Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Κώστας Περδίκης: ΘΕΡΜΕΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Θέλω να ευχαριστήσω και πάλι όλες τις φίλες και όλους τους φίλους, που χθες βράδυ παραβρέθηκαν στην παρουσίαση του νέου μου βιβλίου, Μικρές Ιστορίες, στην Αθήνα, στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει.
Η παρουσία τους μου έδωσε μεγάλη χαρά και για μένα ήταν πολύ τιμητική.





Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Ο χαμένος Φράγκικος πύργος της Ακρόπολης:



 H Ακρόπολη το 1872. Ξεχωρίζει ο μεγάλος Φράγκικος Πύργος, δίπλα στα Προπύλαια, πριν γκρεμιστεί. Από τον πύργο αυτό ήταν δυνατό να κατοπτεύονται η θάλασσα και οι δρόμοι της Αθήνας. Στην κορυφή του μπορούσε να ανάψει φωτιά η οποία ήταν ορατή από την Ακροκόρινθο στην Πελοπόννησο. Λειτουργούσε δηλ. και ως Φρυκτωρία.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Κώστας Περδίκης: Με αφορμή μια φωτογραφία (2)


Στη θάλασσα

Λίγο πιο πάνω από κει που σκάει το κύμα.
Μόνοι αυτοί, ίσως, σ’ ολόκληρη την παραλία.

Το αγόρι, ηνίοχος, ποζάρει σοβαρό και υπεύθυνο.
Φοράει σκληρή κάσκα για τον ήλιο, της μόδας τότε.

Το κορίτσι, συναναβάτης, δείχνει ανέμελο.
Χαμογελάει γλυκά, κοιτάζοντας προς τον φακό.

Τα πόδια τους, ξυπόλητα, στα πλάγια του σαμαριού.
και
Το γαϊδούρι να κοιτάζει κι αυτό, βαριεστημένα, προς την ίδια κατεύθυνση.

Θα 'ταν καλοκαίρι του ’55…

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Κώστας Περδίκης:

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Οι εκδόσεις Οροπέδιο και το βιβλιοπωλείο Επί Λέξει
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου

Μικρές Ιστορίες

του Κώστα Ι. Περδίκη



την Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016, στις 8:00 μ.μ.
στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει, Ακαδημίας 32 και Λυκαβηττού , Αθήνα

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Χρύσα Φάντη, συγγραφέας, κριτικός
Νίκος Κουρμουλής, δημοσιογράφος, κριτικός βιβλίου
Δημήτρης Κανελλόπουλος, εκδότης, συγγραφέας

Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο συγγραφέας του

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

Κώστας Περδίκης:



ο «μασίστας»  


Το μπόι του Σταύρου ήταν σίγουρα κάτω από το ένα εξήντα. Λίγο πριν πεθάνει, που είχε ζαρώσει, φαινόταν ακόμη πιο κο­ντός. Στη ζωή του, όλες οι δουλειές που έκανε ήσαν  βαριές,  χειρονακτικές. Πότε φόρτωνε ή ξεφόρτωνε φορτηγά, πότε κου­βάλαγε, με τη λάτα στον ώμο, μπετό στις οικοδομές και πότε έσκαβε χαντάκια με τον κασμά.
Από τη σκληραγωγία είχε φτιάξει ένα γεροδεμένο κορμί, που ακόμη και τις Κυριακές, όταν είχε ρεπό, δεν παρέλειπε να το γυμνάζει, σηκώνοντας αυτοσχέδια βάρη. Το αποτέλεσμα ήταν να του βγει, στην αγορά, το παρατσούκλι ο «μασίστας».
Βοήθησαν βέβαια σ’ αυτό και οι επισκέψεις, αριά και που, μερικών περιπλανώμενων παλαιστών, που έδιναν παραστάσεις κάτω από το παλιό Δημαρχείο, επιδεικνύοντας τις ικανότητές τους. Λύγιζαν σίδερα, σήκωναν βράχους, τράβαγαν με τα δό­ντια τους μια κούρσα κ.ά.
Δεν προλάβαιναν να φύγουν οι παλαιστές και ο Σταύρος άρ­χιζε τα στοιχήματα με τους θαμώνες των καφενείων για τις δι­κές του ικανότητες. Ότι μπορούσε να σηκώσει ένα μεγάλο βάρος ή να λυθεί από την τριχιά που θα τον έδεναν. Απ’ όσο θυμάμαι, τις περισσότερες φορές, ο μπαγάσας τα κατάφερνε.
Μια Κυριακή απογευματάκι, ο Σταύρος εθεάθη να βολτάρει όλο καμάρι, στον κεντρικό δρόμο της αγοράς, αλλά μπρατσέτα, με μια όμορφη νταρντανοκοπέλα, δυο κεφάλια ψηλότερή του. Χάζεψε όλος ο τοπικός αντρικός πληθυσμός…Δεν καθυστέ­ρησε να έλθει εις γάμου κοινωνία μαζί της και να αποκτήσει τους δυο λεβέντες του.
Μετά από χρόνια, όταν κατέβαινα για διακοπές, έβλεπα τον Σταύρο κάθε φορά όλο και πιο γερασμένο. Τα μαλλιά του είχαν σχεδόν ασπρίσει και το είχε ρίξει στο πιοτό. Είχαν βάλει βέβαια την ουρά τους και μερικοί «έξυπνοι» συμπολίτες μας, που εύ­ρισκαν διασκεδαστικά τα μεθύσια και τα τρεκλίσματά του Σταύρου. Ο άλλοτε «μασίστας», τώρα είχε γίνει ο «γεράκος».
Ήταν πραγματικά να τον λυπάσαι, όταν έβλεπες τη γυναίκα του να τον περιμαζεύει από τον δρόμο και να τον βάζει μπρο­στά, σαν βρεγμένη γάτα, για το σπίτι. Αργότερα έμαθα ότι έκανε αποτοξίνωση και μερικά χρόνια πρόλαβε να τα ζήσει ήσυχα και μετρημένα.
Εκείνο μάλιστα το διάστημα, οι παπάδες του ανέθεταν, σχε­δόν κατ’ αποκλειστικότητα, να σκάβει στο νεκροταφείο τους νέους τάφους ή τους παλιούς, όταν επρόκειτο για εκταφή. Από αυτή την τελευταία ενασχόλησή του, είχε να λέει διάφορες ευ­τράπελες, όσο και μακάβριες ιστορίες. Αν ήσαν αληθινές ή από το μυαλό του, δεν παίρνω όρκο.
Όπως τότε που τον φώναξε η χήρα του Λάκη, του αποκα­λούμενου και «μόρτη», όταν αποφάσισε να φτιάξει προς τιμή του τεθνεώτος, στη θέση του παλιού τάφου, μαρμάρινο κιβούρι.
Δύο ήσαν τα κατατεθέντα σήματα του Λάκη. Το  χρυσό του δόντι,  στο δεξί πλάι και το μακρύ νύχι στο μικρό του δάχτυλο.
Ως «μόρτης» που ήταν, αφορμής δοθείσης, δεν παρέλειπε στραβώνοντας τα χείλη του, με ένα γνώριμο τικ, να επιδεικνύει το γυαλιστερό του δόντι. Το μακρύ του νύχι το είχε για να ξεβι­δώνει τη βίδα στον αναπτήρα του, όταν άλλαζε την τσακμακό­πετρα. Ο φουκαράς όμως στάθηκε άτυχος, αναχώρησε για τας αιωνίους μονάς αρκετά νέος, από ανακοπή. Η καρδιά του τον πρόδωσε.
     Ο Σταύρος σκάβοντας ένα πρωί για το κιβούρι του Λάκη, δεν άργησε να βρει ό,τι είχε απομείνει από κείνον. Το κρανίο του, άθικτο σχεδόν, με το χρυσό δόντι σφηνωμένο , στη δεξιά πλευρά, να γυαλίζει στο πρωινό φως. Τώρα πια δεν χρειαζόταν ο μακαρίτης να στραβώνει τα χείλη, με κείνο το τικ, για να το κάνει να φαίνεται.
Όσο για το μακρύ του νύχι, ψάξε ψύλλους στ’ άχυρα…  

