Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΦΑΝΟΣΤΑΤΗΣ σας εύχεται υγεία και χαρά για το 2016 !

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ (1919-2003):



Ύστερα έκανε δεξιά της Λαχαναγοράς και μπήκε σε κάτι σκοτεινά, έρημα δρομάκια. Τα πεζοδρόμια είτανε όλο λακκούβες, σπασμένες, φαγωμένες πλάκες. Πεζοδρόμια- παγίδες για το διαβάτη. Λοιπόν, καλύτερα όχι στο πεζοδρόμιο. Κατέβηκε στο χώμα -δεν είχε άσφαλτο εκεί, χωματόδρομοι- και πήγαινε με το πάσο του, δίχως καθόλου να βιάζεται. Και γιατί να βιαστεί; Δεν είχε κανένα πρόγραμμα, τίποτα συγκεκριμένο κείνη τη νύχτα – παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Το βήμα του τόπνιγε το μουσκεμένο απ` τη βροχή χώμα. Είχε βρέξει από νωρίς. Μια σύντομη αλλά πολύ δυνατή βροχή. Μόλις που είχε βραδυάσει, όταν ήρθε η μπόρα. Με τούτη τη ξαφνική μικροθύελλα η Αθήνα, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, αναστατώθηκε. Πάλι καλά που δεν κράτησε πολύ το κακό, σε είκοσι λεπτά είχε αδειάσει κ` η τελευταία σταγόνα. Τότε ακριβώς, προς το τέλος της βροχής, άρχισε αυτήν τη δίχως σκοπό περιπλάνηση στους αθηναϊκούς δρόμους.

Είτανε σε πολύ καλή διάθεση, σε φόρμα. Μόνο που εκείνο το καπέλο του ερχότανε φαρδύ, φαρδύ και μεγάλο κι` ολοένα τού έπεφτε χαμηλά στο μέτωπο, τού μισοσκέπαζε τα μάτια. Στάθηκε κι έκανε να το ανασηκώσει λίγο...Το καπέλο όμως γλίστρησε και κύλησε στο χώμα, μεσ` στις λάσπες. Γύρισε και το κοίταξε έτσι που είχε βουλιάξει στα νερά. Έσκυψε μια στιγμή, τελικά το παράτησε και προχώρησε. Κάποιος περνούσε στο αντικρυνό πεζοδρόμιο, κάποιος που δε δυσκολευόταν να βαδίζει εκεί, παρ` όλες τις λακκούβες και τις σπασμένες φαγωμένες πλάκες. Τον άκουσε τον άγνωστο να λέει κάτι δυνατά, δεν ξεχώρισε αν του μιλούσε ή όχι, προχώρησε πιο γρήγορα τώρα.

Κρύωνε. Η νύχτα, ύστερ` από τη βροχή, είχε υγρασία και φύσαγε κιόλας ένας πεισματάρης βοριάς. Πήγαινε ολοένα και με ταχύτερο βήμα, σχεδόν τρέχοντας. Ζεστάθηκε κάπως. Στο βάθος ξεχώριζε πολλά φώτα. Με διάφορα χρώματα: κίτρινα πράσινα, μωβ...Κάπου εκεί τελείωναν οι σκοτεινοί, έρημοι δρόμοι. Έν` αυτοκίνητο πέρασε πλάι του, δεν τώχε νοιώσει καθώς έτρεχε. Πέρασε με μεγάλη ταχύτητα, αγγιχτά του. Κάτι του φωνάξανε από μέσα, γελάσανε. 

Στη δεύτερη γωνία είχε φως. Πλησίασε. Ένα συνοικιακό καφενεδάκι, λίγα τραπέζια με μάρμαρο και στο παράθυρο, κολλητά στο τζάμι, ένα κλουβί κ` ένα καναρίνι. Τα πουλιά τού δίνανε πάντα μιαν αλλοιώτικη συγκίνηση. Πλησίασε το παράθυρο, να περιεργαστεί το καναρίνι που μισοκοιμότανε. Ανέβασε στο πεζοδρόμιο τώνα πόδι, έπειτα ανέβασε και τ` άλλο. Και σχεδόν αμέσως ανέβασε και τ` άλλα δυο. Τότε είτανε που τού βάλανε τις φωνές: Ένα άλογο! Φώναζαν διάφοροι, που ξεπετάχτηκαν από το καφενείο κι από κάτι άλλα μαγαζιά. Τρέξτε να δείτε ένα άλογο! Δεν τρέξανε και πολλοί, δεν είτανε πολυσύχναστος ο δρόμος, άρχισε όμως να τρέχει αυτό, ξαφνιασμένο από τις φωνές και τα παραθυρόφυλλα, που ανοίγονταν τώνα ύστερα από τ` άλλο.

Τρέχοντας έτσι, μπήκε στην Πειραιώς και πίσω του άκουγε ολοένα φωνές και κλάξον. Δεν ήξερε γιατί όλ` αυτά και τί νόημα είχανε, κάτι πολύ δυνατό μέσα του τώκανε να τρέχει με όλη του τη δύναμη και με χίλια ζιγκ- ζακ να ξεφεύγει τ` αυτοκίνητα και να τρέχει, να τρέχει προς την Ομόνοια...Τα πολλά χρωματιστά φώτα, οι μεγάλες διαφημίσεις “νέον”, το ζαλίσανε κάπως. Όμως,  ούτε στιγμή δεν έκοψε το δρόμο του. Ούτε και το συντριβάνι της Ομόνοιας, παρ` όλο που είδε τα νερά και δίψαγε κ` ήθελε να σταθεί να πιει μια-δυο γουλιές.

