Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2023

Παυλίνα Παμπούδη:

 Μνήμη Γιώργου Σεφέρη (29/2/1900 – 20/9/1971)


 

  • Post author:

Ποιος – τι ήταν ο Γιώργος Σεφέρης;

* Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα

* Κράτησε τη ζωή του ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή

*Του άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά κι οι ζωγραφιές της θάλασσας

* Είδε τις φλέβες των ανθρώπων

 σαν ένα δίχτυ των θεών όπου μας πιάνουν σαν τ’ αγρίμια

 προσπάθησε να το τρυπήσει

* Κι είχε στα μάτια ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης.

 

Τον περιγράφω όπως τον είδα τελικά με τα χρώματα και το μαύρο των στίχων του, όπως τελικά τον ανακάλυψα.

Διάβασα τα ποιήματα του, πολύ νεαρή, με σεβασμό (αλλά όχι με ταραχή, όπως τα αντίστοιχα του Ελύτη που συνέβη να ανακαλύπτω επίσης εκείνη την εποχή…)

Μετά τον διάβαζα, βεβαίως, συχνά – όμως απλώς τον διάβαζα: δεν κατέφευγα σ’ αυτόν – δεν τον ένιωθα «ποιητένιο» ποιητή.

Θεωρούσα πάντα την ποίηση άνθος ή καρπό μιας παράξενης κατάστασης χάριτος, τη συνέδεα με τα μεγάλα πετάγματα, τις εξάρσεις και τις εκστάσεις μιας εφηβείας στο διηνεκές. Η δική του ποίηση, όμως, βρισκόταν ανέκαθεν σε ηλικίωση, εξέπεμπε σε άλλες συχνότητες.

Ο Γιώργος Σεφέρης ήταν για μένα πολύ «καθώς πρέπει»: σοβαρός αστός, αυστηρός, βαρύς (με τούτο το μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια), μπορούσα αβασάνιστα να ταυτίζω την αίσθηση που απέπνεε η ποιητική του μ’ εκείνη τη μελαγχολία ενός ευαίσθητου φαρμακοποιού που διανυκτερεύει.

Τη δεύτερη απόπειρα προσέγγισης στο έργο του την έκανα μετά το θάνατό του. Ο λόγος του νομπελίστα ποιητή αδιάκοπα αναδυόταν στο νου μου

σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας

 μέσα στα χάσματα της αστραπής –  μια λάμψη καθοδηγητική.

Ακόμα όμως δεν ήμουν έτοιμη: πάλι δεν άγγιζε την καρδιά μου. Το περισσότερο που μπορούσα να κάνω ήταν μια «φιλολογική» προσέγγιση – όπως άρμοζε σ’ ένα έργο που δεν το αντιλαμβανόμουν ως ζωντανό αλλά ως «μνημειωμένο»…

 

Ο Γιώργος Σεφέρης, αντικειμενικά, είχε όλες τις αρετές: ήταν απαλλαγμένος από περιττό φόρτο κοσμητικών και περιφράσεων, ήταν άμεσος, λιτός πυκνός… Τους στίχους του, ενορχηστρωμένους με τραγικότητα χορικών, τους διέτρεχαν φλέβες ρυθμών: αλλού ο δεκαπεντασύλλαβος, αλλού ο δεκατρισύλλαβος, ακόμα και επτασύλλαβος και εννεασύλλαβος… Υπήρχε μια   πολυσύνθετη,  οργανωμένη, κινησιολογία των λέξεων – έδειχνε πόσο τον απασχολούσε η μορφή καθώς έκτιζε το ποίημα.