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΚΟΥΛΑΣ (1947):


Ένα μικρό θεατρικό που παίχτηκε στο χωριό μου (Πύργος Τριφυλίας) στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου 2014) Στο ρόλο της γιαγιάς η Σωτηρία Σταθοπούλου και της εγγονής η Κλεοπάτρα Γαϊτάνη :


H ΜΑΝΑ ΜΑΣ ΣΤΑΦΙΔΑ

(Φωτίζεται η σκηνή: Ένα τραπέζι και δυο καρέκλες. Καθισμένη μια ηλικιωμένη γυναίκα πλέκει ή κεντάει. Πιο πέρα ένα 16χρονο κορίτσι με τα ακουστικά του i-pad στα αυτιά, λικνίζεται σε μοντέρνο ρυθμό)

ΓΙΑΓΙΑ: Σουρούπωσε Εύη μου κι’ ακόμα με τ’ αλώνια θα παλεύουνε οι γονείς σου. Αααααχ! Τα μαγκούφια τ’ αλώνια! Να κοπανάς να μπήξεις τα παλούκια κατακαλόκαιρο μεσ’ στον μπινιά. Τσιμέντο ήτανε το ρημάδι. Και να ‘τανε μόνο αυτό. Ούλα δύσκολα παιδάκι μου ήτανε στη σταφίδα. Πολύ δύσκολα. Ιδίως παλιά πριν βγουν τα μηχανήματα. Αλλά να μην είμαστε και αχάριστοι! Η σταφίδα μεγάλωσε παιδιά. Ετάισε κόσμο. Πάντρεψε κορίτσια. Έχτισε σπίτια. Σπούδασε επιστήμονες, γυναίκες και άντρες. Και αυτό δεν το λέω μόνο για τα έξοδα: «μάθετε γράμματα γιατί αλλιώς θα παλεύουτε με τη σταφίδα» λέγανε οι γονείς στα παιδιά και κόβανε εκείνα λάγκο για την Αθήνα. Χλοΐζανε μέσ’ στο λιοπύρι τα καταράχια. Μαυρολόγαγε ο καρπός. Τότε, βλέπεις, τις ελιές τις βάζανε στην άκρη γύρω-γύρω. Μονάχα για το λάδι της χρονιάς τις είχανε. Το κύριο μέρος το ‘πιανε η σταφίδα. Και άντε να ‘χει μέσα καμιά κοντοποδαρούσα απιδιά. Και καμιά κρυστάλι. Αλλά τι στα λέω τώρα παιδάκι μου αυτά. Εσύ με φτούνα τα παλιοπράματα πο’ ‘χεις στ’ αυτιά τρώγεσαι ούλη την ημέρα. Χοροπηδάς σαν το ρογκάτσικο! Σιγά μη με ακούς!
ΕΓΓΟΝΗ: Όχι ρε γιαγιά! Έχω χαμηλώσει το βόλιουμ και σε πιάνω!
ΓΙΑΓΙΑ: Έ, αφού με … πιάνεις, κράταμε, λοιπόν, να συνεχίσω. Να σου πω πως γύρισαν τα πράγματα και ήρθανε τα πάνω, κάτω. Και εκεί που ήτανε το πράσινο με τη δροσιά της σταφίδας κι’ αγνάντευες πέρα μακριά τα άλλα καταράχια κι’ έβλεπες μέχρι τη θάλασσα, μπήκαν τα δέντρα της ελιάς που σ’ αμποδάνε να δεις και το γείτονα σου. Δίνανε επιδοτήσεις και ο κόσμος έτρεξε. Γιατί είχαμε γκεστήσει, βλέπεις. Φυτέψαμε ελιές και ξεκωλώσαμε τα κούρβουλα. Έπεσε η τιμή της γιατί μειώθηκε η ζήτηση της Αγγλίας λένε αυτοί που τα ξέρουν.
ΕΓΓΟΝΗ: Ουάουουου! Από το Ήνγλαντ είναι η Adele!
ΓΙΑΓΙΑ: Και μειώθηκε λένε η ζήτηση, γιατί οι νέες γενιές τα εγγλεζάκια αλλάξανε γούστα στη διατροφή τους. Και όπως εδώ που από τις λαλαγγίδες περάσαμε σ’ εκείνα τα κρουσάν, πως τα λέτε….
ΕΓΓΟΝΗ: Κρουασάν γιαγιά!
…σταμάτησαν και εκείνα τα βλογημένα να τρώνε τα κέικ με τις σταφίδες που τους έφτιαχναν οι μανάδες τους. Και θέλουν και εκεί άλλα πράματα. Παντού τα ίδια!
Χορευτικό 1
(Ίδιο σκηνικό: η γιαγιά πλέκει η εγγονή χοροπηδάει)