Μπήκε τώρα στη Σταδίου κι` άρχισε να την ανεβαίνει με μια ανάσα.
-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Η είδηση διαδοθηκε από στόμα σε στόμα. Αναταράχτηκε το πλήθος, που είχε πήξει στα πεζοδρόμια, τ` αυτοκίνητα κορνάρανε συνέχεια...Από τις παρόδους χύνονταν κι` άλλοι περίεργοι στη Σταδίου, ούτε προεκλογική συγκέντρωση νάτανε. Φωνάζανε και χειρονομούσαν αναστατωμένοι οι χιλιάδες εορταστικοί διαβάτες, ασφυκτικά φορτωμένοι δώρα κ` έγνοιες- πολλές έγνοιες.
-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Πού να το υποψιαζότανε, όταν με τη βροχή φούσκωσε και λύθηκε το σκοινί που τώχε δεμένο τ` αφεντικό του έξω από τη Λαχαναγορά, πού να το υποψιαζόταν πως θα γινόταν θέαμα, κείνη τη νύχτα. Τώχε φέρει νωρίς τ` απόγευμα, απ` τα Μεσόγεια, τ` αφεντικό του και ξεπούλησε στα γρήγορα τα λάχανα που είχε φορτώσει. Ύστερα τ` αφεντικό του τούκανε μποναμά ένα καπέλο. Ένα φτηνό καπέλο. Γιατί τώρα τελευταία είχε γίνει πολύ ευαίσθητο στο κρύο. Με τις πρώτες ψύχρες συναχωνότανε αμέσως και φταρνιζότανε ολοένα. Του πήρε, λοιπόν, το καπέλο τ` αφεντικό του , τώδεσε σ` ένα στύλο του ηλεκτρικού και πήγε με κάτι παλιόφιλους για ποτήρι.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Ένα όραμα είτανε τούτο το απίθανο άλογο, που ανέβαινε τρέχοντας τη Σταδίου μεσ` τη νύχτα, παραμονή Πρωτοχρονιάς. Άγνωστο από πού ερχότανε κι άγνωστο πού πήγαινε. Ένα όραμα ξεσηκωμένο απ` τα παιδικά χρόνια, που για τους πιο πολλούς είτανε μακρυά, πολύ μακρυά, τυλιγμένα σε σκόνη και ναφθαλίνη.
-Ένα άλογο στη Σταδίου
-Ένα άλογο! Δεν είμαστε καλά!
-Το 100! Να τηλεφωνήσουμε στο 100!
Και βρέθηκαν κάμποσοι πρόθυμοι να ειδοποιήσουν το 100 για τον απροσδόκητο παραβάτη της Τροχαίας. Γιατί, βέβαια, είτανε μια πολύ σοβαρή παράβαση αυτό το άλογο. Μια παράβαση στην καλά οργανωμένη και περιχαρακωμένη με νόμους και κανονισμούς καθημερινή ζωή. Μια παράβαση σε τούτη τη ζωή την πνιγμένη στα καυσαέρια και την πολλή λογική.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Στα μεγάλα καταστήματα της Σταδίου και στα μικρά καταστήματα της Σταδίου, καθώς το άλογο περνούσε αστραπή στην άσφαλτο, μετρούσαν χρήματα, χρήματα... Και στις τελευταίου τύπου ηλεκτροκίνητες αριθμομηχανές υπολογίζανε, υπολογίζανε...Για ένα δευτερόλεπτο σταμάτησα να μετράνε και να υπολογίζουν. Μονάχα για ένα δευτερόλεπτο.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
-Ένα άλογο! Δεν είμαστε καλά!
Και το άλογο ξέσκισε τον αέρα και τη σκηνοθεσία της Πρωτοχρονιάς. Βέβαια όλ` αυτά θα τελείωναν σε λίγο. Τα περιπολικά της Αμέσου Δράσεως θα το κυνηγούσαν, θα του έκαναν μπλόκο. Γιατί έπρεπε να φύγει απ` τη μέση, και μάλιστα το ταχύτερο, τούτο το άλογο που ήρθε να ταράξει τα νερά. Όχι δεν είχε καμία θέση έν άλογο σε μια τόσο κατάφωτη, τόσο πρωτοχρονιάτικη, τόσο λογική οδό Σταδίου.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
-Ένα άλογο! Δεν είμαστε καλά!
Και βιάζονταν όλοι να το ξεχάσουν το άλογο, να το διαγράψουν από τα μάτια τους και τις καρδιές τους. Κείνη την ώρα συνέβη και κάτι άλλο: κυκλοφόρησαν οι πρωτοχρονιάτικες εφημερίδες, με το μεγάλο τίτλο στην πρώτη σελίδα:
“ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ” και τους μεγάλους τίτλους στην τελευταία σελίδα. “ΤΟ ΝΟΤΙΟΝ ΒΙΕΤΝΑΜ ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΕΙΡΗΝΗ”, “ΤΟ ΚΟΓΚΟ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΝΕΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ”, “ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΌΝ ΕΙΣ ΝΕΟΝ ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ” , “ΚΑΤΑ ΤΟ ΛΗΞΑΝ ΕΤΟΣ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΑΠΕΘΑΝΟΝ ΕΚ ΠΕΙΝΗΣ”, “ΤΕΡΑΣΤΙΑΙ ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΣΙΤΟΥ ΚΑΤΕΣΤΡΑΦΗΣΑΝ ΔΙΑ ΝΑ ΚΡΑΤΗΘΟΥΝ ΑΙ ΤΙΜΑΙ”

Στο μεταξύ, το άλογο πέρασε την πλατεία Κλαυθμώνος κι` ανέβαινε προς το Σύνταγμα. Τρέχοντας έτσι, δεν είχε βέβαια καιρό να προσέξει τις πελώριες ρεκλάμες του νέου σινεμασκόπ τριών διαστάσεων, που έπαιζε ο “Απόλλων”: “ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΤΡΕΛΛΟΣ, ΤΡΕΛΛΟΣ, ΤΡΕΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ”!

