Σάββατο 24 Απριλίου 2021
Τετάρτη 21 Απριλίου 2021
Τάκης Γιαννούσας (1923-2010):
Φτερωτά κριάρια, σκοτεινή μνήμη:
ο μαγικός κόσμος του Τάκη Γιαννούσα μια άγνωστη, μοναδική περίπτωση λαϊκού ζωγράφου από τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, το Βελβεντό της Κοζάνης.
Ο συγγραφέας Γιάννης Παλαβός γράφει:
Σάββατο 17 Απριλίου 2021
Κώστας Περδίκης:
Στο τραίνο
Το τραίνο με τα πολλά βαγόνια έτρεχε καταμεσίς στον κάμπο. Αγκομαχούσε και από το χοντρό φουγάρο του ο μαύρος καπνός έβγαινε ντουμάνι.
Κάπου, κάπου το δυνατό του σφύριγμα έσπαγε τη σιγαλιά.
Εκείνος, συνήθως, ανέβαινε στον σταθμό του Πύργου.
Γύρω στα εξήντα, καλοβαλμένος, με ένα ξεχαρβαλωμένο βιολί, παρουσιαζόταν από το βάθος του βαγονιού.
Περπατώντας στον διάδρομο, ανάμεσα στα ξύλινα καθίσματα,
σταμάταγε για λίγο και έπαιζε μερικές δοξαριές, κουτσά στραβά, όπως είχε μάθει.
Με λίγη καλή θέληση καταλάβαινες ότι επρόκειτο για το «σαν πας στην Καλαμάτα και ρθεις με το καλό».
Ύστερα, με τη θήκη του βιολιού του ανοιχτή, τον ακούγαμε να επαναλαμβάνει την ίδια φράση.
«Αχ ρε παιδιά, βοηθάτε κι εμένα τον βασάνη».
Από το όλο σκηνικό εκείνο το «βασάνης» ήταν που έκανε τη διαφορά.
Μερικά φραγκοδίφραγκα πέφτανε στη θήκη του και περνώντας απ’ όλα τα βαγόνια έφτανε και στο τελευταίο.
Την ίδια στιγμή το τραίνο έμπαινε στον σταθμό της Αμαλιάδας.
Εκεί, ο βιολιστής μας, ο «βασάνης», κατέβαινε και τον χάναμε.
Την άλλη στιγμή ο ελεγκτής των εισιτηρίων εμφανιζόταν στον διάδρομο.
Φόραγε σκούρο μπλε κουστούμι και στο κεφάλι του πηλίκιο με χρυσό σιρίτι και το μεταλλικό σηματάκι των «ΣΠΑΠ».
Μας πλησίαζε με ύφος σοβαρό, ανάλογο της θέσης του και άπλωνε το χέρι του, ζητώντας να ελέγξει το εισιτήριό μας.
Του το δίναμε, ένα καρτάκι τόσο δα μικρό κι εκείνος με το εργαλείο του, κάτι σαν μικρή τανάλια, το τρύπαγε και μας το επέστρεφε.
Όλα καλά λοιπόν, το ταξίδι μας ύστερα από τον έλεγχο, θα συνεχιζόταν κανονικά.
Μια μικρή τρυπούλα, σε σχήμα τριγώνου, πάνω στο εισιτήριό μας, το πιστοποιούσε τώρα πια περίτρανα…
Τετάρτη 14 Απριλίου 2021
Pablo Picasso (1881-1973):
Η Γκερνίκα των 7000 κατοίκων υπήρξε η πρώτη πόλη που καταστράφηκε ολοσχερώς από αεροπορικό βομβαρδισμό – πριν από τη Δρέσδη, πριν από τη Χιροσίμα. Ο αφανισμός της από τα πλέον σύγχρονα πολεμικά μέσα –τη γερμανική λεγεώνα «Κόνδωρ»– στις 26 Απριλίου του 1937, κι ενώ ο εμφύλιος στην Ισπανία μαινόταν, φάνηκε σε απερίγραπτο βαθμό αποτρόπαιος.
Τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα, όταν η κεντρική αγορά της πόλης έσφυζε από ζωή, συγκλόνισαν συθέμελα τον εκπατρισμένο στη Γαλλία Πάμπλο Πικάσο. Κι από την επόμενη μέρα κιόλας, ήξερε πως θ’ απαθανατίσει την καταστροφή στην τοιχογραφία που είχε ήδη δεσμευτεί να φιλοτεχνήσει για το περίπτερο της δημοκρατικής ισπανικής κυβέρνησης στην επικείμενη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού.
