Είχε μεσημεριάσει για τα
καλά, όταν κατηφορίζοντας την Πανεπιστημίου με τον θείο μου, τον Μήτσο, μου
έδειξε και μου είπε δυο λόγια για τα κτίρια που συναντήσαμε, την Ακαδημία, το
Πανεπιστήμιο και τη Βιβλιοθήκη. Στο πεζοδρόμιο κόσμος πολύς ανεβοκατέβαινε
βιαστικός, μπαϊλντισμένος από την πολλή ζέστη.
Περάσαμε έξω από το Σινεάκ και
φτάνοντας στην Ομόνοια ανεβήκαμε στο τραμ, που από την Πειραιώς, όπως μου
είπε, πήγαινε μέχρι το Ρουφ. Κατεβήκαμε στην πλατεία Κουμουνδούρου. Ούτε εκατό
μέτρα από τη στάση, στην οδό Κριεζή 5, ήταν το σπίτι όπου έμεναν, με νοίκι.
Με το που ξεκλείδωσε την
εξώπορτα, άρχισε το δικό μου ψυχοπλάκωμα. Στο μισοσκόταδο, ανεβήκαμε την
ξύλινη σκάλα που έτριζε στο κάθε μας βήμα, για τον πάνω όροφο. Η Αρχοντία, η
θεία μου, φορώντας τη μακριά της ρόμπα, με καλωσόρισε στο πλατύσκαλο με μια
φωνή χοντρή, απ’ το τσιγάρο. Έδειχνε να μ’ αγαπάει, αλλά εγώ δεν μπόρεσα ποτέ
να πω το ίδιο για κείνη.
Όλα μέσα σε κείνο το σπίτι
ήσαν μια παλιατζούρα. Περασμένες δόξες, έπιπλα, κουρτίνες, πίνακες. Βγήκα κατ’
ευθείαν στο μπαλκονάκι, που έβλεπε στην πλατεία και τουλάχιστον εκεί υπήρχε
άπλετο φως. Μέχρι που σκοτείνιασε έμεινα εκεί να χαζεύω, κάτω, τ’ αυτοκίνητα
και τον κόσμο.
Στη μέση της πλατείας, σε
μια μεγάλη γούρνα με νερό, δεκάδες πιτσιρίκια πλατσούριζαν, τρελαμένα από
χαρά, ενώ οι μανάδες τους, από τακοντινά παγκάκια τους φώναζαν, σανυστερικές, να προσέχουν. Λίγο πιο πέρα, πάνω από τις στέγες βλέπαμε το
καμπαναριό της Αρμένικης εκκλησίας και ακούγαμε τιςκαμπάνες της.
Στο μπαλκόνι, την πιο πολλή
ώρα, καθόταν μαζί μου κι ο θείος, λέγοντάς μου ιστορίες από το Κονγκό και
ανέκδοτα, που με έκαναν να ξεκαρδίζομαι. Η Αρχοντία, παραμέσα, κοντά στο φως
που έμπαινε από το μπαλκόνι, πάλευε με τα ραψίματά της, καθότι μοδίστρα. Μπήκα
μέσα όταν ήταν η ώρα να γευτώ τα εδέσματά της, άλλη μια πονεμένη ιστορία για
μένα. Έκανα υπομονή να τελειώσει κι αυτό το μαρτύριο και να πάω αμέσως μετά για
ύπνο.
Το ξύπνημα της επόμενης
μέρας θα μου ξανάφερνε την καλή μου διάθεση. Όσο κι αν λάτρευα τον θείο μου,
ήταν αδύνατον να μείνω κι άλλο σε κείνο το σπίτι. Ο μεγάλος μου ξάδελφος και
οι παρέες του, τα μπάνια, το σινεμά, αλλά και η κατασκήνωση μετά από λίγο,
με περίμεναν στην Ελευσίνα.
Πρωί-πρωί μάζεψα τα
μπογαλάκια μου, ασπάστηκατην Αρχοντία,
που μου κλαψούριζενα μείνω μαζί τους,
λίγο ακόμη και πήγαμε στην πλατεία, στην αφετηρία των λεωφορείων τηςΕλευσίνας. «Α ρε μπαγάσα μου φεύγεις», μου
πέταξε καθώς με αγκάλιαζε, «του χρόνου θα σε ξαναδώ». Βούρκωσα, κατάλαβα πόσο
πολύ τον αγαπούσα.