ΓΙΑΓΙΑ: Η χρονιά, που λες, ξεκίναγε με τον κλάδο. Μονόβεργος στην αρχή για τα κατσόμαλλα και μετά στο κεφάλι. Και όταν θυμάμαι κλάδο, πάντα θυμάμαι κρύο! Πολύ κρύο παιδάκι μου. Παγωμένα χέρια, μύτες κι’ αυτιά. Έπεφτε, βλέπεις, τέλη Φλεβάρη με αρχές Μάρτη. Και ερχότανε εκείνο το αεράκι από τη Μάλη, φαρμάκι! Και γιατί λέω: θυμάμαι. Γιατί αντρικιά δουλειά ήταν και τότε ο κλάδος. Τους λυπόσουνα του έρμους. Κοκαλώνανε τα χέρια τους. Δεν μπορούσαν να δουλέψουνε το ψαλίδι Το βράδυ τα βάνανε πάνω στη φωτιά για να ξεδραγκώσουν. Αλλά τα δύσκολα τα περνάγαμε εμείς οι γυναίκες και οι κοπέλες. Παλεύαμε με τις λούρες. Τις κάναμε δεμάτια και τις βγάζαμε στ’ αλώνι. Και πώς να τις μαζέψεις κει μέσα. Δεν είχαν τότε, βλέπεις, αράδες οι σταφίδες. Και ήταν τα κούρβουλα δασιά σα σκόρδα…
ΕΓΓΟΝΗ: Είχατε δάσος με σκόρδα γιαγιά;
ΓΙΑΓΙΑ: Δασιά, παιδάκι μου, λέγαμε τα πυκνοφυτεμένα. Το ένα δίπλα στο άλλο. Και άντε να περάσεις με τις βέργες στην αγκαλιά. Και τι λούρες ήταν αυτές! Από δω μέχρι κει πέρα. Δεν τις κορφολογάγανε, βλέπεις, τότε τις σταφίδες. Πιανότανε η πιο μακριά από ένα κούρβουλο και συ όλο τράβαγες, τράβαγες και κάποια στιγμή: …κραπ ερχότανε και σε κοπάναγε στα μούτρα σαν βίτσα. Και πως τσουτσούραγε με το κρύο η μαγκούφα! Τις αγκαλιές τις απιθώναμε στ’ αλώνι. Για το φούρνο και το λεβέτι. Κάποιοι φτιάνανε και κάρβουνα για το μαγκάλι. Δίνανε και οι βέργες το κάτι τις τους. Αλλά θυμήθηκα τώρα να σου πω και κάτι. Που πρέπει να μαθαίνουτε σήμερα και σεις. Πολλά πρέπει να μαθαίνουτε, παιδάκι μου, αλλά το πρώτο-πρώτο είναι να βοηθιόμαστε ο ένας με τον άλλο στα δύσκολα. Και ήταν ο κλάδος η δουλειά που γινόταν αυτό. Που λίγο ως πολύ γίνεται ακόμη και σήμερα αλλά δε πολυφαίνεται τώρα όπως τότε που ήταν πολλά τα στρέμματα της σταφίδας. Και μαζευόντανε, που λες, οι άντρες με τα ψαλίδια τους και οι γυναίκες για τις βέργες και πήγαιναν να κλαδέψουν το χτήμα κάποιου νοικοκύρη, ιδίως νέου, που είχε πεθάνει τελευταία. Πήγαιναν να δώσουν ένα χεράκι στα ορφανά και τη χήρα που μείνανε πίσω. Γέμιζε η σταφίδα με κόσμο. Και τα ψαλίδια παίρνανε φωτιά.
(η κοπέλα στα τελευταία λόγια σταματάει να λικνίζεται και προχωράει σιγά-σιγά προς το τραπέζι).
Χορευτικό 2
(η κοπέλα έχει καθίσει στην άλλη καρέκλα, δεν κουνιέται πλέον σε ρυθμό αλλά τα ακουστικά τα φοράει ακόμα)
ΓΙΑΓΙΑ: Αλλά ό,τι και να λέμε, δουλειά σαν το σκάψιμο δεν ξαναβγήκε στην ανθρωπότητα! Έπρεπε να σκαφτεί όλο το χτήμα με τις αξίνες σπιθαμή προς σπιθαμή. Και να μπαίνουνε οι μάντζες η μια πάνω στην άλλη σε σωρουλάκια που τα λέγανε κουτρούλια. Σκέψου τώρα μια σταφίδα 20 στρέμματα να πρέπει να σκαφτεί με τις αξίνες. Κάτι αξίνες φαρδιές που κόβανε το χώμα σε μάντζες θεόρατες. Περνάγανε μέρες και τα χορτάρια με τα’ ασπρολούλουδα που ‘χανε πάνω δεν μαραινόντανε. Και θα πρέπει να πω εδώ ότι με τις αξίνες αυτές φτιάχναμε το χειμώνα πέτουλες. Την πλέναμε καλά και αλείφαμε την ατσάλινη επιφάνεια με λάδι. Και αφού τη βάζαμε στη θράκα να κάψει φτιάχναμε έναν αραιό χυλό που τον ρίχναμε πάνω με την κουτάλα. Στέγνωνε σα λεπτή πίτα, τη γυρίζαμε μια φορά και τη βγάζαμε. Την απιθώναμε σε ένα ταψάκι και την πασπαλίζαμε με μυτζήθρα. Πάλι λάδι στην αξίνα, πάλι χυλό, μυτζήθρα και όλο μεγάλωνε η ντάνα μέχρι να αρχίσουνε οι … επιθέσεις από τα παιδιά. Τι νοστιμιά ήταν αυτή: δεν περιγράφεται! Και φαντάσου πως μου φάνηκε τότε που με είχε πάρει ο θείος σου ο Θανάσης στην Αθήνα για εξετάσεις και δίπλα στην κλινική είδα ένα μαγαζί να φτιάνει … πέτουλες!!! Και να γράφει στην ταμπέλα του: «Κρέπες»!