Την ώρα που ένα εκατομμύριο εργάτες ξεχύνονταν την Πρωτομαγιά στους δρόμους για να καταγγείλουν τη φασιστική αυτή επίθεση εναντίον αμάχων, ο Πικάσο αποσυρόταν στο ατελιέ του στην Αριστερή Όχθη για να σχεδιάσει τις πρώτες σπουδές της «Γκουέρνικα»: σπουδές ενός πεσμένου αλόγου που υπέφερε κι ενός ατρόμητου αλλά για μια στιγμή ανέκφραστου ταύρου.
Ο μουσαμάς πάνω στον οποίο δούλευε ήταν τόσο μεγάλος, ώστε είχε αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει σκάλα και πινέλα στερεωμένα πάνω σε ξύλινα κοντάρια. Ίχνος όμως από αεροπλάνα, βόμβες ή κτίρια που κατέρρεαν δεν υπήρχε πάνω του.
Ο Πικάσο θα στεκόταν στη μεταφορική σημασία της καταστροφής. Επιστρατεύοντας μια εικαστική γλώσσα ριζωμένη στη βία, στον πόνο και το πάθος της ταυρομαχίας και χρησιμοποιώντας τις αποχρώσεις του άσπρου, του μαύρου και του γκρι, είχε μέσα σε λίγες βδομάδες ολοκληρώσει μια κραυγή αγανάκτησης και φρίκης, γιγαντωμένη από την ιδιοφυΐα του.
Πηγή: Lifo
Σάββατο 10 Απριλίου 2021
Τετάρτη 7 Απριλίου 2021
Σάββατο 3 Απριλίου 2021
Κώστας Περδίκης:
Το γράμμα
Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά. Στον κεντρικό δρόμο της πάνω αγοράς λιγοστοί έκαναν τα βραδινά τους ψώνια, οι πιο πολλοί είχαν χωθεί στο καφενείο του Μουσαμά και στο απέναντι Ζαχαροπλαστείο.
Στο κουρείο του Μήτσου,
απέναντι από το καφενείο, η ηλεκτρική λάμπα,
κρεμασμένη από το ταβάνι, φώτιζε ζωηρά τον χώρο και τα πρόσωπα.
Ο Μήτσος μόλις είχε τελειώσει, με σίγουρες και μετρημένες κινήσεις, το άπλωμα της παχιάς σαπουνάδας στο πρόσωπο του πελάτη του. Η όλη διαδικασία του ξυρίσματος ήταν γι’ αυτόν μια πραγματική ιεροτελεστία.
Ο πελάτης με κλειστά μάτια
και το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω, χαλαρός, περίμενε ν’ αρχίσει το ξύρισμα,
παραδομένος στα χέρια του. Ο κουρέας πήρε το ξυράφι από τον πάγκο, το άνοιξε
και με το άλλο του χέρι έπιασε από την άκρη το κρεμασμένο πετσί για να το
ακονίσει.
Τότε ήταν που το διπλωμένο
χαρτάκι ξέφυγε από το πετσί, που ήταν κρυμμένο και έπεσε στο πάτωμα.
Κάπως έτσι άρχισαν όλα…
Ο Μήτσος δεν ήταν μόνο καλός κουρέας, ήταν επίσης και καλός οικογενειάρχης. Με τη Γλυκερία, την κυρά του, είχαν αποκτήσει τέσσερα παιδιά, μια θυγατέρα και τρεις γιους. Ζούσαν νοικοκυρεμένα με όσα έβγαζε το μαγαζί και με όσα τους έδινε το χωράφι τους στον Λούρο και οι καμιά δεκαπενταριά ρίζες ελιές στο Στροβίτσι.
Για τον Μήτσο όλοι οι συμπολίτες
του μόνο καλό λόγο είχαν να πούνε. Αν
και αγράμματος ήταν πολυτεχνίτης, έπιαναν τα χέρια του. Ό, τι και να
σκαρφιζόταν το κεφάλι του μπορούσε να το φτιάξει με τέλεια μαστοριά.
Στο κουρείο του έμπαινε
όποιος ήθελε να κουρευτεί και να ξυριστεί, ο Μήτσος δεν έκανε διακρίσεις. Τον
οβολό του καθενός τον είχε ανάγκη. Πλούσιος ή φτωχός, γέρος ή νιος, δεξιός ή
αριστερός όλοι ήσαν καλοδεχούμενοι. Μεταξύ των θαμώνων, σχεδόν μόνιμοι, ήσαν
και δυο τρεις χωροφύλακες. Έβρισκαν βολικό το κουρείο, στο κέντρο της αγοράς
και το είχαν κάνει στέκι τους για να
περνούν την ώρα τους, καθώς δεν σκοτώνονταν και στην πολλή δουλειά.
