Περί ''αναμονών''και άλλων...
Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022
Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022
Γιώργος Λιόδης:
Κάνει καλό
Η σκοπιμότητα του εμφυλίου επέβαλε να δοθούν κάποιες παροχές στους αστυνομικούς που υπηρετούσαν στην Αττική. Για Θες/νίκη, Πάτρα και Κέρκυρα δεν ξέρω τι έγινε. Σίγουρα κάτι θα πήρανε.
Θυμάμαι τα ελευθέρας στα λεωφορεία, τραμ και ηλεκτρικό, τα δωρεάν εισιτήρια δύο ατόμων για σινεμά, θέατρα, βαριετέ (τότε λειτουργούσαν μόνο δύο, Όαση και Πεύκα) και παραστάσεις στο καλλιμάρμαρο.
Επίσης παίρναμε και τρόφιμα. Κυρίως ζάχαρη, γάλα σκόνη κονσέρβες corned beef αλλά και κατεψυγμένο κρέας, γύρω στη μισή οκά κατά οικογένεια που δινόταν από συγκεκριμένα κρεοπωλεία.
Μη πάει το μυαλό σε τυχόν νόστιμα κατεψυγμένα που βρίσκουμε τώρα σε κάποια σούπερ μάρκετ ή στη κεντρική αγορά. Μιλάμε για μεγάλα βοοειδή Αργεντινής πολύ παχιά. Ξύγκι κι’ άγιος ο θεός.
Η μάνα μας ξεχωρίζοντας ψαχνό το
μαγείρευε πετώντας το λίπος.
Ο
διαχωρισμός δεν ήταν εύκολη δουλειά. Έπρεπε να τη βοηθάει και το κομμάτι.
Όμως
παρά το μαγείρεμα έμεναν η μυρωδιά και η γεύση του λίπους.
Μερικές φορές ήταν τόσο έντονα που δεν κατέβαινε ούτε μπουκιά. Τότε άκουγα τον πατέρα μου, σοβαρό να λέει «τρώγε το, κάνει καλό ! ! !». Μάλλον σκέφτηκε ότι στη κατοχή, αυτό θ’ ήταν παντεσπάνι.
Αυτό το «κάνει καλό» είχε καταντήσει εφιάλτης κάθε φορά που είχαμε κρέας. Ακόμα και τις λίγες φορές που το καλομαγειρεμένο ψαχνό, μοσχομύριζε από τα μπαχαρικά.
Όμως οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν
χωρίς να καταργούν τον κανόνα.
Έτσι μια φορά που θα πήγαινα να το πάρω (με στέλνανε συχνά) και παρά το «κοίτα να σου δώσει καλό κομμάτι» είπα ότι η μάνα μου ζήτησε μόνο λίπος.
Ο χασάπης ξαφνιάστηκε αλλά είχε και την περιέργεια, και ρώτησε γιατί το θέλει. Τα έχασα, ψέλλισα ένα «δεν ξέρω» οπότε άρχισε να ρωτάει μήπως θα κάνει … ή … και αράδιασε μερικές, άγνωστες συνταγές.
Ευτυχώς δεν υπήρχε τηλέφωνο στο σπίτι για να ρώταγε. Βολεύτηκε όμως αφού θα ξεφορτωνόταν ξύγκι γλυτώνοντας καυγάδες με κάποιους ζόρικους που θα ζητούσαν «καλό κομμάτι».
Κατάλαβα ότι το’ χα τραβήξει αλλά δεν
εύρισκα και τρόπο να ξεφύγω.
Στο δρόμο για το σπίτι σκεφτόμουν την αντίδραση, αφού με την καμία αυτό που κρατούσα δεν το λες «καλό κομμάτι».
Τόσο εγώ, όσο και ο πατέρας μας, είχαμε ακούσει συχνά και σε επιτιμητικό ύφος «τι είναι αυτό; δεν είχε χειρότερο να σoυ φορτώσει». Είχε βέβαια κάποιο δίκιο, γιατί η απολίπωση ήταν δύσκολη δουλειά.
Η πρώτη κουβέντα ήταν γιατί άργησα. Άντε τώρα να πεις ότι έφταιγε ο κρεοπώλης που άργησε να ξεχωρίσει ψαχνό από λίπος. Μάλλον θα ξέφυγα με κανένα «είχε ουρά» ή κάτι ισοδύναμο. Ανακουφίστηκα όταν μου είπε να το αφήσω κάπου. Το ‘κανα και πήγα στο δωμάτιο με τα παιχνίδια μου.
Έπαιζα ξένοιαστος όταν ακούστηκε το «Γιώργο
έλα γρήγορα». Περίμενα μάλωμα, λίγο αυστηρότερο, αλλά αυτό που άκουσα ήταν
χειρότερο. «Να το πάς πίσω και πες του ότι αυτό δεν είναι κρέας».
Εκείνη τη στιγμή ήρθε ο πατέρας (ψιλοκοπάνες από την υπηρεσία) και του λέει «Δώστο συ και πες ότι δεν πρέπει να κοροϊδεύει μικρά παιδιά». Μπροστά σ’ αυτή την εξέλιξη αναγκάστηκα να πω το τι έγινε.