ΕΓΓΟΝΗ: Ουάουουου! Τρελαίνομαι για κρέπα με σοκολάτα!
ΓΙΑΓΙΑ: Το σκάψιμο γινότανε τέλος Μάρτη με αρχές Απρίλη, τότε που αρχίζανε να σκάνε τα μπουμπούκια. Έπεφτε, βλέπεις, το μαγκούφι μέσα στη σαρακοστή και νηστέβανε τότε οι άνθρωποι. Κοβόντανε τα πόδια κάποια στιγμή. Τα κορίτσια και οι γυναίκες δεν σκάβανε αλλά παλιά γινότανε και αυτό. Μου παράσταινε η μακαρίτισσα η πεθερά μου πως βάζανε στη δουλειά και τις κοπέλες, ακόμα και στις δύσκολες μέρες τους. Το απόγιομα, λέει, δεν τους κρατάγανε τα πόδια τους. Σκάβανε οι έρμες γονατιστές! Ήτανε, πάντως, το σκάψιμο η μόνη δουλειά που έπρεπε να πάρεις εργάτες. Πολλά τα μεροκάματα αλλά ερχόντανε και πολλοί. Κατέβαιναν από τα χωριά της Αρκαδίας με το λεωφορείο. Κρατάγανε την αξίνα τους με δεμένο πάνω το μπόγο με το σάϊσμα και την μπαντανία. Κοιμόντανε στρωματσάδα στα κατώγια. Φοράγανε κάτι μακριές στρατιωτικές μαντίες. Αρβύλες και γουρνοτσάρουχα. Βγαίνανε με το σούρουπο στα πλατάνια και έπηζε η πλατεία από κόσμο. Δεν χαλάγανε λεφτά για καφέ. Μου λέει ο θείος σου ο Θανάσης ότι συνάντησε στην Αθήνα πολλούς μεγάλους εμπόρους που είχαν σκάψει στα μέρη μας. Και ένας μεγάλος ποιητής Γκέτσο, Γκάτσο πως μου τον είπε, που ήτανε από το χωριό Ασέα και παλιά το λέγανε Καντρέβα –λέγαμε μάλιστα «από του Καντρέβα είσαι;» όταν θέλαμε να πούμε κάποιον πολύ χωριάτη- ότι έχει γράψει κάπου πως ο πατέρας του κατέβαινε στου Γαργαλιάνου για σκάψιμο και όταν γύριζε πίσω τον περίμεναν στο σπίτι σαν τον Αγιοβασίλη.
ΕΓΓΟΝΗ: Ουάουουου! Ο Αγιοβασίλης με την αξίνα!
Χορευτικό 3
(η κοπέλα φοράει ακόμη τ’ ακουστικά αλλά φαίνεται τώρα να προσέχει πιο πολύ την αφήγηση της γιαγιάς)
ΓΙΑΓΙΑ: Κι’ αρχίζανε να ξεπετιώνται τα βλασταράκια κι’ άρχιζε από εδώ και πέρα η αγωνία. Η μεγάλη αγωνία για τον καιρό. Στην αρχή μη περάσει κανα χαλάζι και τσακίσει τα βλαστάρια και αποτρυγήσουμε. Μετά οι φόβοι για τις βροχές με τον περνόσπορο και τη διαφαστένεια. Οι φόβοι για το σάπισμα και τα μπουμπουνητά στ’ αλώνια. Ούλο κατά τη θάλασσα κοιτάγαμε. Από Πρώτη μέχρι Κυπαρισσία. Από εκεί ερχότανε το μπογάζι που μας έπιανε. Τα κουτρούλια μένανε μέχρι το σκάλο, λίγο πριν κλείσει η σταφίδα απ’ τα βλαστάρια. Τα σκορπάγαμε με ξινάρια τώρα όχι αξίνες. Και ισιώναμε το χώμα. Παίρναμε και καναν εργάτη αλλά όχι αυτό το κακό με το σκάψιμο. Τώρα παίρνανε σειρά άλλα πράγματα. Ξεκίναγαν οι ρέντοι. Λιώναμε το χαλκό μέσα σε κάτι ξύλινες βούτες με δούγες και στεφάνια και για να κολλάει ρίχναμε μέσα χορίδι.
ΕΓΓΟΝΗ: Τι ήταν αυτό γιαγιά; Κάτι σαν UHU;
