Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

''ΖΑΧΑΡΩ'', η ονομασία του γενέθλιου τόπου μας:

Μια ενδιαφέρουσα σκέψη του συμπολίτη μας Νίκου Αλεξανδρόπουλου, Αρχιτέκτονα,
για την ονομασία Ζαχάρω, σε συσχέτιση με τον χάρτη του Άγγλου W.M.Leake (1805),
που δημοσιεύσαμε, όπου εκεί σημειώνεται ως Zakari.

Σε πολλά έγγραφα των αγωνιστών του 1821  η περιοχή της Ζαχάρως αναφέρεται ως τοπωνύμιο. Τότε δεν υπήρχε ο οικισμός.
Στο ύψωμα του Αγίου Σπυρίδωνα ήταν το κονάκι του μπέη. Προκύπτει και από παλαιά συμβόλαια.
Τον τόπο τον καλλιεργούσαν οι Τσορβατζέοι, ενώ είχαν τα χειμαδιά τους και οι Αλβαινέοι, που είχαν φτιάξει τρεις πρόχειρους (χειμαδιά)συνοικισμούς: Τα «Καλύβια» γύρω από τον Παλιό άγιο Σπυρίδωνα (εκεί που είναι σήμερα ο άγιος Νεκτάριος), τα «Περα Καλύβια» και τα «Κάτου Καλύβια»,  δηλαδή το σημερινό «Κάτου Ξηροχώρι», όπου μέχρι και πριν λίγο καιρό υπήρχαν οι χαρακτηριστικές πλεχτές με κλαδιά από λυγαριές, τσοπαναρεϊκες καλύβες.
Ο σημερινός οικισμός της Ζαχάρως άρχισε να δημιουργείται, ως μόνιμος,  μετά το 1835.  
Σχετικά με την ονομασία της Ζαχάρως, η παράδοση που επικρατεί είναι ότι αρκετά χρόνια πριν την Επανάσταση, υπήρχε κάποια γυναίκα χανιτζού, που την έλεγαν Ζαχαρούλα. Και ότι από το όνομά της πήρε το όνομα και ο τόπος. Όμως η μόνη πραγματική, ιστορικά εξακριβωμένη, «Ζαχαρούλα» που συνδέεται με την περιοχή της Ζαχάρως είναι η Μαρία Ζαχαρία  (Marie Zaccaria) που κατείχε την περιοχή από το 1402 έως και 1404, χήρα του Πέτρου Βόρδου, που κατάγονταν από τον Άγιο Σουπερανό της Γένοβας. Αυτή  είχε στην κατοχή της την Δυτική Πελοπόννησο, από την οποία την έδιωξε ο  ανιψιός της Ζαχαρίας Κεντυρίων Β’ (Centurione Zaccaria 1404-1432) βαρόνος της Κυπαρισσίας (Αρκαδιάς). Ο οποίος, με τη σειρά του, αυτή την περιοχή την έδωσε προίκα στην κόρη του Αικατερίνη, όταν παντρεύτηκε έναν αδελφό του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου.
Φαίνεται λογικό η περιοχή να έλαβε το όνομά της από το όνομα του φεουδάρχη της Ζαχαρία (Zaccaria). Ενώ πιθανότατα σαν ανάμνηση παρέμεινε το όνομα «Ζαχαρούλα», της προκατόχου του Κεντυρίονα, Μαρίας Ζαχαρία, της αδικημένης θείας του. Την οποία ο, πονόψυχος και υπέρ των αδικημένων, λαός την αποκαλούσε χαϊδευτικά «Ζαχαρούλα» στις αφηγήσεις του στα βάθη των αιώνων που ακολούθησαν.
Άλλωστε όλα σχεδόν τα χωρία της περιοχής μας, αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Ηλείας, της Μεσσηνίας και αλλού στην Πελοπόννησο, έχουν πάρει τα ονόματά τους από τους ιδρυτές τους ή τους τιμαριούχους τους, γι΄ αυτό και οι παλιότεροι, μέχρι και πρόσφατα, όταν αναφερόσαντε στα χωρία, βάζανε το πρόθεμα «ΣΤΟΥ» και χρησιμοποιούσαν την γενική κλίση και όχι την ονομαστική. Δηλαδή λέγανε «στο χωριό του Μπαράκου»  και για συντομία στου «Μπαράκου», στου «Γολέμι», στου «Μπεσκίνι», στου «Σκλήβα», κ.λπ.

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Κώστας Περδίκης:

(Για τα φανταράκια του τότε, του τώρα και του αύριο).

