Κυριακή 6 Αυγούστου 2017

Κώστας Περδίκης:



Βουνούκας ανάβασις



Όταν οι ολιγοήμερες θερινές διακοπές του πλησίαζαν προς το τέλος, έλεγε απευθυνόμενος σε μένα:
"Του χρόνου, αν είμαστε καλά, θα ανεβούμε στη Βουνούκα".
Αυτό επαναλήφθηκε τουλάχιστον τρις συνεχείς φορές, χωρίς τελικά να πραγματοποιείται το εγχείρημα.
Εκείνο όμως το καλοκαίρι του 1968, έμελλε να είναι το τυχερό.
Ο λόγος για τον μικρότερο αδελφό του πατέρα μου, τον θείο Δημοσθένη, που τότε διήγε ακόμη εργένικη ζωή.
Είχε λάβει τη λεγόμενη κλασσική παιδεία και ήταν βαθύς γνώστης των αρχαίων Ελληνικών και της γερμανικής γλώσσας.
Ζούσε στην Αθήνα, όπου και δικηγορούσε ως δικηγόρος παρ΄ Αρείω Πάγω.
Παράλληλα με το επάγγελμα που εξασκούσε, είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αρχαιολογία.
Ήταν από αυτούς, που οι κατ΄ επάγγελμα αρχαιολόγοι αποκαλούν "αρχαιόφιλους" ή "αρχαιολάτρες".
Τελείωνε, τότε, τη μελέτη του με τίτλο: "Που έκειτο η Πύλος του Νέστορος", στην οποία προσπαθούσε να ισχυροποιήσει την άποψη, ότι η θέση των ανακτόρων του βασιλέα Νέστορα ήταν μεταξύ Ζαχάρως και Κακοβάτου, εκεί όπου ο Γερμανός αρχαιολόγος Dörpfeld, κατά τα έτη 1907 και 1908, ανακάλυψε τρεις θολωτούς τάφους με αρκετά ευρήματα μυκηναϊκής εποχής.
Αμφισβητούσε δηλαδή, διακριτικά, στη μελέτη του, βασισμένος αφ΄ ενός μεν στα ευρήματα του Dörpfeld, αφ΄ ετέρου δε σε κείμενα του Ομήρου, Στράβωνα, Παυσανία, άλλων αρχαίων συγγραφέων, καθώς και εγκρίτων αρχαιολόγων (Müller, Meyer κ.ά.), την επικρατούσα άποψη που ταύτιζε την Πύλο του Νέστορα με τη θέση των ευρημάτων του Blegen κοντά στον Εγκλιανό.
Για την πληρότητα της μελέτης του, θεωρούσε εκ των ων ουκ άνευ ότι έπρεπε να επισκεφτεί όλους τους αρχαιολογικούς χώρους της ευρύτερης περιοχής μας, αλλά και να ανέβει, προς γενική επόπτευση, στο ψηλότερο σημείο της, που ήταν η κορυφή της Βουνούκας.
Από το ύψος αυτό, το μάτι μπορεί να φτάσει από την Κυπαρισσία μέχρι τον Αλφειό και ανατολικά, στο βάθος της Αρκαδίας.
Εγώ, τότε, μόλις είχα τελειώσει τις εξετάσεις του Α΄ έτους στο Πολυτεχνείο και κάθε άλλο παρά να παριστάνω τον συνοδό του θείου μου ήθελα.
Οι παρέες μου, τα μπάνια και οι βόλτες νόμιζα ότι άξιζαν περισσότερο από το σκαρφάλωμα στα κατσάβραχα.
Δεν τολμούσα όμως να του αρνηθώ.
Έτσι, ένα απόγευμα, πήραμε το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, που έκανε το ένα και μοναδικό δρομολόγιο για την Άλβενα (τώρα Μίνθη), καθόσον ο θείος δεν διέθετε δικό του αυτοκίνητο.
Το χωριό ήταν κτισμένο στην πλαγιά, κάτω από την κορυφή του ομώνυμου βουνού, που οι κάτοικοι της περιοχής το ξέρουν σαν Βουνούκα (περίπου 1220μ. ύψος).
Φτάσαμε εκεί, όταν πια είχε πέσει για τα καλά το σκοτάδι.
Το μόνο φως που βλέπαμε ήταν αυτό που έβγαινε από τη τζαμόπορτα του μοναδικού μαγαζιού, που ήταν  καφενείο και μπακάλικο μαζί, ακριβώς απέναντι από εκεί που μας άφησε το λεωφορείο.