ΓΙΑΓΙΑ: Χορίδι λέγαμε παιδάκι μου τον ασβέστη. Και είχαμε εκείνες τις ψυχαστήρες. Τις γιομίζαμε με τη μπιγκιόνα και άντε το τρομπάρισμα με μια μανιβέλα πάνω-κάτω: χρα-χρακ, χρα-χρακ. Και όλο να βουλώνει μπροστά κείνη η μαγκούφα η δαχτυλήθρα απ’ τα σαρίδια. Πουουου … τώρα η ευκολία με τα ρεντιστικά. Περνάει το μηχάνημα με το βυτίο μέσα από τις αράδες και χτυπάει η μάνικα τα κλίματα στα 30 μέτρα. Και αν ήτανε βροχερός ο καιρός; Άντε ξανά-μανά μόλις σταμάταγε. Άντε και το θειάφισμα με εκείνες τις σακουλίτσες που φτιάχναμε από τσουβάλια. Να θυμιατίζεις σαν τον παπά! Και να μουστρίζονται τα μούτρα μας κατακίτρινα. Γιομίζανε τα κάφηρα και τα’ αφτιά. Και να πρέπει να πας μπονόρα νάχει ζέστη και να κάνει και πραγαλιά. Και ερχότανε μετά το χαράκιιιιιι! Μόλις έσκαγε η ρογίτσα του μικρού σταφυλιού έπρεπε το κλίμα να χαρακωθεί. Να βγει δηλαδή ένα λεπτό δαχτυλίδι από τη φλούδα του κορμού για να χοντραίνει η ρόγα. Ε, αυτή ήτανε μαστορικιά δουλειά παιδάκι μου. Για πολύ λίγους: τους χαρακωτάδες! Χωνόντανε κάτω από τα κλήματα και σερνόντανε ούλη μέρα σαν τα φίδια.
ΕΓΓΟΝΗ: Φίδια;
ΓΙΑΓΙΑ: Αυτοί ήταν ανθρώποι αλλά υπήρχανε και φίδια πραγματικά. Παραμονεύανε οι ρουφιάνες οι οχιές κουλουριασμένες στα κούρβουλα. Και ήθελε μεγάλη προσοχή παιδάκι μου. Αλλά οι χαρακωτάδες είχανε εξασκημένο μάτι και τις βλέπανε. Οι πιο πολλοί κρατάγανε από βουνά. Σαπρίκι Βεριστιά και Κοντογόνι. Αλλά και οι ντόπιοι εξασκημένοι ήτανε κι’ αυτοί. Το εργαλείο τους ήτανε η γυριστή φαλτσέτα με το ξύλινο χέρι. Χσατ-χσατ, χσατ-χσατ, την ακονίζανε στ’ ακόνι και έπαιρνε την αθέρα. Δένανε πάντα στο κεφάλι τους ένα μαντήλι για τα θειάφια. Και ούλο σουρνόντανε σουρνόντανε και πέταγε φωτιές στα χέρια τους η φαλτσέτα. Και αν κοίταγες την ώρα που δουλεύανε ένα χτήμα, άνθρωπο δεν έβλεπες! Μόνο κάποια κλήματα που κουνιόντανε. Σαν να τα είχε πιάσει και να τα τίναζε ένα αόρατο χέρι. Φεύγανε σφαίρα. Γι’ αυτό και οι νοικοκυραίοι που θέλανε να βοηθήκουνε πηγαίνανε λιγάκι πάρα πέρα και πιάνανε αράδα. Για να μη τους αμποδάνε!
Χορευτικό 4
(το σκηνικό ίδιο, μόνο που τώρα η κοπέλα έχει βγάλει τ’ ακουστικά και ακούει τη γιαγιά με προσοχή)
ΓΙΑΓΙΑ: Φούσκωναν οι ρογίτσες, τσούπωναν τα σταφυλάκια και άρχισε ο … ξέφυλλοοοοος. Η δουλειά που δεν τελείωνε ποτέ. Έτσι τουλάχιστον φαινότανε σε μας τα μικρά που μας παίρνανε μαζί τους και μας βάζανε στη δουλειά. Γιατί ο ξέφυλλος ήτανε οικογενειακή υπόθεση. Γέροι νέοι και παιδιά, μέσα! Στην αρχή έπρεπε να καθαρίζονται τα κουφώματα από φύλλα για να πέρνουνε αέρα τα σταφυλάκια. Και μετά το παρδάλισμα να βγούνε στον ήλιο για το ρούμασμα. Αλλά επειδής πέφτανε από πάνω και τ’ αλώνια, την άλλη μέρα από το πανηγύρι της Αγιαπαρασκευής: Άλογα τεντζέρια λεβέτια συμπράγκαλα και … βουρ για το χτήμα!
ΕΓΓΟΝΗ: Ουάουουου! Πηγαίνατε κάμπινγκ!
ΓΙΑΓΙΑ: Και στον Κάμπο πηγαίναμε, παιδάκι μου, και στη Μαυρόπετρα, στου Τσαντήλου, στο Ψίλιθρο, Βάλτο, Βαρκούλι, Δεντρούλια, Ντραμπάλες, Παχιμάρι, Ιβρέματα, Κοκκινοχώματα, Κούλουγλη, Λαγού, Λεημονιά, Κατωχώρι, Τραναλώνια, Σμερτερό, Παλιόφλοκα (σημείωση: να προστεθούν αν είναι δυνατόν και άλλα τοπωνυμία) . Πηγαίναμε στο κτήμα για να ‘μαστε δίπλα που πλακώνανε οι πολλές δουλειές. Μέναμε κανα δίμηνο εκεί μέχρι το σώρωμα. Υπήρχαν τα εξώσπιτα αλλά φτιάναμε και τις τραγατσούλες για να κοιμόμαστε. Στρωματσάδα. Με κυπαρισσόξυλα από το λόγγο. Και με καλάμια από το ρέμα που πάνω τους πλέκαμε τη φτέρη. Πως μοσχοβόλαγε εκείνη η φτέρη! Τη στήνανε ψηλά την τραγατσούλα σε τέσσερα πόδια. Το κάνανε για τα φίδια και στους σκορπιούς. Αφήνανε ένα πορτάκι και μια σκαλίτσα να ανεβοκατεβαίνουμε. Γερά ξύλα και φτέρη από κάτω για στρώμα Τις κλείνανε γύρω-γύρω κι από πάνω. Όταν βούρκωνε ο καιρός τις σκεπάζαμε με κανα παλιό σταφιδόπανο. Κάποιες τις αφήναμε από πάνω ανοιχτές και βλέπαμε τ’ αστέρια.
