Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

Γιώργης Παυλόπουλος (1924-2008):

 Τι είναι ποίηση;



μιλία τοποιητ Γιώργη Παυλόπουλου στνκδήλωση τοπεριοδικο«Γράμματα καΤέχνες» ποὺ ἔγινε πρς τιμήν του στ«Σπίτι τς Κύπρου» στς 8-12-1997. Αναδημοσιεύεται διασκευασμένη σπολυτονικὸ ἀπτο τεχος 83 τοπεριοδικο«Γράμματα και Τέχνες» (Φεβρουάριος - Μάρτιος 1998)

«ννα πουλμποροσε νπεμὲ ἀκρίβεια τί τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, κατί εναι ατποτκάνει ντραγουδάει, δν θτραγούδαγε».

Κυρίες και Κύριοι,

Φίλες και Φίλοι,

Παραλλάζοντας αττσημείωση τοΠλ Βαλερύ, ἡ ὁποία παραπέμπειμέσως στν Ποιητκαστν Ποίηση, θλέγαμε: «ννας ποιητς μποροσε νπεμὲ ἀκρίβεια τί γράφει, γιατί γράφει κατί εναι ατποτν κάνει νγράφει, δν θὰ ἔγραφε».

Κιγτώρα δν ξέρω νσς πτί εναι Ποίηση καγιατί γράφω ποιήματα. Πολπερισσότερο δν ξέρω νσς πστί μς βοηθάειΠοίηση καποις εναισκοπός της.

Τμόνο ποξέρω εναι πςΠοιητςταν πάνταναςφοσιωμένος τς Ζως. Ετε τν γεμίζει χαρά, ετε τν θλίβειΖωή, ετε τν πάει στν Ορανό, ετε τν κατεβάζει στν Κόλαση, ατς μένει πάντα ὁ ἀφοσιωμένος της.

Τμυστήριαγάπη του γιτΖωδνχειλλο τρόπο ντνκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζωτι προσπαθενὰ ἐκφράσει κυρίως ατποκρύβειζωή. Ὅπως ὁ ἔρωτας κρύβει ατπομς κάνειρωτευμένους.

Ποίηση λοιπν εναι πράξηρωτική; Ἢ μήπως πράξηπόγνωσης; Ἢ μήπως κατδυό; Πράξηρωτικκασυνάμα πράξηπόγνωσης.

Γιτν ποιητικπράξηχουν γραφτεπολλκαδιάφορα. Καὶ ἀπτοςδιους τος τεχντες καὶ ἀπτος θεωρητικούς. Πολλς φορς οΠοιητς προσπάθησαν νδιατυπώσουν τννύπαρκτορισμτς Ποίησης, σν νκοίταζαν σ᾿ ἕναν καθρέφτηπου δνβλεπαν τπρόσωπό τους, ἀλλτὸ ἀπόλυτο κενό.

Πρόχειρα σταχυολογήματα

ποίηση εναιατία ποφθείρει τκάθε τίπτμεναι στεναι.

Πλάτων

ποίησηνα πργμανάλαφρο, ἱερκαφτερωτό.

Πλάτων

«Διεφυοςποιητικὴ ἐστινμανικοῦ. Τούτων γρ ομν επλαστοι οδὲ ἐκστατικοεσίν».

(Ἡ τέχνη τς ποίησης εναιργο τοπροικισμένου μλλον παρτομανικοκαλλιτέχνη, γιατίπρτος εναι ὁ ἐπιδέξιος μιμητής, ἐνῷ ὁ δεύτερος κατέχεταιπὸ ἐνθουσιασμκατολείπειψυχικὴ ἠρεμία).

ριστοτέλης

Οποιητςλων τνποχνλαβαν μέρος στσυγγραφὴ ἑνς Μεγάλου Ποιήματοςενάωςνξελίξει.

Σέλλεϋ

ληποίηση εναι ποίηση πειραματική.

Στβενς

ποίηση εναι ἡ ἀναζήτηση τοῦ ἀνεξήγητου.

Στβενς

ποίηση εναινας φασιανς ποχάνεται στος θάμνους.

Στβενς

ποίησηρχίζει πάντα, ὅταν κάποιος ποπρόκειται νγίνει ποιητής, διαβάζεινα ποίημα.