(Από το ιστολόγιο Τσαλαπετεινός)

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Κώστας Περδίκης:


ο Δήμος και ο Μαυρής του

 Καλοκαίρι, μέσα Ιουλίου.
Η λουτρική σεζόν στο φόρτε της.
Η μικρή μας πόλη ξεχειλισμένη από ξένους, που ήλθαν για να κάνουν θερμά λουτρά και να πιουν ιαματικό νερό στον γειτονικό Καϊάφα.
Τα δυο μικρά ξενοδοχεία μας, το Διεθνές στην πάνω αγορά και το Rex στην κάτω, καθώς και τα περισσότερα σπίτια, που νοικιάζουν δωμάτια, είναι γεμάτα από ʺλουόμενουςʺ.
Απογευματάκι, κάψα αφόρητη μαζί με υγρασία.
Στη βεράντα του καφενείου του Μουσαμά και στο μπαλκόνι του απέναντι ζαχαροπλαστείου, οι θαμώνες πασχίζουν με κάθε τρόπο να δροσιστούν.
Οι δίσκοι, φίσκα με ποτήρια παγωμένο νερό, πάνε κι έρχονται.

Και να σου, τότε, ο Θανάσης, που φτάνει λαχανιάζοντας.
Είναι ο άνθρωπος, που ο δήμαρχος, ο κύριος Ζαχαριάς, έχει διορίσει υπεύθυνο για το δίκτυο ύδρευσης της πόλης.
Μπαίνει κατ’ ευθείαν στου Μουσαμά, που είναι το στέκι του δημάρχου.
Εκείνος, στο βάθος του καφενείου, έχει κάνει καρέ με τρεις άλλους και το ’χει ρίξει στο χαρτάκι.
Ο Θανάσης τον πλησιάζει και του ψιθυρίζει στ’ αυτί το άσχημο μαντάτο:
ʺΟ κεντρικός σωλήνας, που φέρνει το νερό από τη μεγάλη δεξαμενή στην πόλη, έχει σπάσει και το νερό χύνεται ασταμάτητα, κατρακυλώντας στον δρόμο, προς την κάτω αγοράʺ.
Η ζημιά είναι μεγάλη, τέτοια δεν έχει ξανασυμβεί.
Ο έρμος Θανάσης τραβάει τα μαλλιά του, έχει πανικοβληθεί.
Πώς, πότε και ποιος θα τη διορθώσει;
Θα πάρει μέρες…
Και στο μεταξύ ο κόσμος, ο ντόπιος, αλλά πιο πολύ ο ξένος, πώς θα περάσει κατακαλόκαιρα;

Στο πεζοδρόμιο του ίδιου καφενείου, στην αριστερή άκρη καθώς μπαίνουμε, κάθεται μονάχος του και αργοπίνει τον καφέ του.
Ο Δήμος, ο τυφλός.
Αρκετά γερασμένος, απόμαχος πια…
Μπορεί να ακούσει τον παραμικρό ψίθυρο, μα δεν μπορεί να δει τίποτα.
Από τότε που γεννήθηκε, μόνο μαυρίλα βλέπει.
Θυμάται όλων μας, μικρών-μεγάλων, τις φωνές και όταν τον χαιρετάμε μας απαντάει με το όνομά μας.
Δεν αργεί να πάρει είδηση για το συμβάν.
Αν, τότε, πέρναγες από κοντά του, θ’ άκουγες που μονολογούσε:
ʺΑς μην είχε ψοφήσει ο Μαυρής μου και θα μπορούσα, τουλάχιστον τα δυο μαγαζιά, τούτο και του ζαχαροπλάστη, να τα βολέψω από νερόʺ…

Εκείνα τα χρόνια, πριν ο δήμαρχος φτιάξει τις πρώτες κεντρικές βρύσες, σε 4-5 γειτονιές, ο Δήμος από το πρωί μέχρι το σούρουπο κουβάλαγε και μοίραζε πόσιμο νερό στα καφενεία και στα σπίτια.
Στο σαμάρι του Μαυρή, του γεροδεμένου μουλαριού του, είχε δεμένες από τη μια πλευρά και την άλλη, δυο βουτσέλες, που τις γέμιζε με δροσερό νερό από τη βρύση του Λώρη, στην Κορδόρουγα, λίγο παρακάτω από το νεκροταφείο.
Εκείνο το μουλάρι ήταν σαν άνθρωπος.
Πήγαινε μπροστά, έχοντας μάθει τα κατατόπια και ο Δήμος το ακολουθούσε, πιασμένος από το κολιτσάκι του σαμαριού. 
Ήξερε την πόρτα κάθε καφενείου ή σπιτιού και σταμάταγε μόνο του, μόλις έφτανε μπροστά τους.
Έβγαζε, μετά, ο Δήμος τον πύρο από τη βουτσέλα και άδειαζε στον κουβά όσο νερό ήθελε ο πελάτης του.
Δήμος και Μαυρής, όλα τούτα τα χρόνια, ήταν ταίρι αχώριστο.

Πολύ αργότερα, όταν κάθε σπίτι έβαλε δική του βρύση, σιγά-σιγά αποτραβήχτηκε από το κουβάλημα.
Μια κοντοχωριανή του, που της τον προξένεψαν, ζύγισε τα καλά του και τον παντρεύτηκε.
Στο χρόνο πάνω, του ’κανε και την κορούλα τους.
Από τον Δήμο, πια, δεν έλλειπε τίποτα.
Ούτε καν το φως του.
Είχε σχεδόν ξεχάσει ότι ποτέ του δεν το αντίκρισε…

βουτσέλα = μικρό ξύλινο βαρέλι για νερό
κολιτσάκι = το μεταλλικό μέρος του σαμαριού
  





Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Στις φίλες και φίλους ο ΦΑΝΟΣΤΑΤΗΣ στέλνει τις καλύτερες ευχές του για τη γιορτή των Χριστουγέννων.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1851-1911):


O Έρωτας στα χιόνια
Καρδιά του χειμώνος. Χριστούγεννα, Άις-Βασίλης, Φώτα.
Και αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάνπατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν,μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα: ― Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας. Το έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «Ο μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας». Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Μασσαλίαν. Είχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Είχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. Είχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Μασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.
Κανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Είχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή. Και αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:
Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
     κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
     Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:
     Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
     δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.
Χειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Επάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. Η πρωία ενθύμιζε το δημώδες:
 Βρέχει, βρέχει και χιονίζει,
     κι ο παπάς χειρομυλίζει.
Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κ’ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον. Και είχεν πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. Εγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Είχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ’ ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Μόνον τον μπαρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε. Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.