Ο θείος γνώριζε τον μαγαζάτορα και έγκαιρα τον είχε ενημερώσει για τη μέρα που θα πηγαίναμε.
Στο μαγαζί, μας υποδέχτηκαν αυτός και η γυναίκα του, η κυρά Θανάσω.
Ήσαν ακόμη και άλλοι τέσσερις-πέντε χωρικοί που όλοι τους μας έδειχναν, με τον τρόπο τους, ότι η εκεί παρουσία μας  αποτελούσε γεγονός για το χωριό τους.
Μπαίνοντας, έβλεπες στο βάθος και στη δεξιά γωνιά τον παμπάλαιο ξύλινο πάγκο, βαμμένο λουλακί, που πίσω του σε μια γκαζιέρα, έψηνε το ζεύγος τους καφέδες.
Πάνω από τον πάγκο, στον πίσω τοίχο με δυσκολία έστεκαν δυο -τρία ράφια, στο ίδιο λουλακί χρώμα.
Μερικά κουτιά τσιγάρα, σπίρτα, κονσέρβες και λίγα ακόμη είδη πρώτης ανάγκης ήσαν αραδιασμένα πάνω τους.
Στο μέσον του τοίχου, φάτσα και  σε περίοπτη θέση, ο "εθνοσωτήρ" Παπαδόπουλος, μεγαλοπρεπώς κορνιζαρισμένος, ατένιζε με σιγουριά και αυτοπεποίθηση το μέλλον του έθνους, έχοντας πλάι του, στο ίδιο μέγεθος, το "πουλί" - σήμα κατατεθέν της τότε αποκαλούμενης "Επανάστασης".
Τον υπόλοιπο χώρο του μαγαζιού έπιαναν μερικά τραπεζάκια, άλλα ξύλινα και άλλα σιδερένια με τις ξεχαρβαλωμένες τους καρέκλες, για  την εξυπηρέτηση των θαμώνων.
Όλος ο χώρος φωτιζόταν με μια λάμπα λουξ, κρεμασμένη από το ταβάνι.
Η κυρα-Θανάσω είχε ετοιμάσει για δείπνο κοκκινιστό κόκορα με δικές της χυλοπίτες και μυζήθρα.
Το απολαύσαμε δεόντως.
Πιάσαμε, μετά, για κάμποση ώρα τη συζήτηση για διάφορα θέματα, μέχρι που ο μαγαζάτορας είπε σε έναν από τους συγχωριανούς του να μας οδηγήσει  στην "κάμαρα", όπου θα περνούσαμε τη βραδιά.
Ο χωρικός κρατώντας μια λάμπα πετρελαίου βάδιζε μπροστά και εμείς ακολουθούσαμε, μέχρι που φτάσαμε σε ένα δίπατο σπίτι με εξωτερική σκάλα.
Η "κάμαρα" αποτελούσε το πάνω πάτωμα του σπιτιού και ήταν ένας τετράγωνος χώρος με δυο στρωμένα κρεβάτια όλα κι όλα και μια καρέκλα.
Πριν καλά-καλά προσανατολιστούμε στον χώρο και αφήσουμε κάπου τα πράγματά μας, ακούμε τον χωρικό να λέει:
"Θα έρθω να σας ξυπνήσω πρωί-πρωί για να ανεβούμε στη Βουνούκα. Άντε τώρα, καλό ξημέρωμα".
Κλείνει την πόρτα, παίρνοντας μαζί του τη λάμπα και μας αφήνει στο μαύρο σκοτάδι.
Αρχίσαμε, σαν υπνοβάτες, να προσπαθούμε ψαχουλεύοντας να βρούμε τα κρεβάτια μας.
Διημείφθησαν τότε κωμικές καταστάσεις, καθώς σκοντάφταμε ο ένας πάνω στον άλλον, ενώ ο θείος εμφανώς νευριασμένος μονολογούσε:
"Βρε τον αθεόφοβο, δεν μπορούσε να μας αφήσει  τη λάμπα να βλέπουμε που πατάμε;"
Αργότερα καταλάβαμε ότι την ήθελε για να του φέγγει τον δρόμο στον γυρισμό.
Πριν καλά-καλά χορτάσουμε τον ύπνο, ακούσαμε χτυπήματα στην πόρτα και φωνή που μας καλούσε να σηκωθούμε, γιατί σε λίγο ξεκινάμε.
Μόλις άρχιζε να χαράζει και έξω από το μαγαζί μας περίμεναν ο γνωστός μας χωρικός, η κυρά-Θανάσω και ένα μουλάρι.