Εκείνα τα δυο χρόνια ο τόπος
μας είχε περάσει μαύρες μέρες. Τρεις φορές οι αντάρτες είχαν επιτεθεί και
επιχειρήσει να πάρουν την πόλη μας, καθότι η θέση της ήταν νευραλγική. Δεν τα
είχαν καταφέρει. Όμως, πολλές ψυχές χάθηκαν, πολλά κορμιά έπεσαν κι από τη μια και από την άλλη
πλευρά, στις άγριες εκείνες μάχες. Νέα παιδαρέλια, εικοσάχρονα, που μόλις
είχαν καταταγεί στη χωροφυλακή, αλλά και άλλα, που ’χαν βγει αντάρτες στο
βουνό.
Ο κόσμος χωρισμένος, οι από
δω και οι από κει. Φόβος, καχυποψία και κουβέντες λιγοστές. Στη μικρή μας
κοινωνία μια μαυρίλα είχε πέσει. Από ένα κουτσομπολιό, από μια λάθος κουβέντα,
σκόπιμα ή όχι ειπωμένη, μπορούσες απ’ τη μια στιγμή στην άλλη να βρεθείς πολύ
άσχημα μπλεγμένος.
Ο χωροφύλακας, που ήταν πιο κοντά στον πάγκο έσκυψε να μαζέψει το πεσμένο χαρτί, αλλά ο άλλος, ο ανώτερός του, πληροφορημένος φαίνεται, πρόλαβε και του τ’ άρπαξε από το χέρι κάνοντάς του μια απαξιωτική γκριμάτσα, σαν να του ’λεγε, «δεν ξέρεις εσύ». Έριξε στο χαρτί μια γρήγορη ματιά και χωρίς να πει κουβέντα έφυγε αφήνοντας πίσω του την πόρτα μισάνοιχτη.
Το άλλο πρωί ήλθαν και πήραν
τον Μήτσο. Ίσα που πρόλαβαν οι δικοί του να του βάλουν σ’ ένα σακούλι δυο,
τρεις αλλαξιές. Ακολούθησε η δίκη και η
καταδίκη του σε θάνατο, με την κατηγορία ότι ήταν κομμουνιστής και διακινούσε
μηνύματα μεταξύ των ανταρτών.
Με άλλους θανατοποινίτες τον μετέφεραν στο χωριό Κάλαμος, κοντά στα Χανιά. Την παραμονή της εκτέλεσής του πάνω σ’ ένα κομμάτι χαρτί, που βρήκε μπροστά του, έγραψε το γράμμα:
Εν Καλάμω τη 18-7-1949
Αγαπητή μου Γλυκερία, παιδιά μου, Ντίνα, Γιώργο, Σπύρο και Γιάννη γεια σας.
Το τελευταίο μου γράμμα, αύριο πάω εις την εκτέλεση.
Να μην στενοχωρηθείτε καθόλου.
Το χωράφι και το σπίτι του κοριτσιού και τα παιδιά
να μην αξιώσουν από αυτά.
Μόνο η Ντίνα και επίσης τα παιδιά να κοιτάξουν τη
μητέρα τους και να πάρουτε τη σύνταξή μου και εάν θέλει η Ντίνα να παντρευτεί,
όπως η Ελένη της Αγαθοκλίνας.
Εις το 1951 δικαιούμαι τη σύνταξή μου.
Να συγχωρήσουτε τους εχτρούς μας και μη ζητήσετε
εκδίκηση.
Την εκδίκηση θα την κάνει ο Παντοδύναμος.
Σας φιλώ όλους.
Γιάννη να ακούς τη μητέρα σου και τη Ντίνα.
Όλοι την ευχή μου.
Εις τη σύζυγό μου να μην κλάψει καθόλου, τα παιδιά
μου επίσης.
Ο πατέρας σας
υπογραφή
Ποτέ στην πολιτική να μην ανακατευτούνε τα παιδιά μου.
Να ψηφίζουτε την τάξη σας. Δ.Κ.
Υ.Γ.
Τον Μήτσο τον θάψανε εκεί, στον Κάλαμο Χανίων, μαζί με τους άλλους εκτελεσμένους, σ’ έναν ομαδικό τάφο. Σε μια μαρμάρινη πλάκα είναι γραμμένα τα ονόματά τους και ο τόπος καταγωγής τους. Οι δικοί του άνθρωποι δεν έμαθαν ποτέ αν έκανε δήλωση μετάνοιας ή αίτηση για να του δοθεί χάρη…
Το παρόν ντοκουμέντο μου το ενεχείρισε ο εξάδελφός μου Γιώργος, γιος του εκτελεσθέντος, λίγους μήνες πριν το θάνατό του, (12 Φεβρουαρίου 2021, σε ηλικία 95 ετών).






