Μίλτον

ποίησή μας δημιουργετνντύπωση, ὄχι πςνακαλύψαμε κάτι καινούργιο, ἀλλπς θυμηθήκαμε κάτι ποεχαμε ξεχάσει.

Μπράντλεϋ

ποίησηρχίζει μτνπίγνωσηκ μέρους μαςχι τς Πτώσης, ἀλλτοῦ ὅτι πέφτουμε.

Μπλούμ

ποιότητανς μεγάλου ποιητεναι πανταχοπαροσα καπουθενὰ ὁρατσν μία ξεχωριστσυγκίνηση.

ΚόλεριτζΝτΚουίνσυ

ποίηση δν εναιναλευθέρωμα τς συγκίνησης, ἀλλὰ ἀπόδρασηπτσυγκίνηση. Δν εναικφραση τς προσωπικότητας, ἀλλὰ ἀπόδρασηπτν προσωπικότητα.

Τ. Σ. Ἔλιοτ

Οἱ ἀνώριμοι ποιητς μιμονται. Οἱ ὥριμοι ποιητς κλέβουν.

Τ. Σ. Ἔλιοτ

«ποιητς κάνει τναυτό τουραματιστμέσαπμία μακριά, ἀπεριόριστη κασυστηματικὴ ἀποδιοργάνωσηλων τν ασθήσεων. Ὅλες ομορφςρωτα, πόνου, τρέλας. Διερευντναυτό του, ἐξαντλεμέσα τουλα τδηλητήρια καδιατηρετν πεμπτουσία τους. Δοκιμασίακατανόμαστη, ὅπου θχρειαστετμεγαλύτερη πίστη, τνπεράνθρωπη δύναμη, ὅπου θγίνει ατς μέσαπ᾿ ὅλους, ὁ μέγας σακάτης, ὁ μέγαςφορισμένος καὶ ὁ ὑπέρτατοςπιστήμων. Γιατί φτάνει τΑΓΝΩΣΤΟ! Ἔτσι λοιπόν, τί κιν καταστραφεστνκστατικπτήση του μέσαππράγματα πρωτάκουστα, ἀκατανόμαστα;»

ρτορεμπώ

ποίησηπαγορεύεταιπὸ ἕνα δαιμόνιο, ἂν καθὰ ἦτανπερβολντχαρακτηρίσει κανεςγγελικό.

Σέσλαβ Μίλοζ

Στνδια τν οσία τς ποίησηςπάρχει κάτι τὸ ἀπρεπές: Φανερώνονται πράγματα ποδν ξέραμε πς τκρύβαμε μέσα μας κατρομάζουμε σνεχε ξεπηδήσει μία τίγρης καστεκόταν μπροστά μας στφς τινάζοντας τν ορά της.

Σέσλαβ Μίλοζ

ποίηση εναικφραση, ἂννας στίχος εναικφραση, ἂν καθέναπτμέρη ποὺ ἀπαρτίζουννα στίχο, κάθε μία λέξη, εναικφραστικμόνα τους.

Κρότσε

ποίηση δννήκει σ᾿ ατος ποτγράφουνλλσ᾿ ατος ποτνχουννάγκη.

Πάμπλο Νερούντα

ποίηση εναιπιπυκνμορφπροφορικςκφρασης.

ζρα Πάουντ

ν κάποιος μάθει καλὰ ἑλληνικά, μπορενβρεσχεδν «λόκληρη τν ποίηση» στνμηρο.

ζρα Πάουντ

ποίηση δνχει καθόλου χρμα, ἀλλκατχρμα δνχει καθόλου ποίηση.

Ρόμπερτς Γκρέιβς

ν δν μπορες νεσαι ποιητής, γίνε τποίημα.

Ντέιβιντ Καραντάιν

χειρότερη μορα γιὰ ἕναν ποιητεναι ντν θαυμάζουν χωρς ντν καταλαβαίνουν.

Ζν Κοκτώ

ποίηση εναι τκαταφύγιο ποφθονομε.

Κώστας Καρυωτάκης

ποίησηχει τς ρίζες της στννθρώπινηνάσα.

Γιργος Σεφέρης

Εναι παράξενο πς γράφει κανες ποιήματα.

Γιργος Σεφέρης

ποίησις εναινάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.