ΕΓΓΟΝΗ: Δεν το πιστεύω!!! Είχατε κάμπριο!
ΓΙΑΓΙΑ: Ναι παιδάκι μου, είχαμε κι’ από φτούνο. Γιομίζανε ξαφνικά τα καταράχια κόσμο. Κάθε σπιτάκι και φως. Είχαμε τις λάμπες πετρελαίου και τα λαδοφάναρα. Άκουγες παιδικές φωνές και κακαρίσματα από γέλια! Από κάπου ερχότανε και μουσική από ράδιο. Κοκόρια που λαλήγανε κι’ αυτά από τη χαρά τους ενώ πιο πέρα οι κρυμμένες αλουπούδες ξερογλειφόντανε και παραμόνευαν. Φοβόνταν όμως οι παμπόνηρες τα πολλά σκυλιά που ακούγανε να αλυχτάνε. Κοιτάγαμε τις αφέγγαρες νύχτες τον ουρανό που μας φαινόταν ότι κατέβαινε παρακάτου. Βλέπαμε τον Ιορδάνη Ποταμό την Πούλια και την Αλετροπόδα. Και οι δουλειές, δουλειές. Μόνο τώρα που ήμασταν δίπλα και επειδή ήταν η ζέστη νταμιλάς, τα μεσημέρια σταματάγαμε. Ο ξέφυλλος, όπως είπαμε, συνεχιζόταν. Βγάζαμε τώρα τα σταφύλια στον ήλιο να ρουμάσουνε καλά. Και βάζαμε στα κούρβουλα που γέρνανε, κουντέλια. Κάτι διχαλωτά παλούκια από το λόγγο. Ξαρίζαμε με τα ξινάρια τ’ αλώνια από τις αφαλαρίδες και τα ξερόχορτα. Φτιάχναμε τους κορφιάδες με τις πλακούλες και τα παλουκάκια στ’ αυλάκια με τα σύρματα. Παλιά υπήρχανε τα σταφιδόπανα. Κάτι ασήκωτοι μουσαμάδες με κρίκους στην άκρη που πέρναγε το σύρμα. Το πρωί τα μαζεύαμε στην άκρη του κορφιά και όταν βούρκωνε ο καιρός τα’ απλώναμε. Μετά βγήκανε τα νάϋλα τα 8αρια και τα 12αρια που τα δέναμε μόνιμα πάνω κι’ ανασάναμε λιγάκι. Η μπελαλίδικη δουλειά, όμως, ήτανε το χρίσιμο που κάναμε στα μάτια. Πότε με σβουνιά και πότε με γλίνα. Τη σβουνιά, την κοπριά δηλαδή της αγελάδας….
ΕΓΓΟΝΗ: Δεν το πιστεύω! Τα σταφύλια στα κακά;
ΓΙΑΓΙΑ: …τη φέρναμε με άλογα από τα χωριά. Την αγοράζαμε, βέβαια. Τη βάζαμε πρώτα για κάποιες μέρες μέσα σε μια βούτα με νερό να ζυμωθεί. Μετά με ένα σύχλο και ένα δεμάτι ψίλιθρα την απλώναμε πάνω στ’ αλώνι. Στέγνωνε και γινότανε … ταπετσαρία. Παρόμοιο ήταν και το χρίσιμο με τη γλίνα που παίρναμε από το Μουζάκι. Ένα γκρι χαλικωτό πράμα που το βγάζανε από τη γη και που το λιώναμε και αυτό στη βούτα. Σαν τη σβουνιά όμως δεν ήτανε! Μετά βγήκανε κάτι πισσόχαρτα που όλο σαπίζανε πάνω τους τα σταφύλια, για να φτάσουμε εδώ και χρόνια στα σημερινά μαύρα διχτυωτά που είναι τα καλύτερα. Και έτσι: με τους κορφιάδες έτοιμους και τα μάτια χρισμένα, περιμέναμε τον … πόλεμο!
ΕΓΓΟΝΗ: Ουάουουου! War δηλαδή!
Χορευτικό 5
(ίδιο το σκηνικό)
