Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Μάριος Χάκκας (1931-1972):

 


ΜΠΡΟΣΤΑ Σ' ΕΝΑΝ ΤΑΦΟ

Πήγα στον τάφο του Μαρξ. Για να φτάσω εκεί πέρασα μέσα από ένα πάρκο με δυο λιμνούλες κι είδα ένα σκιουράκι που το τράταρα σοκολάτα. Την πήρε με τα μπροστινά ποδαράκια του και την τραγάνιζε. Έπειτα προχώρησα στο νεκροταφείο. Στη φυλακή μου ήρθε ένα δέμα που είχε μέσα και μερικές σοκολάτες. Φυσικά τις μοίρασα στους φίλους μου. Όταν αργότερα μάλωσα με κάποιον συγκρατούμενο μου το χτύπησε. “Εμένα δε μου έδωσες τσικολάτο”. Ήταν ένας ορεσίβιος ισοβίτης. Λίγες μέρες αργότερα έκανε δήλωση κι έφυγε. Το νεκροταφείο παλιό, εγκαταλειμμένο. Τα Εβραίικα μνήματα στο βάθος πιο παρατημένα. Το δικό του ξεχωρίζει. Ένα μεγάλο γρανιτένιο κεφάλι. Έγραψε “Το Κεφάλαιο”, αγαπούσε τη γυναίκα του, και τον χαρτζιλίκωνε ο Φρειδερίκος. Το 2000 μ.Χ. θα υπάρχουν δισεκατομμύρια μοιχοί. Το 2000 “Το Κεφάλαιο” θα είναι επιτέλους σωστά μεταφρασμένο (όχι η γυροβολιά του προϊόντου), θα μπορεί κανένας να χαίρεται το νεύρο του και την ειρωνεία του. Μασάω τη σοκολάτα μου και τον κοιτάζω. Συνήθως καταθέτουν στεφάνια ή βάζουνε μπόμπες. Σφυρίζω το τραγουδάκι “Ω Κάρολ”. Μου ‘ρχεται να κατουρήσω. Ερημιά. Τραβιέμαι λιγάκι παράμερα και την αμολάω σε μία πατουλιά. Βγαίνει ο σκιούρος, φαίνεται πάρκο και νεκροταφείο συγκοινωνούν, και με τα μπροστινά ποδάρια μου κάνει νόημα πως τέλειωσε η σοκολάτα. “Άκουσε, ποντίκι, αν είσαι το ίδιο δε σου δίνω σοκολάτα. Αυτά τα πράγματα πρέπει να μοιράζονται σε όλους εξίσου. Όχι επειδή έχουμε μια γνωριμία να την εκμεταλλευτείς.” Κάποτε μοίρασα αυτό το σπάνιο είδος στη φυλακή μόνο στους φίλους με αποτέλεσμα να κάνει ο άλλος δήλωση. Έκανα μερικές νύχτες να κοιμηθώ. Εξαιτίας μου χάθηκε ένας οπαδός του Μαρξ και τώρα που βρίσκομαι μπροστά στον τάφο του δε θέλω να μου συμβεί κάτι τέτοιο. Καλά κοιμάμαι.

Άλλωστε έκανα δήλωση κι εγώ, όχι βέβαια γιατί δε μου δώσανε σοκολάτα, άλλες αιτίες. Ήταν κάποιος που συνήθιζε να λέει “ο Βλαδίμηρος είπε”, κι επειδή το είπε εκείνος έπρεπε να το τηρήσουμε εμείς. Κυρίως δε μου άρεσε που τον έλεγε Βλαδίμηρο λες και ήταν πρώτα ξαδέρφια. Ένας άλλος τον έλεγε Ίλιτς. Για τον Κάρολο μιλούσανε σπάνια και για τον Φρειδερίκο ακόμα πιο σπάνια. Όμως τους άρεσε να λένε τη φράση “αφήστε τους νεκρούς να προχωρούν”, που είπε κάποιος μετέπειτα. Όλοι αυτοί οι μετέπειτα λέγανε μπούρδες. Εγώ αγαπούσα το Βλαδίμηρο Βλαδιμήρου με το άταχτο τσουλούφι που αποτυπωνόντανε “με τη βαριά στο καύκαλο του κόσμου”, ίσως γιατί ψυλλιάστηκε νωρίς, ίσως και για κείνη τη σφαίρα που σφήνωσε στο καύκαλό του.