νδρέαςμπειρίκος

φοδν επες τίποτα κύριε ποιητή, γιατίνόχλησες τς λέξεις;

Κώστας Μόντης

ποίηση δν εναιτρόπος νμιλήσουμε, ἀλλὰ ὁ καλύτερος τοχος νκρύψουμε τπρόσωπό μας.

Μανόληςναγνωστάκης

Ἡ ὀμορφικαραδοκεῖ. Ἂν εμαστε εαίσθητοι, θτν ασθανθομε μέσα στν ποίησηλων τν γλωσσν.

Μπόρχες

ταν διαβάζουμενα καλποίημα, φανταζόμαστε πς κιμες θμπορούσαμε ντὸ ἔχουμε γράψει, πς τποίημα προϋπρχε μέσα μας.

Μπόρχες

κατάλογος εναινεξάντλητοςπωςνεξάντλητες εναι οἱ ἄπειρες ασθήσεις πομςποβάλλειΠοίηση. Θσταματήσωδῶ. Καθτν κλείσω μμία φράση τοΠεσόα:

Ὁ ἄνεμος φυσάει

τσιπως τνκουσε ὁ Ὅμηρος

κόμα κιν δνπρξε ποτ

νέφερα τν Πεσόα, ἀλλδν σςποκάλυψα τὰ ὀνόματακείνων ποὺ ἔγραψαν ατος τος στοχασμος γιτν Ποίηση. Καλύτερατσι.Ἴσως ατςτρόπος μς φέρνει πικοντά σε Κενον ποὺ ἀποσβύνονταςλοένα τπρόσωπό του μέσα στὸ ἔργο του, γίνεται ὁ ἄλλος, γίνεται οἱ ἄλλοι, γίνεταιΚανένας. Θέλω νπμας φέρνει πικοντστν ΠοιητκαστΠοίημα.

Κατί εναι τελικτΠοίημα; Ἴσως εναι τνόμισμα ποσφίγγει στδόντια τουΠοιητς γινμπεστβάρκα τοΘανάτου. Ματθπληρώσει γιτμέγα θαμα ποὺ ἀξιώθηκε καποδν εναιλλοπτνδια τη ζωή.

χω γράψει τοτο τχαϊ-κού:

λοι χωρμε

οζωντανοκι ονεκροὶ  ἕνα ποίημα

λλκαὶ ὅλημνήμη τοκόσμου χωράει μέσα στν Ποίηση. Ἢ τουλάχιστον αττμαγικὴ ἐντύπωση μς δίνειτέχνη τς Ποίησης. Πςσαχουν χαθεκακενα ποθὰ ἔρθουν καθπεράσουν καθχαθον θμείνουν γιπάντα μέσα στν Ποίηση. Θμείνουν γιπάντα μέσα στν Ποίηση «σα κιν εναι λίγα ατποσταματιονται», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Ἀλεξανδρινός.


Πηγή: ΗΛΕΙΑΚΟΝ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ

Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

Φώτης Κόντογλου (1895-1965):










 

Ο Φώτης Κόντογλου (ΑϊβαλίΟθωμανική Αυτοκρατορία, 8 Νοεμβρίου 1895 – Αθήνα, 13 Ιουλίου 1965), γεννημένος με το επώνυμο Αποστολέλης, ήταν Έλληνας λογοτέχνης και ζωγράφος. Αναζήτησε την «ελληνικότητα», δηλαδή μία αυθεντική έκφραση, επιστρέφοντας στην ελληνική παράδοση, τόσο στο λογοτεχνικό όσο και στο ζωγραφικό του έργο. Είχε ακόμη σημαντικότατη συμβολή στον χώρο της βυζαντινής εικονογραφίας. Σήμερα θεωρείται ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της «Γενιάς του ’30». Μαθητές του ήταν ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Εγγονόπουλος, κ.ά.