ΓΙΑΓΙΑ: «Θέρος-Τρύγος-Πόλεμος» λέει η παροιμία! Και ο τρύγος, ήτανε παιδάκι μου πόλεμος. Αρχές Αυγούστου μέχρι το Δεκαπενταύγουστο. Έπεφτε κι’ αυτός σαρακοστή σαν το σκάψιμο που μόνο κανα ψαρικό επιτρεπόταν. Ερχόντανε και εργάτες. Κοιμόντανε τώρα στις ελιές πίσω από το σχολείο. Αλλά την πολλή δουλειά τη βγάζαμε με τις δανεικαριές. Βόηθαγε σε αυτό που οι κάτω περιφέρεις ήτανε πρώιμες. Τα δεύτερα, γιατί τα αγουρωπά τ’ αφήναμε για αργότερα, τα μαζεύαμε μοναχοί μας. Πλεχτά κοφίνια για το κουβάλημα, μπιγκιόνες με ξύλινο χερούλι για το τρύγο κι’ ούλη τη μέρα μέσα στο νταμιλά της ζέστης. Μιας ζέστης που πολλές φορές ήταν ανυπόφορη. Ερχότανε ο αέρας ζεστός και σου ΄κοβε την ανάσα. Ακόμα και στο φαί το μεσημέρι έτρεχε ο ιδρώτας ποτάμι. Τα τζιτζίρια δεν ησυχάζανε μέχρι που νύχτωνε. Και άντε να δουλεύεις μέσα σ’ αυτό το λιοπύρι ούλη μέρα. Κανα τέταρτο στο κολατσιό και κανα μισάωρο στο φαγητό παίρναμε μιαν ανάσα. Άλλοι λένε πως το πιο δύσκολο ήταν το κουβάλημα. Άλλοι το άπλωμα, άλλοι ο τρύγος που δεν ήτανε τότε όπως τώρα. Δεν υπήρχανε αράδες και ήταν οι λούρες μακριές και μπλέκανε η μια την άλλη με τις ψαλίδες(;). Για μένα πάντως από μικρή ο τρόμος ήταν ένας: να έχουνε φάει ρέγκο στο κολατσιό με τη σαλάτα και να πιλαλάς να τους ξεδιψάσεις. Ο μπακαλιάρος το μεσημέρι παλευότανε, μένανε λίγες ώρες. Αλλά κείνος ο ρέγκος πρωί-πρωί και λύσσα ήταν μαρτύριο! Να απλώνεις στ’ αλώνι να ‘ρχοντε τα κοφίνια ένα πίσω το άλλο και να φωνάζουν οι τρυγητές από μακριά: «Παρασκευούλαααα τη βίκα!» Και τρέχα στο πηγάδι να βγάνεις νερό με το σύχλο που ζύγιζε διακόσιες οκάδες. Και άντε μετά να γιομίσεις τη βίκα. Που είχε μια τρυπούλα τόση δα για στόμιο και το περισσότερο νερό χυνότανε απόξω. Τι τον θέλανε εκείνο το ρέγκο στο κολατσιό; Γέρασα και ακόμα δεν μπορώ να το καταλάβω. 
Μαύρος σαν κεχριμπάρι ο καρπός στο αλώνι, μαύρη όμως και η έγνοια μας και η λαχτάρα για τον καιρό. Να ακούς ξαφνικά μέσα στη νύχτα και τη γλύκα του ύπνου: σηκωθείτε να σκεπάσουμε! Συναγερμός! Να πηδάμε σαν τους λαγούς από τις τραγατσούλες. Να βγαίνουμε στη σκοτεινιά και φα-φα, φα-φα τα αστράμματα από τη μεριά της Πρώτης. Χαμός στα καταράχια! Φωνές βλαστήμιες κλάματα! Δευτέρα Παρουσία! Να γίνεται μέρα ξαφνικά και μετά κατράμι. Πεδουκλώματα, σκοντάματα, βροντιές. Να παίρνεις δέκα τούμπες. Τράβα πανιά και δέσε άκρες. Και όταν με τη γλώσσα έξω κάποια στιγμή τελειώναμε το σκέπασμα, αγναντεύαμε κατά το θεριό που ερχότανε. Κοιτάγαμε το άστραμα! Και κατά που θα σιάξει Θα το τραβήξει η Πύλος και θα γλιτώσουμε ή θα έρθει κατά πάνω μας και βουή μας μαύρη. Γιατί όσο καλά και να ‘χαμε σκεπάσει όσο γερά και να είχαμε δέσει τα σταφιδόπανα ο κίνδυνος πάντα υπήρχε: Μη ξεχειλίσουνε τ’ αυλάκια και δούμε τα σταφύλια να κολυμπάνε! Μη μπει από το πλαϊνά το ανεμόβροχο και μας βραχεί ένα μεγάλο μέρος! Άστα να πάνε παιδάκι μου. Και άμα παίρναγε βροχή έπρεπε μετά να σείσουμε με το γράβαλο τα σταφύλια για να μη σαπίσουν. Ήταν όμως και πολλές χρονιές που έβγαινε το λιάσιμο άβρεχο, λιάζαμε ακόμα και τα δεύτερα χωρίς να μπουμπουνίσει. Αλλά ήτανε και οι χρονιές που ανοίγανε τα σχολεία και λιάζαμε ακόμα εκείνα τα ρημάδια τα δεύτερα. Είχανε «γυρίσει» από την υγρασία και έφτανε το πανηγύρι του Γαργαλιάνου και ακόμα λιάζαμε! Τα παραδίναμε στο τέλος μόνα τους.