Αυτού του είδους ο διαυγής λόγος, άριστο όχημα σε δοκιμιακό πεδίο (δύσβατο για μένα), φαινόταν να αποσκοπεί και στην εξερεύνηση κάποιων απόκρυφων τοπίων μιας βαθιάς, καθολικής μυθολογίας – ταξίδευε στην ιστορία, στο χρόνο, διαπλέοντας τις Συμπληγάδες της μοίρας του ανθρώπου – αλλά εμένα δεν με οδηγούσε πουθενά. Παρέμενα καχύποπτη. Αυτές οι «αρετές» με έκαναν επιφυλακτική, μου φαινόταν ότι το ποίημα ήταν «υπερσυνειδητό υποσυνείδητο» τέχνημα,  δεν του είχε δοθεί – το είχε εκβιάσει, το είχε επεξεργαστεί εξαντλητικά  και η  εφηβική μου αντίληψη περί ποίησης (την οποία διατηρούσα), αντιδρούσε. (Τ’ είναι ποιητής , τι μη ποιητής / και τι τ’ ανάμεσό τους; αναρωτιόμουν, παραφράζοντας δικό του στίχο (!)…)*

Αδυνατούσα να μεθέξω συγκινησιακά στο έργο του, όσο στο έργο του Ελύτη λ.χ. Αλλά, βέβαια «δεν μπορούμε να μετρούμε το ένα έργο με το άλλο –να πούμε πως ο Παλαμάς είναι ένα ελαττωματικό είδος Σολωμού, ο Σικελιανός ένα ελαττωματικό είδος Παλαμά, ο Καβάφης ένα ελαττωματικό είδος Σικελιανού» – όπως λέει ο ίδιος ο Γιώργος  Σεφέρης. Εκείνος, ήταν είδος από μόνος του και ο μόνος από το είδος του – και αυτό τελικά μετράει, όχι ο βαθμός συγγενείας που περιμένεις να αναγνωρίσεις…

Το ανάστημά του, το μέγεθός του, το βάρος του, ο ίσκιος του, εμπόδιζαν τότε τη χαμηλή βλάστηση της σκέψης μου ολόγυρά του…

Χρόνια ολόκληρα ο αμφίβιος πεζός / ρυθμικός λόγος του αργόπλεε μισοβυθισμένος στον νου μου, προσεχτικά, κρατώντας ισορροπία και αποστάσεις από κάθε άλλον.

Αυτός ο Λόγος, όμως, με είχε διαποτίσει ερήμην, η ηχώ του με ακολουθούσε από την εφηβεία μου – από τότε που τον μισοάκουσα απρόσεχτα. Και μόνο στην πραγματική Ποίηση:

σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό.

Τώρα καταλαβαίνω. Τα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, συμπυκνωμένα σχεδιάσματα μεγάλης πνευματικής δυναμικότητας ή βαριά ολόγλυφα σήματα -κάτι στέρεο που διαρκεί στο χρόνο-, αυτά που έβλεπα ως «σχολαστικά ποιητικά», ως επιτύμβια, μουσειακά, ποιήματα αγάλματα, μάρμαρα σπασμένα, κολόνες, πέτρες, ήταν τα δομικά υλικά με τα οποία εκείνος αρχιτεκτονούσε την αθανασία.

Τη δική του και της φυλής:

Τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα

Τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα

Τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.

Κι αυτό συνέβαινε, ίσως, γιατί ήξερε κάτι άρρητο:

Οι άγγελοι είναι λευκοί

πυρωμένοι λευκοί

και το μάτι μαραίνεται που θα τους αντικρίσει

και δεν υπάρχει άλλος τρόπος

πρέπει να γίνεις σαν την πέτρα όταν γυρεύεις τη συναναστροφή τους…

 

Ο χρόνος είναι άσχετος. Ο ίδιος ο ποιητής, ταξιδεύοντας πάντα παρά δήμον ονείρων,  γνέφει μεγαλόψυχα:

…κι είναι δικό σου αυτό το τριαντάφυλλο είναι δικό σου

 μπορείς να το πάρεις τώρα ή αργότερα, όταν θελήσεις.

 

Εγώ το παίρνω λοιπόν τώρα (τόσο αργότερα), και το ασπάζομαι.