Και είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Μασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Και είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.
Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας. ― Να είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Να τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια... Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.
Εφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Εξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας αγριελαίας εις το βουνόν του Βαραντά, εξέλιπον τα μύρτα από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Μαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.
Την άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ’ εμορμύριζεν: ― Ένας Θεός θα μας κρίνη... κ’ ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση. Και είτα μετά στεναγμού προσέθετε: ― Κ’ ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη. Αλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:
     Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
     κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
Την άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον. ― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού... ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
Εφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Το καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Μασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου. Ν’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Να σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!


Την άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε. Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον. Χειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Υγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος. Ηύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Επιάσθη από το αγκωνάρι. Εκλονήθη. Ακούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Εμορμύρισε: ― Να είχαν οι φωτιές έρωτα!... Να είχαν οι θηλιές χιόνια... Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας. Πάλιν εκλονήθη. Επιάσθη από τον παραστάτην μιας θύρας. Κατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Το ρόπτρον ήχησε δυνατά. ― Ποιος είναι; Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Ευλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς ή κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι; Επάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Χριστούγεννα, Άις-Βασίλης, Φώτα, παραμοναί. Καρδιά του χειμώνος. ― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή. Το παράθυρον έτριξεν. Ο μπαρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Το παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Μίαν στιγμήν ας αργοπορούσε! Ο μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Εδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις: «Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...» Μόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Εχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος. ― Και εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι. Εξεπιάσθη από την λαβήν του. Εκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Εξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου. Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Εύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα. «Είχαν οι φωτιές έρωτα!... Είχαν οι θηλιές χιόνια!» Και το παράθυρον προ μιας στιγμής είχε κλεισθή. Και αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος. Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. Κ’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Και η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Και η χιών έγινε σινδών, σάβανον. Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΒΒΟΥΡΑΣ (1932): Ο σπουδαίος, αθόρυβος ποιητής της Πάτρας


ΚΑΤΙ
Θέλω να πάρω κάτι από τα χέρια σου
κάτι σαν κέντημα, σαν πέτρα, σα λουλούδι
τόσο απαλό κι’ ωραίο που να μοιάζει σου
και νάναι απείραχτο απ’ του χρόνου τ’ άγριο χνούδι.
Νάναι πλεγμένο, θέλω, από τα χέρια σου
νάναι σαν κράξιμο απ’ τα δικά σου χείλη
κάτι σα δάκρυ απ’ την χλωμήν εικόνα σου
κάτι θαμπό σα φλόγα από καντήλι.
Θέλω από σένα κάτι̇̇ κι έχω φύλαγμα
τέτοιο, που ανέγγιχτο ό,τι δώσεις μου θα μείνει:
Έχω έναν ίσκιο στης καρδιάς τα τρίσβαθα
για των λευκών σου των χεριών την καλωσύνη.
ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΓΚΡΕΜΟΥ
ΣΤΕΚΟΜΟΥΝ στην άκρη του γκρεμού
και δε μου άπλωνες το χέρι.
Με κυττούσες μόνο και δεν έλεγες
τίποτε. Δεν ήξερες όμως
πως απ’ αυτό το βλέμμα σου
κρατιόμουν.

ΓΙΑ ΦΑΝΤΑΣΟΥ
Για φαντάσου να πήγαιναν όλα καλά.
Να είχαμε παντρευτεί τον πρώτο μας έρωτα
να είχαμε μπει με την πρώτη στο πολυτεχνείο
να είχαμε κερδίσει την πρώτη δημοπρασία.
Να μην ξέρουμε πως χτυπά η καρδιά από νοσταλγία
να μην έχουμε ξαναδοκιμάσει, να μην έχουμε απογοητευτεί.
Για φαντάσου να είμαστε ικανοποιημένοι.

ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Να μετακομίζεις βράδυ, είναι η καλύτερη ώρα.
Δεν σε παίρνει είδηση κανένας. Σβήνεις το φως
τρυπώνεις στα σκεπάσματά σου, βάζεις σπινά το κασετόφωνο
κι αρχίζεις να κουβαλάς ένα – ένα τα πράγματά σου
από την παλιά σου κάμαρα.
Καταφθάνουν ύστερα οι παιδικοί σου φίλοι
μοιράζεσαι μερικές ώρες μαζύ τους
και σαν τότε, σήμερα, ένα άλλο σήμερα ονειρεύεσαι.


ΑΜΗΧΑΝΙΑ
Το χαρτί τελειώνει̇̇̇ το μολύβι μου
άφησε κι’ αυτό την τελευταία του πνοή̇
νυχτώνει και δεν έχω φως. Και τώρα
τι γίνεται; Τώρα, θεέ μου, συγκράτησέ με̇
τώρα μη μου κατεβάσεις καμιά καλή ιδέα
και δεν έχω τι να την κάνω.

ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ
Μου άφησες την ψάθα
για να μη με καίει ο ήλιος̇
μου άφησες την ομπρέλλα
σε περίπτωση βροχής̇
μου άφησες τα γάντια
για να μη ξυλιάζουν τα δάχτυλά μου.
Μου άφησες τόσα τέλοσπάντων
ώστε η φτώχεια μου
να σπαταλιέται μέσα σε πολλά.
Όμως μου πήρες τα παπούτσια.
Στην ουσία με αφόπλισες. Γιατί
πώς να διασχίσω ανυπόδητος
αυτόν τον χέρσο τόπο με τα’ αγκάθια
που μας χωρίζει.Πώς να θυμάμαι,
ακολουθώντας τ’ αχνάρια σου,
χωρίς να ματώνω.


ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ (Ανέκδοτα ποιήματα)
Από μια φυλακή
χωρίς φρουρούς και κάγκελα
πώς να δραπετεύσω.
***
Τι πληκτική μέρα η σημερινή!
Τίποτα δεν επιθύμησα.
***
Με τη φαντασία μπορείς
να ταξιδέψεις, ν’ ανατρέψεις
το χρόνο, να μεταμορφωθείς.
Δε μπορείς ν’ αποκτήσεις.
***
Ένα τριζόνι μπορεί
να βγάλει πέρα μόνο του
ολόκληρη νύχτα.
***
Σε κατοικίες μια πολυκατοικία
είναι όσο ένα χωριό
χωρίς συγχωριανούς και πλάτανο.
***
Είμαστε τόσοι
όσοι αυτοί
που μας ξέρουν.
***
Ξαναγυρίζουμε στα παλιά
γιατί τα καινούργια πάλιωσαν.
***
Η αγάπη συγχωρεί τον φταίχτη.
Ο έρωτας τιμωρεί τους αθώους.

ΤΟ ΠΛΕΧΤΟ
Η μάνα μου δεν ήξερε τι θα πει καθησό. Ακόμα κι όταν έπιανε την καρέκλα, κάτι έβρισκε να κάνει. Έτσι, χρόνο το χρόνο, γιόμιζαν οι κασέλες κεντήματα και πλεχτά˙ έτσι ξετύλιγαν τα κουβάρια τους οι μεγάλες νύχτες του Χειμώνα και πλέκονταν παραμύθια˙ έτσι γινόντουσαν τσεβρέδες τα παλιά. Έτσι μια κρύα νύχτα στη σκοπιά, καθώς είμουν πουντιασμένος και είχα ρίγη, ένιωσα κατάσαρκα τη μάνα μου να με τρίβει με οινόπνευμα και να μου φοράει πλεχτή φανέλα. Και μέχρι να τελειώσει το νούμερό μου, έψαχνα βουρκωμένος στο χάρτη της νύχτας για ένα παράθυρο φωτισμένο με μια σκιά σκυφτή στο αχνισμένο τζάμι.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (1924-2008) : O συντοπίτης (από τον Πύργο) ποιητής μας










ΤΟ ΣΑΚΙ
Ήμουν παιδί ακόμη δεν τους καλοθυμάμαι.
Μπήκανε στο χωριό μου ένα πρωί
μα δε σταθήκανε. Περάσανε
αργά πάνω στο χιόνι. Τα γένια τους
ανάμεσα στα σύννεφα και τις κοτρόνες
καθώς τους χώνευε το βουνό.
Μονάχα ο τελευταίος δε φεύγει απ’ το μυαλό μου.
Κράτα το άλογο, μου είπε
και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη
έσκυψε στο νερό να πιει
και τόνα μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι.
Κοίταζε τα κουρέλια μου
τα πόδια μου μες στις λινάτσες
τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου
και πώς του χαμογέλαγα
κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.
Το ίδιο εκείνο μάτι με κοίταζε τον άλλο χρόνο
αχνό βασιλεμένο
όταν αδειάσαν ματωμένο το σακί
και κύλησαν στη μέση της πλατείας
κομμένα τα κεφάλια τους.
Ήταν ο χρόνος που κατέβηκα στην πόλη
και πούλαγα τσιγάρα σε δρόμους και πλατείες.

ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για να ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης. 
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Κώστας Περδίκης:

μια ζωή
                                         εκατό χρόνια και κάτι                                                                 (στη μνήμη του) 