(η μικρή δείχνει εντυπωσιασμένη)
Χορευτικό 6
(ίδιο σκηνικό μόνο που η κοπέλα έχει αφήσει το i-pad στο τραπέζι ακουμπάει σε αυτό τους αγκώνες της, στις γροθιές το πηγούνι της και κοιτάει τη γιαγιά της στα μάτια)
ΓΙΑΓΙΑ: Και όσο κράταγε το λιάσιμο: ντόναμε και εμείς κάπως και κάναμε καμιά δουλειά του σπιτιού για το χειμώνα. Φτιάναμε χυλοπίτες και τραχανά με το γάλα της κατσικούλας που δεν έλειπε από κανένα σπίτι. Και με τα φρέσκα αυγά από τις κότες που επίσης δεν λείπανε. Αυτές κινδυνεύανε από νυφίτσες και αλουπούδες αλλά υπήρχε πάντα ένας Αζώρ, ένας Γκέκας ή ένας Ταρζάν που αλυχτάγανε ούλη νύχτα. Οι δουλειές τώρα είχανε ένα τράτο. Πηγαίνανε αργά και έφτανε το σούρουπο για να γίνουν. Πρώτο ήτανε το «τρίψιμο». Κάθε μάτι που γινότανε το «τρίβαμε» με γράβαλο ή με τα χέρια. Βγάζαμε τα χοντρά κόρτσαλα με τη λαγανιά, αφήναμε τον καρπό για κανά δυο μέρες ακόμα και τον σωρώναμε. Μετά με το κοφίνι την μεταφέραμε σε κάποιο μάτι κοντά στο σπίτι. Την κοσκινάγαμε με την κοσκίνα για τα μεγάλα κόρτσαλα και τις χοντρές ρόγες που ήτανε το «ποιοτικό» που παραδίναμε. Μετά, και μέχρι να ‘ρθουνε η μάκινες που μας λύσανε τα χέρια, άρχιζε το λίχνισμα! Στρώναμε ένα σταφιδόπανο και ανέβαινε ο λιχνιστής πάνω σε ένα σιδεροβάρελο για να ΄ναι ψηλά. Του δίνανε τη μπιγκιόνα γιομάτη και τη σήκωνε ψηλά. Έριχνε τον καρπό σιγά-σιγά και φύσαγε ο μαΐστρος στην άκρη τα κόρτσαλα που είχανε μείνει. Όσα πέφτανε μέσα στον καρπό τα βγάζαμε με τα χέρια εμείς τα μικρά. Μεγάλωνε ο σωρός και κάθε βράδι τον σκεπάζαμε για τη δροσιά. Και όταν έβγανε ανακοίνωση ο ΑΣΟ σακιάζαμε για την παράδοση. Παλιά την πηγαίναμε με φορτηγό στο Μάραθο. Μετά φτιάξανε την αποθήκη στο χωριό. Βγήκανε τα τραχτέρια. Αλλά τι τα θες παιδάκι μου! Εφτούνη η αγωνία της παράδοσης που πέρναγε ο κόσμος: Δεν περιγράφεται! Μας έτρωγε μέρες το τριβέλι του φόβου και τις νύχτες δεν κλείναμε μάτι. Μην κόψει τη σταφίδα ο Υπάλληλος και βουή μας μαύρη. Πως θα πληρώναμε τα χρέη του μπακάλη, πως θα ψωνίζαμε κανα ρουχαλάκι από το πανηγύρι της Χώρας. Πως θα πληρώαμε τούτο πως θα πληρώναμε το άλλο. Και υπήρχαν λόγοι πολλοί για να πατήσει άμα ήθελε να την κόψει. Είναι μαλακή. Είναι βρεγμένη. Έχει χοντράδια. Έχει κόρτσαλα. Τρεμοκουκουράγαμε από το φόβο! Και σάματις είχε καμιά τιμή καλή. Άμα τα λογαριάζαμε όλα «μας έμενε η σαρωματίνα» όπως έλεγε ο Ρομάντζος. Τα έγραφε ούλα φτούνα και στην ΠΑΤΡΙΔΑ του Πύργου ο μπαρμπα Κώστας ο Καλογερόπουλος αλλά ποιος τον άκουγε. Και το σπουδαιότερο δεν ήταν η τιμή που μας έτρωγε. Ο φόβος της παραλαβής μας έκοβε τα πόδια! Αφού να καταλάβεις άμα πηγαίνανε όλα καλά, γύριζε σπίτι ο μακαρίτης ο παππούς σου, ούλο χαρά! Και είχαμε γιορτή. Σαν να ‘χε περάσει η σταφίδα στις πανελλήνιες!!!
ΕΓΓΟΝΗ: Μου άρεσε αυτό ρε γιαγιά! Πολύ ωραίο! (σκύβει και τη φιλάει στο μάγουλο)
ΓΙΑΓΙΑ: (συγκινημένη και για να σπάσει την αμηχανία) Ακούω απέξω το αμάξι. Πρέπει να ήρθανε οι δικοί μας. (φεύγει γρήγορα η μικρή και η γιαγιά πίσω φαίνεται να σκουπίζει κάποιο της δάκρυ)
Χορευτικό 7
ΤΕΛΟΣ