Ξεθάρεψα, αφού γλύτωνα τα χειρότερα (κυρίως το ξύλο) έτσι όταν ρωτήθηκα γιατί το έκανα είπα με ύφος ελαφρά ειρωνικό, αλλά ακόμα φοβισμένο ότι «ο μπαμπάς λέει ότι κάνει καλό».
Περίμενα κεραυνούς αλλά το μόνο που έγινε ήταν να κοιταχτούν και ο μπαμπάς να φύγει λέγοντας ότι πρέπει να γυρίσει στο τμήμα.
Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2022
Θανάσης Κ. Δαϊκος (1920-2022):
Αποχαιρετήσαμε σήμερα στο Α' Νεκροταφείο τον ευπατρίδη συμπολίτη μας,
αγαπημένο μου θείο και συνάδελφο...
Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2022
Αχιλλέας Κυριακίδης (1946):
Κάθε πρωί, ο
κύριος Γ παίρνει το μπαστουνάκι του με την καμπυλωτή κοκάλινη λαβή και
κατεβαίνει στην ακτή να δει τη θάλασσα. Έχει βρει το ιδανικό παγκάκι, πράσινο
μεταλλικό, με πόδια λιονταριού μισοθαμμένα στα χαλίκια και στην άμμο, ακριβώς
στη μέση της διαδρομής από την άσφαλτο των περιπάτων ως την υγρή αμμουδιά όπου
σκάει το κύμα. Κάθεται στο παγκάκι και, καμιά φορά, αδέξιος ραβδοσκόπος,
ανασκαλεύει την άμμο για κανένα μικροθησαυρό, κάνα κοχύλι, μια μικρή αλυσίδα
όπως κάποτε, αλλά η ζωή του, φαίνεται έχει στεγνώσει από εκπλήξεις.
Να, όμως, που σήμερα, κατηφορίζοντας τη ράμπα που οδηγούσε στη βίγλα του,
είδε μια ράχη καθισμένη στο παγκάκι, μαύρα μαλλιά βρεγμένα που κάλυπταν το
σβέρκο, ένα δεξί χέρι που τίναζε τη στάχτη του. Παίρνοντας τη γνωστή κατεύθυνση
πέρασε από μπροστά του, κι όταν πλησίασε στο παγκάκι, ο άλλος παραμέρισε για να
του κάνει χώρο να καθίσει. Ξένος. Και δεν ήταν μόνο τα μαλλιά του βρεγμένα. Πώς
κάπνιζε, και το τσιγάρο του πώς ήτανε στεγνό, απόρησε ο κύριος Γ που, πάντως,
είδε τον ξένο να του χαμογελάει και να τον καλημερίζει σε ωραία, γάργαρα
ελληνικά.
Μετά από λίγο, ξαφνικά, Εσύ δεν έχεις ανάγκη, είπε ο ξένος. Τι ανάγκη,
είπε ο κύριος Γ. Να σωθείς, γέλασε ο ξένος και, θαρρείς θεόσταλτος για να
γλιτώσει τον κύριο Γ απ' το να πει καμιά φιλοσοφία του τύπου Όλοι έχουμε ανάγκη
να σωθούμε, έσπευσε να συνεχίσει: Βλέπεις εκείνο το βράχο, στα ψηλά, δεξιά σου,
αυτόν που είναι εξώστης της μικρής σπηλιάς, εκεί μου είπαν να φυλάω, να
περιμένω, κι όταν τα δω να πέσω στο νερό και να τα πιάσω και να τα φέρω έξω,
να, χτες ακόμα είδα δύο με τα γιλέκα τους τα κίτρινα, πότε μες στο νερό πότε
από πάνω, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι, να 'ταν οκτώ, να 'ταν στα εννιά τους, και
τα 'συρα ως εδώ, τα μάλαξα με τη σειρά να βγει από μέσα ο θάνατος, τους δάνεισα
λιγάκι αναπνοή να πάρει πάλι μπρος το σώμα που 'χε ναυαγήσει, άλλα δεν ξέρω, δε
ρωτάω, μήτε πού βούλιαξε η βάρκα τους μήτε πόσοι άλλοι.
Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2021
Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2021
Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021
Μιχάλης Γκανάς (1944): Χριστουγεννιάτικη ιστορία
Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.
Κάθεται μόνος του
δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.
Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.
Κοντεύουνε ξημερώματα
κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.
Αν σκέφτεται στ’
αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.
Ύπνε που παίρνεις τα
παιδιά πάρε και τον πατέρα…
Ύπνε που παίρνεις τα
παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.
Δώσ’ του κι ένα καλό
σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.
Ύπνε που παίρνεις τα
παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.
(από το βιβλίο ''Γυάλινα
Γιάννενα'', Καστανιώτης 1989)
Ο Μιχάλης Γκανάς (1944) είναι Έλληνας ποιητής και στιχουργός.
Γεννήθηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944 και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.[3] Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως βιβλιοπώλης, ως επιμελητής τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών και ως κειμενογράφος. Πολλά ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από σημαντικούς Έλληνες και ξένους μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Νίκος Ξυδάκης, o Ara Dinkjian, κ.ά. Το 1994 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης για το έργο του Παραλογή και το 2011 βραβεύτηκε για το σύνολο του ποιητικού του έργου από την Ακαδημία Αθηνών.[4]