Ανέβηκα
και έπιασα θέση κοντά στο παράθυρο. Εκείνος, από κάτω, περίμενε μέχρι να
ξεκινήσουμε. Του έκανα με το χέρι μου αντίο. Πριν το λεωφορείο στρίψει στην Πειραιώς,
πρόλαβα να τον δω από πίσω, καθώς έφευγε. Μου φάνηκε, βαρύς, σαν να μην ήθελε
να γυρίσει γρήγορα σε κείνο το παλιό, το σκοτεινό σπίτι…
Ήταν τρεις μέρες πριν μπει
το 1956 όταν μια ελληνική ταινία θα έγραφε ιστορία στον παλιό ελληνικό
κινηματογράφο και όχι μόνο. Στις 28 Δεκεμβρίου του 1955 προβάλλεται για πρώτη
φορά στους κινηματογράφους “Η
κάλπικη λίρα” και ανοίγει τον δρόμο για τις σπονδυλωτές
ταινίες στην Ελλάδα, όντας η πρώτη που γυρίστηκε και παίχτηκε ποτέ στη χώρα
μας.
Η ταινία, “Η κάλπικη λίρα”
πέρα από τη σκηνοθετική σφραγίδα του Γιώργου Τζαβέλλα, πλαισιώθηκε κι από ένα
αξιόλογο καστ. Οι ηθοποιοί ανήκαν στην αφρόκρεμα της εποχής. Οι ηθοποιοί που
πρωταγωνιστούν στην ταινία θεωρούνται, έως και σήμερα, ανάμεσα στους καλύτερους
Έλληνες ηθοποιούς, όπως ο Βασίλης
Λογοθετίδης, που ήταν ένας από τους
καλύτερους Έλληνες κωμικούς της εποχής, μετά την ταινία, “Οι Γερμανοί
ξανάρχονται”, όπως η Ίλυα
Λιβυκού, που διακρινόταν ως
κινηματογραφικό ζευγάρι με τον Λογοθετίδη. Όπως ο Μίμης
Φωτόπουλος με ταινίες όπως, “Ο
γρουσούζης”, “Εκατό χιλιάδες λίρες”, “Οι Απάχηδες των Αθηνών”, η Σπεράντζα
Βρανά με το “Η ωραία των Αθηνών”, ο Ορέστης
Μακρής με μία από τις
σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, “Ο μεθύστακας”, ενώ,
τέλος, το δίδυμο Δημήτρη
Χορν και Έλλης Λαμπέτη που είχε
πρωταγωνιστήσει σε πολλές θεατρικές παραστάσεις.
Γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε νομικά, αλλά δεν ασχολήθηκε με
το δικηγορικό επάγγελμα, αφού δόθηκε ολόψυχα πρωτίστως στον κινηματογράφο αλλά
και στο θέατρο στο οποίο ανέβηκαν δέκα περίπου θεατρικά έργα του.
Οι ταινίες του Γιώργου Τζαβέλλα αποτελούν ορόσημο για την
ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου. Αυτοδίδακτος σκηνοθέτης, με εξαιρετική
παιδεία και μόρφωση, ενηλικίωσε τον Ελληνικό Κινηματογράφο και του έδωσε κύρος,
βγάζοντάς τον έξω από τα σύνορα της Ελλάδας.
Ανατολικά του μικρού σταθμού του τραίνου, κάθετα με
τις γραμμές, ξεκίναγε ένα τσιμεντένιο δρομάκι, που περνώντας ανάμεσα από
πανύψηλες κουκουναριές, έφτανε μέχρι την αρχή της λίμνης.
Στο πλάι του
δρομίσκου, πέντε-έξι φτωχικοί άνθρωποι, απ’ αυτούς που ζούσαν γύρω από τη
λίμνη, μόστραραν και πούλαγαν την
πραμάτεια τους.
Ήσαν εκείνα
τα περίτεχνα καλαθάκια και πανέρια, διαφόρων τύπων και μεγεθών.
Τα έπλεκαν οι
ίδιοι, πραγματικοί καλλιτέχνες, από ξεφλουδισμένες,άσπρες,βέργες λυγαριάς.