Όλα ξεκίνησαν απ’ αυτό το γρανιτένιο κεφάλι που στέκει μπροστά μου, κι εκείνοι κι οι άλλοι, κι ετούτοι κι οι μετέπειτα, κι οι καλοί κι οι κακοί, μόνο που οι καλοί βγήκαν γρήγορα από τη μέση, πλάκωσαν τα ντουγκασβίλια και τους ξεπάστρεψαν έτσι που μείναν πάνω μόνο οι αχώνευτοι. Θα μου πείτε “βρέστε μου μια κατσαρόλα που να βράζει το γάλα χωρίς να το χύνει”. Αυτό προσπαθώ τόσα χρόνια, κάθε πρωί λέω να προσέξω για να μη φουσκώσει και πάντα την παθαίνω. Έτσι την πάθαμε όλοι, κι ίσως κι ο ίδιος ο Μαρξ, γιατί δεν πιστεύω να ήθελε αυτούς τους αχώνευτους.

*ΣΗΜ.: Σαν σήμερα το 1883 άφησε την τελευταία του πνοή στο Λονδίνο ο Καρλ Μαρξ. Είχε γεννηθεί το 1818 στην πόλη Τριρ της Πρωσικής Ρηνανίας. Περιττό να υπενθυμίσω την επίδραση της σκέψης του και της φιλοσοφίας του (μαζί και αυτήν των παραμορφώσεών τους) στην ιστορία του κόσμου που ζήσαμε και ζούμε...


Ο Μάριος Χάκκας (Μακρακώμη Φθιώτιδας1931 - 5 Ιουλίου 1972[2]) ήταν Έλληνας λογοτέχνης. Εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων υπέστη διώξεις, ιδιαίτερα κατά τη δικτατορία των συνταγματαρχών


                  Έrγα του: 

·                    "Όμορφο καλοκαίρι" (1965)

·                    "Ο Τυφεκιοφόρος του εχθρού" (1966)

·                    "Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες" (1971)

·                    "Ενοχή" (θεατρικό μονόπρακτο)

·                    "Αναζήτηση" (θεατρικό μονόπρακτο)

·                    "Κλειδιά" (θεατρικό μονόπρακτο)

·                    "Το κοινόβιο" (1972)

Σάββατο 13 Μαρτίου 2021

Κώστας Περδίκης: Πριν 54 χρόνια...

 Ενθυμήματα από πολύ μακρινές Εισαγωγικές εξετάσεις

  1967


                                        

                                                                         



Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Αργύρης Χιόνης (1943-2011):

 

«Κραυγάζω ήσυχα απαλά σχεδόν ψιθυριστά»





ΟΤΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΜΙΣΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Θα ’ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν. Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέντρα. Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες. Πολλοί θα πέσουν μέσα. Τα χώματα θα τους σκεπάσουν. Κανείς δεν θα φυτρώσει.


