Λονδίνου, και Μαθηματικών στη Φυσικομαθηματική Σχολή. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει 16 ποιητικές συλλογές, 6 βιβλία πεζογραφίας, περισσότερα από 40 βιβλία δήθεν για παιδιά και έχει κάνει περισσότερες από 20 μεταφράσεις ( Λιούις. Κάρολ, Α.Α. Μάιλν, Τσαρλς. Ντίκενς, Τ.Σ. Έλιοτ, Ρόμπερτ Στίβενσον Α. Τσέχωφ, Πιοτρ Γιερσώφ, Μαρκ Τουαίην, Χαλίλ Γκιμπράν, Ρ. Ντόυλκ.α.) Επίσης, έχει κάνει τρεις ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, έχει γράψει αρκετά σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και πολλά τραγούδια.

Εργάστηκε ως κειμενογράφος σε διαφημιστικές εταιρείες και ως editor σε εκδοτικό οίκο. Σήμερα, έχει την αρχισυνταξία του ηλεκτρονικού περιοδικού λόγου και τέχνης Περί ου. www.Periou.gr . Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών..


Πηγή: ''Περί ου''

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2023

Νίκος Πλατύραχος (1965): ''ΣΜΥΡΝΗ''


 

O Nίκος Πλατύραχος γράφει μουσική. Με τις νότες του έχει ντύσει πάνω από 30 ταινίες του ελληνικού και ευρωπαϊκού κινηματογράφου και έχει βραβευτεί πολλές φορές για το έργο του που είναι μεγάλο και έχει αναγνωριστεί και στο εξωτερικό. Γράφει επίσης μουσική για θεατρικά έργα, καθώς και έργα για ορχήστρα και μικρότερα σύνολα, που εκτελούνται στην Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.