χακί θύμησες


Μέσα Φθινοπώρου 1972.
Νεοσύλλεκτοι στο 6ο σύνταγμα πεζικού, στην Κόρινθο.
Χούντα ακόμη…
Απαραίτητη, η τακτική Εθνική Ηθική Διαπαιδαγώγησή μας, η ΕΗΔ…
Λίγο αργότερα, διαταγή από το Αρχηγείο να γράψουμε, όλοι μας, έκθεση με θέμα την "Εθνοσωτήριο Επανάσταση".
Προθεσμία παράδοσης της έκθεσης "μέχρι τα τέλια του μηνός", σύμφωνα με τα λόγια του ανεκδιήγητου λοχία μας.
Καθημερινό ξεθέωμα από την πορεία στα Εξαμίλια , τις ασκήσεις και τα καψόνια.
Λίγο πριν το μεσημεριανό γεύμα έφτανε, επί τέλους, η ευλογημένη ώρα της χαλά­ρωσης.
Απ’ άκρη σ’ άκρη στο στρατόπεδο, από τα μεγάφωνα στη διαπασών, ο Γιάννης Που­λόπουλος, αστέρας της εποχής, να άδει με πόνο:
"πάμε για ύπνο Κατερίνα, πάμε ν’ αλλάξουμε  ζωή, να δούμε όνειρα από κείνα, που τελειώνουν το πρωί".
Για μας, τότε, το πιο γλυκό βάλσαμο.
Πως και πως περιμέναμε να πάμε για ύπνο, έστω και χωρίς Κατερίνες, για να δούμε τα δικά μας όνειρα.
Ότι τα βάσανά μας θα τελειώσουν κάποτε και οι καλύτερες μέρες δεν θ’ αργήσουν να ’ρθουν…
Μεσημεριανό γεύμα


Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Κώστας Περδίκης:


τα μανουσάκια

Αχ, εκείνα τα μανουσάκια…
Τι άρωμα, τι χρώμα, τι φρεσκάδα.
Από τα μέσα του χειμώνα μέχρι τις αρχές της άνοιξης, ανθίζανε στα βαλτόνερα, γύρω από τη λίμνη.
Πέντε-έξι μικρά φτωχόπαιδα, που όλη τη χρονιά τη βγάζανε ξυπόλητα και μόνο τις γιορτές βλέπανε τα πόδια τους γαλότσες, τα έκοβαν, τα έκαναν ματσάκια και τα έφερναν στην αγορά για να τα πουλήσουν.
Ήσαν παιδιά από πολύτεκνες οικογένειες που ζούσαν στις χαμοκέλες, που οι πατερά­δες τους όπως-όπως είχαν φτιάξει κοντά στη λίμνη, εκεί που άρχιζε το δάσος.
Κράταγαν τα ματσάκια κάτω από τις μασχάλες τους και οι χυμοί από τα φρεσκοκομ­μένα κοτσάνια στάζανε ακόμη, λαμπιρίζοντας στον ήλιο, σαν μικρά διαμάντια.
Στην πόλη, τα πιο πολλά σπίτια είχαν στα μπαλκόνια τους γλάστρες με όλων των ει­δών τα λουλούδια, αλλά και οι μικροί κήποι δεν πήγαιναν πίσω.
Όμως εκείνα τα μανουσάκια ήσαν το κάτι άλλο.
Τα χαιρόμαστε μόνο μια φορά τον χρόνο και για όσες μέρες άντεχαν να μείνουν φρέ­σκα μέσα στα βάζα.
Ο ερχομός τους έφερνε μαζί την προσμονή της άνοιξης και την αισιοδοξία για το άνοιγμα του καιρού.
Η δυσκολία να πας και να τα βρεις εκεί που φύτρωναν, μακριά από την πόλη, τα έκανε ακόμη πιο περιζήτητα.
Δοκίμασα να φυτέψω στον κήπο μας έναν βολβό από "άγριο" μανουσάκι.
Φύτρωσε, ψήλωσε και όταν ήλθε ο χειμώνας έβγαλε το πρώτο του λουλούδι.
Είχε  το ίδιο όμορφο χρώμα, την ίδια φρεσκάδα, αλλά το άρωμά του δεν ήταν όπως εκείνων, που ’φερναν και πουλούσαν τα παιδάκια…

Καθώς πηγαίναμε προς το καλοκαίρι, οι ίδιοι εκείνοι μπόμπιρες εμπορεύονταν και άλλα προϊόντα…
Μετά από τα μανουσάκια, είχαν σειρά οι μικρές αγριαγκινάρες.
Τις έφερναν βρασμένες και αλατισμένες, μέσα στις κανίστρες.
Ακόμη έχω στο στόμα μου τη γλύκα τους …
Ακολουθούσαν τα ασπρουδερά μικρούλικα σαλίγκια.
Τα μάζευαν από τους λιγοστούς θάμνους, που φύτρωναν στους αμμόλοφους της πα­ραλίας μας.
Τα μέτραγαν με το κρασοπότηρο και ήταν ιδανικός μεζές, βρασμένα με αλάτι και ρί­γανη, για όσους έπιναν το ούζο ή το κρασί τους στα καφενεία και στις μικρές ταβέρ­νες.
Τελευταία ήσαν τα καβουρντισμένα και αλατισμένα μύγδαλα.
Τα πουλούσαν μέσα σε χωνάκια, φτιαγμένα από χαρτί εφημερίδας.
Οι επισκέπτες της πόλης μας, οι λουόμενοι, τα ’βρισκαν πολύ νόστιμα, όπως άλλωστε κι εμείς τα παιδιά, τακτικοί θεατές, τότε, του θερινού μας σινεμά.
Σπεύδαμε να τα αγοράσουμε από τους μικρούς εμπόρους που μπούκαραν μέσα, μόλις ο Βαγγέλης, ο μηχανικός, έκανε διάλειμμα και άναβε τα φώτα…

μανουσάκι = κοινή ονομασία του φυτού Νάρκισσος
χαμοκέλα = ισόγειο φτωχόσπιτο, καλύβα
σαλίγκι = σαλιγκάρι