Τώρα γνωρίζω πως όποτε κι αν αφεθείς, βρίσκεσαι ξαφνικά μέσα στην ποίησή του σαν 

σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά

 τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα,

μην ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα,

 γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα

καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών

 θ’ αδειάσει η θάλασσα,

θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο

 θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας

πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

 

*Σ.Σ: Ο στίχος “τι ο θεός, τι μη θεός και τι τ’ ανάμεσό τους” ό, τι θεός ή μη θεός ή το μέσον / τις φησ΄ερευνήσας βροτών “είναι από την ΕΛΕΝΗ του Ευριπίδη – Τον είχε παραφράσει και ο Γ. Σεφέρης…

Η Παυλίνα Παμπούδη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1948, όπου ζει και εργάζεται. Η καταγωγή της είναι από το Ηράκλειο Κρήτης και τη Χαλκίδα. Τελείωσε τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών (τμήμα Ιστορικό Αρχαιολογικό), παρακολούθησε μαθήματα στην ΑΣΚΤ( Ανώτατη Σχολή, στο κολέγιο Byam Shaw School of Art του Λονδίνου, και Μαθηματικών στη Φυσικομαθηματική Σχολή. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει 16 ποιητικές συλλογές, 6 βιβλία πεζογραφίας, περισσότερα από 40 βιβλία δήθεν για παιδιά και έχει κάνει περισσότερες από 20 μεταφράσεις ( Λιούις. Κάρολ, Α.Α. Μάιλν, Τσαρλς. Ντίκενς, Τ.Σ. Έλιοτ, Ρόμπερτ Στίβενσον Α. Τσέχωφ, Πιοτρ Γιερσώφ, Μαρκ Τουαίην, Χαλίλ Γκιμπράν, Ρ. Ντόυλκ.α.) Επίσης, έχει κάνει τρεις ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, έχει γράψει αρκετά σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και πολλά τραγούδια.

Εργάστηκε ως κειμενογράφος σε διαφημιστικές εταιρείες και ως editor σε εκδοτικό οίκο. Σήμερα, έχει την αρχισυνταξία του ηλεκτρονικού περιοδικού λόγου και τέχνης Περί ου. www.Periou.gr . Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών..


Πηγή: ''Περί ου''

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2023

Νίκος Πλατύραχος (1965): ''ΣΜΥΡΝΗ''


 

O Nίκος Πλατύραχος γράφει μουσική. Με τις νότες του έχει ντύσει πάνω από 30 ταινίες του ελληνικού και ευρωπαϊκού κινηματογράφου και έχει βραβευτεί πολλές φορές για το έργο του που είναι μεγάλο και έχει αναγνωριστεί και στο εξωτερικό. Γράφει επίσης μουσική για θεατρικά έργα, καθώς και έργα για ορχήστρα και μικρότερα σύνολα, που εκτελούνται στην Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.

Σάββατο 8 Ιουλίου 2023

Τ. Μωραϊτίνη (1875-1952): Η Αθήνα που έρχεται-Ένα προφητικό χρονογράφημα («ΕΘΝΟΣ», 1936)

 

Περπατώντας κανείς στο ιστορικό κέντρο της πόλης μας θλίβεται, όταν αναλογίζεται πόσο διαφορετικό θα ήταν αν διατηρούσε την παλιά του, ενιαία κλασική εικόνα. 


«Η Αθήνα που έρχεται. Παλαιός Αθηναίος μου γράφει για την Αθήνα που φεύγει και την Αθήνα που έρχεται. Και ευρίσκει πως η Αθήνα που έρχεται με τις πολυώροφες πολυκατοικίες, μοιάζει με ξιππασμένη νεόπλουτο που φορτώνεται τα μεταξωτά της και τα λιλιά της για να βγη στον περίπατο.  Δεν έχει άδικο ο άνθρωπος. Όλα τα παλαιά αρχοντικά σπίτια με την σεμνή και επιβλητικήν όψιν τους, με το λευκόν τους μάρμαρον που εταίριαζε τόσο με το φως της αττικής ημέρας, γκρεμίζονται για να μπουν στη θέσι τους οι τεράστιοι, οι βαρείς και άκομψοι όγκοι των πολυκατοικιών και δεν είνε τα ιστορικά σπίτια που κατεδαφίζονται –αυτά δεν τα εσεβάσθημεν ποτέ-, είνε τα ωραία παλαιά, αλλά άριστα διατηρούμενα μέγαρα της οδού Πατησίων, της οδού Κηφισίας, της οδού Πανεπιστημίου.