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Μάριος Χάκκας (1931-1972):

 


ΜΠΡΟΣΤΑ Σ' ΕΝΑΝ ΤΑΦΟ

Πήγα στον τάφο του Μαρξ. Για να φτάσω εκεί πέρασα μέσα από ένα πάρκο με δυο λιμνούλες κι είδα ένα σκιουράκι που το τράταρα σοκολάτα. Την πήρε με τα μπροστινά ποδαράκια του και την τραγάνιζε. Έπειτα προχώρησα στο νεκροταφείο. Στη φυλακή μου ήρθε ένα δέμα που είχε μέσα και μερικές σοκολάτες. Φυσικά τις μοίρασα στους φίλους μου. Όταν αργότερα μάλωσα με κάποιον συγκρατούμενο μου το χτύπησε. “Εμένα δε μου έδωσες τσικολάτο”. Ήταν ένας ορεσίβιος ισοβίτης. Λίγες μέρες αργότερα έκανε δήλωση κι έφυγε. Το νεκροταφείο παλιό, εγκαταλειμμένο. Τα Εβραίικα μνήματα στο βάθος πιο παρατημένα. Το δικό του ξεχωρίζει. Ένα μεγάλο γρανιτένιο κεφάλι. Έγραψε “Το Κεφάλαιο”, αγαπούσε τη γυναίκα του, και τον χαρτζιλίκωνε ο Φρειδερίκος. Το 2000 μ.Χ. θα υπάρχουν δισεκατομμύρια μοιχοί. Το 2000 “Το Κεφάλαιο” θα είναι επιτέλους σωστά μεταφρασμένο (όχι η γυροβολιά του προϊόντου), θα μπορεί κανένας να χαίρεται το νεύρο του και την ειρωνεία του. Μασάω τη σοκολάτα μου και τον κοιτάζω. Συνήθως καταθέτουν στεφάνια ή βάζουνε μπόμπες. Σφυρίζω το τραγουδάκι “Ω Κάρολ”. Μου ‘ρχεται να κατουρήσω. Ερημιά. Τραβιέμαι λιγάκι παράμερα και την αμολάω σε μία πατουλιά. Βγαίνει ο σκιούρος, φαίνεται πάρκο και νεκροταφείο συγκοινωνούν, και με τα μπροστινά ποδάρια μου κάνει νόημα πως τέλειωσε η σοκολάτα. “Άκουσε, ποντίκι, αν είσαι το ίδιο δε σου δίνω σοκολάτα. Αυτά τα πράγματα πρέπει να μοιράζονται σε όλους εξίσου. Όχι επειδή έχουμε μια γνωριμία να την εκμεταλλευτείς.” Κάποτε μοίρασα αυτό το σπάνιο είδος στη φυλακή μόνο στους φίλους με αποτέλεσμα να κάνει ο άλλος δήλωση. Έκανα μερικές νύχτες να κοιμηθώ. Εξαιτίας μου χάθηκε ένας οπαδός του Μαρξ και τώρα που βρίσκομαι μπροστά στον τάφο του δε θέλω να μου συμβεί κάτι τέτοιο. Καλά κοιμάμαι.

Άλλωστε έκανα δήλωση κι εγώ, όχι βέβαια γιατί δε μου δώσανε σοκολάτα, άλλες αιτίες. Ήταν κάποιος που συνήθιζε να λέει “ο Βλαδίμηρος είπε”, κι επειδή το είπε εκείνος έπρεπε να το τηρήσουμε εμείς. Κυρίως δε μου άρεσε που τον έλεγε Βλαδίμηρο λες και ήταν πρώτα ξαδέρφια. Ένας άλλος τον έλεγε Ίλιτς. Για τον Κάρολο μιλούσανε σπάνια και για τον Φρειδερίκο ακόμα πιο σπάνια. Όμως τους άρεσε να λένε τη φράση “αφήστε τους νεκρούς να προχωρούν”, που είπε κάποιος μετέπειτα. Όλοι αυτοί οι μετέπειτα λέγανε μπούρδες. Εγώ αγαπούσα το Βλαδίμηρο Βλαδιμήρου με το άταχτο τσουλούφι που αποτυπωνόντανε “με τη βαριά στο καύκαλο του κόσμου”, ίσως γιατί ψυλλιάστηκε νωρίς, ίσως και για κείνη τη σφαίρα που σφήνωσε στο καύκαλό του.

Όλα ξεκίνησαν απ’ αυτό το γρανιτένιο κεφάλι που στέκει μπροστά μου, κι εκείνοι κι οι άλλοι, κι ετούτοι κι οι μετέπειτα, κι οι καλοί κι οι κακοί, μόνο που οι καλοί βγήκαν γρήγορα από τη μέση, πλάκωσαν τα ντουγκασβίλια και τους ξεπάστρεψαν έτσι που μείναν πάνω μόνο οι αχώνευτοι. Θα μου πείτε “βρέστε μου μια κατσαρόλα που να βράζει το γάλα χωρίς να το χύνει”. Αυτό προσπαθώ τόσα χρόνια, κάθε πρωί λέω να προσέξω για να μη φουσκώσει και πάντα την παθαίνω. Έτσι την πάθαμε όλοι, κι ίσως κι ο ίδιος ο Μαρξ, γιατί δεν πιστεύω να ήθελε αυτούς τους αχώνευτους.