Γίνονταν
ανάρπαστα από τους ‘’λουόμενους’’ και μάλιστα πολλές κυρίες τα κρατούσαν στις
βόλτες τους, σαν ένα βολικό είδος τσάντας…
Του οφείλουμε –ανάμεσα σε πολλά άλλα– δύο λαοφιλή ιστορικά λογότυπα: τον δαφνοστεφή έφηβο του Ολυμπιακού αλλά και τα σιγαρέτα Ασσος Φίλτρο.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1903 και αναγκάστηκε να βιοποριστεί από μικρή ηλικία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 άρχισε να εργάζεται ως σκιτσογράφος σημαντικών εφημερίδων και το 1926 άρχισε να ασχολείται με τη σκηνογραφία. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Συνδέσμου Ελλήνων Σκιτσογράφων[1] (ιδρύθηκε το 1926), όπου συμμετείχε στις εκθέσεις του το 1927, 1928, 1932, 1934 και 1938 και μέλος της Ομάδας «Τέχνη 1930», συμμετέχοντας στις εκθέσεις της το 1931, το 1933 και το 1940. Στη δεκαετία του 1930 άρχισε να συνεργάζεται με τις καπνοβιομηχανίες Παπαστράτος και Γ.Α. Κεράνης και δημοσίευσε τις πρώτες του τεχνοκριτικές. Υπήρξε, επίσης, ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου[2] (ιδρύθηκε το 1936) και μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος.[3] Το 1953 παντρεύτηκε την καλλιτέχνιδα Μαρία Κοζαδίνου (1895-1985) και το 1960 ολοκλήρωσε την κατασκευή της οικίας του στην Ύδρα. Πέθανε τον Δεκέμβριο του 1960 στην Αθήνα.
Eθνική Πινακοθήκη | Νέο πρόγραμμα και προοπτικές για το μέλλον
Στο καλαίσθητο ισόγειο αμφιθέατρο της Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου, η νέα διευθύντρια Συραγώ Τσιάρα παρουσίασε το πρόγραμμα της Πινακοθήκης για το έτος 2023 καθώς και τη γενικότερη κατεύθυνση στην οποία θα ήθελε να κινηθεί το μουσείο τα επόμενα χρόνια.
Το έργο της Κας Τσιάρα ως διαδόχου της πολυετούς διευθύντριας Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα, με ένα νέο κτίριο που αποτελεί τοπόσημο για την Αθήνα, αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση προκειμένου να ανταποκριθεί η Πινακοθήκη στις αυξημένες απαιτήσεις του κοινού. Η ίδια έχουσα στενή σχέση με την Εθνική Πινακοθήκη, ήδη ως μεταπτυχιακή φοιτήτρια, στο πλαίσιο της έρευνας της για τον ελληνικό οριενταλισμό, έρχεται με όρεξη και ιδέες για τη νέα εποχή του μουσείου.
Όπως σημείωσε στην εισήγησή της, οι λέξεις – κλειδιά για την δράση της Πινακοθήκης είναι βιωσιμότητα, ανθεκτικότητα, συμπεριληπτικότητα, συνέργεια με άλλα ιδρύματα, μουσεία, κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς.
Η κα Τσιάρα τόνισε ότι για το άμεσο διάστημα δεν αναμένονται σημαντικές αλλαγές στο κεντρικό κτίριο της Πινακοθήκης, και εάν αυτές γίνουν θα είναι πάντα κατόπιν διαβούλευσης με τους συνεργάτες της. Σε κάθε περίπτωση η Πινακοθήκη, όσον αφορά στη μόνιμη συλλογή της, είναι πάντα ανοιχτή στο να αποκτήσει καινούρια έργα και να εμπλουτιστεί εφόσον εξασφαλιστούν οι απαραίτητοι πόροι.
Από την άλλη πλευρά, τόσο η κα Τσιάρα, όσο και η ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού που ήταν παρούσα, τόνισαν την ανάγκη να στηριχτούν με κάθε τρόπο (υποδομών, οικονομικής ενίσχυσης, στελέχωσης) τα τέσσερα παραρτήματα της Πινακοθήκης (Σπάρτη, Ναύπλιο, Κέρκυρα και Αίγινα), η Εθνική Γλυπτοθήκη στο Γουδή που ανοίγει σύντομα και πάλι τις πύλες της για το κοινό, καθώς και η βιβλιοθήκη και το αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης που τίθενται, επίσης, σε επαναλειτουργία.