Το κακό μαντάτο με βρήκε στον στρατό, στη Σχολή Μηχανικού. Δεν θυμάμαι να έκλαψα. Το καψόνι και το ξεθέωμα των βητάδων δεν με άφησαν για κάτι τέτοιο. Τον αναλογίστηκα όμως αρκετές φορές εκείνη τη μέρα. Είχε ξεπεράσει τα εκατό και κάποια στιγμή κι αυτός θα έφευγε. Στην κηδεία του δεν μπόρεσα να πάω. Τις επόμενες μέρες  η μορφή του δεν έφευγε από το μυαλό μου και η σκέψη μου έτρεχε στη γιαγιά και στη μάνα μου.
Τώρα, νοιώθω την ανάγκη να ξαναβρώ τα χνάρια του και να θυμηθώ όσα είπε ή έκανε, ζώντας τόσα πολλά χρόνια. Να πω για κείνον, να μιλήσω για τον παππού μου.
Από τη μάνα μου, αλλά κι από τον ίδιο,  όταν ήμουνα ακόμη παιδί, έμαθα από πού κράταγε η σκούφια του. Πολύ νέος είχε κατέβει από ένα κοντινό χωριό, σαν ψυχοπαίδι κάποιου πλούσιου συμπολίτη μας. Ο πατέρας του είχε νομίζω παρτίδες με κατσικοκλέφτες. Αλλά κι ο ίδιος, όπως τότε ήταν συνηθισμένο, θα την είχε κάνει  κι αυτή την παλιοδουλειά. Το τατουάζ με τον αριθμό, στο αριστερό του χέρι, σημάδι κάποιας φυλακής, ίσως να σχετίζεται με τα παραπάνω. Όταν τον ρώταγα γι αυτό χαμογέλαγε μόνο, με νόημα. Αργότερα, για λίγο, έκανε τον αγωγιάτη κουβαλώντας πάνω στο άλογό του ταξιδιώτες για την Ανδρίτσαινα, κοντά δυο μέρες δρόμο.
Στον καινούργιο τόπο, που ήρθε, ρίζωσε για τα καλά και δεν άργησε να γίνει από τους πιο καλούς και τίμιους δουλευτές. Παντρεύτηκε την Ασπασία, κόρη  με πατριό και πολλά βάσανα και στήσανε το δικό τους σπιτικό. Φρόντισε να κάνει καλό του φίλο και προστάτη στα δύσκολα, έναν συγχωριανό του, τον μπάρμπα-Θοδωράκη, που είχε κατέβει στο χωριό μας πιο μπροστά. Ο μπάρμπα-Θοδωράκης πολλά απογεύματα του κράταγε συντροφιά στα τελευταία του, όταν έχασε το φως του και δεν έβγαινε πια στην αγορά.
Ο κυρ-Βασίλης και η κυρ-Ασπασία, αποκούμπι ο ένας για τον άλλο, θα ριχτούνε σ’ όλες τις δουλειές ακούραστα, πάντα με τιμιότητα και συνέπεια. Μια ολόκληρη ζωή θα προσπαθήσουν για το καλύτερο. Θ’ αποκτήσουν πέντε παιδιά, τέσσερις γιους και μια θυγατέρα. Ακόμη, ένα μικρό περιβόλι, ένα αμπελάκι, μια χαμοκέλα στην αρχή και αρκετά μετά ένα δίπατο σπίτι. Άντε και κάτι άλλο που τώρα ξεχνάω. Όσα όμως μπόρεσαν να φτιάξουν ήσαν καμωμένα με ομορφιά και μεράκι.
Οι δικές μου εικόνες για κείνον αρχίζουν από τα τέσσερα ή πέντε χρόνια μου. Το σπίτι μας, το σημερινό, δεν το είχαμε επισκευάσει ακόμη και κοιμόμαστε στη μικρή, βορινή καμαρούλα. Κάθε πρωί λοιπόν,  χωρίς μια μέρα να το ξεχάσει, θυμάμαι σαν τώρα, που άνοιγε σιγά-σιγά την πόρτα, έβαζε μέσα το κεφάλι του και χαμογελώντας μας ξύπναγε, εμένα και την αδελφή μου, πετώντας στα σεντόνια δυο σοκολάτες. Τις θυμάμαι καλά εκείνες τις σοκολάτες. Ήσαν Παυλίδη γάλακτος, του δίφραγκου, με τους ήρωες του "21" ζωγραφισμένους σε μακρόστενα χαρτονάκια. Και μόνο γι’ αυτό αξίζει να τον ευγνωμονούμε σε όλη μας τη ζωή. Εκείνο το καθημερινό ξύπνημα ήταν για μας ευτυχία.
Τα μεσημέρια ξαναπέρναγε από το σπίτι μας, πηγαίνοντας για τον απογευματινό του καφέ. Μας εύρισκε στην ώρα του φαγητού. "Καλώς τα πολεμάτε ρε παιδιά", έλεγε γελώντας. Καθότανε λίγο για να μάθει τα νέα μας και με την ευκαιρία έπινε κανένα ποτηράκι για να μας ευχηθεί.
Στο καφενείο τ’ απογεύματα, όταν εύρισκε παρέα, πιάνανε την κολιτσίνα. Το στοίχημα ήταν λουκούμι ή κομπόστα. Το ’ξερε καλά το παιχνίδι και τις περισσότερες φορές κέρδιζε. Τα κερδισμένα, τα πιο πολλά, τα γευόμουνα εγώ.
Από δώρα και χαρτζιλίκια ο παππούς άλλο τίποτα. Μποναμάδες την Πρωτοχρονιά, τάληρα για καραμέλες και σοκολάτες, κατοστάρικα αργότερα, όταν ήμουνα φοιτητής. Η γιαγιά όμως ήταν σφιχτοχέρα. "Σας δίνει ο γέρος, φτάνει", έλεγε.
Στο τέλος των διακοπών του καλοκαιριού ή των γιορτών, συνήθιζα πάντα να πηγαίνω το βράδυ να τους αποχαιρετήσω. Ο παππούς με περίμενε ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Ήξερε ποια μέρα θα έφευγα. Καθώς λοιπόν μιλούσαμε, αθόρυβα έψαχνε κάτω από το μαξιλάρι, μου ’πιανε το χέρι και έβαζε μέσα το κατοστάρικο. Όλα τα είχε φροντίσει και νοιαστεί. Η αγάπη που είχε για μένα ήταν μεγάλη. Λαχτάραγε να μ’ αγκαλιάσει και  να με φιλήσει στα μάγουλα με το στόμα του, το φαφούτικο, που κάθε άλλο παρά δυσφορία μου ’φερνε.