*ΣΗΜ.: Σαν σήμερα το 1883 άφησε την τελευταία του πνοή στο Λονδίνο ο Καρλ Μαρξ. Είχε γεννηθεί το 1818 στην πόλη Τριρ της Πρωσικής Ρηνανίας. Περιττό να υπενθυμίσω την επίδραση της σκέψης του και της φιλοσοφίας του (μαζί και αυτήν των παραμορφώσεών τους) στην ιστορία του κόσμου που ζήσαμε και ζούμε...


Ο Μάριος Χάκκας (Μακρακώμη Φθιώτιδας1931 - 5 Ιουλίου 1972[2]) ήταν Έλληνας λογοτέχνης. Εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων υπέστη διώξεις, ιδιαίτερα κατά τη δικτατορία των συνταγματαρχών


                  Έrγα του: 

·                    "Όμορφο καλοκαίρι" (1965)

·                    "Ο Τυφεκιοφόρος του εχθρού" (1966)

·                    "Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες" (1971)

·                    "Ενοχή" (θεατρικό μονόπρακτο)

·                    "Αναζήτηση" (θεατρικό μονόπρακτο)

·                    "Κλειδιά" (θεατρικό μονόπρακτο)

·                    "Το κοινόβιο" (1972)

Σάββατο 13 Μαρτίου 2021

Κώστας Περδίκης: Πριν 54 χρόνια...

 Ενθυμήματα από πολύ μακρινές Εισαγωγικές εξετάσεις

  1967


                                        

                                                                         



Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Αργύρης Χιόνης (1943-2011):

 

«Κραυγάζω ήσυχα απαλά σχεδόν ψιθυριστά»





ΟΤΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΜΙΣΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Θα ’ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν. Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέντρα. Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες. Πολλοί θα πέσουν μέσα. Τα χώματα θα τους σκεπάσουν. Κανείς δεν θα φυτρώσει.


ΑΠΟΡΙΕΣ

Τι νιώθει η έρημος
όταν μακρινός άνεμος
αποθέτει πάνω της ένα σπόρο;

Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι;

Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;

Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου;

Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε
ότι υπάρχει μόνον ένα μέγεθος θανάτου;

Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα
ότι ο κόκκος άμμου είν’ αδερφός τους;

Η μετάνοια θυμάται αλήθεια
ότι κάποτε λεγόταν τόλμη;

Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει
ξέρουν ότ’ είναι δυό γλάροι που ζυγιάζονται
πάνω από το κενό της έλλειψης;

Πώς νιώθει τάχα η νύχτα
μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί της
ωραία ή σημαδεμένη;

Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται;

Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ’ το προσκέφαλό του
περίστροφο ή όνειρα;

Τα πούπουλα του μαξιλαριού
ονειρεύονται ακόμα τα ύψη;

Πώς πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος
πώς τρίζει η ψυχή του ερημίτη
όταν την αγγίζει ο θάνατος
τι κρότο κάνει ένα δέντρο που πέφτει
όταν κανείς δεν είν’ εκεί για να τ’ ακούσει;

Είναι το σκοτάδι που ’ναι τυφλό
ή το φως που σκοντάφτει πάνω του;

ΚΕΡΔΟΣ

Όταν σου ζήτησα νερό
δεν δίψαγα·
η πεθυμιά μου ήταν
της προσφοράς την προθυμία
ν’ απολαύσω.

ΣΤΙΓΜΗ

Οι καμινάδες
χέρια ικεσίας
στο Θεό της σιωπής·
η πολιτεία
προσεύχεται μες στη νύχτα.

ΠΛΗΡΩΜΗ

Στη μέση του μεσημεριού
η δίψα σου·
στης δίψας σου τη μέση
ένα πηγάδι
δίχως νερό,
γιομάτο σαύρες
και ψοφίμια.
Κι έσκυψες
πάνω σαπ’ το πηγάδι
κι έκλαψες
κι εκείνο σου ’πε,
«ευχαριστώ για τη δροσιά».

Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε στις 22 του Απρίλη 1943 στην Αθήνα. Έζησε είκοσι χρόνια σε πόλεις της βόρειας Ευρώπης, δουλεύοντας την περίοδο 1982-1992 ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι που τα εγκατέλειψε όλα για χάρη της ποίησης και της γεωργίας και εγκαταστάθηκε στο Θροφαρί Κορινθίας.

Πηγή:Κατιούσα


Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Κώστας Περδίκης:

 


Το κίτρινο σουγιαδάκι

         

      Όλα σχεδόν τα γύρω μας χωριά είχαν και το πανηγύρι τους. Γινόταν μια φορά τον χρόνο, στη γιορτή του τοπικού τους Άγιου. Άρχιζε από την παραμονή και κράταγε και ολόκληρη την άλλη μέρα της γιορτής.

Στ’ αφτιά μας φτάνανε φήμες και κουβέντες για γλέντια με οργανο­παίχτες,  για  τραγουδιστάδες, για γίδες βρα­στές και γουρνοπούλες και για πραματευτές, που πούλαγαν χίλια δυο εμπορεύματα.

Εμείς, τότε, αν και κοτζάμ κωμόπολη, δεν είχαμε δικό μας πανη­γύρι. Μοναχά, στις 20 Ιουλίου που γιόρταζε ο Άη  Λιας, πηγαίναμε με τη μάνα μας στο μικρό ξωκλήσι του, στο λόφο πάνω από τα  Πέρα Καλύβια, που γινόταν λειτουργία. Το κά­ναμε, έτσι, σαν μια μι­κρή εκδρομή.

Όταν σχόλαγε η εκκλησία, έξω στο προαύλιο, ο Αντώνης, ένα παιδί κανά δυο χρόνια μεγαλύτερό μου, μας τράβαγε κοντά του σαν μαγνήτης. Με έναν ταμπλά, κρεμασμένο με λουρί από το λαιμό του, πούλαγε ένα σωρό καλούδια. Καραμέλες, σοκολά­τες, τσίχλες, γλυφιτζούρια, μπαλόνια, φτηνά παιχνιδάκια κ.ά. Το εμπορικό του δαιμόνιο από τότε φαινόταν πεντακάθαρα. Τώρα πια ο Αντώνης μεγαλουργεί στην αγορά μας. Έχει με­γάλο δικό του μαγαζί, μαζί με τους δυο γιους του και η πελα­τεία του όσο πάει και μεγαλώνει.

Η απουσία πανηγυριού από την πόλη μας είχε σαν αποτέ­λεσμα, σε μας τα παιδιά, να μην αξιωθούμε να μάθουμε να χο­ρεύουμε, της προκοπής, ελληνικούς χορούς. Οι δάσκαλοί μας, τότε, μάθαιναν χορούς αποκλειστικά μόνο στα κορίτσια. «Πέρα στους πέρα κάμπους, που είναι οι ελιές», «στην απάνω γειτονιά, στην παραπάνω ρούγα» κ.ά. Όταν πήγα μερικές χρονιές στην κατασκή­νωση έμαθα εκεί τα βήματα του Καλαματιανού και του Τσάμι­κου. Δώδεκα βήματα για τον ένα και άλλα τόσα για τον άλλο χορό. Κου­τσά στραβά κατάφερνα να σέρνω τα πόδια μου στον ρυθμό του καθενός.

Το πανηγύρι, όμως, που είχε πάρει διαστά­σεις θρύλου στο μυαλό μας ήταν εκείνο που γινόταν στην Αρχαία Ολυμπία, στα Ολύμπια όπως αλλιώς λέγαμε. Κι αυτό για δύο λόγους. Ο ένας ήταν γιατί εκείνο, σε σχέση με τα πανηγύρια των γειτο­νικών μας χωριών, μας έπεφτε αρκετά πιο μακριά. Ο άλλος λό­γος ήταν η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του τόπου, η ιστορία του, ο αρ­χαιολογικός του χώρος, το στάδιο και το μουσείο του.