Τουλάχιστον, αν εγκρεμίζοντο οι παληάτσες ή αν εκτίζοντο οι μάνδρες. Αλλά δεν συμβαίνει αυτό. Οι μάνδρες και οι παληάτσες μένουν και γκρεμίζονται τα αρχιτεκτονικά κομψοτεχνήματα που ήσαν τα στολίδια της πρωτευούσης.

Και έτσι η Αθήνα, η αρχοντική Αθήνα με την ευγένειαν που της έδινε η λιτή γραμμή της παλαιάς αρχιτεκτονικής, φεύγει για να παραχωρήσει τη θέσι της εις την πλουτήσασαν, αιφνιδίως, πλύντριαν, στους ξιππασμένους αντιαισθητικούς όγκους που ανεβαίνουν προς ένα ουρανόν, που δεν είνε ούτε αμερικανικός, ούτε γερμανικός, αλλά αττικός και δεν ανέχεται την αυθάδειαν του ουρανοξύστου.

Αλλά σας λέγουν: Είνε η αρχιτεκτονική της ανάγκης. Το παλαιόν σπίτι δεν αποδίδει. Το οικόπεδον πρέπει να χρησιμοποιηθή ολόκληρον, δεν πρέπει να μείνη ούτε ρούπι άκτιστο. Δένδρα πουθενά, φύλλο πράσινο πουθενά. Αναπνοή πουθενά, χαρά πουθενά. Όλα πρέπει να γίνουν εισόδημα. Αλλ’αυτό λέμε και εμείς. Είνε η Αθήνα που έρχεται με την μπακάλικη αντίληψη για να διαδεχθή την Αθήνα που φεύγει…».


Πηγή: Η παλιά Αθήνα

Σάββατο 1 Ιουλίου 2023

Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011):


 

                                      Εσπερινός της αγάπης


Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;


Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές


Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί – ξεχασμένοι έστω –
εκεί έρχεται το μαντάτο τους. 

Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά. 

Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται. 

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.



Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι 


    Μεγαλώσαμε και είμαστε
    πολύ πικραμένοι.

    Δεν μας παρηγορεί η υγεία:
    μια πλήξη πια
    υγιείς εμείς
    μόνο για να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.

    Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα
    Εχομε τόσα
    που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

    Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:
    μάς παραδίδονται αφειδώς
    γιατί το σφρίγος πάντοτε
    ποθούσε τη σοφία.

    Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
    Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ
    πικραμένοι.

    Αυτό μονάχα μάς παρηγορεί.


    Ο Γιάννης Βαρβέρης (Αθήνα1955 - 25 Μαΐου 2011) ήταν Έλληνας ποιητής της γενιάς του '70, κριτικός, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών.[3] Στράφηκε στη λογοτεχνία, εκδίδοντας επτά ποιητικά έργα και μεταφράσεις από την Αττική Κωμωδία και την ξένη λογοτεχνία. Ανθολογημένη η ποίησή του έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, όπως είναι η αγγλική, η γαλλική, η γερμανική, η ιταλική, η ισπανική και η ρουμανική.[4]

    Για το συνολικό του έργο απέσπασε σειρά βραβείων:

    ·         1996, Κρατικό βραβείο Κριτικής – Δοκιμίου.

    ·         2001, Βραβείο Καβάφη για την ποιητική συλλογή Ποιήματα 1975-1996 (Κέδρος, 2000).

    ·         2002, Βραβείο Ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω» για την ποιητική συλλογή Στα ξένα (Κέδρος, 2001)

    ·         2010, Βραβείο Ποιήσεως του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του ποιητικού του έργου[4]

    Πηγές: Μονόκλ, Andro