Μέχρι που τέλειωσα το δημοτικό ο παππούς φρόντιζε για το τακτικό μου κούρεμα. Μ’ έπιανε από το χέρι και με πήγαινε στον Παναγιώτη, τον πιο καλό κουρέα του χωριού. Εκείνος μ’ ανέβαζε σε μια σανίδα από μαόνι και με κούρευε γουλί, αφήνοντας μονάχα ένα τσουλούφι μπροστά, πάνω από το κούτελό μου. Συνέχιζα και μετά, σαν φοιτητής, να πηγαίνω εκεί για κούρεμα, όταν βρισκόμουνα στο χωριό. Ο Παναγιώτης πάνω στην ίδια εκείνη κοκκινωπή σανίδα κούρευε τα πιτσιρίκια μέχρι που πήρε σύνταξη. Την κοίταζα κλεφτά και μου φαινόταν, πια, τόσο μικρή…      
Τον θυμάμαι  πάντοτε με την μαγκούρα του. Πιο παλιά ήταν και μανιώδης καπνιστής, όμως το ’κοψε έγκαιρα και του βγήκε σε καλό. Φόραγε πάντα καθαρά ρούχα, μεταποιημένα  παλιά κουστούμια από τα παιδιά του. Σε όλα του ήταν μερακλής. Από τη μαγκούρα του, που ήταν από ζαχαροκάλαμο, πανάλαφρη για να τον βολεύει στο βάδισμα, μέχρι τα πολλά ανάχρεια του, φυλαγμένα και ταχτοποιημένα στο κατώι του σπιτιού του. Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν τον συνάνταγα ήταν να του φιλήσω το χέρι και να του πάρω τη μαγκούρα  για να παίξω. Εκείνος τότε, με την ίδια, με  τσάκωνε απ’ τον λαιμό και με  κάθιζε στα γόνατά του.
Το σκαρί του ήταν μικροκαμωμένο αλλά αρμονικό. Μέχρι που πέθανε η μορφή και το κορμί του, στα δικά μου μάτια, δεν άλλαξαν καθόλου. Το ίδιο στεγνός, το ίδιο γυρτός ελαφρά προς τα μπρος. Τα μαλλιά του βέβαια και το μουστάκι ασπρίζανε με τον καιρό, μέχρι που δεν μπορούσες πια να βρεις μια μαύρη τρίχα. Η γλυκιά και ήρεμη μορφή του θύμιζε τον Παλαμά. Η  κούραση όμως και τα βάσανα είχαν αφήσει, πάνω της, τα σημάδια τους.
Ο κυρ-Βασίλης και στα νιάτα και στα γέρατα άρχιζε τη μέρα του, χαράματα, με τον πρώτο καφέ. Τον έπινε πάντα στον καφενέ και ποτέ από το μπρίκι της κυράς του, κάθε μέρα, σχεδόν τελετουργικά και δεν άργησε να γίνει το γνώριμο χούι του. "Ο μπάρμπα-Βασίλης πάει ν’ ανοίξει τον καφενέ", λέγανε στο χωριό. Κι όταν δεν τον βλέπανε ν’ ανηφορίζει, ήξεραν ότι κάτι του συμβαίνει. Με το που έσκαγε ο ήλιος στη Βουνούκα, η γνώριμη φιγούρα με το κοτσονάτο βάδισμα κατηφόριζε, επιστρέφοντας με τα ψώνια στο δίχτυ για το τσουκάλι της κυρ-Ασπασίας.
    Οι συνήθειες και οι αρχές, που είχε στο αγράμματο κεφάλι του, αλλά και το φέρσιμο στα νιτερέσια του, τον κάνανε υπόδειγμα και παράδειγμα ζηλευτό για όλους. "Σαν τον μπάρμπα-Βασίλη" έλεγαν, σαν θέλανε να δείξουν κάτι το σωστό.
Ήταν αυστηρός και πατριαρχικός τύπος, με πολύ κουράγιο και δύναμη στις δύσκολες ώρες. Μπόρεσε έτσι και τα ’φερε βόλτα. Αν κάποιο από τα παιδιά του έλλειπε από το τραπέζι, την ώρα του φαγητού, η πόρτα κλείδωνε το βράδυ για κείνο. Ακόμα και η κυρ-Ασπασία τα ’κουγε για τα καλά όταν το ’ριχνε για λίγο στο κουτσομπολιό με καμιά γειτόνισσα.
Μια πολύ ζωντανή εικόνα, που μου έχει μείνει, είναι το περιβόλι και το σπίτι του παππού, όταν ήλιος βούταγε ο κι άρχιζε να σουρουπώνει. Εκείνη την ώρα συνήθιζε η μάνα μας, ύστερα από τις δικές της σκοτούρες, να μας παίρνει με την αδελφή μου και να πηγαίνουμε να τους επισκεφτούμε. Αυτό γινότανε σχεδόν κάθε μέρα, αλλά ποτέ δεν βαρεθήκαμε. Νομίζαμε ότι πηγαίναμε κάπου μακριά. Φτάναμε την ώρα που κοκκίνιζε το δυτικό κομμάτι του περιβολιού, εκεί που βρισκότανε η μεγάλη συκιά. Παντού υπήρχαν λουλούδια, το μεράκι της γιαγιάς, φυτεμένα σε κάθε λογής τενεκεδάκια, ή κάτω στο χώμα, αριστερά και δεξιά στο στρατόνι, ή πλάι στον φράκτη. Ήταν πραγματικά ο πιο όμορφος ανθώνας του χωριού. Κάθε Μεγάλη Παρασκευή οι μαθήτριες τρέχανε στην κυρ-Ασπασία για να τους δώσει λουλούδια για το στόλισμα του επιτάφιου. Τους έκοβε τα πιο όμορφα και τα πιο δυσεύρετα. Εκείνη τη μέρα την περίμενε όλο τον χρόνο και φούσκωνε από καμάρι για κείνη την προσφορά της.
Μπροστά και προς τ’ αριστερά ήτανε το δίπατο σπίτι. Προς τα δεξιά, στη άλλη πλευρά της αυλής έστεκε η πλίθινη χαμοκέλα, που στέγασε τα πρώτα τους δύσκολα χρόνια, της φτώχιας και του μόχθου. Τα χρόνια του λυχναριού και της μπομπότας.