Η μάνα μας είχε πάει σχολείο μέχρι την τρίτη του δημοτι­κού. Ήταν καλή μαθήτρια, όπως πολλές φορές μας έλεγε και τα ’παιρνε τα γράμματα. Ο πατέρας της, όμως, ο παππούς μας δη­λαδή, τη σταμάτησε, γιατί το φτωχικό σπιτικό τους είχε ανά­γκη από τη βοήθειά της. Έτσι γινόταν τότε, τα κορίτσια του σπιτιού συνήθως πλήρωναν τη νύφη.

Της έμεινε δυστυχώς ο καημός του σχολείου και η δίψα της για μάθηση και γνώση. Όποιο βιβλίο εύρισκε μπροστά της, από τα δικά μας τα σχολικά και εξωσχολικά κυριολεκτικά το ρού­φαγε. Κατόρθωσε έτσι και διαμόρφωσε ένα χαρακτήρα ζη­λευτό νομίζω για μια μάνα. Από τη μια αυστηρή και ακριβοδί­καιη και από την άλλη πολύ δοτική, πρόθυμη να κάνει το παν, για να νοιώθουνε τα παιδιά της ευτυχισμένα.

Ένα τέτοιο δώρο της, σαν ανταμοιβή της όλης διαγωγής μας, ήταν και η εκδρομή, εκείνη τη χρονιά, στα Ολύμπια για να δούμε το περίφημο πανηγύρι τους.

Πρωί, πρωί κατεβήκαμε στον σταθμό μας και πήραμε το πρώτο τραίνο, που πήγαινε προς τον Πύργο. Προσπέρασε, χω­ρίς να σταματήσει, τον Καϊάφα και λίγο πριν τον Αλφειό έκανε στάση στον μικρό σταθμό με το όνομα  Αλφειούσα. Μετά και πριν προλάβουμε καλά, καλά να μετρήσουμε  τις έξι καμάρες της εντυπωσιακής γέφυρας του ποταμιού ξανασταμάτησε, στην άλλη πλευρά τώρα, στον σταθμό που λεγόταν Αλφειός.

Εκεί κατεβήκαμε, γιατί έπρεπε να περιμένουμε την αντα­πό­κριση, δηλαδή το άλλο τραινάκι που θα ερχόταν από τον Πύργο και θα μας πήγαινε μέχρι τα Ολύμπια. Δεν άργησε αυτό  να ’ρθει και  τρέξαμε με την αδελφή μου να πιάσουμε θέση κο­ντά σε παράθυρο. Με κολλημένα τα κεφάλια μας στο τζάμι δεν χορταί­ναμε να χαζεύουμε έξω όσα προσπερνάγαμε, κάμπους, κοπάδια  και μικρά αγροτόσπιτα.

Κάποια στιγμή φτάσαμε και κατεβήκαμε στο όμορφο νεο­κλασσικό κτί­ριο του εκεί σταθμού. Η κοσμοπλημμύρα άρχιζε από τον σταθμό και συνέχιζε προς τον κεντρικό δρόμο της αγο­ράς. Κό­σμος και κοσμάκης είχε συρρεύσει από τα γύρω χωριά και μαζί με τους ντόπιους βολτάριζαν φωνασκώντας.

Η μάνα μας, βέβαια, είχε από πριν βγάλει το πρόγραμμα που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε. Πρώτα, αν και είχαμε ξανα­πάει,  θα αρχίζαμε από το Μουσείο. Μετά θα κάναμε ένα περί­πατο ανά­μεσα στα ερείπια της αρχαίας Άλτης και τελευταία θα ερχό­ταν η σειρά του πανηγυριού.

Έτσι κι έγινε. Περάσαμε, χωρίς να σταματήσουμε, ανάμεσα από τον κό­σμο, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στους πάγκους στις άκρες του δρόμου. Στη σειρά, ο ένας πλάι στον άλλο, ήσαν γε­μάτοι με του κόσμου τα εμπορεύματα. Τε­λειώσαμε κάποτε με το πνευ­ματικό κομμάτι του προγράμματός μας και είχε έρθει η ώρα της απόλαυσης του υλικού και τόσο επι­θυμητού κομματιού.

Χωθήκαμε λοιπόν κι εμείς στο πλήθος και κατηφορίζοντας αργά τον δρόμο χαζεύαμε εντυπωσιασμένοι  τα τόσα πολλά και διαφορετικά πράγματα, που ήσαν απλωμένα πάνω στους πά­γκους. Ρούχα, κουζινικά, εργαλεία, παιχνίδια, βιβλία, φαγώσι­μες λιχουδιές, λεμονοπορτοκαλάδες, μαλλί της γριας. Ο κόσμος σταμάταγε, κοίταζε, παζάρευε  και στο τέλος όλο και κάτι ψώ­νιζε.