ΑΠΟΡΙΕΣ

Τι νιώθει η έρημος
όταν μακρινός άνεμος
αποθέτει πάνω της ένα σπόρο;

Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι;

Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;

Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου;

Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε
ότι υπάρχει μόνον ένα μέγεθος θανάτου;

Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα
ότι ο κόκκος άμμου είν’ αδερφός τους;

Η μετάνοια θυμάται αλήθεια
ότι κάποτε λεγόταν τόλμη;

Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει
ξέρουν ότ’ είναι δυό γλάροι που ζυγιάζονται
πάνω από το κενό της έλλειψης;

Πώς νιώθει τάχα η νύχτα
μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί της
ωραία ή σημαδεμένη;

Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται;

Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ’ το προσκέφαλό του
περίστροφο ή όνειρα;

Τα πούπουλα του μαξιλαριού
ονειρεύονται ακόμα τα ύψη;

Πώς πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος
πώς τρίζει η ψυχή του ερημίτη
όταν την αγγίζει ο θάνατος
τι κρότο κάνει ένα δέντρο που πέφτει
όταν κανείς δεν είν’ εκεί για να τ’ ακούσει;

Είναι το σκοτάδι που ’ναι τυφλό
ή το φως που σκοντάφτει πάνω του;

ΚΕΡΔΟΣ

Όταν σου ζήτησα νερό
δεν δίψαγα·
η πεθυμιά μου ήταν
της προσφοράς την προθυμία
ν’ απολαύσω.

ΣΤΙΓΜΗ

Οι καμινάδες
χέρια ικεσίας
στο Θεό της σιωπής·
η πολιτεία
προσεύχεται μες στη νύχτα.

ΠΛΗΡΩΜΗ

Στη μέση του μεσημεριού
η δίψα σου·
στης δίψας σου τη μέση
ένα πηγάδι
δίχως νερό,
γιομάτο σαύρες
και ψοφίμια.
Κι έσκυψες
πάνω σαπ’ το πηγάδι
κι έκλαψες
κι εκείνο σου ’πε,
«ευχαριστώ για τη δροσιά».

Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε στις 22 του Απρίλη 1943 στην Αθήνα. Έζησε είκοσι χρόνια σε πόλεις της βόρειας Ευρώπης, δουλεύοντας την περίοδο 1982-1992 ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι που τα εγκατέλειψε όλα για χάρη της ποίησης και της γεωργίας και εγκαταστάθηκε στο Θροφαρί Κορινθίας.

Πηγή:Κατιούσα


Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Κώστας Περδίκης:

 


Το κίτρινο σουγιαδάκι

         

      Όλα σχεδόν τα γύρω μας χωριά είχαν και το πανηγύρι τους. Γινόταν μια φορά τον χρόνο, στη γιορτή του τοπικού τους Άγιου. Άρχιζε από την παραμονή και κράταγε και ολόκληρη την άλλη μέρα της γιορτής.

Στ’ αφτιά μας φτάνανε φήμες και κουβέντες για γλέντια με οργανο­παίχτες,  για  τραγουδιστάδες, για γίδες βρα­στές και γουρνοπούλες και για πραματευτές, που πούλαγαν χίλια δυο εμπορεύματα.

Εμείς, τότε, αν και κοτζάμ κωμόπολη, δεν είχαμε δικό μας πανη­γύρι. Μοναχά, στις 20 Ιουλίου που γιόρταζε ο Άη  Λιας, πηγαίναμε με τη μάνα μας στο μικρό ξωκλήσι του, στο λόφο πάνω από τα  Πέρα Καλύβια, που γινόταν λειτουργία. Το κά­ναμε, έτσι, σαν μια μι­κρή εκδρομή.

Όταν σχόλαγε η εκκλησία, έξω στο προαύλιο, ο Αντώνης, ένα παιδί κανά δυο χρόνια μεγαλύτερό μου, μας τράβαγε κοντά του σαν μαγνήτης. Με έναν ταμπλά, κρεμασμένο με λουρί από το λαιμό του, πούλαγε ένα σωρό καλούδια. Καραμέλες, σοκολά­τες, τσίχλες, γλυφιτζούρια, μπαλόνια, φτηνά παιχνιδάκια κ.ά. Το εμπορικό του δαιμόνιο από τότε φαινόταν πεντακάθαρα. Τώρα πια ο Αντώνης μεγαλουργεί στην αγορά μας. Έχει με­γάλο δικό του μαγαζί, μαζί με τους δυο γιους του και η πελα­τεία του όσο πάει και μεγαλώνει.