Ο χωρικός θα ήταν ο οδηγός μας και το μουλάρι θα μετέφερε τον θείο μου, γιατί τα είχε τα χρονάκια του και δεν θα έβγαζε την ανάβαση πεζός.
Η κυρά-Θανάσω προστέθηκε στην παρέα κατ΄ εντολή του συζύγου της, για να προσδώσει μεγαλύτερο κύρος στο όλο εγχείρημα.
Ο θείος, που για πρώτη ίσως φορά ανέβαινε σε μουλάρι, με δυσκολία βολεύτηκε στο σαμάρι και η επιχείρηση "Βουνούκας ανάβασις" άρχισε.
Μπροστά πήγαινε ο χωρικός-οδηγός, ακολουθούσε το μουλάρι με τον θείο και μετά εγώ με την κυρά-Θανάσω.
Το ανηφορικό μονοπάτι περνούσε μέσα από μεγάλα πουρνάρια και πεύκα που δυσκόλευαν την πορεία μας.
Από μακριά και από διαφορετικές κατευθύνσεις, ακούγαμε τα σκυλιά να αλυχτούν στα ξαμόνια των χωρικών.
Σε λίγο άρχισαν να λαλούν και τα κοκόρια.
Η όλη ατμόσφαιρα ήταν πρωτόγνωρη για μας και άκρως ενδιαφέρουσα.
Αυτά μέχρι τη στιγμή που το μουλάρι αποφάσισε να κάνει τα δικά του.
Ξαφνικά αφηνιάζει και αρχίζει να τρέχει αριστερά και δεξιά χλιμιντρίζοντας, ελευθερωμένο  από το σχοινί που το κρατούσε ο χωρικός.
Η όλη εικόνα ήταν κωμικοτραγική.
Ο φουκαράς ο θείος, έντρομος, πιασμένος από το σαμάρι προσπαθούσε να ισορροπήσει πάνω στο τρελαμένο ζώο, καλώντας σε βοήθεια τον σαστισμένο χωρικό.
Εις μάτην η κυρά-Θανάσω φώναζε στο ζώο να σταματήσει.
Με τα πολλά, μπόρεσαν και εξευμένισαν το μουλάρι και συνεχίσαμε την ανάβαση.
Φτάσαμε στην κορυφή ακριβώς την ώρα που στο βάθος, ανατολικά, από τα βουνά της Αρκαδίας έσκαγε ο ήλιος.
Αυτά που βλέπαμε και νοιώθαμε εκείνη την ώρα μας έκαναν να ξεχάσουμε όσα δυσάρεστα μας είχαν προ ολίγου συμβεί.
Από το πέτρινο παρατηρητήριο που υπήρχε εκεί, το οποίο ήταν και το ψηλότερο σημείο της ευρύτερης περιοχής, ο θείος είδε με τα κιάλια αυτά που τον ενδιέφεραν για τη μελέτη του.
Κολατσίσαμε με το ψωμί και το τυρί της κυρά-Θανάσως και έμπλεοι ικανοποίησης, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής στο χωριό.
Στο μαγαζί,  βρήκαμε αρκετούς χωρικούς να πίνουν τον πρώτο τους καφέ.
Εκεί μας περίμενε άλλη μια έκπληξη, τουλάχιστον για μένα. Συναντήσαμε έναν γέροντα, μακρινό συγγενή μας, ο οποίος, τη παραινέσει του θείου μου, άρχισε να απαγγέλει από μνήμης στίχους της Ιλιάδας και της Οδύσσειας στην αρχαία γλώσσα. Ήταν κάτι που αν μου το έλεγαν δεν θα το πίστευα.
Μέχρι να φτάσει η ώρα της αναχώρησης του λεωφορείου, ο θείος είχε τη φαεινή ιδέα να κάνουμε μια βόλτα στα στενά του χωριού και έτσι προλάβαμε να δούμε το σχολείο, την εκκλησία και τη βρύση δίπλα στον πελώριο πλάτανο.
Θαυμάζαμε αμέριμνοι τα έργα των λαϊκών μαστόρων, όταν λίγα μέτρα μπροστά μας, εντελώς ξαφνικά,  καταρρέει ολόκληρος ο τοίχος από ένα παλιό σπίτι, με εκκωφαντικό βρόντο, μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης.
Πλησιάζω τότε αποφασιστικά και ψιθυρίζω στον θείο:
"Πάμε να φύγουμε το γρηγορότερο από δω, μπας και προλάβουμε και δεν μας βρει το τρίτο και χειρότερο κακό".