Εμένα από όλον αυτόν τον παράδεισο, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, με τράβηξε με τη πρώτη μου ματιά ένα μικρό σου­γιαδάκι. Εκείνο που το έκανε να ξεχωρίζει ήταν η επέν­δυσή του, από ένα κιτρινωπό κοκάλινο υλικό, κάτι σαν φύλλο φίλντισι.

Εκείνη τη χρονιά είχα αρχίσει να πηγαίνω στους προσκό­πους και ένα σουγιαδάκι το  χρειαζόμουνα οπωσδήποτε, μου ήταν  εκ των ων ουκ άνευ. Μ’ αυτό θα ξεφλούδιζα τις βέργες της λιγιάς για τις κατασκευές μου, θα έκοβα το σχοινί σε κομ­μάτια για τους διάφορους κόμπους που μας μάθαιναν και  θα πελέκαγα τις χοντρές φλούδες από τα πεύκα για να φτιάχνω βαρκούλες.

Το αγοράσαμε ευθύς αμέσως και μάλιστα ο έμπορας δεί­χνοντας τη συμπάθειά του μου χάρισε μαζί και μια αλυσιδίτσα για να κρεμάω το σουγιαδάκι από τη ζώνη μου. 

Η αδελφή μου παρακάλεσε τη μάνα μας και της πήρε μια ξύλινη ζωγραφιστή κασετίνα. Για τον πατέρα μας αγορά­σαμε ένα μπλοκ, σπιράλ,  για την αλληλογραφία του.

Μόνο η μάνα μας  μονολογούσε, σχεδόν ψιθυριστά, ότι έχει απ’ όλα και ότι δεν χρειάζεται τί­ποτα, μέχρι που είδε  μια μικρή εικονίτσα με τη μορφή της Αγίας Αικατερί­νης.

Ανήμερα της γιορτής της Αγίας, 25 Νοεμβρίου, είχε κάνει την πρώτης της γέννα, που αποδείχθηκε πολύ δύσκολη. Από θαύμα γλίτωσαν εκείνη και η αδελφή μου. Δικαιολογημένα λοιπόν αυτή η εικονίτσα ήταν το μόνο πράγμα που ήθελε εκείνη τη στιγμή και χωρίς δεύτερη σκέψη την αγόρασε.

Φτάνοντας έξω από το κεντρικό καφενείο, κάτω από τον τεράστιο πλάτανο, τα μεγάφωνα μας πήρανε τα αφτιά  με τον Καζαντζίδη και την «Μαντουμπάλα» του. Το μεγάλο, γλέντι εκεί στο ίδιο καφενείο, θα γινόταν το βράδυ όπως μας είπαν. Μόνο που εμείς, τότε, θα είχαμε προ πολλού αναχωρήσει.

Θα θυμάμαι πάντα εκείνη τη μέρα του πανηγυριού. Ήταν μια μέρα ηλιόλουστη, γλυκιά και όλος ο κόσμος μέσα στην καλή χαρά και ανεμελιά. Γι’ αυτούς το πανη­γύρι ήταν ευκαιρία, μια φορά το χρόνο, για να ξεχνούν λίγο τις δουλειές και τις σκο­τούρες τους και  να το ρίχνουν έξω, όπως λέμε.

Όσο για το κίτρινο σουγιαδάκι το έχω ακόμη, μέχρι σή­μερα. Και τι δεν μαστόρεψα με δαύτο. Τώρα, η θέση του είναι πάντα μέσα στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου μας. Η παρουσία του και η χρησιμότητά του εξακολουθεί να αποδεικνύεται πολύ­τιμη.

     Στις εκδρομές μας θα βοηθήσει να καθαρίσουμε το φρούτο μας, να μοι­ράσουμε τη φρατζόλα του ψωμιού και να κόψουμε σε ψιλά κομμάτια το τυρί και το σαλάμι μας. Τι κι αν τώρα πλέον, για μας, όλα σχεδόν τα  φαγώσιμα έχουν τα­μπελίτσα με την έν­δειξη ''Light'', τουτέστιν με λίγα λιπαρά…