Η απουσία πανηγυριού από την πόλη μας είχε σαν αποτέ­λεσμα, σε μας τα παιδιά, να μην αξιωθούμε να μάθουμε να χο­ρεύουμε, της προκοπής, ελληνικούς χορούς. Οι δάσκαλοί μας, τότε, μάθαιναν χορούς αποκλειστικά μόνο στα κορίτσια. «Πέρα στους πέρα κάμπους, που είναι οι ελιές», «στην απάνω γειτονιά, στην παραπάνω ρούγα» κ.ά. Όταν πήγα μερικές χρονιές στην κατασκή­νωση έμαθα εκεί τα βήματα του Καλαματιανού και του Τσάμι­κου. Δώδεκα βήματα για τον ένα και άλλα τόσα για τον άλλο χορό. Κου­τσά στραβά κατάφερνα να σέρνω τα πόδια μου στον ρυθμό του καθενός.

Το πανηγύρι, όμως, που είχε πάρει διαστά­σεις θρύλου στο μυαλό μας ήταν εκείνο που γινόταν στην Αρχαία Ολυμπία, στα Ολύμπια όπως αλλιώς λέγαμε. Κι αυτό για δύο λόγους. Ο ένας ήταν γιατί εκείνο, σε σχέση με τα πανηγύρια των γειτο­νικών μας χωριών, μας έπεφτε αρκετά πιο μακριά. Ο άλλος λό­γος ήταν η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του τόπου, η ιστορία του, ο αρ­χαιολογικός του χώρος, το στάδιο και το μουσείο του.

Η μάνα μας είχε πάει σχολείο μέχρι την τρίτη του δημοτι­κού. Ήταν καλή μαθήτρια, όπως πολλές φορές μας έλεγε και τα ’παιρνε τα γράμματα. Ο πατέρας της, όμως, ο παππούς μας δη­λαδή, τη σταμάτησε, γιατί το φτωχικό σπιτικό τους είχε ανά­γκη από τη βοήθειά της. Έτσι γινόταν τότε, τα κορίτσια του σπιτιού συνήθως πλήρωναν τη νύφη.

Της έμεινε δυστυχώς ο καημός του σχολείου και η δίψα της για μάθηση και γνώση. Όποιο βιβλίο εύρισκε μπροστά της, από τα δικά μας τα σχολικά και εξωσχολικά κυριολεκτικά το ρού­φαγε. Κατόρθωσε έτσι και διαμόρφωσε ένα χαρακτήρα ζη­λευτό νομίζω για μια μάνα. Από τη μια αυστηρή και ακριβοδί­καιη και από την άλλη πολύ δοτική, πρόθυμη να κάνει το παν, για να νοιώθουνε τα παιδιά της ευτυχισμένα.

Ένα τέτοιο δώρο της, σαν ανταμοιβή της όλης διαγωγής μας, ήταν και η εκδρομή, εκείνη τη χρονιά, στα Ολύμπια για να δούμε το περίφημο πανηγύρι τους.

Πρωί, πρωί κατεβήκαμε στον σταθμό μας και πήραμε το πρώτο τραίνο, που πήγαινε προς τον Πύργο. Προσπέρασε, χω­ρίς να σταματήσει, τον Καϊάφα και λίγο πριν τον Αλφειό έκανε στάση στον μικρό σταθμό με το όνομα  Αλφειούσα. Μετά και πριν προλάβουμε καλά, καλά να μετρήσουμε  τις έξι καμάρες της εντυπωσιακής γέφυρας του ποταμιού ξανασταμάτησε, στην άλλη πλευρά τώρα, στον σταθμό που λεγόταν Αλφειός.