Αρκετά χρόνια αργότερα, θα καταλάβω ότι εκείνη η αρχαιολογική εξόρμηση, όπως και οι επόμενες στις οποίες έλαβα μέρος σαν συνοδός του θείου μου,  άξιζαν πολύ περισσότερο από τα λίγα μπάνια που έχασα εκείνο το καλοκαίρι…

Από το βιβλίο: Σινική Μελάνη 2014

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

SAM SHEPARD (1943-2017): Ο σημαντικός θεατρικός συγγραφέας


η Patti Smith αποχαιρετά τον φίλο της...


«Με έπαιρνε τηλέφωνο αργά μέσα στη νύχτα από κάπου στον δρόμο, μια πόλη-φάντασμα στο Τέξας, από ένα χώρο στάθμευσης κοντά στο Πίτσμπουργκ ή από την Σάντα Φε, όπου είχε παρκάρει στην έρημο και άκουγε τα κογιότ να ουρλιάζουν.
Τραγουδούσε σε εκείνα τα βουνά, δίπλα σε μια φωτιά, παλιά τραγούδια γραμμένα από άνδρες απελπισμένους, ερωτευμένους με την ίδια τους την φύση, που σιγά-σιγά εξαφανιζόταν. Τυλιγμένος σε κουβέρτες, κοιμόταν κάτω από τ΄ αστέρια των Νεφών του Μαγγελάνου.
Πέταγε στο πίσω κάθισμα το καλάμι του ψαρέματος ή μια ακουστική κιθάρα, μπορεί να έπαιρνε μαζί του και τον σκύλο του, αλλά οπωσδήποτε ένα σημειωματάριο, μια πένα και πολλά βιβλία.
 Δεν χρειαζόταν να μιλήσουμε πολύ τότε και αυτό είναι η πραγματική φιλία. Ποτέ δεν ήταν άβολη η σιωπή, η οποία στην ευπρόσδεκτη μορφή της, είναι ακόμα μια επέκταση της συνομιλίας. Ξέραμε ο ένας τον άλλον για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ήξερα ότι θα έβλεπα ξανά τον Σαμ κάπου στο τοπίο του ονείρου, αλλά εκείνη τη στιγμή φαντάστηκα ότι ήμουν πίσω στο Κεντάκι με τα χωράφια στις πλαγιές και το ρυάκι που φαρδαίνει και γίνεται ποταμάκι. Είδα τα βιβλία του Σαμ στα ράφια, τις μπότες του δίπλα στον τοίχο, κάτω από το παράθυρο από όπου μπορούσε να βλέπει τα άλογα που βόσκουν πλάι στον ξύλινο φράχτη. Είδα τον εαυτό μου στο τραπέζι της κουζίνας, να αγγίζω το τατουάζ στο χέρι του.

 δεν θα χρειαστεί σέλα, δεν θα χρειαστεί τίποτα. Προχώρησα στα γαλλικά σύνορα, ένα μισοφέγγαρο ανέβαινε στον μαύρο ουρανό. Είπα αντίο στον φιλαράκο μου, καλώντας τον, μέσα στη νέκρα της νύχτας».