Η κα Τσιάρα παρουσίασε στους δημοσιογράφους την καινούρια ιστοσελίδα της Εθνικής Πινακοθήκης (https://www.nationalgallery.gr/) , η οποία εμπλουτισμένη πλέον με πολλές ψηφιακές εφαρμογές (ψηφιακή περιήγηση στο μουσείο, πλήρης παρουσίαση της συλλογής του μουσείου ψηφιακά κ.ά.) και αναλυτικές πληροφορίες για το έργο του, θα αποτελέσει την απαιτούμενη γέφυρα μεταξύ της Πινακοθήκης και του φιλότεχνου κοινού στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Όσον αφορά στη νέα χρονιά η κα Τσιάρα μας μίλησε για τρεις σημαντικές περιοδικές εκθέσεις που θα φιλοξενηθούν στον χώρο του μουσείου:
H έκθεση με θέμα τον Κωνσταντίνο Παρθένη «Κωνσταντίνος Παρθένης. Η ιδανική Ελλάδα της ζωγραφικής του» παρατείνεται μέχρι τις αρχές Μαρτίου 2023, πλαισιωμένη με ένα δημόσιο πρόγραμμα με άξονα τον σπουδαίο Έλληνα ζωγράφο. Συγκεκριμένα, στις 13 Ιανουαρίου 2023 η Πινακοθήκη θα φιλοξενήσει ημερίδα με θέμα την επίδραση του Θεοσοφισμού στις Εικαστικές Τέχνες, ενός φιλοσοφικού ρεύματος που επηρέασε ιδιαίτερα τον Κ. Παρθένη αλλά και άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες του πρώιμου 20ου αιώνα. Επίσης, ένα κριτικό κείμενο του Νίκου Γιοκαρίνη από το 1930 σχετικά με την περίπτωση του Κωνσταντίνου Παρθένη, αποτέλεσε την αφορμή για μια παράσταση – performance που θα παρουσιαστεί τον Φεβρουάριο του 2023 και θα εξερευνά την σχέση του ζωγράφου με την εποχή του και το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο έζησε και δημιούργησε, τη σύγκρουση και τις διαμάχες με το παραδοσιακό ακαδημαϊκό κατεστημένο.
Ακολουθεί την άνοιξη του 2023 η έκθεση με θέμα το «Αστικό βίωμα στις δεκαετίες ’50, ’60 και ‘70» στις Εικαστικές Τέχνες και τον Κινηματογράφο. Πρόκειται για μια μεγάλη ομαδική έκθεση Ελλήνων καλλιτεχνών η οποία μας καλεί να δούμε την πόλη ως βιωμένη εμπειρία. Εξετάζει την αστικοποίηση, την ανοικοδόμηση, την μετανάστευση, εσωτερική και εξωτερική, τα φαινόμενα που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο των ραγδαίων αλλαγών στο ελληνικό τοπίο αλλά και την ελληνική κοινωνία. Η νέα αστική κουλτούρα που αναδύθηκε τον ύστερο 20ο αιώνα βιώνεται από τους καλλιτέχνες άλλοτε με αίσθημα αναγνώρισης και ασφάλειας και άλλοτε σύγκρουσης και διαπραγμάτευσης. Οι σχέσεις αυτές και το καλλιτεχνικό αποτύπωμά τους στα εικαστικά και τον κινηματογράφο είναι το αντικείμενο αυτής της έκθεσης η οποία χαρακτηρίζεται από την διατομεακότητα, συνδιοργανώνεται, άλλωστε, με την Ταινιοθήκη της Ελλάδος.
Το 2024 προγραμματίζεται η μεγάλη διεθνής έκθεση με θέμα «Δημοκρατία» με αφορμή τα πενήντα χρόνια αδιασάλευτου κοινοβουλευτικού βίου στην Ελλάδα, τα οποία συμπίπτουν με αντίστοιχες περιόδους κοινοβουλευτισμού στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Η μετάβαση από αυταρχικά, δικτατορικά καθεστώτα στην Δημοκρατία και ο ρόλος που έπαιξαν οι καλλιτέχνες σε αυτή εξετάζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις που παρουσιάζουν. Η έκθεση θα πλαισιώνεται από συνέδρια, εκπαιδευτικά προγράμματα και προβολές και υπάρχει ήδη επικοινωνία και συνεργασία με ιδρύματα του εξωτερικού για την προετοιμασία της.
Όσον αφορά στη μόνιμη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης η κα Τσιάρα τόνισε ότι επιθυμεί να καλλιεργηθεί μια αντίληψη που θα ενθαρρύνει την διαφορετικότητα και την συμπερίληψη, καθώς και την βιωματική πρόσληψη της τέχνης στη χρονολογική και θεματική παρουσίαση με συγκεκριμένα προγράμματα.