Εκεί κατεβήκαμε, γιατί έπρεπε να περιμένουμε την αντα­πό­κριση, δηλαδή το άλλο τραινάκι που θα ερχόταν από τον Πύργο και θα μας πήγαινε μέχρι τα Ολύμπια. Δεν άργησε αυτό  να ’ρθει και  τρέξαμε με την αδελφή μου να πιάσουμε θέση κο­ντά σε παράθυρο. Με κολλημένα τα κεφάλια μας στο τζάμι δεν χορταί­ναμε να χαζεύουμε έξω όσα προσπερνάγαμε, κάμπους, κοπάδια  και μικρά αγροτόσπιτα.

Κάποια στιγμή φτάσαμε και κατεβήκαμε στο όμορφο νεο­κλασσικό κτί­ριο του εκεί σταθμού. Η κοσμοπλημμύρα άρχιζε από τον σταθμό και συνέχιζε προς τον κεντρικό δρόμο της αγο­ράς. Κό­σμος και κοσμάκης είχε συρρεύσει από τα γύρω χωριά και μαζί με τους ντόπιους βολτάριζαν φωνασκώντας.

Η μάνα μας, βέβαια, είχε από πριν βγάλει το πρόγραμμα που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε. Πρώτα, αν και είχαμε ξανα­πάει,  θα αρχίζαμε από το Μουσείο. Μετά θα κάναμε ένα περί­πατο ανά­μεσα στα ερείπια της αρχαίας Άλτης και τελευταία θα ερχό­ταν η σειρά του πανηγυριού.

Έτσι κι έγινε. Περάσαμε, χωρίς να σταματήσουμε, ανάμεσα από τον κό­σμο, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στους πάγκους στις άκρες του δρόμου. Στη σειρά, ο ένας πλάι στον άλλο, ήσαν γε­μάτοι με του κόσμου τα εμπορεύματα. Τε­λειώσαμε κάποτε με το πνευ­ματικό κομμάτι του προγράμματός μας και είχε έρθει η ώρα της απόλαυσης του υλικού και τόσο επι­θυμητού κομματιού.

Χωθήκαμε λοιπόν κι εμείς στο πλήθος και κατηφορίζοντας αργά τον δρόμο χαζεύαμε εντυπωσιασμένοι  τα τόσα πολλά και διαφορετικά πράγματα, που ήσαν απλωμένα πάνω στους πά­γκους. Ρούχα, κουζινικά, εργαλεία, παιχνίδια, βιβλία, φαγώσι­μες λιχουδιές, λεμονοπορτοκαλάδες, μαλλί της γριας. Ο κόσμος σταμάταγε, κοίταζε, παζάρευε  και στο τέλος όλο και κάτι ψώ­νιζε.

Εμένα από όλον αυτόν τον παράδεισο, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, με τράβηξε με τη πρώτη μου ματιά ένα μικρό σου­γιαδάκι. Εκείνο που το έκανε να ξεχωρίζει ήταν η επέν­δυσή του, από ένα κιτρινωπό κοκάλινο υλικό, κάτι σαν φύλλο φίλντισι.

Εκείνη τη χρονιά είχα αρχίσει να πηγαίνω στους προσκό­πους και ένα σουγιαδάκι το  χρειαζόμουνα οπωσδήποτε, μου ήταν  εκ των ων ουκ άνευ. Μ’ αυτό θα ξεφλούδιζα τις βέργες της λιγιάς για τις κατασκευές μου, θα έκοβα το σχοινί σε κομ­μάτια για τους διάφορους κόμπους που μας μάθαιναν και  θα πελέκαγα τις χοντρές φλούδες από τα πεύκα για να φτιάχνω βαρκούλες.

Το αγοράσαμε ευθύς αμέσως και μάλιστα ο έμπορας δεί­χνοντας τη συμπάθειά του μου χάρισε μαζί και μια αλυσιδίτσα για να κρεμάω το σουγιαδάκι από τη ζώνη μου. 