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

Σάββατο 29 Ιουλίου 2017

Κώστας Περδίκης:


σινέ "Ολυμπία"


Χειμώνας 1956.
Στη μικρή μας κωμόπολη κυκλοφορεί το χαρμόσυνο νέο.
Ο Γρηγόρης, ο Σταυρόπουλος, που έκανε λεφτά στα βαπόρια, σκοπεύει να ανοίξει θερινό σινεμά.
Δεν αργεί να βρεθεί η θέση του.
Στην αριστερή πλευρά του κεντρικού δρόμου, που πάει στον Σταθμό, μετά το ρέμα, που το λέμε "γράνα".
Οι εργασίες προχωρούν με γοργό ρυθμό.
Ο περιμετρικός τοίχος κτίζεται με τσιμεντόλιθους, καινούργιο τότε οικοδομικό υλικό.
Η καμπίνα του Μηχανικού, ελαφρώς υπερυψωμένη, εξέχει από το υπόλοιπο κατασκεύασμα.
Δίπλα είναι το δωματιάκι με τη φωτεινή επιγραφή BAR.
Πιο μακριά, στη μία άκρη, μπαίνουν οι τουαλέτες.
Φάτσα με την καμπίνα του Μηχανικού, στην απέναντι πλευρά, παίρνει τη θέση της η τεράστια οθόνη με το τεντωμένο λευκό πανί της.
Η εντυπωσιακή είσοδος δεσπόζει, με δύο κολώνες στρογγυλές αριστερά και δεξιά, που ενώνονται στο πάνω μέρος με τριγωνικό αέτωμα.
Σ΄ όλο το μήκος του αετώματος, σχηματίζεται με γράμματα "νέον" το σινέ ΟΛΥΜΠΙΑ, που μόλις σκοτεινιάσει, σκορπάει ένα υπέροχο κόκκινο φως.
Πιο πίσω, δεξιά η είσοδος και αριστερά η έξοδος, με τα απαραίτητα παραβάν.
Στο κέντρο, το καμαράκι έκδοσης των εισιτηρίων.
Μπροστά από τις δύο κολώνες, δεξιά και αριστερά, παίρνουν τη θέση τους οι δύο ξύλινες πινακίδες γεμάτες με φωτογραφίες.
Η δεξιά αναφέρεται στο έργο που τώρα παίζεται, ενώ η άλλη η αριστερή διαφημίζει εκείνο που θα παιχθεί προσεχώς .
Στον περιμετρικό τοίχο, από τη μέσα και την έξω πλευρά, φουντώνει  και απλώνεται πυκνή περικοκλάδα με τα χαρακτηριστικά της λουλακί λουλούδια.
Για να περνάει ο κόσμος τη γράνα και να φθάνει απέναντι, στο σινεμά,   φτιάχνεται ένα ξύλινο γραφικό γεφυράκι.
Αρχές καλοκαιριού, τα πάντα είναι έτοιμα.
Για τα εγκαίνια, σαν εναρκτήριο έργο, επιλέγεται η ταινία:
"o Αγαπητικός της Βοσκοπούλας", με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Αρχίζει να σκοτεινιάζει και ο κόσμος σπεύδει στο σινεμά.
Σε λίγη ώρα όλα τα καθίσματα τελούν υπό κατάληψη.
Εμείς, η μαρίδα,  πιάνουμε θέση μπροστά-μπροστά.
Τα φώτα σβήνουν.
Η προβολή ξεκινάει  και από την καμπίνα του Μηχανικού ακούγεται ο χαρακτηριστικός ήχος που κάνει το φιλμ όταν αρχίζει να ξετυλίγεται.
Ταυτόχρονα, από μια  μικρή τετράγωνη τρύπα ξεχύνεται η φωτεινή δέσμη, που πέφτοντας απέναντι στην οθόνη, ως δια μαγείας, μεταμορφώνεται σε ζωντανές εικόνες.
Άναυδοι οι θεατές βλέπουν να γεμίζει το πανί με ανθρώπους που μιλούν και κινούνται, με σπίτια, δέντρα και  βουνά.
Οι κουβέντες των ηθοποιών και η μουσική υπόκρουση κάνουν το όλο δρώμενο πιο αληθοφανές.
Από το έργο, εκείνο που περισσότερο θυμάμαι, είναι τον  Ζάχο να τραγουδάει λαγγεμένα: "μια βοσκοπούλα αγάπησα".
Στο διάλειμμα, έχουμε τη μοναδική ευκαιρία να ακούσουμε από τα μεγάφωνα τραγούδια της εποχής, αφού το ραδιόφωνο θα μπει αρκετά αργότερα στα σπίτια μας.
Τα τραγούδια κάθε τόσο κόβει στη μέση ο Μηχανικός, ο περιβόητος Βαγγέλης, για να διαφημίσει την Υπερπαραγωγή και τον Κολοσσό των Κολοσσών, που  θα παιχτούν στο σινεμά προσεχώς.
Φθάνει η στιγμή, που στο πανί γράφεται το "τέλος" και ο κόσμος εντυπωσιασμένος βγαίνει μπουλουκηδόν έξω.
Αυτοί που έχουν έλθει από τα γύρω χωριά σχηματίζουν ομάδες- ομάδες και με τη βοήθεια λαδοφάναρων παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής, προς διάφορες κατευθύνσεις, σχολιάζοντας μεγαλόφωνα το έργο.
Αυτό που μόλις έζησαν ήταν γι΄ αυτούς μια πρωτόγνωρη εμπειρία.
Θα θελήσουν, από τώρα και ύστερα, να τη ξαναζήσουν πάλι και πάλι.
Ο Βαγγέλης θα φροντίζει γι΄ αυτό.
Κάθε εβδομάδα, μια νέα ταινία θα καταφθάνει και θα παίζεται στο σινέ ΟΛΥΜΠΙΑ.