 Λίγα μέτρα από τη σκάλα του σπιτιού, το πηγάδι με την μεγάλη ανέμη και το κρύο νερό. Πιο πέρα, η μεγάλη μουριά και η κρεβατωμένη κληματαριά. Στο περιβόλι έβρισκες σχεδόν όλα τα δέντρα. Πορτοκαλιές, λεμονιές, μανταρινιές, τρεις μεσκουλιές, μια συκιά και λίγα ψηλά κυπαρίσσια κατά μήκος του φράκτη. Όλα θαλερά, γεμάτα καρπούς και δροσιά.
Άνοιγες την αυλόπορτα και σε έπαιρνε ο μυρωμένος αέρας, που έφτανε απ’ το περιβόλι. Ύστερα σε τύλιγε μια ηρεμία και μια γαλήνη, καθώς η μέρα τέλειωνε και το μόνο που άκουγες ήταν ένα σκυλί ή τριζόνι και αργότερα ο γκιώνης, όταν φεύγαμε. Κάπως έτσι είχα φανταστεί τότε τον  Παράδεισο.
Τους βρίσκαμε όλο και κάτι να κάνουν. Η γιαγιά θ’ άναβε το καντήλι και ο παππούς θ’ ακόνιζε τα μαχαίρια της τραπεζαρίας. Είχαν τελειώσει, από νωρίς, το βραδινό τους φαγητό. Τον πηγαιμό μας εκεί τον περίμεναν κάθε βράδυ. Τους λέγαμε ό,τι νέα ξέραμε και τους διαβάζαμε τα γράμματα που είχαν στείλει τ’ άλλα τους παιδιά,  από τους μακρινούς τόπους που ζούσαν. Η μάννα μας τους φρόντιζε με τα γιατρικά της, τους φιλούσαμε  και με την ευχή μας για "καλό ξημέρωμα" τους αφήναμε στην ερημιά τους, έτοιμους για ύπνο.
 Βγαίνοντας από το σπίτι, η νύχτα έπεφτε για τα καλά μαζί με έναν αδιόρατο φόβο. Σφίγγαμε, τότε, τα χέρια της μάνας μας για να βρούμε δύναμη και σιγουριά, καθώς παίρναμε το κατασκότεινο δρομάκι του γυρισμού για το σπίτι μας.
Για τη μαστοριά και το μεράκι του κυρ-Βασίλη στη δουλειά του, τα είπα και πιο μπροστά. Θυμάμαι όμως τώρα τα λόγια ενός μαθηματικού, που μου έκανε φροντιστήριο, πολύ αργότερα και που σαν νέος, χάζευε τον παππού όταν δούλευε στο αμπέλι. "Εκεί να δεις γεωμετρία", μου ’λεγε. "Όλα του άψογα καμωμένα, οι αράδες, οι πεζούλες, οι φράχτες ".
Μέχρι και τον τάφο του φρόντισε να τον φτιάξει, όπως ήθελε, πολύ πριν πεθάνει. Πήγε ο ίδιος στον Πύργο και τον συμφώνησε με το μάστορα. Τον ήθελε από άσπρο μάρμαρο με μεγάλο σταυρό και με μια θέση, μονό. Το βράδυ όμως τον έφαγε η σκέψη. Αν τύχαινε και πέθαιναν κοντά-κοντά, εκείνος και η γρια του, πού θα τους βάζανε και τους δύο; Έτσι την άλλη  μέρα πρωί-πρωί ξαναπήγε στον Πύργο και τον παρήγγειλε διπλό.
Το μνημονικό του μέχρι που πέθανε έμεινε άριστο. Μπόρεσα έτσι και πήρα πληροφορίες, από πρώτο χέρι, για πρόσωπα και πράγματα. Και τι δεν πρόλαβαν να δουν τα μάτια του. Βαλκανικούς πολέμους, Παγκόσμιους, Μικρασιατική καταστροφή, κατοχή, αντάρτικα, χούντα.
Έζησε μέρες, που το  αυτοκίνητο ακόμη δεν είχε φτάσει μέχρι εκεί, για ξενοδοχεία ήσαν τα χάνια και οι μεταφορές και τα ταξίδια γίνονταν από στενά περάσματα, τα "κλειδιά". Τον γιατρό τον έκαναν οι κομπογιαννίτες, τον δικηγόρο οι δικολάβοι και οι τελάληδες έλεγαν τα νέα. Οι γυναίκες γεννοβολούσαν μόνες τους στα χωράφια και οι άνθρωποι πέθαιναν από άγνωστες θέρμες και αρρώστιες. Το πέρασμα του πρώτου τραίνου, από κει, θα τον θαμπώσει και θα του μείνει αξέχαστο.
Για τον παππού ο κόσμος όλος έφτανε μέχρι εκεί που μπορούσε να δει το μάτι του. Ήταν πια πολύ γέρος όταν, για πρώτη του φορά, πήγε στην Αθήνα στα παιδιά του και εντυπωσιάστηκε με όσα εκεί είδε.
Τα προβλήματα στην υγεία του άρχισαν από τα μάτια. Χρόνο με τον χρόνο οι  γνώριμες μορφές και οι χώροι σκοτείνιαζαν μέχρι που χάθηκαν τελείως.
Από τη μάνα μου, αργότερα, έμαθα για τις τελευταίες του στιγμές. Έσβησε ήσυχα, όπως η φλόγα στο καντήλι, σαν σωθεί το λάδι του. Αναγύρω από το κρεβάτι του η γρια του, παιδιά, εγγόνια, συγγενείς και φίλοι. Ένας ωραίος θάνατος, που ο καθένας μας θα ευχότανε να του τύχει.
Και η τελευταία πράξη:
Η γνώριμη ανηφορική πομπή προς τα κυπαρίσσια, μέχρι τον τάφο του. Έναν τάφο, φροντισμένο από τον ίδιο, που βλέπει στη θάλασσα, στο απέραντο Ιόνιο και έχει στα πόδια του το χωριό του.
Ένας άσπρος, μαρμάρινος σταυρός με χαραγμένα πάνω του το όνομα και τα χρόνια που έζησε.
Ένας ολόκληρος αιώνας και κάτι…              

 Στρατολογικό Πιστοποιητικό του 1916, στο οποίο φαίνεται η γέννηση (1873) , η κλάση (1894) και η απόλυση(;) (1896) του παππού.