Η αδελφή μου παρακάλεσε τη μάνα μας και της πήρε μια ξύλινη ζωγραφιστή κασετίνα. Για τον πατέρα μας αγορά­σαμε ένα μπλοκ, σπιράλ,  για την αλληλογραφία του.

Μόνο η μάνα μας  μονολογούσε, σχεδόν ψιθυριστά, ότι έχει απ’ όλα και ότι δεν χρειάζεται τί­ποτα, μέχρι που είδε  μια μικρή εικονίτσα με τη μορφή της Αγίας Αικατερί­νης.

Ανήμερα της γιορτής της Αγίας, 25 Νοεμβρίου, είχε κάνει την πρώτης της γέννα, που αποδείχθηκε πολύ δύσκολη. Από θαύμα γλίτωσαν εκείνη και η αδελφή μου. Δικαιολογημένα λοιπόν αυτή η εικονίτσα ήταν το μόνο πράγμα που ήθελε εκείνη τη στιγμή και χωρίς δεύτερη σκέψη την αγόρασε.

Φτάνοντας έξω από το κεντρικό καφενείο, κάτω από τον τεράστιο πλάτανο, τα μεγάφωνα μας πήρανε τα αφτιά  με τον Καζαντζίδη και την «Μαντουμπάλα» του. Το μεγάλο, γλέντι εκεί στο ίδιο καφενείο, θα γινόταν το βράδυ όπως μας είπαν. Μόνο που εμείς, τότε, θα είχαμε προ πολλού αναχωρήσει.

Θα θυμάμαι πάντα εκείνη τη μέρα του πανηγυριού. Ήταν μια μέρα ηλιόλουστη, γλυκιά και όλος ο κόσμος μέσα στην καλή χαρά και ανεμελιά. Γι’ αυτούς το πανη­γύρι ήταν ευκαιρία, μια φορά το χρόνο, για να ξεχνούν λίγο τις δουλειές και τις σκο­τούρες τους και  να το ρίχνουν έξω, όπως λέμε.

Όσο για το κίτρινο σουγιαδάκι το έχω ακόμη, μέχρι σή­μερα. Και τι δεν μαστόρεψα με δαύτο. Τώρα, η θέση του είναι πάντα μέσα στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου μας. Η παρουσία του και η χρησιμότητά του εξακολουθεί να αποδεικνύεται πολύ­τιμη.

     Στις εκδρομές μας θα βοηθήσει να καθαρίσουμε το φρούτο μας, να μοι­ράσουμε τη φρατζόλα του ψωμιού και να κόψουμε σε ψιλά κομμάτια το τυρί και το σαλάμι μας. Τι κι αν τώρα πλέον, για μας, όλα σχεδόν τα  φαγώσιμα έχουν τα­μπελίτσα με την έν­δειξη ''Light'', τουτέστιν με λίγα λιπαρά…

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

Αρχαία Ολυμπία:


        


                    



...Η πρώτη μας επίσκεψη, όπως ήταν φυσικό, ήταν στην Αρ­χαία Ολυμπία. Αρχίσαμε από το μουσείο, ένα επιβλητικό νεο­κλασικό κτήριο πάνω στον πευκόφυτο λόφο. Το σημερινό  μουσείο δεν είχε κτιστεί ακόμα. Για άλλη μια φορά μείναμε έκθαμβοι βλέποντας τον Ερμή του Πραξιτέλη  και τη Νίκη του Παιωνίου. Στον έναν τοίχο της μεγάλης αίθουσας, από τη μια άκρη ως την άλλη, δέσποζε  το ανατο­λικό αέτωμα του ναού του Δία, με θέμα την αρματοδρομία του Πέλοπα και του Οινόμαου. Στον ακριβώς απέναντι τοίχο, είχε τοποθετηθεί το δυτικό αέ­τωμα του ναού, με την μάχη των Λαπιθών και των Κενταύρων...


Απόσπασμα από το διήγημα του Κώστα Περδίκη''Αρχαιολογικές εξορμήσεις''