Από το βιβλίο: Σινική Μελάνη 2014

Παρασκευή 28 Ιουλίου 2017

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (1931):


Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπά σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;

Ὁ Φωτογράφος

Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
σ᾿ αὐτὰ ἐδῶ τὰ μερὴ
ὁ φωτογράφος θά ῾πρεπε
νὰ ἤτανε ξεφτέρι
νά ῾ταν τεχνίτης, μερακλὴς
κι ἀπ᾿ ὀμορφιὰ νὰ ξέρει.
Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
ἂς ἤμουν φωτογράφος
νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ
μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος.
Νά ῾ρχοντ᾿ ὀμορφοκόριτσα
καὶ λαϊκὲς παρέες
νὰ παίρνουν πόζες ὄμορφες
καμαρωτὲς κι ὡραῖες
γιὰ εἰκοσιτετράωρες
καὶ ἑβδομαδιαῖες.




Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
ποτὲ δὲ λένε τὴν ἀλήθεια
ὁ κόσμος ὑποφέρει καὶ πονᾷ
κι ἐσεῖς τὰ ἴδια παραμύθια
Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
εἶναι πολὺ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν σὲ σοκολατόπαιδα
μὰ δὲ ταιριάζουνε γιὰ μένα


Όταν σε περιμένω

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.


Εγκαταλείπω την ποίηση

Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία,
δὲ θὰ πεῖ ἀνοίγω ἕνα παράθυρο γιὰ τὴ συναλλαγή.
Τέλειωσαν πιὰ τὰ πρελούδια, ἦρθε ὥρα τοῦ κατακλυσμοῦ.
Ὅσοι δὲν εἶναι ἀρκετὰ κολασμένοι πρέπει ἐπιτέλους νὰ σωπάσουν,
νὰ δοῦν μὲ τί καινούριους τρόπους μποροῦν νὰ ἀπαυδήσουν τὴ ζωή.
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Νὰ μὴ μὲ κατηγορήσουν γιὰ εὐκολία, πὼς δὲν ἔσκαψα βαθιά,
πὼς δὲ βύθισα τὸ μαχαίρι στὰ πιὸ γυμνά μου κόκαλα.
ὅμως εἶμαι ἄνθρωπος κι ἐγώ, ἐπιτέλους κουράστηκα, πῶς τὸ λένε,
κούραση πιὸ τρομαχτικὴ ἀπὸ τὴν ποίηση ὑπάρχει;
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Βρίσκει κανεὶς τόσους τρόπους νὰ ἐπιμεληθεῖ τὴν καταστροφή του.

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

LEICA: Η θρυλική φωτογραφική μηχανή.

Η πρώτη Leica (1914)


Ο Όσκαρ Μπάρνακ, ο δημιουργός της Leica (1914)


Η πόλη Βέτσλαρ της Γέρμανίας(1913), έδρα της Leica


Φωτογραφία μόδας, τραβηγμένη με Leica


Η εξελιγμένη Leica


(Από το Protagon)