Σύντομα θα αποδοθεί στο κοινό η Αίθουσα Δυτικοευρωπαϊκής Τέχνης όπου θα εκτίθεται, αρχικά, ένα μικρό μέρος από τη συλλογή 1250 έργων τέχνης δυτικών καλλιτεχνών που έχει στην κατοχή της η Πινακοθήκη, ένα πολυσυλλεκτικό αρχείο έργων τέχνης που έχει διαμορφωθεί κυρίως από δωρεές και κληροδοτήματα. Η έκθεση αυτή θα καλύπτει ένα χρονικό εύρος που θα εκκινεί από την «Αγία Τριάδα» πίνακα του Μάρκο Βενετσάνο που χρονολογείται από το 1389 ως το «Σεληνιακό Τοπίο», επίσης πίνακα του Λούτσιο Φοντάνα, 1966.
Η κα Τσιάρα μας μίλησε επίσης για το δημόσιο πρόγραμμα «Η συλλογή ως εργαστήριο» που προετοιμάζεται να είναι έτοιμο στα τέλη του 2023. Πρόκειται για μια πειραματική πρόσληψη της μόνιμης συλλογής όπου η ομάδα των επιμελητών της Πινακοθήκης θα επιχειρήσει να προσεγγίσει την συλλογή μέσα από την ιστορία των συναισθημάτων, των ιδεών των εμπειριών αλλά και των αισθήσεων και στάσεων ζωής. Αναζητούνται, λοιπόν, εναλλακτικοί τρόποι προσέγγισης και ερμηνείας των συλλογών όπως απαιτεί η σύγχρονη μουσειολογία. Στο εγχείρημα αυτό θα συνδράμουν με τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους διευθυντές ιδρυμάτων από το εξωτερικό, σε ένα πρόγραμμα που θα διαμορφώνεται με την πάροδο του χρόνου και πάντα σε διάδραση με το κοινό.
Στο μεσοπάτωμα της Εθνικής Πινακοθήκης, θα διαμορφωθεί ένας νέος μόνιμος χώρος εκθέσεων που θα φέρει την ονομασία «Ενδιάμεσος χώρος». Ο τίτλος αυτός δεν αφορά μόνο στην κυριολεκτική απόδοση της πολεοδομικού επιπέδου του χώρου, αλλά και συμβολικά στον ρόλο που θα έχει ως συνεκτικός κρίκος του ιδρύματος με καλλιτέχνες και εξωτερικούς επιμελητές. Στον «Ενδιάμεσο χώρο» οι επιμελητές θα καλούνται να στήσουν κάθε φορά μια μικρή έκθεση με αφορμή ένα έργο τέχνης, μια ιστορία ή ένα αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης, σε μια διαδικασία που θα συνδέει την μόνιμη συλλογή με το σήμερα.
Η κα Τσιάρα αναφέρθηκε συνοπτικά και στους σχεδιασμούς που γίνονται για τα παραρτήματα της Πινακοθήκης στην επικράτεια. Τόνισε ότι στα παραρτήματα γίνεται εξαιρετική δουλειά κάτω από αντίξοες συνθήκες, καθώς υπάρχει, γενικά, έλλειψη προσωπικού. Η φιλοδοξία της Κας Τσιάρα είναι να ενισχυθούν τα παραρτήματα σε θέμα υποδομών και προσωπικού, αλλά και να καλλιεργηθεί μια ώσμωση ανάμεσα την κεντρική Πινακοθήκη και τα παραρτήματα μέσα από κοινά προγράμματα.
Τέλος, η κα Τσιάρα στάθηκε ιδιαίτερα στην ανάγκη να αξιοποιηθεί το πολύτιμο αρχειακό υλικό και ερευνητικό υπόβαθρο του Ινστιτούτου Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης (ΙΣΕΤ), το οποίο από τον Μάρτιο του 2021 έχει γίνει δωρεά στην Εθνική Πινακοθήκη (μαζί με το κτίριο και τον εξοπλισμό). Στο πλαίσιο αυτό, σύντομα θα παρουσιαστεί σε συνεργασία με τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Αιθουσών Τέχνης μια έκθεση για τα 30 χρόνια του θεσμού της “Art Athina” στο κτίριο του ΙΣΕΤ (Βαλαωρίτου 9Α).
Ο Γιάννης Περδίκης γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά και κοινωνικές επιστήμες και από το 2010 ασχολείται με την πολιτιστική κριτική και το ραδιόφωνο.